Κεκρυμμένα από καταστολής

*

ΚΛΑΣΣΙΚΑ ΑΠΟΣΙΩΠΗΜΕΝΑ

γράφει ο Ηρακλής Δ. Λογοθέτης

                         .

Ο 18ος αιώνας απέρχεται μαζί με τα ελευθεριάζοντα ήθη της φθίνουσας αριστοκρατίας, τον ψίθυρο των πειρακτικών πνευμάτων και τη διαδήλωση της σεξουαλικής ανεξιθρησκείας. Με την έξωση των εμπύρετων σωμάτων από το πανθεϊστικό τους βάθρο, η ένσαρκη επιθυμία εκπίπτει από την έδρασή της στη φυσιολογία και μεταβάλλεται σε αντικείμενο της κλινικής παθολογίας. Τα χρόνια πάθη καταχωρίζονται ως βίτσια, οι ενστικτώδεις ροπές περιγράφονται ως ζωώδεις και οι ασύνετες παρορμήσεις αντιμετωπίζονται με την αυστηρότητα που αναλογεί σε σοβαρά λογιστικά λάθη. Οι αιφνίδιοι πόθοι αντιμετωπίζονται ως φυσικές καταστροφές, πλημμύρες ή κατολισθήσεις — και συνεπώς τα σήματα της ενδοτικότητας στο κάλεσμα της απόλαυσης καταγγέλλονται ως ολισθήματα στο βούρκο. Παράλληλα με τη γωνία θεάσεως αλλάζει και η θωριά των φύλων και μάλιστα κατ’ αντίστροφη φορά: οι άνδρες αποκαλύπτονται απ’ τον λαιμό και πάνω παραιτούμενοι από τις πομάδες και τις περούκες ενώ οι γυναίκες καλύπτονται επιμελώς απ’ τον λαιμό και κάτω. Τα χαίνοντα ντεκολτέ κλείνουν ασφυκτικά, τα στήθη καθίστανται απρόσβλητα πίσω από τη δέσμη ανορθωτικών επιθεμάτων, τα  πλέγματα των κωδωνόσχημων φορεμάτων ενισχύονται αποφασιστικά, δίκην οχυρωματικών αναχωμάτων έναντι της εφόδου απρεπών χειρονομιών. Τα εγκώμια του κάλλους, περιορισμένα στον κορσέ των κοσμικών φιλοφρονήσεων, είναι κουμπωμένα. Απευθύνονται στα μάτια αποζητώντας τα χείλη, επαινούν το περίγραμμα για να ψαύσουν το σώμα και αποτιμούν την ευλυγισία των μελών του από τις πτυχώσεις του ενδύματος. Η σύμφωνη με την ετικέτα θέση των προσκεκλημένων στο τραπέζι προδιαγράφει και τα ανελαστικά κοινωνικά όρια εντός των οποίων επιτρέπονται οι λεκτικές προσεγγίσεις. Το ύφος των δημοσίων προσαγορεύσεων επιβάλλει το πνεύμα του και στο κλίμα της ιδιωτικής συνομιλίας, ορίζει την εμβέλεια των ερωτικών υπονοούμενων και υπαγορεύει το επίπεδο ανοχής απέναντι σε έστω και μετωνυμικές αναφορές εύθικτων σωματικών περιοχών.

Υπό το κράτος της ιδίας συμβολαιογραφικής τάξεως, το πάντοτε κινδυνώδες παιχνίδι των υποψήφιων εραστών περιχαρακώνεται στην ενδιάμεση ζώνη μεταξύ ευσχήμως προβαλλόμενων απαιτήσεων και επιφυλακτικής αποτροπής θερμών επεισοδίων. Οι ερωτοτροπίες, ακόμα και στα επιστολικά τους προγεφυρώματα, μετέρχονται διπλωματικό λεξιλόγιο και προσεκτικά διατυπωμένες αμφισημίες ώστε, ανάλογα με το σήμα της άλλης πλευράς, να παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω ανιχνευτικής προελάσεως αλλά και η δυνατότητα αβλαβούς υποχωρήσεως. Το απροϋπόθετο φλερτ, αν και ουδέποτε ανέφελο, σκιάζεται τώρα από τη βάναυση επιδίωξη της θεσμικής του συνέχειας και τα εμπλεκόμενα μέρη παίρνουν τη στάση μονομαχίας με άσφαιρα πυρά αφού η σεξουαλική γόμωση κατακρατείται για την προσδοκώμενη γαμήλια νύχτα, η οποία θα προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα της προγενέστερης συγκατακλίσεως λογιστικού ελέγχου και συναλλακτικής πίστεως των ενδιαφερομένων μερών. Οι χοροί δεσπόζονται πλέον από κανονισμούς ασφαλείας και τα βήματα των χορευτών ποδηγετούνται κατά τρόπο που να αποκλείει οποιαδήποτε αυτοσχεδιαστική παρόρμηση θα ενίσχυε την αυθορμησία των διαθέσεων. Παλαιότερα δεν ήταν ασύνηθες ο καβαλιέρος παρασύροντας την ντάμα του σε κάποια απόμερη γωνιά του κήπου, να περνά από τη ρητορική διακοίνωση των αισθημάτων του στις πλέον εύγλωττες χειροπρακτικές τους εκδηλώσεις — της εξετάσεως σφαιρικών θελγήτρων και θερμών κοιλοτήτων μη εξαιρουμένων, εάν το έδαφος ήταν πρόσφορο. Τώρα η συναίνεση σε παρόμοιες προκεχωρημένες αβρότητες θεωρείται επιεικώς απερίσκεπτη και, αν λείπουν οι απαραίτητες οικονομικές προϋποθέσεις, κατάφωρα ανεπίτρεπτη. Έτσι, όταν σε κάποια κοσμική συγκέντρωση μια δεσποινίς ζητά την άδεια της μητέρας της να χορέψει μ’ έναν νεαρό κύριο, η απάντηση που παίρνει είναι αποστομωτική: Ντροπή σου! Δεν έχεις ακούσει ότι αυτός ο λιμοκοντόρος διαθέτει ελάχιστο εισόδημα και αβέβαιο μέλλον; Ούτε να το σκέφτεσαι λοιπόν! (περισσότερα…)

Ο Κοτζιούλας καλόγερος στ’ Αγιονόρος;

