Νηρηΐδες: κατάλογοι και φαντασιώσεις

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Περιδιαβαίνοντας την Νικόπολη, στη δυτική πλευρά του δρόμου, πάνω στο ύψωμα, δίπλα από τον οίκο του Έκδικου Γεωργίου κι απέναντι από τη βασιλική του Δουμετίου, από τον 2ο μ.Χ. αιώνα υπάρχει το μικρό Νυμφαίο. Στην αψίδα του σώζεται ξεθωριασμένη αυτή η ψηφιδωτή παράσταση μιας Νηρηίδας που ιππεύει θαλάσσιο κήτος (σπάνιο δείγμα εντοίχιου ψηφιδωτού στον ελληνικό χώρο).

Γράφει στη συνοδευτική επιγραφή:

«Η Νηρηίδα αποδίδεται ημίγυμνη, με το δεξί χέρι, λυγισμένο, να ακουμπά στο λαιμό του κήτους και το αριστερό να στηρίζεται στο σώμα ή στην ουρά του. Το σώμα της θαλάσσιας μορφής εμφανίζεται διάστικτο και παραπέμπει σε αιλουροειδές, ενδεχομένως λεοπάρδαλη, με το κατώτερο τμήμα του να προσομοιάζει σε ουρά ιππόκαμπου ή ιχθύος, με τριπλή θυσανωτή ουρά… Την παράσταση επιστέφει μεγάλων διαστάσεων κοχύλι, σύμβολο του θαλάσσιου κόσμου, το οποίο, ο πρώτος ανασκαφέας της Νικόπολης, Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς ερμήνευσε ως “ακτινοβολούντα ήλιο”».

Το γνωστό στην κλασσική αρχαιότητα μυθικό βεστιάριο των θαλάσσιων υποζυγίων, των Τριτόνων (των ιχθυοκενταύρων του Τζέτζη και του Μπόρχες), των ιπποκάμπων ή των δελφινιών, εμπλουτίστηκε στη μετακλασική περίοδο και προσέθεσε στην ελληνιστική και στη ρωμαϊκή Βίβλο των φανταστικών όντων κι άλλους ζωόμορφους συνδυασμούς. Κι έτσι στις παραστατικές τέχνες εμφανίζονται οι Νηρηίδες, κόρες του Νηρέα και της Δωρίδος, να εποχούνται επί ιπποκάμπων, ιχθυοκενταύρων, θαλασσίων δρακόντων, αιγικάμπων, ταυροκάμπων, λεοκάμπων ή και παρδαλοκάμπων, όπως και στην εν λόγω παράσταση από την Νικόπολη. Και εφόσον και μέχρι σήμερα

«ένας άνθρωπος καβαλάει το ξύλινο αλογάκι του ήσυχα και πορεύεται όμορφα-όμορφα…χωρίς να υποχρεώνει ούτ’ εμένα, ούτ’ εσάς να καβαλήσουμε ξοπίσω του, ―πείτε μου, κύριε, εμάς, τι μας νοιάζει;» (περισσότερα…)

Ἀπὸ τί εἶναι φτιαγμένη ἡ ἱστορία;

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τὸ ἀνώτερο εἶδος ἱστοριογραφίας εἶναι ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἐπαγγελματίες ἱστορικοὶ τοῦ καιροῦ μας τὸ βλέπουν κάπως ἀφ’ ὑψηλοῦ, ἂν δὲν τὸ περιφρονοῦν κιόλας: ἡ κλασσικοῦ τύπου ἀφήγηση, ἐκείνη ποὺ ἐκθέτει γραμμικὰ τὰ συμβάντα, ἡ ἀποκαλούμενη ὑποτιμητικὰ «γεγονοτική». Ἡ πολιτική, στρατιωτικὴ καὶ διπλωματικὴ ἱστορία κυρίως, καὶ τὰ ὑποείδη τους.

Καὶ ὑπερέχει αὐτὴ ἡ ἱστοριογραφία κατὰ πολὺ ἀπὸ τὶς τωρινὲς ἱστορικὲς σχολὲς γιὰ δύο λόγους. Ὁ πρῶτος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὰ ἐκφραστικά της μέσα. Ἱστορῶ σημαίνει ἀφηγοῦμαι, διηγοῦμαι, ἀναθιβάλλω καταπὼς ἔλεγε ὁ Κορνάρος. Ἀνακαλῶ χρονικὰ μιὰ ἁλυσίδα συμβάντων, ἀφήνω τὰ ἴδια τα συντελεσθέντα νὰ παρουσιάσουν τὸν ἑαυτό τους, νὰ αὐτοαναλυθοῦν, κρατῶ τὰ συμπεράσματα τὰ δικά μου γιὰ τὸ τέλος καὶ περιορίζω τὶς εἰδικὲς ἔννοιες στὸ ἐλάχιστο.

