-> Από πού να ξεκινήσω; #5 Διονύσης Καψάλης

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ
1952 –

-> Από πού να ξεκινήσω;

Η κομβικότερη και αισθητικά ανώτερη περίοδος της κατ’ εξοχήν ποιητικής δημιουργίας του (ως τώρα) έργου του Διονύση Καψάλη είναι αναμφίβολα εκείνη που εκτείνεται από τις αρχές του 1990 μέχρι και τα μέσα της επόμενης δεκαετίας και αποτυπώνεται σε συλλογές όπως οι: Υπό Κλίμακα, Αισθηματική Αγωγή, Μέρες Αργίας, Μπαλάντες και περιστάσεις, Από λεπτότατη οδύνη. Εδώ ο Καψάλης, ηλικιακά κατασταλαγμένος και τελεσίδικα πια έμμετρος, έχει γίνει κύριος των εκφραστικών του μέσων και ανανεώνει τολμηρά την παραδοσιακή και κανονική φόρμα, μεταχειριζόμενος σονέτα, μπαλάντες, τερτσίνες, δίστιχα, στίχους για τραγούδια, αλλά και πειραματιζόμενος με πιο πολύστιχες μορφές, δομώντας, έτσι, μια λυρική φωνή αυθύπαρκτη και άκρως αναγνωρίσιμη και θέτοντας, παράλληλα, καίρια τα θεμέλια του άτυπου ρεύματος της νεότερης (ή «νεοφορμαλιστικής») έμμετρης ποίησης. Στη συνδυαστική ανάγνωση των έργων της συγκεκριμένης περιόδου, ο αναγνώστης θα συναντήσει τους πλέον διάσημους στίχους του ποιητή που έχουν μελοποιηθεί από συνθέτες της ροκ και του έντεχνου, ενώ θα μπορέσει, παράλληλα, να παρακολουθήσει τη συνομιλία του Καψάλη με μεγάλες ποιητικές φωνές του παρελθόντος, αλλά και το άπλωμα της γραφής του σε ένα ευρύ φάσμα θεματικών, εκτεινόμενο από τους απλούς ερωτικούς και προσωπικούς καημούς μέχρι και τη βαθύτερη υπαρξιακή αγωνία, τον κοινωνικό σχολιασμό και τη μεταφυσική ενδοσκόπηση. (περισσότερα…)

Νεκροί ή ένοχοι

*

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα γήπεδα της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας παίζουν μπάλα κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα κλαμπ της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας διασκεδάζουν κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα μαγαζιά της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας κάνουν τα ψώνια τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα καφέ της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας πίνουν τον καφέ τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα εστιατόρια της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας απολαμβάνουν το φαγητό τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα ξενοδοχεία της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας κάνουν τις διακοπές τους κανονικά.

Κανονικά είμαστε όλοι νεκροί ή ένοχοι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΑΣΛΙΑΣ

(ΥΓ. Πάνω από 40.000 οι νεκροί στη Λωρίδα της Γάζας, πάνω από 200.000 χιλιάδες οι τραυματίες, το 90% των κατοίκων εκτοπισμένοι, πάνω από τα 2/3 των κτιρίων ισοπεδωμένα).

*

*

Το Σίμσον

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Δούλευε ο αδερφός μου σ’ ένα ξενοδοχείο, κάτι χιλιόμετρα απ’ το σπίτι μας, και το βάραγε ποδαράτο. Το πρωί, με την τσίμπλα στο μάτι, ήταν δύσκολο. Το βράδυ, που είχαν πέσει τ’ αυτιά του απ’ την κούραση, ήταν αβάσταχτο. Βρήκε, λοιπόν, δυο χαλασμένα ποδήλατα κι αρχίνησε την συναρμολόγηση: μια ρόδα απ’ αυτό, ένα φτερό απ’ το άλλο, μάτιασε και την αλυσίδα, έβαψε τον σκελετό, λάδι απ’ το ροΐ για να ξεσκουριάσει το κουδούνι και… νάτο ένα ποδήλατο!

Μια μέρα, όμως, στην μεγάλη κατηφόρα τ’ Αϊ-Νικόλα, κοντά στην Γιώτρηση, έστριψε το τιμόνι, που στηρίζονταν σε αυτοσχέδιο άξονα από… ξύλο, αλλά η ρόδα πάπαλα, πήγαινε ντουγρού στον γκρεμό! Τότε, ξεκαβάλησε στο ένα πετάλι και πήδηξε πλάι, αφήνοντας το ποδήλατο να σαλατιαστεί πίσω απ’ τα πουρνάρια, στο ρέμα. Κι αυτός, όμως, δεν την έβγαλε καθαρή: γρατσούνισε την πλάτη του, έσκισε τους αγκώνες του, έγδαρε τα γόνατά του, και τα ρούχα του κρέμονταν από πάνω του ματωμένα κουρέλια.

Από εκείνη την μέρα, το ’βαλε σκοπό:

«Θα πάρω μηχανάκι! Πάει, τέλειωσε!»

