Ποιητική ἀτμοσφαίρα

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 3

Ποιητική ἀτμοσφαίρα

Ὁ Ἄγγελος Βλάχος ἀποκαλεῖ τόν Ροΐδη, στή διαμάχη πού εἶχε μαζί του, νέο κριτικό, νεοφώτιστο, νεοσκευή, νεότευχο καί ὄψιμο. Τίνι τρόπω εἶναι παλαιός ὁ Ἄγγελος Βλάχος; Τό μῆλον τῆς ἔριδος εἶναι ὡς γνωστόν ἡ ἀκόλουθη, ἀπό τήν περιώνυμη εἰσήγηση τῆς 19/3/1877 στήν αἴθουσα τοῦ Παρνασσοῦ, γνωμοδότηση:

«Ἀδύνατον φαίνεται ἡμῖν ποιητής νά γεννηθῇ καί νά ὑπάρξῃ ἐκτός μιᾶς οἱασδήποτε [«περιρρεούσης αὐτόν»] ποιητικῆς ἀτμοσφαίρας∙ τοιαύτην δέ σήμερον δέν ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ τά μέν πάτρια ἤθη ἀπηρνήθημεν, τοῦ δέ διανοητικοῦ βίου τῶν ἐθνῶν τῆς Δύσεως δέν μετέχομεν εἰσέτι, οὐδέ τήν ἐμπνέουσαν τούς ἑσπερίους ποιητάς νόσον τοῦ αἰῶνος νοσοῦμεν».[1]

Ὁλοστρόγγυλος φράσις! Δέν ἀφήνει τίποτα ἀπ’ ἔξω∙ συνάγονται, χωρίς νά συμφύρονται, ἅπαντες. Πολύτιμη καί ἀσυναγώνιστη φράση, ἀπό τίς κεφαλαιωδέστερες πού διατυπώθηκαν στόν αἰῶνα καί ἔχουσα τέλεια ἐφαρμογή μέ τή φορά τῶν περιστάσεων στή σύγχρονη Ἑλλάδα.[2] Πρός ὄφελος τῆς ταχύτερης ἀντίληψης τῶν πραγμάτων ἀξίζει νά συμπληρωθεῖ μέ ὀλίγες σειρές ἀπό τό μεταγενέστερο, καί ὁπωσδήποτε ἐντός τοῦ πλαισίου τῆς διαμάχης, μελέτημα τοῦ Ροΐδη Περί συγχρόνου ἑλληνικῆς ποιήσεως. Διακρίνει δύο εἰδῶν ποιήσεως, τήν ἀντικειμενικήν, τήν πρός τά ἔξω στραφεῖσα, καί τήν ὑποκειμενικήν, «τήν ἐξετάζουσα τά μύχια αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς».[3]

Ὁ Ἄγγελος Βλάχος δηλώνει πώς δέν κατανοεῖ τή διάκριση∙ στήν πραγματικότητα ὅμως δέν κατανοεῖ τίποτα, γιά λόγους δικῆς του ψυχικῆς οἰκονομίας, ἀπό τήν εἰσήγηση τοῦ Ροΐδη. Δέν δουλεύει, ἔστω, μέ ἔννοιες, δηλαδή ἀπό ἀνάγκη πνεύματος, ἀλλά μέ πολυτέλειες, τίς συνιστώμενες ἀπό τά νεοελληνικά ἰδανικά. Πρησκομάγουλος, διαρκῶς, μέ τά ρήματα μιᾶς ἀβαθοῦς ἑλληνοπρέπειας, ὑποδύεται κι αὐτός, μέ παντοίους ἐθνωφελεῖς ἀκκισμούς, τό γνήσιο τέκνο τῆς Ἑλλάδος. Δέν ἀποκηρύττει ὁ Ροΐδης τόσο εὔκολα, ὅσο ὁ Ἄγγελος Βλάχος, τή «νόσον τοῦ αἰῶνος» καί ἀναφέρεται ἐν συνεχεία στούς παράγοντες πού προάγουν τήν ποίηση στήν Ἑσπερία καί παρατηρεῖ ἐξ ἀποστάσεως καί μέ κάποιο θαυμασμό τή διαμόρφωση στήν ἀλλοδαπή ἑνός ἐνδιαφερόμενου κοινοῦ προικισμένου μέ τό κατάλληλο γιά τήν ποίηση αἴσθημα. Ἀντιλαμβάνεται ἐν συμπεράσματι τή νεωτέρα Ἑλλάδα «ὡς μή φιλοσοφήσασα», ὥστε καί «οὐδέ φιλοσοφικούς μώλωπας  [ἐνν. τούς μηδενιστάς] ἠδύνατο νά πάθῃ».[4] «Ἄξιον δέ ἐξετάσεως ἤθελεν εἶναι μόνο τοῦτο, ἄν πρός ἀποφυγήν μηδενιστῶν συμφέρῃ τῷ ὄντι νά μένῃ ὅλως ξένη τοῦ διανοητικοῦ βίου τῶν ἄλλων ἐθνῶν».[5] Πορίζεται, ἐν τέλει, τό συμπέρασμα ὅτι ὁ Ἕλλην ἀπέχει τοῦ ὁποιουδήποτε πνεύματος: «Δέν λέγει τίποτα [!]».[6] (περισσότερα…)

Το ποντίκι που βρυχάται

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με τη μεγαλύτερη υπαρξιακή κρίση από την ημέρα της δημιουργίας της. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει επιτακτικά να καθορίσουν το μέλλον του μορφώματος που έχουν δημιουργήσει. Όσο και αν κανείς δεν θέλει να το ακούσει, πόσο μάλλον να το παραδεχθεί, βρίσκονται αντιμέτωποι με δύο επιλογές: την πρόταξη και την επαναφορά του εθνικού κράτους ή την ευρωπαϊκή πολιτική ολοκλήρωση.