Οἱ μεγάλοι τῆς ἀφηγηματικῆς ἱστορίας, ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο καὶ δῶθε, ἦταν πρὶν ἀπ’ ὅλα σπουδαῖοι παραμυθάδες, ἦταν τεχνίτες τοῦ λόγου, ἤξεραν νὰ αἰχμαλωτίζουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἀναγνώστη, νὰ τὸν τέρπουν μὲ τὸ πιὸ ἁπλὸ μέσο, ἐκθέτοντάς του γραμμικά τα καθέκαστα. Οἱ σημερινοὶ ἱστορικοὶ πάλι, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ εὐφραδεῖς ἀνάμεσά τους, ἐπειδὴ συνήθως ἀναλύουν πολὺ καὶ ἀφηγοῦνται λίγο, ἢ καὶ καθόλου, στὴν καλὴ περίπτωση εἶναι ἐξαίρετοι λόγιοι. Πάει νὰ πεῖ, χαμένοι ἀπὸ χέρι στὴ σύγκριση.

Ὁ δεύτερος λόγος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν γνωστικὸ πλοῦτο τῆς ἀφηγηματικῆς ἱστορίας. Πλάι στὴ λογοτεχνία, ἡ ἀφηγηματικὴ ἱστορία εἶναι ἡ μόνη ποὺ μελετᾶ στὸ ὠμό, χαοτικό της ξετύλιγμα τὴν ἀνθρώπινη πράξη. Ἄρα καὶ ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ φέρει στὸ φῶς τὴν ἀβυσσαλέα τυχαιότητα ποὺ διέπει τὴ ζωή μας, τὴν ἰλιγγιώδη ἀπροσδιοριστία ποὺ ὁρίζει τὴ μοίρα μας. Ἀλλὰ καὶ τὴν μεγαλειότητα τῶν ἀνθρώπινων παθῶν. (περισσότερα…)

Κραιπάλη

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 ~.~

Άπαξ και ανάψει, το κερί αρχίζει να σώνεται. Άλλοι
το ανάβουν από τη μια μεριά, άλλοι κι από τις δύο.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ, Περί μέθης

1

Μετά τον θάνατο του πατέρα του ο Γ. άρχισε να πίνει. Ερχόταν στο μπαράκι που δούλευα. Τον ήξερα από παλιά, από την εποχή που δούλευα στο καρνάγιο. Κάθε χειμώνα έβγαζαν το οικογενειακό σκάφος για συντήρηση – ένα γιοτ δεκαέξι μέτρα. Κάποιες νύχτες ο Γ. έμενε στο σκάφος, πότε μόνος, πότε με γυναίκα. Τριαντάρης, όμορφος, δεν περνούσε απαρατήρητος. Η ξαφνική απώλεια του πατέρα του τον έφερε αντιμέτωπο με ερωτήματα που δεν τον είχαν απασχολήσει μέχρι τότε. Άβγαλτος στο ποτό, στην αρχή γινόταν λιώμα, σταδιακά βρήκε τις ισορροπίες του. Μεθούσε αλλά δεν κατέρρεε, στεκόταν στα πόδια του. Δοκίμασε χρώματα και γεύσεις. Κατέληξε να πίνει σταθερά Μανχάταν – σκληρό ποτό για τα δικά μου δεδομένα.

Μια νύχτα του έκανα παρέα. Συνήθως καθόταν σε κάποιο τραπέζι, εκείνη τη φορά ήρθε στη μπάρα. Ήπια μαζί του, συγκρατημένα. Μιλήσαμε, για ποτά κυρίως. Το χάραμα με ρώτησε αν μπορούσα να τον μεταφέρω στο σκάφος – εκεί κοιμόταν, δεν άντεχε να πάει στο σπίτι. Είχε πιει παραπάνω από το συνηθισμένο, ήθελε κάποιο στήριγμα. Ένοιωθα εξαντλημένος αλλά  δεν μπόρεσα να αρνηθώ. Κάλεσα ταξί. Καθίσαμε πίσω. Μετά από λίγο έγειρε στον ώμο μου, αποκοιμήθηκε. Τον κοίταξα. Ένας μεθυσμένος άγγελος. Όπως και άλλες φορές, είχα την αίσθηση ότι αυτές οι πρόσκαιρες γνωριμίες ήταν μοιραίες, αναπόφευκτες, προέκταση ενός παρελθόντος που παιζόταν κάθε φορά σε νέες παραλλαγές. Έκλεισα τα μάτια, θυμήθηκα τα περασμένα. Παλιά ξεχασμένα δωμάτια, γλαρωμένα χαμόγελα, ξένα πάθη που άφησαν μέσα μου ανεξίτηλα τα πένθιμα και σκοτεινά τους ίχνη.