Να πάρεις μηχανάκι, μια κουβέντα είναι… Με τι λεφτά; Με τι δίπλωμα; Από πού να το πάρεις; Και, βέβαια, τι μάρκα, πόσο κυβικά, τι χρώμα;

Αρχίνησε, ο καημένος ο Θωμάς, να γλυκοκοιτάζει τα μηχανάκια των άλλων:

«Να, σαν του Μήτσου του Μπαριάνη το Ζούνταπ θα πάρω. Όλο σίδερο, με φτερό δυνατό και με σκάρα. Ολόκληρη μπάλα τριφύλλι κουβαλάς. Τι λέω, δεμάτι κλαρί απ’ τον λόγγο! Έχει κι ο Νάσος ο Μουζάκης Ζούνταπ, αλλά αυτό είναι κόκκινο, του Μήτσου μπλε. Μπλε ή κόκκινο; Και πόσο κάνει; Φτάνουν τα λεφτά;»

Ύστερα από λίγες μέρες έρχονταν απογοητευμένος:

«Τζίφος το Ζούνταπ! Δεν βγαίνει πια τέτοιο μοντέλο. Κι αν έχει ξεμείνει κανένα, δεν το φέρνουν στην Λευκάδα και θα ’ναι πανάκριβο!»

Κι ύστερα, πάλι το γλυκοκοίταγμα:

«Φλορέτα θα πάρω, σαν του Νιόνιου του Καμαρίλα – αθάνατο πράμα!» (περισσότερα…)

«Κλιματική κρίση» είπατε;

*

του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

Αν τα βάρη τής αναγκαίας ενεργειακής μετάβασης πέσουν στις πλάτες των πολλών, τότε […] θα επιφέρει σε πολλές κρίσιμες χώρες την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού και ακροδεξιών μορφωμάτων, αλλά και την άρνηση της κλιματικής κρίσης. Θυμάστε που είχαμε αρνητές τής πανδημίας; Τώρα θα έχουμε και αρνητές τής κλιματικής κρίσης!
ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ
(Δημόσια ομιλία τής 24ης Νοεμβρίου 2022,
αναμετάδοση από την ΕΡΤ) [1]
Οι αρνητές της κλιματικής αλλαγής δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους αντιεμβολιαστές· έχουν ψυχικές διαταραχές και χρειάζονται θεραπεία.
DONALD TRUMP

Από το 1980 περίπου, μια ανησυχία για την «υπερθέρμανση του πλανήτη» έχει αντικαταστήσει την ανησυχία για «παγκόσμια ψύξη» που επικρατούσε τις προηγούμενες δύο δεκαετίες.[2] Ανθρωπιστικές κρίσεις όπως η πείνα, οι επιδημίες στην τροπική ζώνη και οι ανελέητοι πόλεμοι αυξάνονται προκαλώντας εκατομμύρια νεκρούς κάθε χρόνο, αλλ’ απασχολούν πολύ λιγότερο τους φακούς τής δημοσιότητας απ’ όσο οι πάγοι που λιώνουν κάθε καλοκαίρι στου πόλους για να ξανασχηματιστούν ξεχασμένοι τον χειμώνα. Ειδήσεις κι επιστημονικές δημοσιεύσεις βομβαρδίζουν την κοινή γνώμη με κάθε είδους απειλές για το μέλλον, οι οποίες βασίζονται σε στατιστικά μοντέλα και προσομοιώσεις αδύνατης εγκυρότητας.[3] Το σήριαλ τής ανόδου τής στάθμης των θαλασσών κρατάει με κομμένη ανάσα το κοινό του, αλλά οι μετρήσεις που έρχονται είναι αβέβαιες και αλληλοαναιρούμενες. Οι κυβερνήσεις δικαιολογούν την ανικανότητα (ή την αδιαφορία) τους να αντιμετωπίσουν φυσικούς κινδύνους όπως δασικές πυρκαγιές, ξηρασίες, πλημμύρες, κατολισθήσεις, σεισμούς, καταιγίδες ή χιονοπτώσεις επικαλούμενες τη δήθεν πρωτόγνωρη ένταση των φαινομένων που οφείλεται στην «κλιματική αλλαγή». Δισεκατομμύρια σπαταλιούνται σε μάταιες έρευνες και δράσεις χωρίς κανένα πρακτικό αποτέλεσμα ενώ επιστημονικές σταδιοδρομίες χτίζονται με δημοσιεύσεις για την επίδραση της «κλιματικής αλλαγής» σε ό,τι μπορεί κάποιος να φανταστεί – από τις πολεμικές συγκρούσεις, την έμφυλη βία και την εγκληματικότητα μέχρι τη διανοητική υγεία και την πέτρα στο νεφρό…(!). Οι κυβερνήσεις δημιουργούν Υπουργεία Κλιματικής Κρίσης, τα πανεπιστήμια ιδρύουν σχετικά μεταπτυχιακά και η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοινώνει ότι θα διαθέσει 600 δισ. ευρώ για την «καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής», όχι βέβαια σε τεχνικά έργα που θα βοηθούσαν στην ανάσχεση πλημμυρών και ξηρασιών είτε στη διαχείριση των δασών αλλά για τη συγγραφή μελετών οι οποίες θα υποδεικνύουν πως για να σωθούμε από τις φυσικές καταστροφές πρέπει να προβούμε σε απανθρακοποίηση ή να μετατρέψουμε τις τελευταίες νησίδες άγριας ζωής σε γιγάντια τεχνολογικά πάρκα σπαρμένα ηλιακούς συσσωρευτές και ανεμογεννήτριες – και όλοι προσαρμόζονται στο αφήγημα που φέρνει τα χρήματα. Το δόγμα είναι ότι το κλίμα τού πλανήτη που είναι ιδανικό για τον άνθρωπο έχει αποσταθεροποιηθεί εξαιτίας των εκπομπών διοξειδίου τού άνθρακα (CO2), πράγμα που οφείλεται στο ότι σήμερα καλύπτουμε περίπου ένα 80% των ενεργειακών μας αναγκών από την καύση ορυκτών καυσίμων. Και η λογική αυτή, άπαξ και γίνει αποδεκτή, δεν έχει λογικό όριο: το ότι ο ίδιος ο μεταβολισμός τής ζωής παράγει CO2 καθιστά αυτήν καθαυτήν τη ζωή ένοχη – ποινικοποιήσιμη και (τουλάχιστον) φορολογήσιμη. Και από τη στιγμή που η αύξηση του πληθυσμού αυξάνει τη φυσική εκπομπή CO2, επιβάλλονται νεομαλθουσιανές λογικές για τον έλεγχο των γεννήσεων, παράλληλα με τη μεθοδευμένη καταστροφή τής γεωργίας.

