Απ’ τις πλαγιές του Πάικου στου Αξιού τις όχθες

*
Απ’ τις πλαγιές του Πάικου στου Αξιού τις όχθες

Μόλις πιάσει να φυσάει ο βοριάς
και συρθεί στα χώματα της Ειδομένης,
γίνεται βαρδάρης

αντάρτης απ’ την χιονισμένη Τζένα
που ’κοψε δρόμο
για τις πετράρες του Καρασινάν

μικρός βοσκός της Τσέρνα-Ρέκα
που δρασκελάει απ’ τις πλαγιές του Πάικου
στου Αξιού τις όχθες

μπαρούτι και πάταγος,
αντίλαλος του Σκρα
στ’ αμπέλια της Γουμένισσας

τρελοβαρδάρης γίνεται
που φέρνει βόλτα
στης Τσιγγάνας τα στενά.

~.~ (περισσότερα…)

Τάνια Μαλιάρτσουκ, Την πατρίδα στον ώμο

*

Μετάφραση ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Γνώρισα κάποτε έναν Τυνήσιο, ο οποίος ξεκινούσε κάθε πρότασή του με τη φράση «Σε μας στην Τυνησία είναι έτσι». Όταν του είπα ότι είμαι συγγραφέας, ο Φουρτ –έτσι λεγόταν– με κοίταξε με απερίγραπτη λύπηση, λες και ήμουν κολοβό κουνέλι. «Σε μας στην Τυνησία είναι έτσι», έσπευσε να ανακοινώσει, «οι έξυπνοι σπουδάζουν μαθηματικά και φυσική, οι λιγότερο έξυπνοι οικονομικά, και οι εντελώς βλάκες, μην όντας ικανοί για τίποτα, ασχολιούνται με τη λογοτεχνία. Έτσι για να ξέρεις, εγώ είμαι μαθηματικός». Πάντα, όταν μιλούσε, στόλιζε το λόγο του με ανάλογες σοφίες.

«Σε μας στην Τυνησία είναι έτσι», συνήθιζε να λέει ο Φουρτ: «Ο μηχανικός κατασκευάζει το αεροπλάνο, ο οικονομολόγος υπολογίζει την αξία του και ο συγγραφέας το κοιτάζει κι αναφωνεί ‘αχ, τι ωραίο!’. Γιατί, ποια είναι η δουλειά σας, εσάς των συγγραφέων;! Ας πάρουμε, για παράδειγμα, το μυθιστόρημα. Ούτε μία λέξη δεν αληθεύει εκεί μέσα, όλα αποκυήματα της φαντασίας. Ψεύδεστε ασύστολα και για τα πάντα!»

Τον Φουρτ τον γνώρισα στα μαθήματα γερμανικών στη Βιέννη. Λατρεύω τα μαθήματα γερμανικών γιατί εκεί μπορεί να παρατηρήσει κανείς καλύτερα την ποικιλία και τη διαφορετικότητα της υφηλίου. Εκεί η υφήλιος συναντιέται έτσι, όπως είναι, συγκρούεται και απομακρύνεται άρον-άρον ανυπόμονη, ξεροκέφαλη, πολύξερη, προκατειλημμένη, αντιλέγει τα ίδια της τα λεγόμενα, τσακώνεται και περιφρονεί, εκεί η υφήλιος δεν αποδέχεται τον εαυτό της. Ο Φουρτ ονειρευόταν για παράδειγμα πως δεν θα υπήρχε ο κόσμος, παρά μονάχα μια μεγάλη, πολύχρωμη Τυνησία, και πως η Τυνησία θα βρισκόταν παντού, θα κάλυπτε τα πάντα. Ο Φουρτ κουβαλούσε, με άλλα λόγια, την πατρίδα του στον ώμο, τη μετέφερε διασχίζοντας τη Μεσόγειο, την έκανε φύλακα-άγγελο κι ασπίδα ενάντια σε κάθε φόβο που του επεφύλασσε το Άγνωστο. Έτσι ένιωθε πιο ήρεμος, έτσι έβρισκε παρηγοριά.

«Σε μας στην Τυνησία είναι έτσι», έλεγε πραγματικά με κάθε ευκαιρία, πράγμα που μου την έδινε γερά στα νεύρα. Ώσπου ξεκίνησα κι εγώ μ’ αυτό. (περισσότερα…)

Η κιβωτός του Πρωτεσίλαου

*

Η ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΕΣΙΛΑΟΥ

Ο Πρωτεσίλαος έφτιαχνε ένα καράβι από αρμυρίκια και έβαζε μέσα τις ιστορίες που σκαρφάλωναν σαν σκιές πάνω στους τοίχους τα βράδια, το καθρέφτισμα από τα μεγάλα μάτια του στο ποτάμι και ένα κάστρο κόκκινο στη λάμψη από τις φλόγες. Μέσα στην κιβωτό του όσα θα φτιάχνανε τα αντάξια μελλούμενα, τον έρωτα και το κλέος από το κούρσος της Τροίας.

Και όταν η κιβωτός του έφτασε στην Τροία, με μια δρασκελιά ο Πρωτεσίλαος κατέβηκε στον Άδη. Η κιβωτός του τη νύχτα ψάχνει ένα λιμάνι θεσσαλικό και ακόμη δεν το βρήκε. Αυτή είναι η μοίρα κάθε κιβωτού με τα αντάξια μελλούμενα.

Μην ψάχνεις την αιτία στον Πρωτεσίλαο.

«οὐ γὰρ ἐγὼ τούτων αἴτιος, ἀλλ᾽ ἡ Μοῖρα καὶ τὸ ἐξ ἀρχῆς οὕτως ἐπικεκλῶσθαι». Λουκιανού, Νεκρικοί διάλογοι.

~.~

ΤΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΣΥΜΠΟΝΙΑΣ

Είναι το τρίτο βράδυ που δεν έχει ύπνο η Φαίδρα. Κάθεται κάτω από τη βελανιδιά και πλέκει τα χέρια της σφιχτά . Μες στον νου της είναι μια θάλασσα που ανεβαίνει πάνω σε νησιά και τα καταπίνει και όμως, δε χορταίνει.