Είχα χρόνια να κατέβω στο καρνάγιο. Ξημέρωνε. Το φεγγάρι μισό, ανεξήγητο. Ο φύλακας ήταν παλιός γνωστός. Φέρθηκε εγκάρδια. Του εξήγησα την κατάσταση. Το ξέρω, μου λέει, κάθε νύχτα τα ίδια. Τον ανεβάσαμε στην καμπίνα και τον βάλαμε στο κρεβάτι. Το εσωτερικό του σκάφους ήταν εντυπωσιακό, άνετο αλλά ακατάστατο. Πάνω στο τραπέζι του σαλονιού υπήρχαν άδεια μπουκάλια κρασί, ένα σταχτοδοχείο γεμάτο αποτσίγαρα, χαρτιά, φάκελοι και μια φωτογραφία σε μεγάλη επίχρυση κορνίζα – υπέθεσα πως ήταν ο πατέρας του, τον θυμόμουν αμυδρά. Πήγα να φύγω αλλά ο φύλακας μου ζήτησε να κοιμηθώ εκεί. Ανησυχούσε μη γίνει καμιά στραβή και πάρει φωτιά το σκάφος. Πριν από καιρό ένας μεθυσμένος Ισπανός είχε καεί μαζί με το ιστιοφόρο του από ένα ξεχασμένο τσιγάρο. (περισσότερα…)

Τρίτη ηλικία

*

Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;

Πόσο σ’ αρέσει να ξεχνιέσαι
και πόσο γρήγορα ξεχνάς.
Στης λύπης το μαντίλι δέσε
δώδεκα κόμπους ξενοιασιάς.

Τί κι άν θολώνει το ποτάμι,
τί κι άν οι θύμησες ριγούν;
Στης βουβαμάρας το θαλάμι
μήν τις αφήσεις να πνιγούν.

Βγές για περίπατο και μίλα.
Στο δάσος δέ σ’ ακούει κανείς.
Τα χρυσοκόκκινα τα φύλλα
σκύψε και μέτρα τα. Μπορείς;

Ασπριδερά, καφέ και γκρίζα
καβάλησαν στα κουτουρού
μικρά ομπρελάκια δίχως ρίζα
τα δαχτυλίδια ενος κορμού.

Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;
Βρές μια γερή βαλανιδιά
κι αφού την αγκαλιάσεις, άσε
στη φλούδα-της μια χαρακιά. (περισσότερα…)

«Μὲ γέννησαν ἡ Ζούρτσα καὶ τὸ Ἀργοστόλι»: Τάσος Γαλάτης (1937-2025)

*

του ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

~.~

«Γεννήθηκα στὸ Ἀργοστόλι τῆς Κεφαλλονιᾶς στὶς 8 Δεκεμβρίου 1937, μιὰ ἐποχὴ δύσκολη καὶ ἐπικίνδυνη γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα καὶ ἰδιαίτερα γιὰ τὴν Εὐρώπη. Ἄλλωστε εἶχαν προηγηθεῖ ὁ ἱσπανικὸς ἐμφύλιος πόλεμος καὶ οἱ Δίκες τῆς Μόσχας. Τὰ πάντα ἔδειχναν ὅτι ὅσα θὰ ἐπακολουθοῦσαν δὲν θὰ ἦταν αἰσιόδοξα.

Ἤμουν κιόλας ἑπτὰ χρονῶν ὅταν διαδραματίστηκαν τὰ Δεκεμβριανὰ καὶ ἀκολούθησε ὁ ἐμφύλιος σπαραγμός. Σ᾿ ἐκείνη ἀκριβῶς τὴν περίοδο, ἀμέσως μετὰ τὰ Δεκεμβριανὰ ἡ οἰκογένειά μου ἐγκαταστάθηκε στὴν Καλογραίζα ὅπου ζήσαμε ὣς τὰ δεκαέξι μου χρόνια, ὁπότε μετακινηθήκαμε σὲ ἄλλες γειτονιὲς τῆς Νέας Ἰωνίας καὶ τοῦ Νέου Ἡρακλείου. Νωρίτερα κάπως εἶχα ἀρχίσει νὰ ἀνακαλύπτω τὴν ποίηση παρακολουθώντας φανατικὰ τὸ Ἑλληνόπουλο καὶ τὸν Θησαυρὸ τῶν παιδιῶν, τὰ δύο περιοδικὰ ποὺ στήριξαν τὰ παιδικά μας χρόνια καὶ τὴν ἐφηβεία μας. Ἂς προσθέσω σ᾿ αὐτὰ καὶ τὸ Σπίτι τοῦ παιδιοῦ. Τί ἦταν ὅμως ἡ ποίηση γιὰ μένα; Χρειάστηκε νὰ περάσει καὶ ἄλλος καιρὸς γιὰ νὰ συνειδητοποιήσω τὴ σημασία της, τὴν ἀξία καὶ τὴν ἀποστολή της. Στὴν πρώτη μου συλλογὴ προτάσσω ἕνα πολύστιχο κάπως ποίημα μὲ τὸν τίτλο «Στὸ Λαβύρινθο». Ἐκεῖ χρησιμοποιώντας ὡς σύμβολο τὸν Μινωϊκὸ Λαβύρινθο ἀπὸ τὸν ὁποῖο βγῆκε σῶος ὁ Θησέας χάρη στὴ βοήθεια τῆς Ἀριάδνης, θέλησα νὰ δώσω μιὰ εἰκόνα τῆς ἐποχῆς μας. Ὁ Λαβύρινθος εἶναι ὁ σύγχρονος κόσμος καὶ ἡ Ἀριάδνη μιὰ ἀπὸ τὶς μεταμορφώσεις τῆς ποιήσεως. Σ᾿ αὐτὸ λοιπὸν τὸ στιχούργημα ἀκούγεται ἡ φωνή

Δὲν θὰ ξαναγυρίσεις πιά
δὲν θὰ ξαναγυρίσεις
εἶσαι ὁ ποιητής.