Οι περισσότεροι ηγέτες συμφωνούν ότι η δεύτερη επιλογή είναι η μόνη βιώσιμη λύση για τη διασφάλιση της ειρήνης, της ευημερίας και της προόδου για τους πολίτες τους. Λίγοι, ωστόσο, έχουν δείξει ότι είναι έτοιμοι να βγάλουν τα απαραίτητα συμπεράσματα για τις απαιτούμενες πολιτικές πρωτοβουλίες που επισύρει μια τέτοια επιλογή. Ακόμη περισσότερο, κανείς δεν συζητά για τις πραγματικές δυνατότητες αυτής της επιλογής, εντός του ευρωπαϊκού μορφώματος του οποίου έχουν καταρρεύσει στην κυριολεξία όλες οι σταθερές πάνω στις οποίες πορεύθηκε μέχρι τώρα.

Η εικόνα που κυριαρχεί είναι αυτή μιας Ευρώπης «πολιορκημένης». Από παντού. Στο εξωτερικό μέτωπο, μετά την ουσιαστική απόσυρση των αμερικανικών εγγυήσεων ασφαλείας και τον γενικότερο σχεδιασμό της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας του Προέδρου Τραμπ, αλλά και μετά τη νέα οικονομική πολιτική του. Στο εσωτερικό μέτωπο, από την ανυπαρξία ηγεσίας μετά την πλήρη αποδυνάμωση των κυβερνήσεων Γερμανίας και Γαλλίας, που αποτελούσαν τον άξονα των όποιων εξελίξεων. (περισσότερα…)

Κάτω τὸ ταλέντο!

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

«Ἀπορρίπτουμε τὴν ἰδέα τῶν φυσικῶν χαρισμάτων καὶ ταλέντων. Ἀπορρίπτουμε τὴ λατρεία τῆς ἰδιοφυΐας». Αὐτὰ μεταξὺ ἄλλων περιέχει ἡ νέα ἐγκύκλιος γιὰ τὴ διδασκαλία τῶν μαθηματικῶν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας τῆς Καλιφόρνιας. Καὶ ἡ Πολιτεία καλεῖται νὰ πράξει ἀναλόγως: ἡ πρότυπη καὶ ἐνισχυμένη διδασκαλία γιὰ τοὺς προχωρημένους μαθητὲς τῶν (δημοσίων, ἐννοεῖται…) σχολεῖων προβλέπεται νὰ καταργηθεῖ ἐντελῶς. Τὸ νέο δόγμα:

«Ὅλοι οἱ μαθητὲς εἶναι ἐξίσου ἱκανοὶ νὰ ἀποκτήσουν ὑψηλοῦ ἐπιπέδου μαθηματικὲς γνώσεις καὶ νὰ τὶς ἐφαρμόσουν ἐξίσου ἐπιτυχῶς»!

Ποιό ἐξαρθρωμένο ἐλατήριο μᾶς πετάει κατάμουτρα αὐτὲς τὶς ἀνοησίες; Μὰ ἡ χρόνια ὑστέρηση κάποιων μειονοτήτων στὸ μάθημα τῶν μαθηματικῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἡ ἄλλη ὁδὸς εἶναι ζόρικη (πῶς ἐξασφαλίζεις στοιχειωδῶς ἴσες εὐκαιρίες σὲ μιὰ χώρα ὅπου ἡ εἰσοδηματικὴ ψαλίδα εἶναι τόσο διεστραμμένα καταδικαστικὴ γιὰ τοὺς ἀπὸ κάτω;), ἐπιστρατεύεται ἡ ἰδεολογία γιὰ νὰ καλλωπιστεῖ ἡ ἀσχήμια: δηλαδὴ ὁ φαρισαϊσμός.