Υπάρχει μια ιδεολογία χαρακτηριστική τού ανεπτυγμένου καπιταλισμού, αυτή που αποκαλούμε φυσικοποίηση του κοινωνικού: προβάλλοντας στην ίδια τη φύση δικές της πρακτικές (αρχετυπικό παράδειγμα είναι ο λεγόμενος κοινωνικός δαρβινισμός), η καπιταλιστική κοινωνία ενοχοποιεί τη φύση για τις συνέπειες της δράσης της – πράγμα που εν συνεχεία χρησιμεύει ως άλλοθι για να εντείνει την ίδια αυτή δράση πολλαπλασιάζοντας τις συνέπειες. Σε μία κάπως πολυπλοκότερη χρήση τού στρατηγήματος εισάγεται στην εξίσωση και η «ανθρωπογενής συμβολή», αλλά χωρίς να προσδιορίζεται ποια ακριβώς ανθρωπογενής συμβολή και ποιων ακριβώς ανθρώπων. Στρεβλώνοντας σκόπιμα τη θέση τού «ανθρώπινου παράγοντα», η ευθύνη επιρρίπτεται στους φυσικούς όρους τής ανθρώπινης ύπαρξης οι οποίοι εξ ορισμού αφορούν το σύνολο της ανθρωπότητας, ενώ οι πραγματικά ένοχες πρακτικές (που ασκούνται από συγκεκριμένες ελίτ) παρουσιάζονται ταχυδακτυλουργικά ως λύση. (περισσότερα…)

Χαῖρε Θαλασσινό Ἄστρο

*

Εἰσαγωγή-Μετάφραση: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ πατρότητα τοῦ μεσαιωνικού ὕμνου Ave maris stella ἀποδίδεται, ἀνάμεσα σέ πολλούς ἄλλους, στόν Ἅγιο Βερνάρδο τοῦ Κλαιρβώ (1090-1153) ὁ ὁποῖος ἔγραψε ὡραιότατες διευκρινίσεις καί παραινέσεις, σχετικές μέ τό θεοτοκωνύμιο maris stella-θαλασσινό ἄστρο. Ἡ λατινική ἐκδοχή τοῦ ὕμνου ἰχνηλατεῖται ἀνάμεσα στόν ὕστερο 6ο αἰῶνα μ.Χ. καί τόν πρώιμο 9ο, καί τό ὄνομα παραλλάζει ἀπό ἄστρο τῆς θάλασσας σέ ἄστρο τοῦ ὠκεανοῦ, προσωνύμιο ἀπό τά ἀρχαιότερα καί πλέον δημοφιλῆ τῆς Μαρίας.

Τό ποίημα τοῦ 15ου αἰῶνα πού ἀποδίδω ἐδῶ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπό τόν ἀρχαῖο ὕμνο· τό χειρόγραφο πιθανολογεῖται ὅτι φτιάχθηκε σέ ἕνα Καρθουσιανό μοναστήρι τοῦ Γιορκσάιρ ἤ πιό βόρεια στό Λινκολνσάιρ. Ἂποτελεῖ θερμό ἐγκώμιο καί ἐξομολογητική εὐχή, θυμίζοντας τήν πολύ πιό ἐκτεταμένη, καί, ἀπό κάθε ἄποψη εὐρύτερη καί ἰσχυρότερη Ἐξομολογητική εὐχή πρός τήν Θεοτόκο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (14ος αἰώνας). Κατορθώνει ὅμως τό ὀλιγόστιχο ἐγκώμιο νά εἶναι ταυτοχρόνως θεολογικό. Ἐν ὀλίγοις, πρόκειται γιά θεολογικά λογάκια, ὅπως θά ἔλεγε ὁ δικός μας Παπατσώνης.