Ἡ προειδοποίηση αὐτὴ στάθηκε προφητική, ἀφοῦ γιὰ πάντα ἔμεινα σ᾿ ἐκεῖνα τὰ χαλάσματα μὲ τὰ παγωμένα βλήματα. Στὰ ἑπόμενα βιβλία μου ἡ φωνὴ αὐτὴ ἄλλοτε ἀπειλητική ἄλλοτε παρηγορητική, ἐπίμονη πάντα μὲ συνοδεύει μέχρι σήμερα καὶ στὶς ἑπόμενες συλλογές μου.

Ὡστόσο ἐπιθυμῶ πέρα ἀπὸ τὶς προσωπικές μου ἐμπειρίες νὰ μνημονεύσω τὸ ἀνθρώπινο περιβάλλον ἐκείνης τῆς ἐποχῆς καὶ ἰδιαίτερα τοὺς φίλους μου. Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλους τὸν συμμαθητή μου Δαμιανὸ Κοκκινίδη, τὸν βιβλιογράφο τοῦ ζεύγους Roger [καὶ Τατιάνας] Milliex. Ἦταν ὁ Δαμιανὸς ποὺ μὲ παράσυρε σ᾿ ἕνα ἀτέλειωτο κυνηγητὸ γνωστῶν τότε ποιητῶν καὶ λογοτεχνῶν. Στὴν Νέα Ἰωνία ζοῦσε κι ἔγινε ὁ στενότερος φίλος μας ὁ ποιητὴς Χρῖστος Ρουμελιωτάκης ποὺ χάσαμε πρόσφατα, ὁ σκηνοθέτης καὶ πεζογράφος Γιῶργος Μιχαηλίδης, ὁ ζωγράφος, ἀρχιτέκτονας καὶ ποιητὴς Νίκος Γαζέπης καὶ ἄλλοι ποὺ ἀποτελοῦσαν τὸν πνευματικὸ κόσμο τῆς Νέας Ἰωνίας καὶ στάθηκαν ὁδηγητές μας. Πρέπει νὰ ἀναφέρω τὸν σπουδαῖο ποιητὴ Τάκη Σινόπουλο, τὸν σημαντικὸ λόγιο Νίκο Μηλιώρη, τὸν ποιητὴ τῶν Λιμανιῶν Χρῖστο Καμπούρογλου, τὸν ζωγράφο Βάσο Βασιλειάδη, τὸν γιατρὸ καὶ συγγραφέα Βάσο Βογιατζόγλου καὶ ἀνάμεσα σὲ ὅλους τὸν ποιητὴ Δημήτρη Δούκαρη ποὺ χάθηκε πρόωρα μόλις δέκα χρόνια μεγαλύτερός μας. (περισσότερα…)

Αντωνυμία

*

… απέθανεν και Καρασούτσας τις
ΟΙ ΕΦΗΜΕΡΙΔΕΣ

Ο ένδοξος δέκατος ένατος αιώνας
με τις παλιγγενεσίες, τα ανδραγαθήματα
και άλλα τοιαύτα εθνικά ωραία.

Κι αν τον μνημονεύω δεν είναι για τα κραταιά
ούτε για το ξαστέρωμα της σκέψης
είναι για την άκρα περιφρόνηση της λέξης
που είπανε γι’ αυτόν την άλλη μέρα της θανής του.

Και ήταν εύρετρα της σορού αυτή η αντωνυμία
κέρμα ευτελές για τον περατάρη
για μένα πρώτο της ποίησης κεντρί
στα δεκαπέντε μου η γνωριμία με τους στίχους.

Τους σπουδαίους ύστερα τους γνώρισα
κι έγινε η αντωνυμία βάλσαμο και η κάργα αηδόνι.
Μα τη λέξη την αόριστη δεν ξέχασα ποτέ
πολλές φορές εις εν άστρον σηκώνω το κεφάλι
τους ίαμβους λέω του ποιητή (περισσότερα…)

Θέρετρα

*

Φριχτά μαντέματα λεν για τα γηρατειά:
Το κύμα, λεν, αφρούς στ’ αστέρια δεν θα υψώνει.
Χωρίς χαμόγελο η χλόη, τα νερά
χωρίς καρδιάς παλμό, χωρίς Θεό οι κλώνοι.
ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ (μετάφραση Γ. Κοροπούλης)

Και τώρα αρχίζει το φθινόπωρο:
Πού θα μας βγάλει αυτό; Ποιος ξέρει;
Η μέρα χάραζε πρωτόφαντη
κι ήταν η πλάση καλοκαίρι.