Πονάει κεφάλι λοιπόν, κόβει κεφάλι… Ἐννοεῖται ὅτι τὴ λυπητερὴ δὲν θὰ τὴν πληρώσουν οἱ ἔχοντες καὶ κατέχοντες. Ἐκεῖνοι θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ πηγαίνουν, καταπὼς ἀνέκαθεν, σὲ χλιδάτα ἰδιωτικὰ σχολεῖα. Οἱ δύσμοιροι μαθητὲς τῆς δημόσιας ἐκπαίδευσης θὰ πληρώσουν τα σπασμένα, ποὺ εἶχαν τὴν ἀτυχία νὰ διαθέτουν –θοῦ φυλακήν!– ταλέντο ἱκανὸ νὰ τοὺς βοηθήσει νὰ ξεπεράσουν τὰ κοινωνικὰ ἐμπόδια. Τώρα θὰ πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν κι ἀπὸ πάνω γιὰ τὰ δῶρα τῆς φύσης. (περισσότερα…)

Ιστορίες χωρισμών

*

Προδημοσίευση από το βιβλίο «Ιστορίες Χωρισμών» της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου που, εικονογραφημένο από τη Μυρτώ Δεληβοριά, θα κυκλοφορήσει αυτές τις μέρες από την Κάπα Εκδοτική. «Δέκα μικρές ιστορίες που μιλούν για διαφορετικούς χωρισμούς, εστιάζοντας, παράλληλα, στα πράγματα της καθημερινότητας. Γιατί όταν χωρίζουν οι άνθρωποι ένα σωρό αντικείμενα καθημερινής χρήσης έχουν ενωθεί εναντίον τους.» (από το ΔΤ).

///

Μάζεψες τίποτε;

Ήταν ξεκάθαρη. Να τα μαζέψεις όλα, του είπε, και να φύγεις. «Bέβαια, μπορείς να κοιμηθείς το βράδυ στο κρεβάτι. Είναι πιο εύκολο να μην χάσουν δυο άνθρωποι τη βολή τους άμα βρίσκονται πάνω στα χωρίσματα». Ευχαρίστως θα της άστραφτε ένα χαστούκι εκείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που επιβεβαίωνε την απόλυτη περιφρόνησή της για κείνον με το να καταδεχτεί να μοιραστούνε τελευταίο βράδυ αυτό που μέχρι χθες ήταν «το κρεβάτι τους». Καρφάκι δεν μου καίγεται. Να τι του έλεγε. Μ’ άλλα λόγια, το σώμα σου μου είναι τόσο αδιάφορο που όχι να το λιμπιστώ δεν υπάρχει φόβος αλλά ούτε και να το σιχαθώ. Στο ψυγείο συνέχιζε να κρυώνει, από τρεις μέρες ανοιγμένο, ένα μισογεμάτο μπουκάλι λευκό κρασί. Τον παλιό καιρό, θα ερχόταν προς το μέρος του, θα άρπαζε το μπουκάλι και θα έμπηγε τις φωνές. «Τώρα πια αυτό το κρασί είναι για το μαγείρεμα, για σβήσιμο»! Πόσο του άρεζε η εν μέρει ακατανόητη κουβέντα της. Για σβήσιμο. Γέμισε το ποτήρι του. Την είδε που τον κοίταξε. Μάλλον αυτό ήθελε. Να καταλάβει εκείνος πως με το συγκεκριμένο μπουκάλι σβήνονταν όλα. Η φαινομενική έγνοια, η δύναμη της συνήθειας, αχ, η πολυαγαπημένη δύναμη της συνήθειας, το προσποιητό ενδιαφέρον, η προσποιητή έκπληξη απέναντι στο προσποιητό ενδιαφέρον, όλες οι ψευτιές που χτίζουν λίγο λίγο, μέρα με τη μέρα, το βασίλειο της αληθινής συμβίωσης. Τέλειωσε το κρασί του και σηκώθηκε αναστενάζοντας. Και πώς μαζεύεις τώρα τα πράγματά σου από το ίδιο σου το σπίτι; Και πώς ξέρεις ότι τα μάζεψες όλα; (περισσότερα…)

Αν οι γεννήσεις εξακολουθήσουν να μειώνονται, ο πολιτισμός θα πεθάνει

*

του ΚΕVΙΝ DΟLΑΝ

Καλούμαστε να λύσουμε ένα πρόβλημα που θα καθορίσει τον επόμενο αιώνα. Κατά τη διάρκεια της ζωής μας, κατά τη διάρκεια της ζωής των παιδιών μας, κάθε κυβέρνηση, κάθε πολιτισμός, κάθε σύστημα πεποιθήσεων και κάθε οικογένεια στη πλανήτη Γη θα περάσει από ένα στενό σημείο συμφόρησης πιο στενό και από τον Μαύρο Θάνατο, συνοψιζόμενο σε ένα ερώτημα. Θα κάνουν τα παιδιά σας δικά τους παιδιά;

Δεν έχει σημασία αν έχετε ήδη παιδιά, αν δεν έχετε παιδιά ή αν μισείτε τα παιδιά· αν έχετε ένα δάνειο ή κοινωνική ασφάλιση ή έναν τραπεζικό λογαριασμό, αυτό το ερώτημα θα επηρεάσει τη ζωή σας με πολύ άμεσο τρόπο. Ολόκληρο το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η αξία των χρημάτων σας και σχεδόν κάθε περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να αγοράσετε με χρήματα, ορίζεται από τη μόχλευση, πράγμα που σημαίνει ότι η αξία του εξαρτάται από την ανάπτυξη.