Από τη βελανιδιά πέφτει ένα φύλλο στη θάλασσα. Έχει μέσα του κάτι φλέβες με συλλαβές που σμίγουν απελπισμένα και φτιάχνουν το «ε» και το «ρω».

Το φύλλο βγαίνει σε μια στεριά στον βορρά. Σε μια αυλή η Σόνια τινάζει από το φόρεμά της τη σκόνη της πλήξης. Κάθεται σε μια καρέκλα ίσα ίσα στην άκρη. Ένοχη που ξαποσταίνει. Με φταίξιμο του έρωτα και αυτή. Μέσα στον νου της ένα δάσος τρέχει κοντανασαίνοντας.

Το φύλλο της βελανιδιάς ορμά εμπρός και τρέμουνε οι φλέβες του. Πετάγονται τα «ε», τα «ρω», τα » ή επί τας». Δεν είναι άλλο από τον έρωτα ή το θάνατο. Και αν ο πρώτος σε αρνηθεί, τότε ο άλλος σε συμπονά. Το φύλλο είναι μια τρυφερή σπονδή στον Ιππόλυτο και στον Αστρόφ. Δεν τους ρωτά. Την ξέρει την απάντηση. Να μπορούσε μόνο να κόψει τις φλέβες με τα γράμματα και να  επιστρέψει ένα νανούρισμα στον κόσμο. Στη θάλασσα της Φαίδρας. Στο δάσος της Σόνιας.

~.~

 ΑΝΤΙΧΘΩΝ *
(Η Αντι-Γη)

ἐπειδὴ τέλειον ἡ δεκὰς εἶναι δοκεῖ καὶ πᾶσαν περιειληφέναι τὴν τῶν ἀριθμῶν φύσιν, καὶ τὰ φερόμενα κατὰ τὸν οὐρανὸν δέκα μὲν εἶναί φασιν, ὄντων δὲ ἐννέα μόνον τῶν φανερῶν διὰ τοῦτο δεκάτην τὴν ἀντίχθονα ποιοῦσιν.
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Μετά τα φυσικά

Στον Αντίχθονα ξημέρωσε. Θητεία φωτός. Μαζεύονται στα σπίτια οι άνθρωποι και κοιμούνται βαθιά με ανοιχτά παράθυρα να βηματίζει το φεγγάρι στα όνειρα. Ούτε που συλλαμβάνει ο νους τους ότι είναι σε έναν κόσμο ανάποδο, με ανεστραμμένη τάξη. Στη γη νύχτα του ήλιου.

Τι χρειαζόμαστε έναν κόσμο αντίστροφο; Γιατί να μη μας φτάνει η γη κι επιθυμούμε και το αντίθετό της; Ίσως γιατί έτσι επανορθώνεται η έλλειψη. Αποκαθίσταται η αρμονία. Τι θα ήταν ο κόσμος χωρίς το αντίθετό του; Και ας μην γνωρίζεις τι είναι ποιο. Ούτε αν ζεις στον κόσμο ή στο αντίθετό του.

* Ο πυθαγόρειος φιλόσοφος Φιλόλαος υποστήριξε την άποψη ότι υπάρχει ένας πλανήτης στον αντίποδα της γης, μη ορατός από τη γη.

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΛΤΣΑ

*

 

Με το βλέμμα του φιλιού

 

*

της ΑΥΓΗΣ ΛΙΛΛΗ

Άρτεμις Χρυσοστομίδου
Oh that hand of yours / Υψηλού επιπέδου τραύμα
Το Ροδακιό, 2022

Δεν υπήρξαν ποτέ πιο περίεργα μάτια από τα δικά της. Τα λουλούδια που οι άνθρωποι ταξιδεύοντας βλέπουν στο δρόμο είναι τα μάτια της. Μπορεί να αγγίζει, να ακουμπά οπουδήποτε. Όλα είναι ορατά. Βλέπει μέσα από τα πάντα, είναι τα πάντα. Τη στιγμή που θα νομίσει ότι θα πεθάνει θα περάσουν από μπροστά της άνθρωποι των σπηλαίων, μεγάλα κεφάλια, μοναχοί του μεσαίωνα, ο σύγχρονος κόσμος, ένα πλαστικό μαχαίρι. […] Ζωγραφική είναι το αιώνια γυμνό βλέμμα. Από τον ποταμό μπορεί να βγει διαφορετική. Καλό είναι ο άνθρωπος να ανεβοκατεβαίνει. [1]

Αντικρίζοντας κανείς και μόνο τα εξώφυλλα των δύο βιβλίων της Αρτέμιδος Χρυσοστομίδου, ταξιδεύει σε ένα άχρονο σκοτεινό, συννεφιασμένο ή ομιχλώδες σκηνικό, όπου η όραση καλείται να αποκρυπτογραφήσει τι βλέπει πάνω σε μια σκούρα μονοχρωμία: κυπαρισσί το πρώτο βιβλίο της συγγραφέως Τα σκυλιά δεν γαυγίζουν στη Γαλλία / Γλυπτική (Το Ροδακιό, 2018), γκρι πετρόλ το πιο πρόσφατο Oh that hand of yours / Υψηλού επιπέδου τραύμα (Το Ροδακιό, 2022). Και στις δύο περιπτώσεις οι διπλοί τίτλοι προκρίνουν την αφή, αλλά εξελικτικά, με έναν φόρο τιμής να αποτίνεται στην τέχνη της γλυπτικής και τις δυνατότητες των χεριών, η αφή ταυτίζεται με την όραση, με την οποία «ο άνθρωπος ανεβοκατεβαίνει».