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Ο Ηπειρώτης ποιητής, μεταφραστής και πεζογράφος Γιώργος Κοτζιούλας από την άνοιξη μέχρι και τις αρχές του φθινοπώρου του 1939 μετέφραζε σε συνέχειες μια βιογραφία του Μπέρναρ Σω από τον Φρανκ Χάρρις, στο περιοδικό Νεοελληνικά Γράμματα του Δημήτρη Φωτιάδη. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς κι ενώ η μεταφραστική συνεργασία του με το περιοδικό συνεχιζόταν απρόσκοπτα, η Διεύθυνση του περιοδικού λαμβάνει ένα περίεργο γράμμα από έναν στενό φίλο του ποιητή, το οποίο και συνοδεύει με ένα σύντομο εισαγωγικό κείμενο. Κείμενο, που φανερώνει με τον πλέον έκδηλο τρόπο το ξάφνιασμα και την αμηχανία του ίδιου του διευθυντή του περιοδικού για τα όσα αναφέρει ο εξίσου ξαφνιασμένος κι έκπληκτος επιστολογράφος φίλος του Κοτζιούλα. Παραθέτω ευθύς αμέσως την επιστολογραφία, όπως δημοσιεύτηκε στο φύλλο υπ. αριθ. 148 (Σάββατο 30/9/1939).

(Δημοσιεύουμε παρακάτω, με κάθε επιφύλαξη, ένα γράμμα που πήραμε από τον κ. Αντ. Φιλ. Κατσουρό, που είναι καθηγητής στο Βαθύ της Σάμου.

Ο εκλεχτός συνεργάτης μας κ. Γ. Κοτζιούλας, που το περιοδικό μας τώρα δημοσιεύει τη μετάφρασή του της εξαιρετικής βιογραφίας του Μπέρναρ Σω από τον Φρανκ Χάρρις, αναχώρησε πριν δυο μήνες περίπου για ένα ταξίδι στα νησιά, καθώς μας είχε πει, κι’ αφού πριν μας παράδωσε όλα τα χειρόγραφα της παραπάνω μετάφρασής του. Στο αναμεταξύ πληροφορηθήκαμε πώς πήγε στο Άγιον Όρος. Η μόνη πληροφορία που έχουμε πως έγινε καλόγερος εκεί, είναι αυτή που μας έρχεται με το παρακάτω γράμμα.

(περισσότερα…)

Οι ΗΠΑ δείχνουν τον δρόμο του μέλλοντός μας

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Πού οδεύει η ιστορική εποχή της μετανεωτερικότητας και της μαζικής δημοκρατίας, στον αστερισμό της οποίας βρισκόταν όλος ο πλανήτης κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ού αιώνα; Έχω την γνώμη ότι αργά αλλά σταθερά οδεύει προς το τέλος της έχοντας στο μεταξύ χαράξει βαθιά κοινωνίες και άτομα, νοοτροπίες και αντιλήψεις ζωής, τέχνη και πολιτισμό, φιλοσοφία και επιστήμη, και κάθε άλλη στιγμή του κοινωνικού γίγνεσθαι με τις αξίες της και τις απαξίες της.

Μαζί της παρασύρονται και τα κοσμοθεωρητικά και κοινωνικοπολιτικά ρεύματα –συντηρητισμός, φιλελευθερισμός, σοσιαλισμός– τα οποία μπορεί να γεννήθηκαν και κυριάρχησαν την εποχή της νεωτερικότητας αλλά παρέμειναν, παρότι υπολειμματικά και φθίνοντα, στο επίκεντρο της μετανεωτερικής εποχής. Φυσικά, μαζί τους παρασύρονται και όλες οι γνωστές εκφάνσεις τους, καλυμμένες πίσω από το πρόθεμα νέο- (π.χ. νεοσυντηρητικοί, νεοεργατικοί κτλ.) ή το πρόθεμα μετά- (π.χ. μεταδημοκρατία).

Σε τελική ανάλυση, είναι οι ΗΠΑ που δείχνουν το δρόμο προς τις μελλοντικές κοινωνικές εξελίξεις στις χώρες της Δύσης και, έστω με κάποια υβριδική μορφή, στις υπόλοιπες χώρες του πλανήτη. Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με τα πρώτα αλλά σαφή δείγματα του «νέου κόσμου» που ξεδιπλώνεται μπροστά μας. Η εκλογή Τραμπ δίνει, κατά την άποψή μου, σαφείς απαντήσεις στο ερώτημα που έχει τεθεί στην αρχή αυτού του άρθρου. Δεν αποτελεί σπουδαία ανακάλυψη ότι οι ΗΠΑ αποτελούν τον προπομπό των εξελίξεων στον Δυτικό κόσμο, δεδομένης της ηγετικής θέσης που κατέχουν. Αλλά ακόμη περισσότερο, επειδή δεν ηγούνται μόνο, αλλά ηγεμονεύουν με την γκραμσιανή έννοια του όρου! Με απλά λόγια, τα πολιτιστικά, καλλιτεχνικά και κοινωνικά ρεύματα φθάνουν πια στον υπόλοιπο κόσμο από τις ΗΠΑ. Εκεί γεννιούνται, μεγαλώνουν και στη συνέχεια εξαπλώνονται, αρχικά στην Ευρώπη και στη συνέχεια στον υπόλοιπο κόσμο. (περισσότερα…)

Πρώτα σχόλια για τις αμερικανικές εκλογές

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

1) Πρώτο και σημαντικότερο. Οι ΗΠΑ δεν είναι ο κόσμος και δεν είναι η Ελλάδα. Δεν υπάρχουν ‘μαθήματα’ για οποιονδήποτε άλλο εκτός των Αμερικάνων ψηφοφόρων. Η επιλογή είναι δική τους. Αυτό που υπάρχει είναι κάποιες μακρο-τάσεις που ενδεχομένως θα μας απασχολήσουν ως μικρή περιφερειακή χώρα στο μέλλον.

2) Πληθωρισμός: Η υπόσχεση του νεοφιλελεύθερου consensus μετά το 1990 ήταν ότι δεν θα έχουμε κοινωνικό κράτος, εργασιακά δικαιώματα κ.λπ. αλλά τουλάχιστον χάρη στην παγκοσμιοποίηση θα είχαμε φθηνά καταναλωτικά προϊόντα. Όταν στην δυτική οικονομία του 2024, με όλες τις ανασφάλειες και ανισότητές της, προσθέτεις και τις υψηλές τιμές, ουσιαστικά όλο το σύστημα καταρρέει.