Κάθε χώρα του ανεπτυγμένου κόσμου και οι περισσότερες χώρες του αναπτυσσόμενου αντιμετωπίζουν μακροχρόνια μείωση του πληθυσμού σε κλίμακα που καθιστά αδύνατη τη διατήρηση αυτής της ανάπτυξης. Πράγμα που σημαίνει ότι καθόμαστε πάνω στη μέγιστη φούσκα όλων των εποχών. Δεν έχουμε απλώς να κάνουμε με μια πρόσκαιρη υπερθέρμανση της κτηματαγοράς, αλλά με μια μόνιμη υπερπροσφορά, του είδους που συναντάμε σήμερα σε πόλεις όπως το Ντητρόιτ. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τις μετοχές τεχνολογίας, αλλά ολόκληρο το χρηματιστήριο. Όχι μια χούφτα πόλεις που έχασαν τη φοροδοτική τους βάση και χρεοκόπησαν, αλλά χιλιάδες από αυτές. Έχουμε να κάνουμε με την επικείμενη χρεοκοπία ολόκληρων κρατών. Έχουμε να κάνουμε με τη φούσκα των πάντων.

Ακόμη κι έτσι, μπορείτε να πείτε ότι είναι μια φούσκα. Αν σκάσει, ας είναι. Μια διόρθωση και προχωράμε παρακάτω. Όμως εδώ δεν πρόκειται για μια απλή διόρθωση, έχουμε να κάνουμε με συνολική κατάρρευση. Ήδη ο μειούμενος αριθμός των εργαζομένων που στηρίζουν έναν αυξανόμενο αριθμό των ηλικιωμένων επιταχύνει τις οικονομικές πιέσεις που δυσχεραίνουν τη δημιουργία οικογενειών. Αυτό το πρόβλημα δεν θα αυτοδιορθωθεί, τουλάχιστον στη διάρκεια της δικής σας ζωής. Χειροτερεύει και θα χειροτερεύει.

Πώς μοιάζει, λοιπόν, αυτό το μέλλον; Κοινωνίες όπως η Ιαπωνία ή η Νότια Κορέα ίσως μας δείχνουν το καλύτερο δυνατό σενάριο — τι θα συνέβαινε αν ο αέρας έβγαινε από το μπαλόνι σιγά σιγά. Εκεί, βλέπουμε νέους ανθρώπους αλυσοδεμένους στα γραφεία τους, να εργάζονται ολοένα και περισσότερες ώρες για ολοένα και χαμηλότερους μισθούς. Όχι μόνο δυσκολεύονται να φτιάξουν οικογένεια, αλλά σταδιακά αυτό γίνεται σχεδόν αδύνατο. Η ύπαιθρος και οι μικρότερες πόλεις εγκαταλείπονται, καθώς η φορολογική βάση καταρρέει. Πρόκειται ουσιαστικά για μια συντεταγμένη αποχώρηση από τη ζωή — όπου στην καλύτερη περίπτωση ένας ρομποτικός νοσηλευτής θα σβήσει στο τέλος τα φώτα. (περισσότερα…)

Το αγόρι με τα μεγάλα χείλη

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Πριν από χρόνια, σε μια πολύ κρίσιμη καμπή της ζωής μου, γνώρισα ένα πλάσμα που δεν έμαθα ποτέ το όνομά του και που ακόμα και σήμερα το θυμάμαι ως το «αγόρι με τα μεγάλα χείλη». Εξαντλημένος εκείνη την εποχή από τις ριπές των γεγονότων που είχαν προηγηθεί, αγωνιζόμουν απλώς να επιβιώσω. Εσωτερικά βίωνα μια κατάσταση ασάφειας και σύγχυσης. Όλα όσα κατοικούσαν στο μυαλό μου –σκέψεις, συναισθήματα, αναμνήσεις, ελπίδες, προσδοκίες– πολύ συχνά μου φαίνονταν ξένα, απρόσιτα, κομμάτια ενός μυστηρίου που ήταν αδύνατο να ερμηνεύσω. Αλλά και τα πρόσωπα που συναντούσα καθημερινά και όσα μπαινόβγαιναν στη ζωή μου, ενίσχυαν κι αυτά τη σύγχυση και την αδυναμία μου να ασκήσω τον οποιονδήποτε έλεγχο στην ύπαρξή μου. Ένοιωθα έρμαιο της μοίρας και αυτή η εγκατάλειψη κατά βάθος με βόλευε καθώς λειτουργούσε ως άλλοθι για τις αποτυχίες και τα λάθη μου. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γνώρισα εκείνο το αλλόκοτο πλάσμα. Και παρότι η μνήμη μου είναι αδύναμη και προβληματική και μεγάλα διαστήματα της ζωής μου έχουν χαθεί λες και δεν υπήρξαν ποτέ, από την εφήμερη γνωριμία μου μαζί του θυμάμαι γεγονότα που με ξαφνιάζουν ακόμα με τις λεπτομέρειες και τη ζωντάνια τους.