Γενικότερα  η ποίηση της Χρυσοστομίδου στηρίζεται σε ποικίλα δίπολα: διπλοί τίτλοι, διγλωσσία (ελληνικά και αγγλικά/γαλλικά), ποίηση και πεζό, γραφή και φωτογραφία κ.ο.κ. από μία σκηνοθέτρια ποιήτρια. Για την πρώτη ιδιότητα της Χρυσοστομίδου, η οποία μοιάζει να “στήνει” σεναριακά και σκηνοθετικά τα βιβλία της, χαρακτηριστικό είναι, μεταξύ άλλων, το ποίημα «Αυτή δεν είναι μια ρομαντική ιστορία στις Άλπεις»: «Στις κορυφές, βιολιά, άριες και παπούτσια Kappa γλιστρούν στον πάγο. Από το αμφιθέατρο κοιτάζει το καμπαναριό. Τα κοιμητήρια είναι μουσεία σύγχρονης τέχνης που εκθέτουν στην ησυχία των τάφων, ένα μάθημα για το πώς μπορεί κανείς να μεταμορφωθεί σε τοπίο. Το κορίτσι στην άλλη πλευρά των Άλπεων είναι ένα βουνό που περιμένει να λιώσει το χιόνι για να δει τι κρύβεται αποκάτω. Της γράφει, Αγάπη μου, εμπιστεύου την αγάπη, όχι τα επιχειρήματα, και έλα να με βρεις. […]» (όπ., 22).[2] (περισσότερα…)

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος ΙΑ΄: Ιωάννης Γεωμέτρης | Αποδόσεις Γιώργου Βαρθαλίτη (2/2)

*

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΥΡΙΩΤΗΣ Ο ΓΕΩΜΕΤΡΗΣ

Αποδόσεις του Γιώργου Βαρθαλίτη  [2/2]

~.~

Στὸν σαρκικὸ ἔρωτα.

Ὁ τρομερὸς τὸν νοῦ μου ὁ ἔρωτας τυφλώνει
μὰ τὸ σκοτάδι διώχνει ὁ πόθος σου, Χριστέ μου.

~•~

Σὰν νὰ μιλάει κάποιος ποὺ ζήτησε νερὸ ἀπὸ μιὰ κοπέλα καὶ τὴν ἐρωτεύθηκε.

Ὢ τὸ πικρὸ νερὸ ποὺ πάλι ἤπια καὶ πάλι.
Διψῶ ἀκατάπαυστα. Ποιό τὸ νερὸ εἶναι ἐτοῦτο
ποὺ ἀνάβει πυρκαγιὰ καὶ καίει τὴν καρδιά μου;
Κρυβόταν τῶν ἐρώτων ὁ δαυλὸς ἐντός του.
Καὶ τώρα τί νὰ κάνω; Δῶσε μου ὅμως, κόρη,
τὰ χείλη σου νὰ πιῶ· μὰ ἀπὸ μακριὰ μὲ λιώνεις.
Κοντά σου τὴ φωτιὰ τοῦ πάθους πῶς θὰ ἀντέξω;
Μόνο ἕνα φάρμακο γιὰ αὐτὴ τὴ δίψα ξέρω:
τὸν ἔρωτα ἔρωτας πιὸ φλογερὸς τὸν σβήνει,
τὸν πιὸ μεγάλον ἔρωτα ἕνας πιὸ μεγάλος.
Χριστέ μου, ἁρπάζομαι ἀπὸ σένα τώρα, δῶσ᾽ μου
τὸ ζῶν νερό σου, αὐτὸ θὰ σβήσει καὶ τὴ φλόγα.

~•~

Στὸν ἑαυτό μου Α’.

Ἄχ! Ὁ τοξότης τῶν καρδιῶν καὶ τώρα πάλι,
φωτιὰν ἀνάβοντας, μοῦ ρίχνει τὰ πυρφόρα
τὰ βέλη τὰ φριχτὰ κι ἀγαπημένα. Μ᾽ ἔχει
βαριὰ λαβώσει καὶ δὲν θέλω νὰ τὰ βγάλω,
τὸ ξίφος μπήγω ἐντός μου, θέλω νὰ πεθάνω,
ποθῶ νὰ καῶ, νὰ λαβωθῶ καὶ ἄλλο ἀκόμα.
Ὢ συμφορὰ μεγάλη! Ποιό νερὸ τὴ φλόγα
θὰ σβήσει τὴν πικρή; Τὸ βέλος ποιός θὰ βγάλει;
Ὁ λόγος σου, Χριστέ μου, καὶ τὸ ζῶν νερό σου.
Τὰ φάρμακά σου ἀμέσως φέρε, λυτρωτή μου.

~•~

Στὸν ἑαυτό μου Γ΄.

Εἶσαι, Χριστέ μου, γῆ καὶ θάλασσα καὶ πόλος.
Στὴ γῆ βαδίζω ὅπως προστάζεις κάθε μέρα,
μὲ κυβερνᾶς ἐσὺ στὴ θάλασσα σὰν πλέω,
στὸν οὐρανὸ τοῦ νοῦ μου ὑψώνω τὸ κατάρτι.
Βλέπω ὅλο ἀνέμους μανιασμένους τὸ ταξίδι,
φοβᾶμαι ἀκόμα καὶ τὶς ἄγριες καταιγίδες,
τὶς τρικυμίες μὲ φρίκη βλέπω τῶν παθῶν μου
καὶ τρέμω καὶ τὴν ταραχὴ τῶν λογισμῶν μου.
Πῶς νὰ περάσω καὶ τὸν ἀέρα νὰ διασχίσω;
Πῶς νὰ ξεφύγω τόσα ἐμπόδια καὶ παγίδες,
χωρὶς νὰ πέσω καὶ χωρὶς νὰ ναυαγήσω
στῆς γῆς τὰ βάθη καὶ στὰ μύχια τοῦ ταρτάρου;
Μόνο ἂν κρατήσεις σὺ τοῦ πλοίου μου τὸ δοιάκι
κι ἅμα τοῦ πνεύματός σου ὁ ἀέρας τὰ πανιά μου
φουσκώσει τώρα καὶ στὸν θρόνο σου μὲ φέρει.

~•~

Στὴ ζωὴ Β΄.