Κάποτε νόμισα μας μίλησαν,
Χαλκιδική, τα κύματά σου,
για μια στιγμή το σύμπαν άνοιξε…
Καιρέ, γιατί πια τρέχεις; Στάσου!

Ο ήλιος στην κορφή του ανέμιζε
κι εμείς, μικροί, δεν ξέραμ’ ότι
(καθώς χωρίς σκοπό γυρνούσαμε)
δεν είν’ αιώνια η νιότη.

Και τώρα αρχίζει το φθινόπωρο:
Αργά τα θέρετρα θ’ αδειάσουν.
Θα ’ρθούν βροχές, βροντές κι αγέρηδες
σωρούς τις μνήμες ν’ αραδιάσουν. (περισσότερα…)

Συντροφεύγοντας τόν ἑαυτό: Συστάσεις ἐν θερμῷ

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~

Μέρος A΄:  Συστάσεις ἐν θερμῷ

1.   Ἕνα γλυκό ἀστεῖο, μιά κοντομάνικη παρουσία πού λίγο παραδίπλα ἀπό τή σοβαρότητα χαϊδεύει τα μπρατσάκια της. Καί νά γίνω… νά γίνω τί;

2.   Κρῖμα, κι ἐγώ πού νόμιζα πώς σέ κάθε ἀναμαλλιασμένο ἄνθρωπο ἀντιστοιχεῖ κι ἕνα ἔργο. Αὐτοδικαίως. Αὐτομάτως. Αὐτονοήτως. Αὐτοπαθῶς.

3.   Ἕνας ἄνθρωπος πού οἰκουρεῖ, δέν μπορεῖ νά βρίσκεται ἀλλοῦ· θά εἶναι στά ἅπαντα τῆς σοφίας, ἐν τῷ συνόλῳ, ἐν εὐρείᾳ ἐννοίᾳ.

4.   Ἄν ἤμουν γιατρός, λ.χ., θά ἤμουν στόν τελευταῖο ὄροφο τοῦ τελευταίου νοσοκομείου, στό τελευταῖο γραφεῖο τοῦ τελευταίου ὀρόφου. Θά ἤμουν ὁ τελευταῖος! Γιά νά ἔρθεις σέ μένα θά ἔπρεπε νά μέ φθάσεις. Θά ἐρχόταν ὁ συγγενής, ἡ μάνα, ὁ θεῖος, ὁ γιός καί θά μοῦ ἔλεγε: ὅλα ἔγιναν καί τίποτε δέν ἔγινε. Ὅλα τελειώνουν. Κι ἐγώ, Κόπτης γιατρός ἐξ Αἰγύπτου πού κάποτε βρέθηκε στίς ἐρήμους της Νιτρίας, θά ἔλεγα: δῶστε του νά πιεῖ λίγο νερό! Ἰδού πῶς ξεκινοῦν τά λόγια τῆς ὑστεροφημίας νά ταξιδεύουν. Τί νά λέμε τώρα, τίποτα ἄλλο δέν χρειάζεται. Καί λίγη τύχη βέβαια, νά γίνει καλά ὁ ἄνθρωπος.

5.   Ἀγοροφέρνω. Εἶμαι ἀγόρι παπουδένιο. Τί νά τούς κάνω τούς ἄντρες, αὐτοί εἶναι σοβαροί καί χρήσιμοι… Κι ὅμως, τούς παπποῦδες θά τούς πέρναγα… Μοῦ τό ζήτησε ὁ παπποῦς καί περάσαμε μαζί, βῆμα-βῆμα, ἀργά-ἀργά, στό ἀπέναντι πεζοδρόμιο. Χάρηκα πολύ. Δέν κόστισε καί τίποτα. Τό μόνο πού ἔκανα ἦταν νά καθυστερήσω τό βῆμα μου. Καί μόλις φθάσαμε στό ἀπέναντι πεζοδρόμιο τόν ἄφησα νά στηριχτεῖ πάνω μου γιά νά ἀνεβεῖ στήν ἄκρη τοῦ πεζοδρομίου… Τόν ἴδιο δρόμο πήραμε· λίγο πιό μπροστά ἐγώ, νεαρός Ἕλληνας ἀπό τήν ἐπαρχία, καί πίσω μου ὁ σαπιοδόντης Ἰταλός παπποῦς. Ἡ δικαιοκρισία τῆς ζωῆς. Τόν ἴδιο δρόμο παίρνουμε. Στόν ἴδιο δρόμο εἴμαστε σκορπισμένοι. Ἀνάλογα μέ τήν ἡλικία, ἀνάλογα μέ τήν ὑγεία. Μόνο πού θά περάσουμε ἀπ’ ὅλες τίς ἡλικίες κι ἀπ’όλες τίς ὑγεῖες. Καί εἰς ἄλλα μέ ὑγεία. Ξεμακραίνουμε ξεμανίκωτοι, χωρίς νά κοιτᾶμε πίσω, κι ὅμως, ἔρχονται πίσω μας ξεκούρδιστα ρολόγια. Ἔρχονται τά ξεκουμπίδια μας. Τρεχάτε μωρέ, τρεχάτε.