///

Ήταν ένα ανοιξιάτικο βράδυ και η οδός Βύρωνος μύριζε σάπια φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή αγορά εκείνης της μέρας. Σε ορισμένα σημεία το πεζοδρόμιο ήταν αδιαπέραστο από τα πλαστικά τελάρα, τα λιωμένα φρούτα και τα πατημένα φύλα των λαχανικών. Οι κάδοι απορριμμάτων ήταν ξεχειλισμένοι και σε μικρή απόσταση υπήρχαν λευκές συσκευασίες από φελιζόλ με εντόσθια ψαριών και γλοιώδεις εκκρίσεις. Τα υγρά είχαν διαποτίσει ένα μέρος του πεζοδρομίου και η μπόχα ήταν αφόρητη. Ο δρόμος ανάμεσα στο δημοτικό στάδιο και στα μεσαιωνικά τείχη γυάλιζε από το ανοιξιάτικο ψιλόβροχο και την αντανάκλαση των φώτων πάνω στο οδόστρωμα. Η ευωδιά των βρεγμένων πεύκων και των χορταριών πνιγόταν μέσα στη πηχτή μυρωδιά της σαπίλας που εισχωρούσε παντού στην ατμόσφαιρα και στη νύχτα και ξυπνούσε μέσα μου παλιά συναισθήματα για μια πόλη που με άφηνε διχασμένο ανάμεσα στην αγάπη και τον οίκτο.

Η βροχή είχε αρχίσει να δυναμώνει αλλά η φυσική στοά που δημιουργούσαν τα πεύκα πάνω από το κεφάλι μου συγκρατούσε την ορμή της βροχής και μόνο σε κάποια ανοίγματα ένοιωθα τις ψιχάλες να ακουμπούν το πρόσωπό μου. Κουρασμένος, αργοκίνητος, αηδιασμένος με το βρώμικο πεζοδρόμιο, συλλογιζόμουν τη ζωή μου, τις αιτίες της κατάστασής μου, τη σιωπή και τη μοναξιά που με περίμεναν για μια ακόμα νύχτα, την απουσία μιας γυναίκας ή ενός φίλου, τη λαχτάρα για ένα φιλί και ένα χάδι, συλλογιζόμουν ακόμα μια σειρά από αφηρημένα γεγονότα που θα άλλαζαν ριζικά την προσωπική μου κατάσταση και θα μου έδιναν το δικαίωμα να πιστέψω ότι η ζωή μου δεν ήταν μια μάταιη και τελειωμένη υπόθεση. (περισσότερα…)

D. H. Lawrence, Ὁ θρίαμβος τῆς μηχανῆς


*

Mιλοῦν γιά τόν θρίαμβο τῆς μηχανῆς,
ἀλλά ἡ μηχανή ποτέ δέν θά θριαμβεύσει.

Ἀπό τίς χιλιάδες καί χιλιάδες αἰώνων τοῦ ἀνθρώπου
μέ τό ξετύλιγμα τῆς φτέρης,
τίς λευκές γλῶσσες τῆς ἄκανθας λείχοντας τόν ἥλιο,
χάρη σ’ ἕνα θλιβερό αἰώνα
οἱ μηχανές θριαμβεύουν, κατρακυλώντας μας ἐδῶ κι ἐκεῖ,
ταρακουνώντας τή φωλιά τοῦ κορυδαλλοῦ ὥσπου τ’ αὐγά νά σπάσουν.

Τρανταγμένοι οἱ ὑγρότοποι, ὥσπου φύγανε οἱ χῆνες
καί οἱ ἄγριοι κύκνοι πέταξαν μακριά
γιά μᾶς τραγουδώντας τό κύκνειο ἄσμα.

Σκληρά, σκληρά πάνω στήν γῆ οἱ μηχανές κυλοῦν,
ἀλλά μέσα ἀπό κάποιες καρδιές ποτέ δέν θά κυλήσουν.

Ὁ ἄγριος κύκνος κολυμπᾶ στoύς ὑγρότοπους τῶν λαγόνων του,
καί στίς πλατιές παιδιάδες τοῦ στέρνου του
νεαρός ταῦρος ποιμαίνει τίς ἀγελάδες του,
ἀρνάκια σκιρτοῦν ἀνάμεσα στίς μαργαρίτες τοῦ μυαλοῦ του. (περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Τρεις γυναίκες

*

Η ΑΝΑΡΡΩΝΥΟΥΣΑ

Σαν το τραγούδι που στους δρόμους τριγυρνά
και μια ζυγώνει και μια λες ότι δειλιάζει,
μια φτερουγίζει — και σχεδόν την ακουμπά —
και μια πιο απόμακρα πηγαίνει και κουρνιάζει:

έτσι μαζί της παίζει τώρα η ζωή·
ενώ εκείνη, αδύναμη και κουρασμένη,
κάνει μια απόπειρα για να της προσφερθεί,
μια αδέξια κίνηση όχι συνηθισμένη.

Και σαν ξελόγιασμα το αισθάνεται σχεδόν
τώρα το χέρι της, που τόσο είχε τραχύνει
αυτή η παράκρουση των άγριων πυρετών,
σαν χάδι λες ν’ αναρριχάται λουλουδιών
το μέτωπό της το τραχύ για ν’ απαλύνει.

///

ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ ΚΑΘΡΕΦΤΗ

Καθώς βοτάνι σε ποτό υπνωτικό,
τους κουρασμένους τρόπους της αργά διαλύει
μες στου καθρέφτη το κρυστάλλινο νερό·
εκεί και το χαμόγελό της πάει και δύει.