Γιατί ἀποφεύγεις τὰ καθημερνά, ψυχή μου,
βάσανα; Δὲν θὰ βρεῖς τῆς ἀλυπίας τὴν τέχνη.
Θέσπισε ὁ Πλάστης νά ᾽χει ἀγκάθια ἡ γῆ ἀπὸ κάτω
καὶ μύριες ἔγνοιες ἡ ζωή μας. Βάσταξέ τες.

~•~

Στὸν πυλωρὸ τοῦ πατρικίου Ἠλιού.

Πές, ποιά εἶναι ἡ μάνα σου, ποιός ὁ πατέρας σου εἶναι.
Εἶσαι ἀπ᾽ ἀλάστορες, ἡ μάνα σου Ἐρινύα.
Ὁ Θεὸς νὰ σὲ μισήσει, βδέλυγμα καὶ τέρας,
ἔχιδνα, δράκαινα, πικρὲ σκορπιὲ καὶ φίδι,
θαλασσινὴ τρυγόνα, βδέλλα, γριὰ καὶ σκύλλα,
κι ὅ,τι θηρίο στάζει ἀπὸ φαρμάκι.

~•~

Στὴ Βάπτιση.

Συνάθροισα ὅλο τὸ νερὸ τῶν θαλασσῶν
ἐγὼ κι ὅλα τὰ βάθη τῆς ἀβύσσου.
Τὸ χέρι τὸ δικό μου πάλι μ᾽ αἷμα
τὸν θόλον ἅπλωσε ψηλὰ τῶν οὐρανῶν.
Βρέχω τὴ γῆ, μὰ ἐδῶ τὴν κεφαλή μου
μὲς στὸ νερὸ βουτάω καὶ βυθίζω
τὴν κεφαλὴ τοῦ δράκοντα μαζί μου.
Ὁ βασιλέας στὸν δοῦλο γέρνω τὸν αὐχένα
καὶ τοὺς θνητοὺς στ᾽ οὐράνια ἀνυψώνω.

~•~

Σὲ κάποιον μουσικό.

Κάποτε ὁ Θάμυρις κι ὁ Ὀρφέας κι ὁ Κινύρας
μὲ τὰ τραγούδια τους μάγευαν δέντρα, πέτρες
καὶ τ᾽ ἄγρια ζῶα. Μὰ οἱ τερπνές σου μελωδίες
τὰ πάντα μάγεψαν: τῆς θάλασσας τοὺς βράχους,
νομίζω, καὶ τὴ θάλασσα τὴν ἄγρια ἀκόμη
τήνε κοιμίζουν καὶ τοὺς δυνατοὺς ἀνέμους.
Κοίτα, σὰν ἄκουσεν ὁ αἰθέρας τὸ τραγούδι
πιὰ τὴν ἀμάχη τῶν ἀγέρηδων τελειώνει
κι ὅλα τὰ γνέφια ποὺ ἀντιστέκονται σκορπίζει.
Δὲς πῶς χαρούμενη χαμογελᾶ ἡ λιακάδα!
Καὶ κάτω ἡ θάλασσα ἡ φουρτουνιασμένη πρῶτα
αἴφνης ἠρέμησε κι ἁπλώθηκε σὰν λάδι,
τὴν ὕβρη πέταξε ὅπως ὁ φονιὰς πετάει
στὴ γῆ τὸ ξίφος, μαλακώνει κι ἡ ἀφορμή του·
ἀπ᾽ τὴ χαρὰ ποὺ μελωδεῖς σοῦ ἀνοίγει δρόμο.
Γλυκὰ ἡ Γαλήνη σὲ κοιτάζει καὶ γελάει.
Σκιρτοῦν τὰ ψάρια κι ἡ φιλόμουση Ἀλκυόνα
μὲ τὸ δικό της σοῦ ἀποκρίνεται τραγούδι.
Γύρω καὶ πλάι στὴ λύρα πλέει τὸ δελφίνι,
κρώζει κι ὁ σκάρος καὶ μπροστὰ χιμᾶ ὁ ναυτίλος,
φτάνει γοργὰ καὶ προβοδᾶ τὸ πλοῖο ὁ πομπίλος.
Ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ μαγέψεις τὸ καράβι
καὶ στὸ τραγούδι σου τὸ κάνεις νὰ χορέψει
καὶ τ᾽ ἄνω κάτω τὸ φέρεις μὲ τὴ βία,
ἢ κάνεις νὰ ἀνεβοῦν πουλιά, θεριὰ καὶ ψάρια
στὸ πλοῖο πάνω καὶ στὸν πάτο τὸ τραβήξεις,
ἢ μήπως πέτρες γίνουν αἴφνης ὣς κι οἱ ναῦτες
ἢ καὶ τὰ πάντα, ἂν θὲς νὰ μοιάσεις στὶς Σειρῆνες.
Βλέπεις αὐτὸς κάνει ὣς κι οἱ πέτρες νὰ σαλεύουν,
ζωὴ σὰν νά ᾽χουνε κι αὐτές, κι ἀπὸ τοὺς ζῶντες
μπορεῖ νὰ κάνει πέτρες ὅποιους κι ἂν θελήσεις.

~•~

[Μήτε ζωγράφου χέρια…]

Μήτε ζωγράφου χέρια μήτε λιθοξόου,
μά, δημιουργέ, ἡ δική σου τέχνη καὶ τὰ χέρια
τὴν ὀμορφιὰ τῶν πάντων σ᾽ ἕνα συγκεράζει.
Μὲ φῶς των ἄστρων τῶν πετρῶν ἡ λάμψῃ μοιάζει,
μὲ τὴ λαμπρὴ φωτιὰ τοῦ αἰθέρα ἡ χρυσὴ ἁψίδα,
τὰ μωσαϊκὰ τὰ ἐξαίσια καὶ τὰ χρώματα εἶναι
ζωγραφιστὸς καθὼς λειμώνας ὅλος μ᾽ ἄνθη.
Ἐδῶ κι ἡ τέχνη τῶν μορφῶν νικᾶ τὴ φύση
καὶ ζωγραφίζει σχῆμα, κίνηση καὶ βλέμμα,
θαρρεῖς ἀκόμα καὶ τὸ πνεῦμα παριστάνει.
Βουνὰ κινεῖ κι ἡ πίστη. Πιὰ τὸ βλέπω ἀλήθεια.
Τοῦ λάτρη σου Νικήτα ἡ ἀγάπη μὰ κι ὁ πόθος
σὰν ζωντανὲς νὰ μοιάζουν ἔκαναν οἱ εἰκόνες,
ὣς κι ἀστραπὲς νὰ ρίχνουν ἔπεισαν τὶς πέτρες
κι ὅλα γεμίσαν μὲ τὴ λάμψη σου, Χριστέ μου.