3) Παρατηρώ μια ενδιαφέρουσα αναστροφή μεταξύ του τι είναι ‘αριστερά’ και τι ‘δεξιά’ στην νέα εποχή. Λαμβάνοντας υπόψη και την νίκη της Κέμυ Μπάντενοχ στην ηγεσία των Συντηρητικών της Βρετανίας, και τα ποσοστά του Τραμπ μεταξύ των μειονοτήτων, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι σε μερικά χρόνια από τώρα ότι η ‘λευκότητα’ και η ‘πολυπολιτισμικότητα’ θα στοιχίζονται αυτονόητα πίσω από ό,τι θεωρούμε ‘συντήρηση’ και ‘πρόοδο’. Αυτό ισχύει κυρίως για τις μεγάλες δυτικές χώρες και συσχετίζεται με το επίπεδο εκπαίδευσης. (περισσότερα…)

Το τέλος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Από τις αρχές του 21ου αιώνα, όλα τα κράτη της Δύσεως και κατ’ εξοχήν οι ΗΠΑ περιήλθαν υπό την κυριαρχία μιας αλαζονικής ολιγαρχίας, με τους πολιτικούς να γίνονται, ο ένας μετά τον άλλο, υποτελείς της και τους λαούς απλώς να αγωνιούν για τον επιούσιο, να πληρώνουν φόρους και να τρέμουν το αύριο.

«Από τότε που το κράτος έπεσε στην εξουσία και την κυριαρχία λίγων ισχυρών ανδρών, οι βασιλιάδες και οι κυβερνήσεις έγιναν υποτελείς και οι λαοί και τα έθνη απλώς πληρώνουν φόρους. Όλοι οι υπόλοιποι, όσο δραστήριοι και άξιοι και αν είναι, είτε ευγενείς είτε πληβείοι, συγκροτούμε έναν όχλο χωρίς επιρροή, χωρίς βάρος, υποταγμένοι σε αυτούς στους οποίους, σε ένα ελεύθερο κράτος, θα ήμασταν αντικείμενο φόβου»

Αυτό το απόσπασμα δεν προέρχεται από μια πρόσφατη ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ ή της Μαρίν Λεπέν, αλλά από τον Ρωμαίο συγγραφέα Σαλλούστιο (Η συνωμοσία του Κατιλίνα, 20). Μπορεί η δεξιά να έχει εμμονή με τους παραλληλισμούς μεταξύ της τρέχουσας μεταναστευτικής κρίσης και της μετανάστευσης των λαών τον 5ο αιώνα μ.Χ., όμως η εποχή μας δεν θυμίζει τόσο την ύστερη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όσο την παρακμάζουσα Ρωμαϊκή Δημοκρατία του 1ου αιώνα π.Χ., που έζησε ο Σαλλούστιος όταν η Ρώμη βυθιζόταν στην διαφθορά, την  εξαθλίωση, την ανεργία, την μαζική μετανάστευση, την διάλυση της οικογένειας, απώλεια ταυτότητας, την δημογραφική παρακμή, την παγκοσμιοποίηση (μεσογειακή τότε), την υποχώρηση της προγονικής θρησκείας και την έλευση ανατολίτικων λατρειών, για να μην αναφέρουμε τον φιλοσοφικό ηδονισμό, την χρηματοοικονομική κερδοσκοπία, τις ελίτ που απομονώνονταν από την πραγματικότητα, την απολιτική στάση από την πλευρά των μαζών, την βιοτική ανασφάλεια, τους ασύμμετρους πολέμους, την κουλτούρα του «άρτος και θεάματα». (περισσότερα…)

Με «δημοκρατικό» τρόπο: Η ρητορική του μικρότερου κακού

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

1.

Στο περιβάλλον της γερασμένης μετανεωτερικότητας, όπου η ιδεολογία ζει και βασιλεύει και τους ανθρώπους κυριεύει, παρά τα όσα αντίθετα λέγονται , η πολιτική ως κυβερνητικό φαινόμενο, δηλαδή ως άσκηση της εξουσίας και «διαχείριση» της κυριαρχίας από το πολιτικό προσωπικό των ελίτ, αδυνατεί να προκαλέσει την γνήσια εκδίπλωση συγκρουσιακών καταστάσεων που αποτελούν τον πυρήνα της Δημοκρατίας. Αυτό προφανώς οφείλεται στην απουσία εχθρού, πράγμα που εκφράζεται στην πλήρη κατανίκηση της πάλαι ποτέ οργανωμένης γνήσιας λαϊκής υποκειμενικότητας,

Το πολιτικό προσωπικό των ελίτ που ηγείται σήμερα στις χώρες του Δυτικού κόσμου όπου ανήκουμε και πρωτίστως μας ενδιαφέρει, μετριέται στην ικανότητα να «αλλάζει γήπεδο», να φαντάζεται και να εφευρίσκει νέες ευκαιρίες για «σύγκρουση», μέσω όμως των οποίων επιτυγχάνεται πάντοτε η «συναίνεση» που το εξυπηρετεί στα προκαθορισμένα επιθυμητά σημεία εντός του δεδομένου πλαισίου εξασφάλισης της κυριαρχίας του. Οι περίτεχνοι εκλογικοί νόμοι –πάντοτε σε πλειοψηφική κατεύθυνση– που συνεχώς εφευρίσκονται στο όνομα του αποστειρωμένου όρου της «κυβερνησιμότητας», σπρώχνει τον ψηφοφόρο να προβεί σε «χρήσιμες» επιλογές. Προφανώς αυτές οι «χρήσιμες επιλογές» συγκλίνουν προς το κέντρο, η κατάκτηση του οποίου στις χώρες της Δύσης αποτελεί το πραγματικό εκλογικό διακύβευμα. Άλλωστε αυτό εκφράζεται και από την εγκαθίδρυση στο κέντρο του συστήματος δύο πόλων: κεντροδεξιά – κεντροαριστερά στη θέση των τριών πόλων: δεξιά, κέντρο, αριστερά του πρόσφατου παρελθόντος[1].