Ἡ κύρια καί ἐπικρατοῦσα μεταφορά γιά τήν Μαρία, πού ἐνέπνευσε Ἀνατολή καί Δύση ὅσο καμία ἄλλη γυναίκα, εἶναι αὐτή τοῦ καθοδηγητικοῦ Ἄστρου τῆς θάλασσας: ὄχι μόνον γιά τούς ναυτικούς ἀλλά ὅλους ἐμᾶς τούς ναυσιπλόους καί ποντουμένους σάλῳ βιωτικῶν κυμάτων (Μέγας Παρακλητικός). Ἀκολουθεῖ ἡ μεταφορά τῆς Πύλης τοῦ Παραδείσου, παρομοίως μέ τό Πύλη Ἐπουράνιε, πού ἀκοῦμε στόν δικό μας Ὄρθρο, ἤ ἀπό τήν Β΄ Στάση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου τό: Χαῖρε Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον, καί ἀλλοῦ ἄλλα.

(περισσότερα…)

Ο Ομάρ Χαγιάμ και τα ρουμπαγιάτ του

*

Ή πώς μια ανατολίτικη ιστορία
μεταπλάθεται σε δυτική λογοτεχνία

~.~

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

O Ομάρ Χαγιάμ (11ος -12ος αι.), στη χώρα του, έμεινε γνωστός και δοξάστηκε για αιώνες ως φιλόσοφος, μαθηματικός και αστρονόμος· και όντως η συμβολή του τόσο στην άλγεβρα όσο και στη γεωμετρία και την αστρονομία αναγνωρίζεται από τους επιστήμονες ως μοναδική και πρωτότυπη. Στη Δύση όμως, εξαιτίας της ‘μετάφρασής’ του από τον Έντουαρντ Φιτζέραλντ (τέλη 19ου αι.) το όνομά του έγινε συνώνυμο της περσικής ποίησης και μάλιστα μιας συγκεκριμένης ποιητικής μορφής –ήσσονος για την περσική λογοτεχνία–, του τετράστιχου ρουμπαΐ (πληθ. ρουμπαγιάτ). Έκτοτε πάντα θα μιλάμε για τα Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Χαγιάμ, συνδέοντας σχεδόν αποκλειστικά τον ένα με το άλλο.

Στις αρχές του 14ου αι. παρουσιάζεται στην Περσία για πρώτη φορά η Ιστορία των τριών φίλων, μια αφήγηση που εμπλέκει και ενώνει αντάμα τις ζωές και την πορεία τριών μεγάλων μορφών του πέρσικου 11ου αι. Σύμφωνα με τον διαδεδομένο αυτό θρύλο (ο οποίος περιέχεται σε κάθε σχεδόν έκδοση των Ρουμπαγιάτ από τον Φιτζέραλντ) ο Νιζάμ αλ-Μουλκ (βεζίρης των Σελτζούκων σουλτάνων Αλπ Αρσλάν και Μάλικ Σαχ), ο ποιητής μας Χαγιάμ και ο Χασάν-ι-Σαμπάχ (ο διαβόητος γέρος του βουνού, ο αρχηγός και δημιουργός των Ασσασίνων Ισμαηλιτών) ήταν συμμαθητές στο Μπαλχ του Χορασάν. Εκεί μελετώντας το Κοράνιο και τις παραδόσεις έγιναν αδελφοποιτοί και έδωσαν όρκο αίματος ώστε αν κάποιος τους ευνοηθεί από τη ζωή να στηρίξει και τους άλλους. (περισσότερα…)

Εικόνες απ’ την πλαζ

*

Στον μικρόκοσμο της παραλίας, το βλέπεις καθαρά. Η φυσική γυμνότητα είναι αναφροδίσια. Σε αντίθεση με την γυμνότητα την πολιτισμική –αυτό το πολύφερνο επιτήδευμα του  εκδύεσθαι κατά τες συνταγές των μόδιστρων των Παρισίων ή του Μεδιολάνου, το οποίο είναι εξαρχής προσανατολισμένο στο ερωτικό ξεμυάλισμα και όπου το σώμα καταπίνεται από το ρούχο όπως ο ηθοποιός από τον ρόλο του– εδώ συμβαίνει το αντίθετο. Τα ενδύματα της παραλίας απορροφώνται από τα κορμιά που τα φέρουν. Και το πιο ζέον μπικίνι ξεφτίζει, ξεπέφτει σε περιζώνιο υγειονομικού ενδιαφέροντος. Σαν εκείνα τα κουρέλια που φορούν περί τα αιδοία τους οι ιθαγενείς του Αμαζονίου ή της Πολυνησίας, χάνει το μέλι του.

///

Για τα λεπτεπίλεπτα ερωτικά ειωθότα μας, η γυμνότητα της πλαζ είναι τόσο βαρετή που καταντά σκανδαλώδης. Προκαλεί όσο το τυχαίο μήλο που ακόμη ξινούτσικο, δύσμορφο και αξεφλούδιστο, βρέθηκε αιφνίδια σε πιατέλα υπεργκουρμέ εστιατορίου. Ένας αληθινά πεινασμένος θα το λιμπιζόταν. Όμως οι ραδινοί λάρυγγες τριγύρω, που παριστάνουν ότι τρων, από καιρό έχουν ξεχάσει τι πάει να πει πείνα. Και το κορεσμένο στομάχι τους για να συγκινηθεί έχει ανάγκη ανυπέρθετη τη διεγερτική γαρνιτούρα.