~•~

(περισσότερα…)

Adam Zagajewski, Ποιητές φωτογραφημένοι

*

Ποιητές φωτογραφημένοι,
ἀλλά ποτέ ὅταν
πραγματικά βλέπουν,
ποιητές φωτογραφημένοι
μέ φόντο βιβλία,
ἀλλά ποτέ στό σκοτάδι,
ποτέ σέ σιωπή,
τή νύχτα, μέσα στήν ἀβεβαιότητα,
ὅταν διστάζουν,
ὅταν ἡ χαρά, σάν τόν φωσφόρο,
κολλάει στά σπίρτα.
Ποιητές χαμογελαστοί,
καλά ἐνημερωμένοι, γαλήνιοι,
Ποιητές φωτογραφημένοι
ὅταν δέν εἶναι ποιητές.
Μακάρι νά γνωρίζαμε
τί εἶναι ἡ μουσική.
Μακάρι νά καταλαβαίναμε.

Μετάφραση ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Μνήμη Κωστῆ Γκιμοσούλη
θανόντος σήμερα 7.8.2023 – N.K.

*

 

Η διαρκής φυγή του Αλεξάντρ Γκριν

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ

Εφτά υπέροχα διηγήματα του Αλεξάντρ Γκριν περιλαμβάνει ο καλαίσθητος τόμος με τίτλο Το νησί Ρενό και άλλα διηγήματα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κίχλη σε εξαιρετική μετάφραση της Βιργινίας Γαλανοπούλου. Ήδη οι τίτλοι των διηγημάτων προϊδεάζουν τον αναγνώστη για τον θαυμαστό κόσμο στον οποίο θα περιηγηθεί αν αποφασίσει να διαβεί το κατώφλι του βιβλίου και αφεθεί να παρασυρθεί στην απολαυστική ανάγνωσή του: «Τα πορτοκάλια», «Ο γάμος του Αυγούστου Έσμπορν», «Το νησί Ρενό», «Το δηλητηριασμένο νησί», «Γη και νερό», «Εχθροί», «Ο σακάτης». Η έκδοση συμπληρώνεται από ένα κατατοπιστικό κι εμπεριστατωμένο επίμετρο της μεταφράστριας.

Ο Αλεξάντρ Γκριν γεννήθηκε το 1880 στη Βιάτκα (σημερινό Κίροφ), μια μικρή πόλη στα βορειοανατολικά της Μόσχας. Μόλις τέλειωσε το σχολείο, σε ηλικία δεκαέξι ετών, φεύγει για την Οδησσό, όπου θα κάνει διάφορες δουλειές του ποδαριού. Κυρίως όμως επιχειρεί να πραγματοποιήσει τ’ όνειρό του: να γίνει ναύτης και να ταξιδέψει. Η καριέρα του ωστόσο στα καράβια θ’ αποδειχτεί τελικά πολύ σύντομη. Αργότερα θα κληθεί να υπηρετήσει στον ρωσικό στρατό αλλά θα λιποτακτήσει, θα ενταχθεί στο κόμμα των Εσέρων, θα συλληφθεί για επαναστατική δραστηριότητα, θα φυλακιστεί και θα εξοριστεί. Δημοσιεύει το πρώτο του διήγημα το 1906 και στη συνέχεια γράφει όλο και περισσότερα διηγήματα, νουβέλες και μυθιστορήματα. Στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1920 γνωρίζει επιτυχία και εκδίδονται τα περισσότερα βιβλία του· έπειτα όμως το έργο του παύει να δημοσιεύεται, καθώς δεν εκτιμάται ιδιαίτερα απ’ τους Σοβιετικούς εκδότες. Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Αλεξάντρ και η γυναίκα του Νίνα ζουν σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας. Πεθαίνει από καρκίνο του στομάχου το 1932 στο Στάριι Κριμ στην Κριμαία.

Τα τελευταία χρόνια, το έργο του Γκριν διαβάζεται όλο και περισσότερο στην Ελλάδα, χάρη στη γενναιότητα κάποιων εκδοτών και μεταφραστών, που φροντίζουν με αυταπάρνηση να φτάσει στα χέρια μας. Τον πρωτογνωρίσαμε με τη μετάφραση της νουβέλας Ο κυνηγός των αρουραίων από τον Γιώργο Τσακνιά (Στιγμή 1995)· ακολούθησε η νουβέλα Τα πορφυρά πανιά, μεταφρασμένη απ’ την Ιοκάστη Καμμένου (Κίχλη 2013)· και σ’ αυτές τις εκδόσεις έρχεται τώρα να προστεθεί το Νησί Ρενό και άλλα διηγήματα, στο οποίο περιέχεται μια επιλογή απ’ τα καλύτερα διηγήματα του Γκριν.[1] (περισσότερα…)

Νίκου Γκάλη εγκώμιον

*

ΝΙΚΟΥ ΓΚΑΛΗ ΕΓΚΩΜΙΟΝ

Δεν τον περίμενε κανείς μα ήταν να φτάσει,
όπως τα πράγματα πού ’χει πια ρθεί η στιγμή τους,
όπως το σκεπαστό νερό που παίρνει βράση
σε μια επιτάχυνση αθέατη απ’ τους τρίτους.

Από της Ρόδου το νησί πέρα στο Union City
κι απ’ το Νιου Τζέρσεϋ πίσω στη Σαλονίκη
κάθε γενιά φευγιό, μίλια μακριά απ’ το σπίτι –
ποια τύχη τάχα να μας σέρνει απ’ το μανίκι;

Πολλά δεν έλεγε, απόσταση κρατούσε,
μα στης κερκίδας τον σφυγμό, κει στην αρένα,
όταν ο χρόνος στο καντράν αιμορραγούσε,
πόση ευγλωττία, πώς μαζί του ήμασταν ένα.