Η πολιτική στο αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό φιλελεύθερο δημοκρατικό καθεστώς θεμελιώνεται στην ουσιαστική αδιαφορία της πλειονότητας των ενδιαφερομένων, χωρίς την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα άσκησης πολιτικής. Η φθίνουσα συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες στην Ευρώπη με την πάροδο του χρόνου αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα. Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δομικό στοιχείο της πολιτικής σε αυτό το καθεστώς είναι κατ’ αρχάς η τέχνη να εμποδίζονται οι άνθρωποι από το να αναμειγνύονται σε ό,τι τους αφορά. (περισσότερα…)

Ἐμίλ Σιοράν, Οἱ κίνδυνοι τῆς σοφίας

*

Ἐπιμέλεια στήλης-Μετάφραση
ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

Ὁ Ἐμίλ Σιοράν (ρουμανιστί Τσοράν) γεννήθηκε στίς 8 Ἀπριλίου τοῦ 1911 στό Ρασινάρι της Ρουμανίας. Ριζοχώρι των Καρπαθίων. Θά ἀναπολεῖ πάντοτε τίς παλιές καλές ἡμέρες πού ἔζησε ἐκεῖ. Ὁ πατέρας του, ὁ Ἐμιλιάν, ὀρθόδοξος ἱερέας. Ἡ μητέρα του, ἡ Ἐλβίρα, ἔκλινε πρός τήν ἀθεΐα. Τό 1922, ἕντεκα χρονῶν φοιτᾶ στό γερμανόφωνο Λύκειο τοῦ Σιμπίου, παρακείμενης πόλης. Περιφέρεται ἀσκόπως στά στενά σοκάκια. Πρῶτες κρίσεις ἀυπνίας. Πιθανῶς ἐκεῖ, στίς ροῦγες, «ἅρπαξε γιά πρώτη φορά τήν κακιά ἀρρώστια, τόν ἰό τῆς ἀλήθειας»… (Ἡ συνέχεια τοῦ εἰσαγωγικοῦ σημειώματος τῆς σειρᾶς, ἐδῶ).

 

Δέν θά μπορούσαμε, ἄν λογαριάσουμε τό βαθύτερο νόημα πού ἐμπεριέχουν οἱ φανερώσεις γιά μιά φυσιολογική συνείδηση, νά προσυπογράψουμε τή βεδαντική ρήση ὅτι «ἡ μή-διάκριση εἶναι ἡ φυσική κατάσταση τῆς ψυχῆς». Μέ τόν ὅρο «φυσική κατάσταση» ἐννοεῖται ἐδῶ μιά κατάσταση ἐγρήγορσης, ἡ ὁποία σέ καμιά περίπτωση ὅμως δέν εἶναι φυσική. Ὁ ζωντανός ἄνθρωπος ἀντιλαμβάνεται τήν ὕπαρξη παντοῦ ὁλόγυρα. Εὐθύς μόλις ἀφυπνισθεῖ, μόλις πάψει νά εἶναι φύση, πιάνει νά ἀνακαλύψει τό ψευδές στό φαινομενικό, τό φαινομενικό στό πραγματικό, καταλήγοντας νά ὑποπτεύεται ἀκόμα καί τήν ἴδια τήν ἰδέα τῆς πραγματικότητας. Ὅλες οἱ διακρίσεις ἐξαλείφονται, καί μαζί μέ αὐτές χάνεται ἡ ἔνταση καί τό δρᾶμα. Ἐξ ἀπόπτου ἰδωμένο, τό βασίλειο τῆς διαφορετικότητας καί τῆς πολυμορφίας χάνεται∙ σ’ ἕνα ὁρισμένο ἐπίπεδο τῆς γνώσης μονάχα τό μή-εἶναι διασώζεται ἀκόμα.

Ζοῦμε ἐρήμην τῆς γνώσεως. Ὅταν τελοῦμε ἐν γνώσει, δέν ἔχουμε καλή ἐφαρμογή μέ τίποτα γύρω μας. Ὅσο ἔχουμε ἄγρια μεσάνυχτα, οἱ φανερώσεις ἀκμάζουν καί ἀποπνέουν μιά αἴσθηση ἀτρωσίας, πού μᾶς ἐπιτρέπει νά τίς ἀγαπᾶμε καί νά τίς μισοῦμε, νά ἐρχόμαστε σέ ἐπαφή μαζί τους. Μποροῦμε ὅμως νά τά βάλουμε μέ τά φαντάσματα; Διότι σέ φαντάσματα αὐτές μεταπίπτουν, ὅταν διαλυθεῖ ἡ πλάνη ὅτι θά μποροῦσαν τάχατες νά ἀνέλθουν στήν τάξη τῶν οὐσιῶν. Ἡ γνώση, ἀλλιῶς ἡ ἀφύπνιση, δημιουργεῖ ἀνάμεσα σέ μᾶς καί σέ ἐκεῖνες τίς φανερώσεις ἕνα χάσμα πού, δυστυχῶς, δέν ἐξελίσσεται σέ σύγκρουση∙ ἄν ἐρχόμασταν σέ σύγκρουση, ὅλα θά ἔβαιναν καλύτερα∙ αὐτό ὅμως πού συμβαίνει εἶναι ἡ σίγαση ὅλων τῶν συγκρούσεων, ἡ ὀλέθρια κατάργηση τοῦ τραγικοῦ. Ὅλως ἀντιθέτως πρός τήν ἀποφθεγματική φράση της Βεδάντα, ἡ ψυχή δείχνει μιά ἔμφυτη ἔφεση πρός τήν πολλαπλότητα καί τή διαφοροποίηση: θάλλει ἐν μέσῳ εἰδώλων καί ὁμοιωμάτων, ἐνῶ πέφτει σέ μαρασμό ὅταν τά ξεσκεπάζει καί ξεκόβει ἀπό αὐτά. Ἀφυπνισμένη, στερεῖται τίς δυνάμεις της, δέν μπορεῖ νά ἀπελευθερώσει κανενός εἴδους δημιουργικότητα ἤ, ἔστω, νά συμβάλει σέ μιά παραγωγική προσπάθεια. Γιά ἕναν συγγραφέα τό κυνήγι τῆς χειραφέτησης, γιά τήν ὁποία δεχόμαστε ὅτι βρίσκεται στόν ἀντίποδα τῆς ἔμπνευσης, ἰσοδυναμεῖ μέ παραίτηση, ἄν ὄχι μέ αὐτοχειρία. Ἄν ἔχει βλέψεις στήν παραγωγή ἑνός ἔργου, ἄς ἀκολουθήσει τίς κακές καί τίς καλές ἕξεις του∙ ὁπωσδήποτε τίς κακές – χειραφετούμενος ἀπό αὐτές, οὐσιαστικά ἀποξενώνεται ἀπό τόν ἑαυτό του: οἱ κακοδαιμονίες του εἶναι οἱ εὐκαιρίες του. Ἕνας σίγουρος τρόπος γιά νά πᾶνε στράφι τά χαρίσματά του εἶναι νά ἵσταται ὑπεράνω ὅλων τῶν καταστάσεων, νά ὑπερακοντίζει τήν ἐπιτυχία καί τήν ἀποτυχία, τήν εὐχαρίστηση καί τόν πόνο, τή ζωή καί τόν θάνατο. Ἄν ἡ προσπάθεια νά τά ξεφορτωθεῖ ὅλα αὐτά ἔδινε καρπούς, θά ἀνακάλυπτε τότε, μιά ὡραία ἡμέρα, ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπό τόν κόσμο καί τόν ἑαυτό του, κι ὅτι, ἐνῶ θά μποροῦσε ἐνδεχομένως νά συλλάβει κάποιο σχέδιο, θά τόν ἔπιανε σίγουρα πανικός στήν ἰδέα καί μόνο τῆς ἐκτέλεσής του. Πρόκειται γιά ἕνα φαινόμενο γενικῆς ἰσχύος, δέν τό συναντᾶμε μόνο στούς συγγραφεῖς: Ὅποιος θέλει νά ἀφήσει τό στίγμα του ὀφείλει νά διαχωρίσει αὐστηρά τή ζωή ἀπό τόν θάνατο, νά δυναμώσει τήν ἔνταση στά ποικίλα ζεύγη ἀντιθέσεων, νά πολλαπλασιάσει καταχρηστικά τή μή ἀναγώγιμη διαφορά τους, νά πάει καί νά στρογγυλοκαθίσει μέσα στήν ἀντινομία, νά παραμείνει, κοντολογίς, στήν ἐπιφάνεια τῶν πραγμάτων. Τό νά παράγω, νά δημιουργῶ, σημαίνει ὅτι ἀρνοῦμαι στόν ἑαυτό μου τή διαύγεια, σημαίνει ὅτι ἔχω τό σθένος ἤ τήν καλή τύχη νά μήν ἀντιληφθῶ τό ψεῦδος πού ἐνυπάρχει στήν ποικιλομορφία, τόν ἀπατηλό χαρακτῆρα τῆς πολλαπλότητας. Ἕνα ἔργο εἶναι ἐφικτό μονάχα στόν βαθμό πού ἐθελοτυφλοῦμε ἀπέναντι στήν ἐμφάνεια τῶν πραγμάτων· μόλις πάψουμε νά τῆς ἀποδίδουμε μιά μεταφυσική διάσταση, τότε μεμιᾶς μένουμε χωρίς ἐφόδια. (περισσότερα…)