///

Απ’ ό,τι ονομάζουμε θηλυκή ομορφιά, το μεγαλύτερο μέρος δεν είναι παρά σεξουαλική αυτοπεποίθηση. Κι αυτήν στην υψηλή της μορφή τη βρίσκουμε μόνο σε γυναίκες κατασταλαγμένες κι ωριμότερες, που ξέρουν καλά τι εντύπωση προκαλούν στ’ αρσενικά, όμως δεν επείγονται να την εκμεταλλευτούν –πράγμα που κάνει τις νεότερες να μοιάζουν κάποτε με αρπακτικά– και ούτε καν το επιθυμούν· που χαίρονται τη ματιά που τις χαΐδεύει αλλά μένουν από εκείνη ανέγγιχτες· που προβάρουν επάνω τους σαν κόσμημα πολύτιμο ένα κομπλιμέντο, και αυτοστιγμεί το ξεχνούν. Αυτή η ομορφιά είναι μια τέχνη με την έννοια του Καντ – «ωραία», πάει να πει ανεφάρμοστη. Δεν εξαργυρώνεται στο ταμείο της σάρκας ή των συναναστροφών. Υπάρχει για να υπάρχει. (περισσότερα…)

Νεκρόδειπνος 2024

*

Μέρος Α΄: ΝΥΚΤΟΣ ΕΝ ΑΜΟΛΓΩ

Γλυκιά δροσιά·
κυνηγούσα έναν άγγελο Κυρίου
πλησίαζα και ξέφευγε –παιχνίδι λες–
και κάποτε καθόμασταν στο καλντερίμι
κι ανάμεσά μας το ψωμί με τις ελιές.
Και ζέσταινε και ζέσταινε· του ζήτησα βεντάλια
μα ξαφνικά κυμάτισαν τα δυο φτερά
κι ο αέρας ανακάτεψε τα ατίθασα μαλλιά μου.

Η γη πια δεν κρυβόταν·
κάτω απ’ τον ήλιο τον δεινό άνοιξα
το στόμα κι είπα: ρίξε μια σταγόνα,
σ’ εσένα έχω κρεμάσει την πνοή μου.
Κι ακούστηκαν τα δυο φτερά του
ανάμεσα σε σύννεφα χιλιάδες
και γέμισε το δέρμα μου νερό.

Σουρούπωνε και βράδιασε και μαύρισαν τα σπίτια. (περισσότερα…)

Αλέξανδρος Μπάρας, Αρκτική πτήση

*

Ιούνιος, ώρα πέντε το απόγευμα, στο αεροδρόμιο του Χήθροου του Λονδίνου. Το μετάλλινο όρνεο απογειώνεται βρυχώμενο για το Λος Άντζελες, για τη δωδεκάωρη, χωρίς ενδιάμεσο σταθμό πτήση του. «Δια της πολικής οδού», όπως σημειώνουν τα δρομολόγια. Το τόξο του ταξιδιού θα διαγραφεί πάνω απ’ την Ιρλανδία, τις παρυφές του Β. Παγωμένου Ωκεανού, τις δαντελωτές ακτές της λευκής Γροιλανδίας, τον κομματιασμένο αρκτικό Καναδά με τις άπειρες λίμνες του, θα περάσει τα Βραχώδη Όρη και θα σημειώσει το τέρμα του υπερβόρειου αυτού άλματος στις όχθες του Ειρηνικού Ωκεανού, στη μακρυνή ηλιόλουστη Καλιφόρνια.

Το αεροπλάνο διαγράφει τον κύκλο του προσανατολισμού του και στήνει αποφασισμένο το ράμφος του προς τη χώρα της Θούλης. Ο ήλιος, που πριν δώδεκα ώρες τον είδα σήμερα το πρωί ν’ ανατέλλει στις πέντε στην Αγγλία, στέκεται ακόμα ψηλά και δεν πρόκειται να δύσει παρά στο τέρμα του ταξιδιού μας. Βέβαια, η συνήθεια μιας ολάκερης ζωής θα προσκομίσει αυτήν τη φορά τον ύπνο σ’ ώραν ακόμα ηλιόλουστη, θα πρέπει όμως να τον αποδιώξω γιατί σήμερα μου παρουσιάζεται η εξαιρετική ευκαιρία να ζήσω τη «μέγιστη» αυτή μέρα της ζωής μου ―που η διάρκειά της θα πλησιάζει τις 24 ώρες― και ν’ απολαύσω, αν οι καιρικές συνθήκες το επιτρέψουν, το θέαμα του άγνωστου ακόμα σ’ εμένα πολικού τοπίου.