Χαμογελούσε λίγο, λες με δυσκολία,
σοβαρευόμασταν κι εμείς μαζί μ’ εκείνον,
ψηλός δεν ήταν, μόλις ένα ογδόντα τρία,
μα τις καρδιές ψηλά τις πήγε των Ελλήνων.

«Παρήλθον έτη έκτοτε», σαν μες στη ζάλη,
μα άσβεστη η εικόνα σου μπροστά μας πάντα μένει.
Σαν να σε βλέπουμε ακόμη, Νίκο Γκάλη,
στο ΣΕΦ, Ιούνιο μήνα, με γροθιά υψωμένη.

ΚΚ

*

Κωνσταντίνος Χρυσόγελος, Τα χρόνια των γρίφων

*

ΤΟ ΧΑΛΙΚΙ

Μαζεύω ένα χαλίκι απ’ τους Αγίους Τόπους
σ’ το φέρνω να το κάνεις φυλαχτό·
εσύ το κάρφωσες στον τοίχο – μια
να σε ξυπνά σαν κόκορας και μια
να σου ετοιμάζει βραδινό.

Ανόητε! Πώς θα σε βλέπουν τώρα
τα μάτια των νεκρών; Αυτά σου βρέχουν
το ξεραμένο σου λαρύγγι
όταν διαπράττεις ύβρη. Ζούμε σ’ άνυδρα
χρόνια – μπορεί και να έβρεξε πολύ.

Μαζεύω ένα χαλίκι – ψέματα·
μοιραία μπήκε στο σανδάλι μου
και το ’φερα μαζί μου στην πατρίδα.
Πες μου, πιστεύεις σ’ ό,τι αποκαλούμε
μοίρα; Μίλα στον αγαθό σου φίλο.

~.~

ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

Τσάι του βουνού με άγριο μέλι·
δίνω στη γεύση σου ό,τι θέλει
υπό την προϋπόθεση
να επιτεθώ στα χείλη σου
και να τα βρω απροστάτευτα.

Τα τείχη σου δονούνται από τη μουσική
–θα σε φωνάζω «Ιεριχώ»–
όμως η τύχη σου δεν κάνει υπερωρίες
γι’ ανθρώπους που σκορπούν τα χρόνια τους
στις άσημες πολίχνες. Πες πως είμαι

κουτός, το δέχομαι και το επιτελώ
μα τι άλλο μένει τούτη τη βραδιά
που βρέχει για να νιώσουμε ενοχή;

Ψάχνοντας την παρομοίωση
που θα λυτρώσει το αίνιγμα
τα σύννεφα θα γίνουν
διαρρήκτες στα κλειστά κορμιά μας·
τα σύννεφα θα γίνουν συνεργοί μας.

~.~ (περισσότερα…)

Αλέξης Γούδας, Λιόκερμα

*

Λιόκερμα

Στάθηκα και σήμερα απέναντι
στο μεγάλο σου χρυσό κέρμα,
μήπως καταλάβω θεέ μου
πώς αποταμιεύεις φως,
να βάλω και ’γω στην άκρη
για ώρα σκοτεινής ανάγκης.

~.~

Το φως του Αυγούστου

Το φως του Αυγούστου είναι σκληρό.
Δεν είναι το κέρμα που αποταμίευσες Ιούλιε,
ούτε καμία αναβολή διαρκείας και έχει ο θεός.
Όλα εδώ διακυβεύονται σ’ αυτή τη σκοτεινή κλίμακα
πάνω σε μια ρωγμή φωτός. Το σώμα σου μια καμένη μνήμη
σαν κόρα ψωμιού ξεφλουδίζει τις προσδοκίες κι όλα λιγοψυχούν.
Τ’ ανέφελο του ουρανού προικονομεί τις μπόρες.
Τ’ ανέμελο καΐκι του νου σε λίγο θα μπατάρει.
Δεν έχει Αισχύλους εδώ να σε προειδοποιήσουν.
Το ανυποψίαστο βλέμμα σου έχει κιόλας πετρώσει
από μια Μέδουσα που καραδοκεί.
Μα εκτός από σένα,
είδες κανέναν άλλον στον καθρέφτη;

~.~ (περισσότερα…)

Ο Πρύτανης και ο Υπουργός

*

Τον υπουργό Πιερρακάκη φανταζόμαστε τον γνωρίζετε. Τον κύριο δίπλα του, μάλλον όχι. Δυο λόγια λοιπόν γι’ αυτόν.

Το 2019 το Νέο Πλανόδιον δημοσίευσε στην ηλεκτρονική του έκδοση δύο αποκαλυπτικές και πλήρως τεκμηριωμένες καταγγελίες λογοκλοπής κατά του κ. Γεράσιμου Ρεντίφη, υποψήφιου τότε για τη θέση του επίκουρου καθηγητή στο Τμήμα Φιλοσοφίας του ΕΚΠΑ. (Βλ. εδώ και εδώ).

Οι καταγγελίες έπιασαν τόπο. Όπως το διατύπωσε τον Οκτώβριο του 2020, σε επιστολή-παρέμβασή της προς το ΝΠ, η πρόεδρος του τμήματος κ. Βάνα Νικολαΐδου-Κυριανίδου: «οι διαπιστωθείσες περιπτώσεις λογοκλοπής οδήγησαν στον αποκλεισμό του κ. Ρεντίφη».

Και σε άλλο μέσο, πιο αναλυτικά:

«από τεκμηριωμένη καταγγελία ενημερωθήκαμε ότι στα έργα ενός εκ των υποψηφίων, του κ. Γ. Ρεντίφη, διαπιστωθήκαν εκτεταμένες λογοκλοπές. Η καταγγελία απεδείκνυε ότι ο κ. Ρεντίφης χρησιμοποιούσε πολλά κείμενα άλλων συγγραφέων, αυτολεξεί ή και σχεδόν αυτολεξεί, χωρίς αναφορά στην πηγή του. Ο περαιτέρω έλεγχος επιβεβαίωσε την έκταση των λογοκλοπών».