Ο προπομπός της υποχώρησης

*

«Ψηφίστε για να βάλετε τέλος στην Εποχή Τραμπ». Το εντιτόριαλ των Τάιμς της Νέας Υόρκης για τις μεθαυριανές προεδρικές εκλογές στην Αμερική δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί πιο οξύμωρα. Εποχή Τραμπ; Μα εδώ και τέσσερα σχεδόν χρόνια κυβερνούν ο Μπάιντεν και η Χάρρις. Και επί οχτώ χρόνια πριν απ’ τον Τραμπ, κυβερνούσε τις ΗΠΑ ο Μπαράκ Ομπάμα. Όσο για τα τέσσερα χρόνια που έμεινε στην εξουσία ο ίδιος, και για τα άλλα τόσα αφότου την άφησε, βρισκόταν διαρκώς υπό απηνή διωγμό, μηντιακό, κοινοβουλευτικό, δικαστικό, φυσικό. Δύο απόπειρες καθαίρεσης, τέσσερις ποινικές διώξεις για καμιά εκατοστή αδικήματα που είναι δυνατόν να τον κλείσουν ισοβίως στη φυλακή, δύο αστικές προσφυγές που αν τελεσιδικήσουν θα τον φέρουν στα πρόθυρα της οικονομικής εξόντωσης, δύο απόπειρες δολοφονίας.

Ελάχιστα από αυτά που προσπάθησε να κάνει, ιδίως στην εξωτερική πολιτική, δεν υπονομεύθηκαν εκ των έσω από το κράτος που υποτίθεται ότι διηύθυνε, δεν διαστρεβλώθηκαν γελοιογραφικά από τα ΜΜΕ, δεν κατασυκοφαντήθηκαν ακόμη κι από αυτούς που αργότερα ερχόμενοι στην εξουσία τα μιμήθηκαν κυνικά. Γίνεται πότε την ιστορία να τη σφραγίζει ο αποσυνάγωγος, ο δακτυλοδεικτούμενος, ο κυνηγημένος;

Παρ’ όλα, βγάζει νόημα αυτός ο παράδοξος τίτλος. Είναι το νόημα της απόγνωσης. Είναι ένα συγχρόνως θρασύ και κατατρομαγμένο «φτάνει, επιτέλους!» από τις ιθύνουσες τάξεις της Δύσης, που η ανέλπιστη κατάρρευση της ΕΣΣΔ τους χάρισε για λίγα χρόνια την κοσμοκρατορία, και νόμισαν στα σοβαρά ότι από εδώ κι εμπρός τίποτε και κανείς δεν θα προβάλλει αντίσταση στα θέλω τους. Είναι μια κραυγή αυτός ο τίτλος, μια έκκληση από τους πρώην νικητές να τους επιστραφούν τα κέρδη που τα είχαν για αναπαλλοτρίωτα, να σταματήσει η ιστορία και να γυρίσει πίσω στο 1989, στο 1999, στο 2003. (περισσότερα…)

Κίνα, αυτή η άγνωστη;

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Ο κινηματογράφος έχει το προνόμιο να μας εξοικειώνει με το «πραγματικό». Μέσα από τα αναπαραστατικά του μέσα μπορούμε να συναντηθούμε με την πραγματικότητα όπως τη συλλαμβάνουμε διά γυμνού οφθαλμού και να αναγνωρίσουμε στις εικόνες του το αντιληπτικό υλικό της καθημερινού βιώματος τόσο όσον αφορά στην οικεία μας κοινωνική κατάσταση όσο και στην αλλότρια και την πλέον απομακρυσμένη. Τότε χαιρόμαστε για το θαύμα εκείνο όπου η βιωματική μας εμπειρία ταυτίζεται με την κινηματογραφική έκφραση. Είναι ένα «θαύμα» που μας χαροποιεί μιας και βλέπουμε τη ζωή να εκβάλει στην τέχνη ή, αν θέλει κανείς, το αντίστροφο.