Και περιμένει ωσότου η στάθμη ν’ ανεβεί·
και τότε χύνει στον καθρέφτη τα μαλλιά της
και, τους εξαίσιους ώμους της για μια στιγμή
αποδεσμεύοντας από το φόρεμά της,

(περισσότερα…)

Μάρκος

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τον περιμέναμε όλη μέρα ή μάλλον νύχτα και πάλι νύχτα. Στην ακτή έβλεπες μόνο τα κλεφτοφάναρα, να στέλνουν ξάγρυπνα φωτεινό σινιάλο προς τη θάλασσα. Μελετούσαν για λίγο τα κύματα, όπως το φως τρεμόπαιζε επάνω τους, σβήνοντας έπειτα στην άβυσσο, σαν μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Έφευγαν πάλι και ξαναγύριζαν.

Πού να πήγαιναν;

Άλλοτε κρύβονταν μέσα στους βράχους, για να μη φαίνονται, τσάκιζε κιόλας την αυγή το κρύο. Τελικά το καΐκι έφτασε μια νύχτα σκοτεινή, σ’ ακτή που κανείς τους ως τότε δεν γνώριζε, γιατί ήτανε κατάξερη κι ως βάθος όλο βράχια. ΄Ενας τους έκανε με τα χέρια του χωνί και κάτι ψέλλισε στον άνεμο, περιμένοντας το παρασύνθημα.

Κι ως κεραυνός που σχίζει νέφαλα ακούστηκε και βρόντηξε στη γη μας τ’ όνομά του.

Τον πήραν στην αγκαλιά τους, για να μην πατήσει τα πόδια του μέσα στο νερό. Περπάτησαν για λίγο στα σκοτεινά, μα ο δρόμος ήταν ανηφορικός, κι ο ίδιος όσο που στεκότανε και τους έδινε την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα σωριαστεί. Πιστεύοντας ακόμα πως δεν τον πρόδιδε η ώχρα του, ο άντρας έβγαλε το παγούρι του κι έδωσε και στους γύρω του, για να νιώσουν πώς είναι το νερό που ερχόταν απ’ τον τόπο του.

Όλοι το γεύτηκαν μεθυστικά, κι ας ήξεραν πως ποτέ κανείς από αυτό δεν μπορεί να ξεδιψάσει.

***

Ακουμπώντας τα πράγματα στο τραπέζι, που ήταν ήδη στρωμένο με το κεντητό τραπεζομάντηλο, τους χαιρέτησα. Ο κύρης μου με φώναξε, για να μου τους συστήσει. Όσα ονόματα μου έδωσαν δεν ήταν τα πραγματικά, μ’ όλο που εγώ δεν το ήξερα, κι ούτε που τα θυμάμαι τώρα.

Ο ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, παλληκάρι. Ο δεύτερος γνωστός μας, χωριανός. Το τρίτο πρόσωπο καθόταν σιωπηλά σε μια καρέκλα, πιο πέρα απ’ το τραπέζι. (περισσότερα…)

Περιήγηση στη Μαδουρή της οικογένειας Βαλαωρίτη

*

Το νησί, το αρχοντικό, το παρεκκλήσι
του Ευαγγελιστή Ιωάννη και ο τάφος της Όλγας Βαλαωρίτη

γράφει η
ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΠΟΛΙΤΗ

///

Το νησί

Το όνομά της η Μαδουρή λέγεται ότι το πήρε από κάποιο μαντρί που βρισκόταν στο νησάκι,  και με τα χρόνια η λέξη παρεφθάρη: μαντρί, μαδρί, Μαδουρή. Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι το όνομα προέρχεται από τη λαϊκή λέξη μαδερή, που σημαίνει γυμνή. Πράγματι η Μαδουρή υπήρξε ένα ξερό, πετρώδες, άγονο νησάκι με άγριους θάμνους -ερυμνός και ακατέργαστος βράχος γράφει ο Σάθας- και είχε ελαιόδεντρα μόνο στη βορειοδυτική πλευρά του. Η έκταση του υπολογίζεται πάνω από 127 στρέμματα (0,127 τ.χλμ.). Ανήκει στο σύμπλεγμα των Εχινάδων το οποίο μετονομάστηκε τη δεκαετία του 1950 από τον Αντώνη Τζεβελέκη καθ’ ομοίωσιν του νησιωτικού συμπλέγματος των Πριγκιπονήσων της Κωνσταντινούπολης. Τα Πριγκιπόνησα της Λευκάδας αποτελούν τα νησάκια Σκορπιός, Σκορπίδι, Σπάρτη, Τσόκαρι, Μαδουρή, Χελώνη που με τη σειρά τους αποτελούν μέρος ενός μεγαλύτερου συμπλέγματος, αυτού των Τηλεβοΐδων Νήσων: Κάλαμος, Καστός, Μεγανήσι, Θηλιά, Κυθρός, Άτοκος, Αρκούδι, Φορμίκουλα, Πρασονήσι, Προβάτι, Αλαφονήσι, Πεταλού. Το όνομα τους συμπλέγματος έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο τοπικό λαό των Τηλεβόων ή Ταφίων. Οι Τηλεβόες ή Ταφίοι είχαν σαν βασική τους δραστηριότητα την πειρατεία και ως βάση τους το Μεγανήσι, που το όνομά του ήταν και Τάφος ή Ταφιάς.