Ώς εδώ, η υπόθεση είναι μάλλον κοινή. Η συγκεκριμένη περίπτωση όμως έκανε κρότο διότι ήρθαν στην επιφάνεια δύο ακόμη γεγονότα. Όπως καταγγέλθηκε τεκμηριωμένα, πρώτον, στην τριμελή εισηγητική επιτροπή του Ρεντίφη μετείχε παρανόμως ένας… θείος του, αποκρύπτοντας ως μη όφειλε τη συγγένειά τους. Και, δεύτερον, ένας άλλος (!!) θείος του, καθηγητής της ιατρικής εκείνος και πολιτικώς δικτυωμένος, ασκούσε συστηματικά πιέσεις στους εκλέκτορες του τμήματος υπέρ του λογοκλόπου ανιψιού του.

Για τις πιέσεις που δέχτηκαν μίλησαν δημοσίως πέραν της κ. Βάνας Νικολαΐδου-Κυριανίδου, οι καθηγητές κ.κ. Μαρίζα Φουντοπούλου και Παναγιώτης Θανασάς. Γενικά, για την υπόθεση Ρεντίφη είχαμε μπαράζ δημοσιευμάτων στον Τύπο (Καθημερινή, Σκάι, ΤΤΡ, Documento, NewsIt, Ποντίκι κ.α.), το πράγμα έφθασε και στη Βουλή με την τότε υπουργό παιδείας να πετάει την μπάλα στην κερκίδα.

Ο κ. Θανασάς, λ.χ., είχε δηλώσει τα ακόλουθα στην Καθημερινή της 25.5.21:

«θυμάμαι ότι ήδη η προκήρυξη της θέσης, τον Δεκέμβριο του 2017, συνοδεύτηκε από φήμες πως προορίζεται για συγκεκριμένο υποψήφιο, τον οποίο φερόταν να υποστηρίζει κάποια ομάδα της Ιατρικής Σχολής, μέλος της οποίας συνδέεται συγγενικά μαζί του. Προσωπικά, θεώρησα τότε αυτές τις φήμες υπερβολικές, δεν πίστευα ότι μία ομάδα γιατρών θα μπορούσε να εκλέξει καθηγητή στη Φιλοσοφική Σχολή. Όταν όμως βρέθηκα στο εκλεκτορικό σώμα, έγινα και εγώ δέκτης πιέσεων, με παρεμβάσεις, μάλιστα, που επικαλούνταν ακόμη και τον νυν πρωθυπουργό»

Ο καθηγητής της ιατρικής που φέρεται ότι άσκησε αυτές τις πιέσεις υπέρ του ανιψιού του είναι ο άνθρωπος που ποζάρει πλάι στον υπουργό Πιερρακάκη, ο κ. Γεράσιμος Σιάσος. Ο κ. Σιάσος μόλις εξελέγη πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μετά από «σκληρό, εμφανή και υπόγειο προεκλογικό αγώνα», όπως ανέφερε στις 9.6.23 η Καθημερινή, η οποία περιγράφει τον νέο πρύτανη ως εξής:

«Ο κ. Σιάσος είναι μέλος της Ν.Δ., φίλα προσκείμενος στην ομάδα του αντιπροέδρου του κόμματος Άδωνι Γεωργιάδη και με πολιτική συγγένεια με τον πρώην πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά.»

Η εφημερίδα προσθέτει ότι απαιτήθηκαν «διαβουλεύσεις» ώστε να μην επαναληφθεί από την αρχή η εκλογική διαδικασία και ότι γι’ αυτό «κομβικής σημασίας κρίνεται […] η ξεκάθαρη τοποθέτηση του Μεγάρου Μαξίμου». «Ενεργό ρόλο στις διαβουλεύσεις», καταλήγει το δημοσίευμα της Καθημερινής, «φέρεται να είχε στενός συνεργάτης του Κυριάκου Μητσοτάκη.»

ΝΠ

ΥΓ 1. Τέσσερα χρόνια μετά την αποκάλυψη της λογοκλοπής το διδακτορικό δίπλωμα δεν έχει αφαιρεθεί τον κ. Ρεντίφη. Αντιθέτως, εξακολουθεί (εξακολουθούσε έως πρόσφατα τουλάχιστον) να διδάσκει ανενόχλητος στο Ελεύθερο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο. Η αρμοδιότητα του ελέγχου και της αφαιρέσεως του διπλώματος, ανήκει κατά νόμον στη Σύγκλητο. Το Τμήμα Φιλοσοφίας έχει εδώ και χρόνια επισήμως ζητήσει την έναρξη της σχετικής διαδικασίας.

«Ζητήσαμε, επίσης, υπηρεσιακά και τη διενέργεια ένορκης διοικητικής εξέτασης από την πρυτανεία, με αντικείμενο την αφαίρεση του τίτλου του διδάκτορος. Το Τμήμα μας δεν είναι επ’ αυτού αρμόδιο επειδή ο τίτλος έχει απονεμηθεί από το προηγούμενο θεσμικό σχήμα, οπότε επιλαμβάνεται η Σύγκλητος.»

Άραγε, έστω με καθυστέρηση, θα πράξει αυτό το αυτονόητο ο νέος πρύτανης του ΕΚΠΑ κ. Σιάσος; Και αν δεν το πράξει, θα τον ελέγξει για την παράλειψή του ο νέος επί της παιδείας μας Υπουργός;

ΥΓ 2. Μετά τη δημοσίευση στο ΝΠ των απολύτως τεκμηριωμένων και επιβεβαιωμένων πλέον καταγγελιών εναντίον του, ο κ. Ρεντίφης κατέθεσε εις βάρος μας μηνυτήρια αναφορά στις αστυνομικές αρχές. Απαντήσαμε αναλυτικώς με ηλεκτρονική επιστολή μας στις 25.1.2020, κατόπιν της οποίας δεν υπήρξε άλλη συνέχεια.