Ο κινηματογράφος βέβαια υπακούει στους δικούς του νόμους, αποτελεί ένα αυτόνομο επίπεδο· η δραματοποίηση με τις συμπυκνώσεις της και τις μεταθέσεις της, με τις υπερβολές, με τις αφαιρέσεις της αλλοιώνει συνήθως αυτό το αυθεντικό «πραγματικό», το υποβάλλει στη δική του σκοπιμότητα, όχι μόνο αισθητική. Παρά ταύτα, διατηρεί μια πραγματολογική αλήθεια, μας υποβάλλει ένα γνωστικό αντικείμενο από το οποίο κάτι έχουμε να μάθουμε.

Κι αυτό συμβαίνει, βέβαια, όταν η εν λόγω σκοπούμενη πραγματικότητα μας είναι απόμακρη, μας είναι ξένη. Ξένη ήταν, και εξακολουθεί να είναι, για παράδειγμα, η πραγματικότητα της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Πέρα από τις επιστρώσεις οριενταλιστικών ψευδαισθητικών φακών του παρελθόντος, πέρα από τις ιδεολογικές και πολιτικές επιχρίσεις τής εν λόγω πραγματικότητας, η Κίνα παραμένει μια άγνωστη. Ο κινηματογράφος της βέβαια, και όχι μόνο, έχει κάνει τελευταία γενναία εξωστρεφή ανοίγματα, το στίγμα της καθημερινής ζωής αυτής της χώρας, η θερμοκρασία του «νεορεαλισμού» της όμως παραμένουν ακόμη για μας πράγματα ανεύρετα, πράγματα που είτε θέλουμε να τα κρίνουμε ή να τα επαινέσουμε (;) θα πρέπει πρώτα να τα γνωρίσουμε πέρα από τους οποιουσδήποτε παραμορφωτικούς φακούς, αν κάτι τέτοιο είναι εφικτό. (περισσότερα…)

Ἡ «Νέα Βιέννη» τοῦ Χοῦγκο φὸν Χόφμαννσταλ

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Στὶς 16 Σεπτεμβρίου 2024 ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωὴ ὁ Günther Steffen Henrich, ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους νεοελληνιστὲς τοῦ ἀκαδημαϊκοῦ χώρου. Δημοσίευσε δεκάδες μονογραφίες καὶ δοκίμια ἑστιασμένα στὶς λεπτὲς ὑφάνσεις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀπὸ τὴν ἀλεξανδρινὴ ἐποχὴ μέχρι σήμερα. Δίδαξε στὰ πανεπιστήμια τοῦ Ἁμβούργου καὶ τῆς Λ(ε)ιψίας, ὅπου εἶχε τὴν ἕδρα στὸ τμῆμα Βυζαντινῶν καὶ Νεοελληνικῶν Σπουδῶν, μέχρι τὴ συνταξιοδότησή του, τὸ 2003. Ἔκτοτε, ἀπὸ τὸ Ἁμβοῦργο, μόνιμη ἕδρα του, συνέχισε νὰ μελετᾶ μεσαιωνικὰ καὶ νεώτερα κείμενα καὶ νὰ δημοσιεύει τὰ πορίσματά του, συχνὰ ἀπὸ κοινοῦ μὲ τὴ σύζυγό του Κυριακὴ Χρυσομάλλη-Henrich, νεοελληνίστρια, ἐπίσης, καὶ μεταφράστρια, μεταξὺ ἄλλων, τῆς Κρίστα Βόλφ.

Ὁ γνωστὸς σὲ ὅλους μὲ τὸ ἐξελληνισμένο ὄνομα Στέφανος Χένριχ γεννήθηκε στὴν Βιέννη τὸ 1938 (βαφτίστηκε στὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου, ὅθεν τὸ δεύτερο ὄνομά του). Πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια συναντηθήκαμε ἐκεῖ σὲ συνέδριο Νεοελληνιστῶν καί, μετὰ τὸ τέλος τῶν ἐργασιῶν, περπατήσαμε στὰ ἴχνη τὴς Παλαιᾶς καὶ Νέας Βιέννης, μὲ τὴν ἀρχιτεκτονικὴ ὄψη τοῦ 19ου αἰώνα, τοὺς τόπους συνάντησης καὶ τὰ ἱστορικὰ Καφέ, ὅσα σώζονται, τῶν Βιεννέζων καλλιτεχνῶν, τοῦ Χόφμαννσταλ, τοῦ Τσβάιχ, τοῦ Κράους, τοῦ Σνίτσλερ, τοῦ Κανέττι, τοῦ Ἄλτενμπεργκ…

Ἀφιερώνω τὸ δοκίμιο ποὺ ἀκολουθεῖ, στὴ μνήμη τοῦ σπουδαίου μελετητῆ τῶν Γραμμάτων μας καὶ ἀκριβοῦ μας φίλου: Στὸν Στέφανο ἀντὶ στεφάνου. – Σ.Σ.

///

Ἡ «Νέα Βιέννη» τοῦ Χοῦγκο φὸν Χόφμαννσταλ (1874-1929)
(ἢ ὁ Χόφμαννσταλ τῆς «Νέας Βιέννης») [1]