Σύμφωνα με πηγές, το μικρό αυτό αρχιπέλαγος κατά τον Μεσαίωνα υπήρξε ορμητήριο Καταλανών και Τούρκων πειρατών καθώς οι ορμίσκοι των νησίδων λειτουργούσαν ως τέλεια κρησφύγετά τους. Γενικά δεν υπάρχουν στοιχεία για τα νησάκια αυτά πριν από το έτος 1684. Ο ιστορικός Πάνος Ροντογιάννης αναφέρει ότι μέχρι την εποχή αυτή το Μεγανήσι και τα πέριξ αυτού μικρότερα νησιά ήταν ακατοίκητα. Με την έλευση των Βενετών φαίνεται ότι οι γαίες τους παραχωρήθηκαν σε διάφορους ιδιώτες. Από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους – Αρχεία Νομού Λευκάδας αντλούμε πληροφορίες για παραχωρήσεις γαιών σε συγκεκριμένα πρόσωπα, σε ορισμένο χρόνο. Η Μαδουρή πέρασε από πολλά χέρια. Γύρω στα 1740 το όριζε ένας Γάλλος, ο Κάρλ Λεμπόν. Μετά το θάνατό του πέρασε στα χέρια της οικογένειας Βρεττού και στη συνέχεια στη βενετσιάνικη οικογένεια Σεττίνι. Ο Ροντογιάννης αναφέρει ότι το νησάκι είχε περιπέτειες κωμικές, γιατί οι κατοπινοί ιδιοκτήτες, μετά τον Λεμπόν, είχαν δικαστικές φασαρίες με τους καθολικούς ιερείς της Λευκάδας που αξίωναν 50 χρόνων «σαββατιάτικα» αναδρομικά που είχαν κάνει στον Λεμπόν και δεν τα είχαν πληρωθεί. Μάλιστα τα αξίωναν με τόκους. Και είχαν βγάλει τόσο μεγάλο το ποσό της οφειλής που έντρομοι οι ιδιοκτήτες εγκατέλειπαν το νησί. Μετά την πτώση των Βενετών φαίνεται να έχει περάσει στην ιδιοκτησία της οικογένειας Βαλαωρίτη. Συγκεκριμένα στα 1860 ήταν κτήμα των δύο αδελφών, του Ευστάθιου και του Ιωάννη Βαλαωρίτη. Την ίδια χρονιά, οι δυο οικογένειες μοίρασαν την περιουσία τους με συμβόλαιο διανομής. Η διανομή έγινε ανάμεσα στα τέσσερα ξαδέρφια: τον Σπυρίδωνα, τον Δημοσθένη, τον Αριστοτέλη και τον Ξενοφώντα. Μετά από κλήρο, το νησί κληρονόμησαν ο Αριστοτέλης και ο Ξενοφώντας.

Στο νησάκι προϋπήρχε ένας οικίσκος και το παρεκκλήσι του Ευαγγελιστή Ιωάννη που ανακαινίστηκε από τον ποιητή μαζί με το χτίσιμο της έπαυλής του και την γενικότερη αναμόρφωση του νησιού. Βοηθός του ήταν ο έμπιστος επιστάτης του Στυλιανός Βερύκιος από την Εξάνθεια ο οποίος μαζί με τα αδέλφια του και άλλους εργάτες από την Εξάνθεια και τον Δρυμώνα κουβάλησαν καινούριο χώμα από τον κάμπο του Νυδριού, έφτιαξαν ξερολιθιές που στήριζαν αναβαθμίδες στις οποίες φύτεψαν αμπέλια, ελιές, αμυγδαλιές και κέντρωσαν τις αγριλίδες που ήδη υπήρχαν. Επίσης βοήθησαν στις εργασίες για την οικοδόμηση της έπαυλης που ολοκληρώθηκε το 1864, μετά από τέσσερα χρόνια αφότου είχαν μπει τα θεμέλια. Τα σημερινά μεγάλα πεύκα που βλέπουμε φυτεύτηκαν αργότερα από τον γιο του ποιητή. Κατά καιρούς υπήρξαν συκιές, ευκάλυπτοι, κυπαρίσσια, ροδοδάφνες. Στο πίσω μέρος του νησιού ύστερα από παραγγελιά του ποιητή φύτεψαν Βαυκερίτες αμπέλια ποικιλίας «βαρτζαμί» που είχαν φέρει από το χωριό τους. (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #7 Διονύσιος Σολωμός


*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ ΣΟΛΩΜΟΣ
(1798-1857)

-> Από πού να ξεκινήσω;