Για καλή μας τύχη τα σύννεφα σκορπίζουν καθώς αφίνουμε τις αγγλικές ακτές. Ο ουρανός γαλανίζει βαθύς και ανέφελος. Περνάμε κιόλας την Ιρλανδική Θάλασσα που αστάφτει σαν υδράργυρος. Τ’ ανήσυχο όμως νησί, χωρίς σημαντικούς εδαφικούς κυματισμούς, με τ’ αλλεπάλληλα συρραμένα καφετιά και πράσινα τετράγωνα των χωραφιών του, φεύγει γρήγορα κάτ’ απ’ τα φτερά μας. Η Ιρλανδία μένει πίσω μας κι απλώνεται τώρα κάτω ο απέραντος Ατλαντικός, ευτυχώς και τούτος ανέφελος, για να μπορέσουμε ν’ αντικρύσουμε θεατούς τους βορεινούς τόπους της σιωπής και της λευκότητας όταν σε λίγο τα νερά του θα συγκερασθούν μ’ εκείνα του άλλου ωκεανού, του Αρκτικού, του ανελέητου. (περισσότερα…)

Νικολέττα!

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Θα ’τανε τέλη του Σεπτέμβρη του ’66. Νεαρός Σημαιοφόρος τότε, υπηρετούσα στον «Πάνθηρα», ένα γηραλέο αντιτορπιλικό, ένα «θηρίο», έτσι αποκαλούσαμε στο Ναυτικό αυτό τον τύπο των πλοίων, που πέρα από το όνομά τους, τίποτε άλλο δεν θύμιζε το φοβερό αγρίμι των τροπικών. Φύγαμε μεσάνυχτα από το Ναύσταθμο της Σούδας με προορισμό τη Χίο, απ’ όπου θα αρχίζαμε τις γνωστές μας περιπολίες στο ανατολικό Αιγαίο. Αφήναμε πίσω μας μια θλιμμένη φθινοπωρινή στεριά κι είμαστε όλοι μας χαρούμενοι που επιστρέφαμε στη δική μας θαλασσινή άνοιξη. Ξημερώματα είχα βάρδια Αξιωματικού Φυλακής στη γέφυρα. Δέχτηκα με αγαλλίαση τις πρώτες μυρωδιές του πελάγου κι αθέλητα μοιράστηκα το σκίρτημα του «γέρο-Πάνθηρα» καθώς τινάχτηκε να προφτάσει ένα άταχτο, παιχνιδιάρη κυματαφρό. Στο ξεκίνημα της περιπολίας μας αυτής, βρεθήκαμε να υπηρετούμε στο Αντιτορπιλικό έντεκα αξιωματικοί. Απ’ αυτούς μόνο οι πέντε ήμασταν παλιοί υπηρέτες του, οι υπόλοιποι έκαναν το πρώτο τους ταξίδι μαζί μας.

Ήτανε όμορφη η συντροφιά μας των πέντε παλιών συμπολεμιστών… όμορφη, ξεχωριστή και αξέχαστη. Αρχηγός όλων ο κυβερνήτης μας. Ένας σαραντάρης πλωτάρχης, παντρεμένος και εσαεί ερωτευμένος με τη γυναίκα του. Η μοναχοκόρη του ήτανε λέει δασκαλεμένη από τα γεννοφάσκια της στη φύλαξη του θησαυρού της Αφροδίτης. Για ομοειδείς θησαυρούς που ο ίδιος είχε κλέψει άφηνε πάντα τους ακροατές του να δημιουργούν εικασίες. Ο κυβερνήτης μας, ήταν μέτριος στο ανάστημα, με καλοφτιαγμένο πρόσωπο και με πολλές, συμμετρικά πλεγμένες γύρω από τα μάτια του ρυτίδες, αποτέλεσμα της πολύχρονης προσπάθειας όλων των καλών ναυτικών να ξεδιαλύνουν τα θαλασσινά σκοτάδια. Του άρεσε ιδιαίτερα να διηγείται εντυπωσιακές ιστορίες στις οποίες ο ίδιος μπορούσε να ήταν ένα είδος Γουλιέλμου Τέλλου ή Γαριβάλδη ή Ροβινσώνα και ενίοτε… Καζανόβα. Ξέρετε, η θάλασσα δημιουργεί στους αμύητους την εικόνα ενός περιβάλλοντος μυστηρίου, με δυσνόητους θρύλους και με γοργόνες και νεροφίδες, αλλά και με ερημονήσια με μισόγυμνες, εξωτικές καλλονές που βέβαια ο ναυτικός δεν συναντά ποτέ στα ταξίδια του. Ακριβώς σ’ αυτό τον κόσμο του μυστηρίου και της φαντασίας μάς ταξίδευε ο κυβερνήτης κι εμείς, καλοί ακροατές, ακούγαμε και μαθαίναμε. Αύριο ο λόγος θα δινόταν σε μας!