(περισσότερα…)

Πέτρα

*

Τις νύχτες τα τεισιά τσακρούν σώπα τειχοραΐζουν
Ξεβαίννουσιν φαντάσματα αιώνες ξεκολλούσιν
Ασώματοι ψεματινοί βρίσκουν φωνήν μιλούσιν.

Την Κάντια, την πυργοδέσποινα, τη φρουρούσε ένα σώμα επίλεκτο, κάτι αγέλαστοι βιγλάτορες, που δεν θωρούσαν ποτέ χαμαί. Πρώτοι στη μάχη, μα και στη σύνεση, που, όποτε δέχονταν να μάθουν ο ένας από τον άλλον κι ο καλός τον καλύτερο, κι όλοι τους από εκείνους που πολέμησαν πριν απ’ αυτούς, συνιστούσαν μαζί ένα ακατάβλητο σύνολο. Μ’ ένα νεύμα της θαρρείς πως άνοιγαν πόρτες κρυφές, κάνοντάς τους να μαντεύουν απ’ τον αέρα κάθε της πρόσταγμα. Κι εκείνων που νόμιζαν ότι μπορούσαν να παραβούν τους ορισμούς της ο μικρός, ελάχιστος δισταγμός έμοιαζε να περιέχει κιόλας την απολογία του.

Ήταν οι στιγμές που η όψη της αποσπαζόταν κι αποκτούσε την κόψη του λεπιδιού. Κανείς δεν ήθελε τότε να την ενοχλήσει, κανείς δεν επρόκειτο να της απευθύνει καμία ερώτηση. Κι ας ήξεραν πως δεν υπήρχε ποτέ, στ’ αλήθεια, απάντηση στην ερώτηση· έτσι, μόνο για να ρωτήσουν, στη χάση της. Ν’ ακουστεί μια φωνή.

Σκληρή, άτονη, ανήλεη, απρόσιτη στα μάτια του κόσμου. Κανείς δεν ήξερε πως η καρδιά της κυράς, της Αρσενάλιας, ήταν φτιαγμένη από μαλακά, θερμά πετρώματα, ίδια με τον πυρήνα της γης, που διατηρούσε την υπαρξή της ζωτική και φλογώδη. Τα βράδια το βουνό τη σκέπαζε στην αγκάλη του. Ίσως αυτό να καταλάβαινε.

Στο βλέμμα της, όμως, παρέμενε μια ανεξήγητη έξαρση, τόνοι ανέκφραστοι μιας αμεταμέλητης ομορφιάς. Η αυστηρή περηφάνεια της. Η αντίστασή της στη στενότητα και σ’ εκείνους που μόλυναν την ευπρέπεια του οίκου της. Η αυτοπεποίθησή της, που σκάει σαν ρόδι. Η αδικαίωτη οργή της, το θεμέλιο της ελευθερίας της.

Όταν εκτίζαν το παλάτι, οι δουλευτές της έκαναν γούστο ν’ ανεβαίνουν για χάρη της εκείνα τα τριακόσια-τόσα σκαλοπάτια, τα σκαλισμένα στον βράχο. Κι όταν έφταναν στην κορφή, μιλούσαν μόνο για το παράθυρο της βασίλισσας, κι όλοι στοχάζονταν μέσα τους, χωρίς να τ’ ομολογούν, από ντροπή ή από την περφάνεια του φύλου τους, πως θα ’θελαν να είναι ο βασιλιάς. (περισσότερα…)

Θα μπορούσε να ’χε φορέσει τις πυτζάμες του…

Νίκος Λεβέντης (1947-2024)

~.~

Μια πραγματική εκ των προτέρων βίωση
του θανάτου ενός συγγραφέα

της ΗΡΩΣ Τ.

~.~

Αλλά και τι θα άλλαζε, αφού πήγαινε κατευθείαν κατά Εκεί!

Ρούχο (σλαβ. ruho), ένδυμα, φόρεμα, ιμάτιο… Ήξερε, είχε έρθει η ώρα να απεκδυθεί κάθε κάλυμμα του σώματός του. Τώρα πια δεν χρειαζόταν τίποτε από αυτά. Ήταν γραφτό να πάρει πάλι τη μορφή με την οποία μπήκε από την πόρτα της μάνας του στον κόσμο, νυμνός[i].

Όταν είχε τηλεφωνήσει στη Χλόη να έρθει να του κάνει παρέα, δεδομένης της σε πλήρη εξέλιξη μετακόμισής του σε νέα γειτονιά, δεν ήταν και πολύ στα καλά του. Μετά από παρακλήσεις της φίλης του υποσχέθηκε ότι την επομένη θα πήγαινε στο Νοσοκομείο να κάνει τις απαραίτητες εξετάσεις, μια που ανάσαινε με μεγάλη δυσκολία. Την είχε ωστόσο παρακαλέσει να του φέρει πυτζάμες για να έχει να φορέσει εκεί που θα πήγαινε.