Τέλη τοῦ 19ου αἰώνα. Ἡ Παλαιὰ Βιέννη πεθαίνει∙ γιὰ τὴν ἀκρίβεια, μετὰ τὸ 1848 καὶ ἐπὶ μισὸν αἰώνα, ἀργοπεθαίνει μαζὶ μὲ τὸ αὐτοκρατορικὸ μεγαλεῖο τῆς αὐστροουγγρικῆς μοναρχίας. Ἀλληγορικά, καὶ συνεκδοχικά, μποροῦμε νὰ ἀκούσουμε τὸν ρόγχο της στὴ σκηνὴ τοῦ Burgtheater, ἱδρυμένου τὸ 1741 ἀπὸ τὴν Μαρία Θηρεσία ὡς «Αὐτοκρατορικοῦ Θεάτρου», «Hofburgtheater» (τὸ 1776 ὁ Ἰωσὴφ Β’ τὸ ὀνόμασε «Γερμανικὸ Ἐθνικὸ Θέατρο», «Teutsches Nationaltheater»). Ὑπῆρξε τὸ καμάρι τῆς πόλης καὶ ὁ σφυγμὸς τῆς καλλιτεχνικῆς ζωῆς. Οἱ ὀνομαστοὶ ἠθοποιοί του, σύμβολα μυθοποιημένα, ὑποκλίνονταν -ἐκτὸς σκηνῆς- μόνο μπροστὰ στὸν αὐτοκρατορικὸ θρόνο. Σήμερα κυκλοφοροῦν στὶς αὐτοβιογραφίες, τὴν ἀλληλογραφία καὶ τὸ ἔργο ὅλων τῶν λογίων τοῦ βιεννέζικου κύκλου (Τσβάιχ, Χόφμαννσταλ, Κανέττι, Λάιτνερ, Τσέλλερ, Σνίτσλερ, Σπέρμπερ, Χόμπσμπαουμ κ.ἄ.). Ἡ Σαρλόττε Βόλτερ (1834-1897), ἡ διασημότερη γερμανόφωνη ἠθοποιὸς στὸν 19ο αἰώνα, κηδεύτηκε, ὅπως εἶχε ζητήσει, μὲ τὸ ἔνδυμα τῆς Ἰφιγένειας.[2] Ἀπὸ παράδοση, τὸ ρεπερτόριο τοῦ θεάτρου περιελάμβανε ἔργα μὲ καλὸ τέλος (happy-end), καὶ ὅσα δὲν εἶχαν (Ἅμλετ, Ρωμαῖος καὶ Ἰουλιέττα), τὸ ἀποκτοῦσαν. Εἶναι τὸ γνωστὸ «Wiener Schluß», «βιεννέζικο φινάλε».

Νονὸς τῆς Νέας Βιέννης ποὺ εἶναι ἁπλῶς ἕνας κύκλος συγγραφέων, καὶ μάλιστα ἑτερόκλιτων, γίνεται τὸ 1890 ὁ Χέρμανν Μπάρ (1863-1934), λογοτέχνης καὶ κριτικός, μπολιασμένος στὸ Παρίσι μὲ τὰ νεωτερικὰ ρεύματα. Ὁ κύκλος φαίνεται σχετικὰ μικρός: Μπάρ, Σνίτσλερ, Ρίχαρντ Μπέερ-Χόφμανν, Πέτερ Ἄλτενμπεργκ, Τσβάιχ, Χόφμαννσταλ, Φέλιξ Ζάλτεν, Κὰρλ Κράους (ἀρχικά), ποὺ ὅμως πλαισιώνεται, σὲ ὁμόκεντρους κύκλους, μὲ χαλαρὴ ἐπικοινωνία, ἀπὸ πολλούς, σχεδὸν ξεχασμένους σήμερα: Raoul Auernheimer, Felix Dörmann, Leopold Andrian Werburg, Paul Wertheimer… Πολλὰ τὰ ὀνόματα, ὅπως πολλὰ εἶναι τὰ βιεννέζικα Καφέ, τὰ φυτώρια λογοτεχνῶν. Θὰ τὰ δοῦμε στὴ συνέχεια. Ἡ Νέα Βιέννη ἦταν οἱ νεαροί, φιλόδοξοι συγγραφεῖς της ποὺ ὀνειρεύονταν νὰ κατακτήσουν, μὲ τὸν ἕνα ἢ ἄλλο τρόπο, τὸ Μπούργκτεάτερ (ἢ ἁπλῶς Μπούργκ). Προσώρας, συνωθοῦνται στὰ τραπεζάκια τῶν Καφὲ γύρω ἀπὸ τὸ θέατρο. Ἂς τοὺς δοῦμε πιὸ κοντά: (περισσότερα…)

Το Hallowe’en και οι ρίζες του στον κέλτικο κόσμο

Jakob Schikaneder, All Soul’s Day, 1888

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Το Hallowe’en ήρθε στα καθ’ ημάς, δυστυχώς, με τον τρόπο που έρχονται όλα από τις ΗΠΑ: εκφυλισμένο. Όμως το Hallowe’en (ή All Hallows’ Even, All Saints’ Eve: Παραμονή των Αγίων Πάντων στο δυτικό εορτολόγιο), είναι μια υπέροχη γιορτή που έχει βαθιές ρίζες στον κέλτικο χριστιανισμό καθώς είναι η πρώτη μέρα του Allhallowtide, τριήμερου το οποίο περιλαμβάνει την Αγρυπνία (31 Οκτωβρίου), τη γιορτή των Αγίων Πάντων (1 Νοεμβρίου) και τη γιορτή των προαπελθόντων την 2α Νοεμβρίου, ημέρα που επέχει τη θέση του δικού μας Ψυχοσάββατου.

Από αμνημονεύτων χρόνων, αυτό το τριήμερο είχε συνδεθεί με ιστορίες φαντασμάτων και ανεγερθέντων νεκρών. Καθιερώνοντας την Ημέρα των Αγίων Πάντων την 1η Νοεμβρίου, η Δυτική Εκκλησία θα υιοθετήσει μια αρχαία παγανιστική παράδοση μετατρέποντάς την από ημέρα που τιμώνταν οι νεκροί πρόγονοι της κοινότητας και φανερώνονταν οι θεοί του κάτω κόσμου, σε μέρα τιμής όλων των αγίων αλλά και μνημοσύνου για τις ψυχές που αναχώρησαν πρόσφατα ή διώκονται όπου γης.

Πώς γιόρταζαν όμως οι Κέλτες αυτή την ημέρα που την ονόμαζαν Samhain, Samain ή Samuhin (δηλαδή Συνάντηση) και σηματοδοτούσε την έναρξη του νέου ποιμενικού έτους; Τη νύχτα αυτή, πριν από την 1η Νοεμβρίου, λάμβανε χώρα μια από τις τέσσερις πιο σημαντικές γιορτές στον κελτικό κόσμο. Ήταν μια νύχτα μεγάλου κινδύνου, όπου οι άνθρωποι ήταν πνευματικά ευάλωτοι καθώς σημειώνονταν τελετουργίες μαντικής και μαγείας με στόχο την αποτροπή της κακής τύχης και την εξασφάλιση της βοήθειας του Άλλου κόσμου. Στην Ιρλανδία, ο Dagda (ο «σοφός και δίκαιος» θεός που φέρει επίσης το όνομα Eochu Ollatir Ruadrofessa) ενώνεται με τη θεά Morigu, βασίλισσα των φαντασμάτων και του κάτω κόσμου, τη θεά η οποία, πριν από τη μεγάλη μάχη στο Magh Tuireadh του έδωσε τις οδηγίες, ώστε επικεφαλής των Tuatha Dé Danann να επιβληθεί στη χώρα.