Ο ύπαρχος, δεύτερο καπετάνιο τον αποκαλούν στο Εμπορικό Ναυτικό, ήταν ο πνευματικός του πλοίου. Είχαμε τη βεβαιότητα πως ήταν ανέραστος πλην αιωνίως ερωτευμένος με μια γυναίκα που δεν είχε συναντήσει ακόμη. Ήταν τριάντα τεσσάρων ετών και μελετούσε με ενδιαφέρον τους Έλληνες Κλασσικούς, τη Λαογραφία και την Κινέζικη Φιλοσοφία. Τον μάγευε όλων των ειδών η καλή μουσική, αλλά όταν επιχειρούσε να λάβει μέρος σε κοινή, χορωδιακή μας ερμηνεία, ακούγονταν ήχοι που θύμιζαν το καθ’ όλα συμπαθέστατο τετράποδο του Βάρναλη στην προσπάθειά του να μιμηθεί το χλιμίντρισμα ευρισκόμενης σε οίστρο φοράδας. (περισσότερα…)

Παιχνίδια με τους κανόνες

Ζαν Ρενουάρ, Ο κανόνας του παιχνιδιού, 1939

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ο τόπος: Η Γαλλία, φυσικά, παρισινό μέγαρο και προγονικός πύργος στην εξοχή, με απέραντη έκταση γύρω του για κυνήγι, τη στιγμή που το κυνήγι παίζει δραματουργικά και συμβολικά κομβικό ρόλο μέσα στην ταινία: είναι η προϋπόθεση και ο χώρος μιας ταξικής τελετουργίας που δίνει αφορμή στον σκηνοθέτη να δει μέσα από μια ειδική δραστηριότητα τους ήρωές του σε σχέση με την κοινωνική τους θέση. Εκεί τα θηράματα είναι προορισμένα για τυπικά γαλλικά πιάτα‒ τα κουνέλια, αλλά και οι φασιανοί. Τα πρώτα δεν έχουν μιαν απλή εδώδιμη και τερψιλαρύγγια χρήση. Προκαλούν καταστροφές στις καλλιέργειες: η αριστοκρατία είναι ακόμη δεμένη με τα προϊόντα της γης. Ως εκ τούτου πέφτουν θύματα μιας μαζικής «γενοκτονίας» από τους κυνηγούς, που, ανυποψίαστα ή όχι, μάς προκαταλαμβάνει για άλλες γενοκτονίες που θα συμβούν οσονούπω σε ευρωπαϊκό έδαφος. Το κυνήγι γίνεται κι αυτό με ένα τυπικά γαλλικό τυπικό, αν μας επιτρέπεται η έκφραση. Οι ραβδιστές με τις φόρμες τους, οι υπηρέτες σε επικουρικό ρόλο, ο υπόγειος ανταγωνισμός για τις σκοπευτικές ικανότητες, ανέκδοτα για κυνηγούς, αψιμαχίες για το ποιου είναι τελικά το σκοτωμένο θήραμα, η σύγχυση του κυνηγιού με την ερωτική αναζήτηση και το φλερτ. Ευρύχωροι και ψηλοτάβανοι χώροι που παρουσιάζουν τους ήρωες σχεδόν σαν χημικές ουσίες σε δοκιμαστικούς σωλήνες, διάπλατοι, φωτεινοί διάδρομοι (η φωτοσκίαση δεν ταιριάζει στον Ρενουάρ), διάδρομοι με πολλές πόρτες εκατέρωθεν που επιτρέπουν στους ήρωες να μπουν, να βγουν, να κυκλοφορήσουν, ακόμη και να τρέξουν, να κυνηγήσουν ο ένας τον άλλον και, βέβαια, να κρυφτούν. Όλα αυτά επιτρέπουν, επίσης, την αριστοτεχνικά σκηνοθετημένη τελετουργία της «καληνύχτας».

Αυτός ο πύργος στην εξοχή, με τις κουζίνες του, όπου σοβεί το θυμικό του κατώτερου υπηρετικού προσωπικού, με τα ξεχωριστά διαμερίσματα των συζύγων, που επισκέπτονται κατά το δοκούν και όποτε τους κάνει κέφι τα διαμερίσματα του άλλου ημίσεος του γάμου τους, δεν είναι μόνο ένας κοινωνικός δείκτης. Είναι μια πραγματολογική προϋπόθεση δραματουργικής αναγκαιότητας: μόνο η αριστοκρατική κατοικία του μαρκησίου Σαινιέ μπορεί να «συμπεριλάβει» κατά τον εν λόγω τόπο και χρόνο όλα αυτά τα ποικιλώνυμης προέλευσης πρόσωπα: από τον ίδιο τον μαρκήσιο μέχρι τον περιθωριακό λαθροθήρα Μαρσώ, με ενδιάμεσους τον αεροπόρο ήρωα, τον στρατηγό, την έμπιστη υπηρέτρια, τους οικονόμους του πύργου κ.ά. Η αριστοκρατική τάξη δείχνει έτσι, χρόνια πολλά μετά το 1789, το σθένος της να ενώνει ακόμη τον εθνικό ιστό, τη δύναμή της να του προσφέρει έναν κοινό τόπο δράσης και αναφοράς, και, αν κρίνουμε από την υπόθεση της ταινίας, το κάνει αποτελεσματικά. Αλλά είναι και μια προϋπόθεση σκηνοθετικής αναγκαιότητας: δίνει ευχέρεια για τράβελινγκ ανάμεσα στους τοίχους του σκηνικού, προσφέρει το βάθος πεδίου και, έτσι, δίνει ευκαιρία για παράλληλες δράσεις μέσα στο ίδιο, ευρύχωρο, κάδρο, κάτι που προσδίδει στην αφήγηση μια ροϊκότητα, μια ευλυγισία, που ενισχύεται από τις αλλεπάλληλες ατάκες, κάποτε άσχετες μεταξύ τους, και προκαλεί στο βλέμμα του θεατή μια δημιουργική σύγχυση, εκείνη τη σύγχυση της ανεξέλεγκτης ταυτοχρονίας που έχει η ίδια η κινητική τύρβη της ζωής. (περισσότερα…)