Εκεί που πήγε τελικά, μα και σε Νοσοκομείο να είχε προλάβει να πάει, η Νοσοκόμα θα του έλεγε ή θα έλεγε στη συνοδό του, ότι τα ρούχα ήταν πια περιττά. Και όπως συνήθιζε, μετά από τα θέσφατα της λειτουργού του Νοσοκομείου, θα έφερνε στο μυαλό του τις συγκεκριμένες σχετικές γραμμές της επιστολής του Ρομπέρ Ντεσνός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης de Flöha en Saxe στην αγαπημένη του Youki:

«Στείλε μου πακέτα πολλά πακέτα… γέμισέ τα με τρόφιμα, κάλτσες, σαπούνι, καπνό… Όχι ρούχα…»

και στα τελευταία του (1945), τότε που πήγαν να τον βρουν καλλιτέχνες, ποιητές, ανάμεσά τους ο Ελυάρ, συνεχίζοντας να της γράφει:

«Μόνο τροφές, ταμπάκο, σαπούνι… Όχι ενδύματα πολιτικά… Το μόνο καταφύγιο που μου μένει είναι η ποίηση».

Τον Γάλλο ποιητή τον βασάνιζαν οι ναζί, ετούτον εδώ, τα βάσανα της καθημερινότητάς του που τον έκαναν να μετακομίζει μια ζωή από σπίτι σε σπίτι και να μην βρίσκει παρηγοριά. Η μόνη του ανάσα ήταν και σ’ αυτόν τα βιβλία και η ποίηση, που συνοδευόταν πάντα και από την αγάπη της ζωγραφικής κυρίως, αλλά και της μουσικής.

Οι τελευταίες δοξαριές της ζωής του ήταν η αγκαλιά με αυτά τα σπάνια βιβλία που συντρόφευαν τα τελευταία του χρόνια, τους τελευταίους μήνες, τις τελευταίες στιγμές. Ίσως και οι γυναίκες. Αλλά δεν είχε άλλο κουράγιο, ίσως και να ήθελε να μείνει στη μία, αλλά και αυτή είχε απομακρυνθεί. (περισσότερα…)

Το 13ωρο

*

Σε δεκατρείς ώρες κάποιοι έχουν φτάσει Νέα Υόρκη
πίνουν καφέ στη Βία Βένετο στη Ρώμη
Σε δεκατρείς ώρες το φως το έχει φάει το σκοτάδι
ένα παιδί κουράστηκε να περιμένει και νυστάζει
Σε δεκατρείς ώρες τα φρούτα έχουν πλέον ωριμάσει στο καλάθι
η πρωινή βροχή έχει ψηλώσει το χορτάρι
Σε δεκατρείς ώρες η θάλασσα έχει αλλάξει δέκα γνώμες
ο πλανητάρχης έχει ειρηνεύσει δέκα χώρες
Σε δεκατρείς ώρες κάποιοι έχουν φάει κι έχουν πιει κι έχουνε σιέστα
Σε δεκατρείς ώρες κάποιοι είναι ακόμα στη δουλειά,
μα συναινέσαν

Σε δεκατρείς ώρες
κάποιοι απολύθηκαν, μα φταίξαν.

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ

*

*

*

Τα μυστικά εργαλεία της ανθρώπινης φωνής

*

Τα όργανα γραφής ως ανάθημα και βίωμα
στα αρχαία ελληνικά επιγράμματα

του ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΣΙΑΠΛΕ

~.~

Πλησιέστατα, δεξιά που μπαίνεις, στην βιβλιοθήκη
της Βηρυτού θάψαμε τον σοφό Λυσία,
γραμματικόν. Ο χώρος κάλλιστα προσήκει.
Τον θέσαμε κοντά σ’ αυτά του που θυμάται
ίσως κ’ εκεί — σχόλια, κείμενα, τεχνολογία,
γραφές, εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία.
Κ’ επίσης έτσι από μας θα βλέπεται και θα τιμάται
ο τάφος του, όταν που περνούμε στα βιβλία.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, «Λυσίου Γραμματικού τάφος» (1914)

Πριν από την ανακάλυψη της τυπογραφίας η διαδικασία της γραφής ήταν μια αργή και επίπονη χειρωνακτική διαδικασία. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά υλικά που τους χορηγούσε με αφθονία η φύση: καλάμια, πέτρες, μεταλλικά ή ξύλινα εργαλεία. Το μελάνι παραγόταν από φυτικές ή ζωικές ουσίες, ενώ το υλικό γραφής μπορούσε να είναι οτιδήποτε: από φύλλα και φλοιούς δέντρων, πηλό, λινάρι και κηρωμένες πινακίδες μέχρι πάπυρο, περγαμηνή και χαρτί. Η τυπογραφία, ωστόσο, όπως αναπτύχθηκε τον 15ο αιώνα από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο, άλλαξε ριζικά τόσο τη λειτουργία της γραφής όσο και τα μέσα με τα οποία αυτή πραγματοποιείται: από το χειρόγραφο περάσαμε στο έντυπο βιβλίο, η γραφή έπαψε να είναι προνόμιο των λίγων. Αυτή η ριζική μεταβολή δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανεπηρέαστα και τα όργανα γραφής.