Όντας το έργο ζωής του Διονύσιου Σολωμού, «καταδικασμένο» εν πολλοίς να μείνει θραυσματικό, αποσπασματικό και ανολοκλήρωτο, φτάνοντας, εντούτοις, παράλληλα και σε ιδιαίτερες λυρικές κορυφώσεις, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι αποτελούν για πολλούς λόγους την αντιπροσωπευτικότερη και την πλέον δυναμική είσοδο ενός νέου αναγνώστη στον σολωμικό κόσμο. Συνδέονται, αρχικά, άμεσα με ορισμένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της νεοελληνικής Ιστορίας, τον επαναστατικό αγώνα και τα γεγονότα της ηρωικής Εξόδου του Μεσολογγίου, ενώ, ταυτόχρονα, δίνουν τη δυνατότητα σε κάποιον: να αντικρύσει το έργο του Σολωμού σε όλες του τις περιόδους και στις κατά καιρούς μεταλλάξεις μέσω των διαφορετικών γραφών και των πολλαπλών (και απομακρυσμένων χρονικά μεταξύ τους) σχεδιασμάτων, να κατανοήσει το ποιητικό του όραμα και τον τρόπο σκέψης του μέσω των σημειώσεων και των κατευθυντήριων γραμμών που ο ποιητής έδινε στον εαυτό του κατά τη διάρκεια της συγγραφής, να διακρίνει τους βασικούς άξονες και τις επιρροές του ρομαντικού 19ου αιώνα αλλά και τον αγώνα του Σολωμού για την τιθάσευση της ελληνικής γλώσσας, την πλέον καίρια έκφραση, την ύψιστη λυρική διατύπωση και εντέλει τη δημιουργία εθνικής λογοτεχνίας, ενώ, τέλος, να διαβάσει εκ νέου ορισμένους στίχους του που λειτουργούν έκτοτε ως αυτόνομα ρητά και γνωμικά, έχοντας αποκτήσει το κύρος της αυτόνομης αιωνιότητας. (περισσότερα…)

Το πάζλ του Οδυσσέα

*

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ «ΣΩΣΤΟΥ»

Καθώς κοίταζε το πόμολο της πόρτας αναζήτησε μια τεθλασμένη χαρακιά στ’ αριστερά. Δε θυμόταν πώς είχε γίνει, αλλά ήταν το πρώτο που έψαχνε, όταν βρισκόταν μπροστά στην πόρτα. Τη βρήκε η προσμονή του πρώτα κι ύστερα το βλέμμα του.

Σχεδόν έξι χρόνια είχαν περάσει. Είχε φύγει θυμωμένος. Τον έπνιγε το δίκιο. Ήταν τη μέρα που είχε επιστρέψει ο μικρότερος αδελφός του. Τέσσερα χρόνια φευγάτος κι ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Πάντα ο κανακάρης που του τα δικαιολογούσαν όλα. Αυτός από την άλλη, πάντα ο ένοχος. Ο πρωτότοκος που του είχαν κλέψει την ευκαιρία του λάθους. Το «σωστό» είχε τρυπώσει σαν ασθένεια μέσα του. Ο μικρός είχε ζητήσει λεφτά από τον πατέρα και πήρε των ομματιών του.

Όσο έλειπε ο αδελφός του όλα ήταν σωστά. Κάθε πρωί ξεκινούσε ευλαβικά τη ρουτίνα του. Πήγαινε στη δουλειά του πατέρα του. Όλη μέρα μαζί. Στην αρχή, είχε ιδέες πολλές. Να προχωρήσει η επιχείρηση. Να εκσυγχρονιστεί. Μελετούσε, κατέστρωνε πλάνα. Φανταζόταν με χτυποκάρδι ότι θα τα παρουσίαζε  στον πατέρα του κι εκείνος θα τον κοίταζε με περηφάνια. Κάθε φορά, κάτι έλειπε. Κάτι δεν είχε υπολογίσει σωστά. Με τόσο «σωστό» μέσα του και πάλι να μην μπορεί να φτάσει το «κατάλληλο», το «αποδεκτό».

Ο μικρός γύρισε μια μέρα απροειδοποίητα, όπως είχε φύγει. Δεν του παραπονέθηκε κανείς. Όλοι τον αγκάλιασαν με θέρμη. «Μας έλειψες», του είπαν. Τι είχε λείψει, λοιπόν; Το «λάθος». Αυτό που γίνεται αλλιώς Όταν επέστρεψε, το «λάθος» κατέλαβε και την πιο μικρή γωνιά της ζωής τους, σαν αέρας που ανοίγει με δύναμη ένα παράθυρο και εισβάλλει και στο πιο απόμερο σημείο. Τρύπωσε ακόμα και στα μάτια του πατέρα του και καθώς τον έβλεπε πώς κοίταζε τον μικρό κατάλαβε πως το «κατάλληλο» είχε επιτευχθεί.

Το ίδιο βράδυ, έφυγε ξαφνικά. Δούλεψε σκληρά. Μόνος. Όλα από την αρχή. Ανακάλυψε το «κατάλληλο» σχέδιο. Εφάρμοσε τα πλάνα του που πέτυχαν. Έβγαλε χρήμα με ουρά μα με τους δικούς του ξέκοψε οριστικά. Ούτε κουβέντα. (περισσότερα…)