Ὁ Ἄρθουρ Κόναν Ντόυλ καί ἡ χαρά τοῦ πατέρα μου

*

τῆς ΝΑΤΑΣΑΣ Γ. ΚΕΣΜΕΤΗ

Πρόκειται γιά μιά σπασμένη ἀλλά ἀντιπροσωπευτική σειρά μικρόσχημων τόμων. Στόν ἕνα ἔχει ἐπικολλήσει στό ἐξώφυλλο τό προφίλ τοῦ ἥρωα. Ξεχωριστά ὁ τόμος τοῦ The Lost World καί ἄλλων μυθιστορημάτων τοῦ A. Conan Doyle. Ἐκδοτικός οἶκος: Bernanhard Tauchnitz Edition. Ἀνάμεσα στά 1891-1929 ὁ Γερμανός B. T. ἐξέδωσε στη Λειψία 10 τόμους μέ διηγήσεις: The Adventures of Sherlock Holmes, by A. Conan Doyle.

Ἦταν θερμός ἀγγλόφιλος καί τό διατυμπάνιζε. Τό ἴδιο καί οἱ περισσότεροι φίλοι του πού σχετίζονταν μέ την ἀγγλική πρεσβεία. Σ’ἕνα πάρτυ τους τά ἔξωμα, ἄλλοτε μέ ντεκολτέ στολισμένα ὁλόγυρα ὀργαντινένια τριαντάφυλλα ἄλλοτε μέ τόν ἕνα ὦμο ἐλεύθερο καί τήν πλάτη ὁλόγυμνη, ἔκαναν τίς νεαρές Ἀγγλίδες τοῦ 1950 νά φαντάζουν ἐξωπραγματικές μέσα στά μουαρέ καί τά κολλητά σατέν. Ἐκεῖνος περιφερόταν ἀνάμεσά τους καπνίζοντας τήν πιό ἀκριβή ἀπό τίς πολλές πίπες του: ἀπό κερασιά με κεχριμπαρένιο ἐπιστόμιο· στό πλάι τοῦ ἀθέατου λατρεμένου ἥρωά του, μίμος ἴσως καί τοῦ γιατροῦ Οὐῶτσον, γνήσιος Βικτωριανός…

Οἱ τίτλοι μυστηριώδεις, προκλητικοί, κάποτε μαγευτικοί: The sign of Four, Mica Clarke, The Captain of the Polestar and Other Tales, The White Company, A Study in Scarlet

Τούς ἔμενε πιστός μέ μιά ἰδιότυπη γενναιότητα, ἀκόμα κι ὅταν τό οἰκεῖο περιβᾶλλον του τόν λοιδωροῦσε. Ἀπαντοῦσε μ’ ἕνα στωϊκό και ἐλαφρότατα εἰρωνικό χαμόγελο: Δέν περνᾶνε αὐτά στόν εἰσαγγελέα!..

Ὑπογράφει G.K. σέ κάθε τόμο. Μεταφράζει στά περιθώρια μέ χρωματιστά ξυλομόλυβα: Οἱ περιπέτειες τοῦ γαλάζιου ρουμπινιοῦ. Διάδημα ἀπό βήρυλλο. Ἡ ἐξαφάνιση τῆς νύμφης. Στίς χάλκινες ὀξιές…

Δικαίωση πού θά ἔβρισκε! Τήν πλήρη, τήν ἀπόλυτη δικαίωση. Ἑβδομήντα χρόνια καί βάλε μετά, διαβάζω: Ὁ Σέρλοκ Χόλμς στό Γυμνάσιο; Στοιχειῶδες…*

Χαρά πού θά ἔκανε!  Θά γελοῦσε μέ κεῖνο τό ἀνοιχτόκαρδο, ἐνθουσιῶδες, ἀξέχαστο, ἐφηβικό του γέλιο. Ξεκαρδισμένος… Μπορεῖ ἀπό τή χαρά του νά ἀναζητοῦσε τήν πίπα μέ τό κεχριμπαρένιο ἐπιστόμιο, τήν ἀχώριστή του κάσκα γιά τά θερινά καύματα… Νά ἔβγαζε ἀπό τό ὑπόγειο ἀκόμα καί τά κιθαρόνια του. Ἄς πᾶνε χρόνια πού σκεβρώσανε.

27 Ἰουλίου, Τοῦ Ἁγίου Φανουρίου
* Δηλώσεις Κυριάκου Πιερρακάκη, ὑπουργοῦ Παιδείας, Καθημερινή, Κυριακή 14 Ἰουλίου 2024.

*

*

*