Η γραφή δεν συνιστούσε απλώς έναν πρακτικό μηχανισμό καταγραφής, αλλά μια πολύπλοκη τελετουργία λόγου και ύλης, στην οποία η σχέση του γραφέα με τα όργανα γραφής διαμορφωνόταν μέσα από ένα δυναμικό πλέγμα εξάρτησης και ελέγχου. Η αποτύπωση του λόγου στο υλικό υπόστρωμα δεν αποτελούσε ουδέτερη ή απλώς μια διεκπεραιωτική διαδικασία· αντιθέτως, ήταν έκφραση σωματικής επιτέλεσης και τεχνικής δεξιότητας, όπου ο γραφέας λειτουργούσε ως μεσολαβητής ανάμεσα στο άυλο νόημα και την ένυλη ενσάρκωσή του.

Τα εργαλεία γραφής —ο κάλαμος, το μελάνι και ο πάπυρος— δεν προσφέρονταν ως άψυχα και ομοιογενή μέσα, αλλά ως ενεργά υλικά, με περιορισμούς και δυνατότητες που απαιτούσαν συνεχή διαχείριση. Ο κάλαμος για παράδειγμα, όργανο από φυσικό καλάμι, έπρεπε να τροποποιηθεί κατάλληλα: να κοπεί, να ξυστεί, να ακονιστεί, ώστε να εξασφαλίσει την επιθυμητή ροή του μελανιού και την καθαρότητα των γραμμάτων. Ο γραφέας, με άλλα λόγια, δεν ήταν απλός χειριστής του εργαλείου του·ήταν κατασκευαστής του, υπεύθυνος για τη βελτιστοποίηση της υλικής του συμπεριφοράς. Η ελάχιστη παρέκκλιση στη γωνία κοπής ή στην υφή της άκρης μπορούσε να διαταράξει ολόκληρη την πράξη της γραφής.

Παρομοίως, το μελάνι απαιτούσε γνώσεις παρασκευής, διατήρησης και χρήσης. Δεν υπήρχε σταθερή, εμπορική σύνθεση· η ποιότητά του εξαρτιόταν από τοπικές παραδόσεις, υλικά και εμπειρική γνώση. Η χειροποίητη του φύση καθιστούσε τον γραφέα όχι μόνο καταναλωτή, αλλά και συμμέτοχο στην ίδια την παραγωγή του μέσου. Όμοια, ο πάπυρος, ως οργανικό υλικό με ποικίλη υφή, πάχος και απορροφητικότητα, απαιτούσε ιδιαίτερη εξοικείωση· δεν ήταν απλό υπόβαθρο, αλλά ενεργός συνομιλητής στη διαδικασία της εγγραφής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η σχέση του γραφέα με τα εργαλεία του χαρακτηριζόταν από μια διαλεκτική αλληλεξάρτηση: εξαρτιόταν απολύτως από τις ιδιότητες των υλικών του, αλλά ταυτόχρονα επεδίωκε και συχνά κατόρθωνε να επιβάλει πάνω τους το προσωπικό του ύφος, την τεχνική του ιδιοσυγκρασία και την αισθητική του πρόθεση. Η γραφή μετατρεπόταν έτσι σε ενσώματη εμπειρία, όπου η υλικότητα του μέσου διαμόρφωνε –αλλά και διαμορφωνόταν– από την πνευματική εργασία του γραφέα. Εν τέλει, ο γραφέας δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένος από τα εργαλεία του. Η πνευματική του λειτουργία τελούσε υπό συνεχή υλική διαπραγμάτευση, γεγονός που αναδεικνύει την προτυποποίηση του γραπτού λόγου όχι ως στατικής μορφής, αλλά ως ζωντανού και δυναμικού συμβάντος, όπου ο τεχνίτης και τα τεχνήματα συνδιαμορφώνουν την έκφραση του νοήματος.

Η σύνδεση ανάμεσα στον γραφέα και τα όργανα εργασίας του δεν διακοπτόταν μετά την απόσυρση του από την ενεργό δράση: τα εργαλεία της τέχνης τους εξακολουθούσαν να διατηρούν έναν σχεδόν ιερό χαρακτήρα: γίνονταν αντικείμενα μνήμης, φορείς ταυτότητας και σύμβολα ενός βίου αφιερωμένου στη γραφή. Αυτή η σχέση επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι τα όργανα γραφής αποτυπώνονται στον διάκοσμο των επιτύμβιων στηλών ως σημαντικός δείκτης της ταυτότητας, της κοινωνικής θέσης και της εγγραματοσύνης του νεκρού ή αποτελούν μέρος του κτερισματικού συνόλου που συνόδευαν τον θανόντα στην τελευταία του κατοικία.[1] Το έθιμό μάλιστα αυτό δεν αφορούσε αποκλειστικά τους άνδρες: όργανα γραφής (γραφίδες, ξέστρα, μελανοδοχείο) έχουν εντοπιστεί ακόμη και σε γυναικείες πριγκιπικές ταφές.[2] (περισσότερα…)