Κοινό έθιμο των Κελτών στην Ιρλανδία, τη Σκωτία και την Ουαλία ήταν να ανάβουν φωτιές στους λόφους για να κρατούν μακριά τις «νεράιδες» και τις «μάγισσες», που έχουν πάρει τη θέση των κακών πνευμάτων των ειδωλολατρικών χρόνων. Ο σκοπός των πυρκαγιών του Hallowe’en ήταν να «κάψουν τις μάγισσες». Στην περιοχή του Αμπερντήν, αγόρια χόρευαν γύρω από την φωτιά τραγουδώντας: Gie’s a peat t’burn the witches! Στη συνέχεια, οι στάχτες διασκορπίζονταν προσεκτικά σε όσο το δυνατόν ευρύτερη περιοχή. Στο Balmoral, την εποχή της βασίλισσας Βικτωρίας, μια μεγάλη φωτιά άναβε μπροστά από το κάστρο, ακριβώς έξω από την κύρια είσοδο και γκάιντες παρέλαυναν γύρω του, ενώ νεαροί κουβαλούσαν ως ομοίωμα το κεφάλι μιας «μάγισσας», της διάσημης Shandy Dann. Αυτή η «μάγισσα» στη συνέχεια καταδικαζόταν και καιγόταν υπό τις επευφημίες των παρευρισκομένων. Στο τέλος της τελετής, οι χωρικοί πήγαιναν για κυνήγι, μέσα στη νύχτα, κυνηγώντας τη μυθική μαύρη γουρούνα. (περισσότερα…)

Φούγκα του θανάτου

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

Λίγα ζητήματα έχουν τη δυνατότητα να αναδεικνύουν με τέτοια ευκρίνεια την γενικευμένη σύγχυση στην οποία οι δυτικές κοινωνίες βυθίζονται αργά αλλά σταθερά, σαν σε κινούμενη άμμο, όσο αυτό της δημογραφικής απίσχνανσής τους. Όποτε γίνεται λόγος για το «δημογραφικό πρόβλημα», το συντηρητικό στρατόπεδο αίφνης αναπτερώνεται, θεωρώντας ότι πρόκειται για ένα θέμα που του επιτρέπει να κερδίσει επιτέλους μερικούς εύκολους πόντους. Με το μνησίκακο μειδίαμα του δούλου, προσκομίζει τις σχετικές πτωτικές καμπύλες ως τεκμήρια του βαθμού εκφύλισης στον οποίο έχουν φτάσει οι δυτικές κοινωνίες. Υπαίτιοι για αυτήν την παρακμή δεν μπορεί, φυσικά, παρά να είναι η κυριαρχία της woke κουλτούρας, τα πολλά δικαιώματα, η διάλυση του θεσμού της οικογένειας (π.χ., μέσω της διεύρυνσής της ώστε να συμπεριλάβει και ομοφυλόφιλους) κ.ο.κ. Το συμπέρασμα σχετικά με το προτεινόμενο αντίδοτο συνάγεται σχεδόν αβίαστα: επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες.

Πρόκειται για ένα στρατήγημα που επιτρέπει στους θιασώτες του νεοσυντηρητισμού και της νεοαντίδρασης να παίζουν με επιδεξιότητα, έστω εν αγνοία τους (εδώ ο R. Trivers σίγουρα θα είχε μερικά σχόλια να κάνει πάνω στους μηχανισμούς αυτοεξαπάτησης που εμπλέκονται), το παιχνίδι στο οποίο υποτίθεται ότι αντιτίθενται. Την ίδια στιγμή που μπορεί να ψωμίζονται ως πάροχοι υπηρεσιών ή ως παραγωγοί διαδικτυακού περιεχομένου και να καταναλώνουν σαν να μην υπάρχει αύριο μέσα σε μια ελεύθερη αγορά, όπως και οποιοσδήποτε από τους αντιπάλους τους, ευαγγελίζονται αξίες ενός τρόπου ζωής που έχει εκλείψει προ πολλού.

Υπό άλλες συνθήκες, θα επρόκειτο για θνησιγενείς ρητορείες. Εντός της ελεύθερης αγοράς (μεταξύ άλλων, και) ταυτοτήτων όμως, ακόμα και αυτή του νεοπαραδοσιακού μπορεί να βρει μία θέση, δίπλα σε αυτή του φιλελεύθερου και του queer. Ωστόσο, η νεοπαραδοσιακή ρητορική έχει αντίκρισμα και στο πιο πρακτικό επίπεδο της πολιτικής διαχείρισης των πληθυσμών. Λειτουργεί ως μία δεύτερη, συμπληρωματική πηγή τροφοδότησης της σεξουαλικής αντεπανάστασης που έχει θέσει σε κίνηση ο νεο-πουριτανισμός του προοδευτικού στρατοπέδου, δημιουργώντας έτσι μία «τανάλια» (για να παραμείνουμε στη στρατιωτική ορολογία) γύρω από τα μυαλά των δυτικών υπηκόων.

Για τους ζηλωτές της προόδου τώρα, το δημογραφικό αποτελεί την καλύτερη αφορμή για να επιδοθούν σε τακτικές που έχουν αφομοιώσει τόσο καλά τις τελευταίες δεκαετίες ώστε να τους έχουν γίνει δεύτερη φύση: στην εθελοτυφλία και στον στρουθοκαμηλισμό. Ακόμα και η παραμικρή αναφορά σε δημογραφικά δεδομένα αρκεί για να ανακινήσει μέσα τους τυφλά αμυντικά αντανακλαστικά. Όποιος αναφέρεται σε γεννήσεις και θανάτους κατατάσσεται αυτόματα στους ακροδεξιούς· άρα, όπως υπονοείται δίχως να λέγεται ρητά, στις παθολογικά ανίατες περιπτώσεις. (περισσότερα…)