Αντιγράφουμε εδώ από την επιστολή εκείνη δύο σημεία:

– «Το περιοδικό Νέο Πλανόδιον από την ίδρυσή του το 2013 έχει κάνει το ζήτημα της λογοκλοπής βασικό κομμάτι της θεματολογίας του. Τα δύο πρώτα έντυπα τεύχη μας (τχ. 1 χειμώνας 2013 και τχ. 2 καλοκαίρι 2014) περιέχουν εκτενέστατη έρευνά μας για την λογοκλοπή διαχρονικά στην Ελλάδα, έρευνα που υπήρξε πολύκροτη και προκάλεσε σωρεία αντιδράσεων, συζητήσεων και παρεμβάσεων στον υπόλοιπο τύπο. Αντί πολλών άλλων σας παραπέμπω στο δισέλιδο αφιέρωμα της εφημερίδας των Νέων που στο φύλλο της 1.11.2014 και τίτλο Ο κλέψας του κλέψαντος αναπαράγει τα πορίσματα της δικής μας έρευνας.

Λόγω του ενδιαφέροντός του για το ζήτημα της λογοκλοπής, το Νέο Πλανόδιον είναι σήμερα ίσως ο κύριος αποδέκτης σχετικών καταγγελιών στην Ελλάδα και έχει δημοσιεύσει τα τελευταία έξι χρόνια δεκάδες κείμενα που την αφορούν, είτε στο έντυπο είτε στην ηλεκτρονική του σελίδα.»

– «Τέλος, θέλουμε να καταστήσουμε σαφές ότι στην τηλεφωνική και γραπτή επικοινωνία που είχαμε με τον κ. Ρεντίφη, του δηλώσαμε ότι εφόσον επιθυμεί να απαντήσει στις εις βάρος του καταγγελίες, αυτονοήτως το Νέο Πλανόδιον θα δημοσιεύσει την απάντησή του, ὀπως είναι υποχρέωσή μας από τον περί τύπου νόμο. Δυστυχώς, ο κ. Ρεντίφης δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να κάνει χρήση της προσφοράς μας. Αντ’ αυτού, προτίμησε να μας απειλήσει τηλεφωνικώς και να μας μηνύσει στη συνέχεια σε μια προσπάθεια προφανώς να θολώσει τα νερά εν όψει του ελέγχου που αντιμετωπίζει από τις πανεπιστημιακές αρχές.»

*

*

Ο Γεράσιμος Βώκος στο «Άστυ»

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

1. Εισαγωγικά. Η δεκαετής συνεργασία του Γεράσιμου Βώκου (Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927), με την εφημερίδα Η Ακρόπολις του Βλάση Γαβριηλίδη (Επιβάτες Σηλυβρίας 1848 – Αθήνα 1920), μολονότι έδωσε άφθονους λογοτεχνικούς και δημοσιογραφικούς καρπούς, εντούτοις δεν πραγματοποιήθηκε χωρίς προβλήματα. Όπως έχουμε πει κι αλλού, το δεύτερο εξάμηνο του 1894 ο Βώκος διέκοψε προσωρινά, για λόγους που δεν μας είναι γνωστοί, τη συνεργασία του με την Ακρόπολι[1], και για τέσσερις μήνες, (από 21 Ιουνίου έως 24 Οκτωβρίου), δούλεψε για την εφημερίδα Το Άστυ, που εκείνο τον καιρό διεύθυνε ο Θέμος Άννινος (Πύργος 1845 – Αθήνα 1916), μοιράζοντας και εδώ τις δραστηριότητές του μεταξύ δημοσιογραφίας και, παράλληλα, λογοτεχνίας.

Στο κομμάτι της δημοσιογραφίας, εκτός από τέσσερα μεμονωμένα άρθρα και τις αποκαλύψεις για τα λημέρια των ληστών της Φθιώτιδας, ο Βώκος δημοσίευσε στο Άστυ μια σειρά ανταποκρίσεων από την Πάτρα, τον Πύργο και το Αίγιο για το ακανθώδες σταφιδικό ζήτημα. Κατόπιν ασχολήθηκε επανειλημμένα με τον επαγγελματικό προσανατολισμό των νέων και τέλος, μέσα από δεκατρία δημοσιεύματα, σαν ένα είδος καμπάνιας, ξενάγησε τους αναγνώστες του Άστεως στις πανεπιστημιακές Σχολές. Ακόμη, στη στήλη «Από ημέρας εις ημέραν», που κρατούσε τακτικά, μεταξύ άλλων, ο Παύλος Νιρβάνας (Μαριανούπολη 1866 – Μαρούσι 1937) δημοσίευσε τρία χρονογραφήματα. Στην ίδια στήλη, μάλλον λόγω χώρου αφού η θέση του είναι στην επιφυλλίδα, και με υπέρτιτλο «Ιστορίαις του δρόμου», δημοσίευσε το διήγημα «Απόπειρα αυτοκτονίας». Το λογοτεχνικό κομμάτι ολοκληρώνεται με τις επιφυλλίδες «Ο τρελλός» και «Το ναυάγιον»[2]. Ο «Τρελλός»  φέρει τον υπέρτιτλο «Ιστορίαις του δρόμου».

 

2.1 Δημοσιογραφία. Στα μεμονωμένα άρθρα γίνεται λόγος: α) για το «μεγαλοπρεπές» μνημόσυνο που τελέσθηκε στην καθολική εκκλησία της Αθήνας για τον δολοφονημένο πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας, τον Μαρί Φρανσουά Σαντί Καρνώ (Λιμόζ 1837 – Λυόν 1894), («Το χθεσινόν μνημόσυνον του Καρνώ»). Το Άστυ, όπως όλες οι εφημερίδες, αφιέρωνε καθημερινά πολύ χώρο στη δολοφονία του Καρνό και στο πνεύμα αυτό ο Βώκος περιγράφει την επιμνημόσυνη τελετή, με παρόντες τον βασιλιά, τον πρωθυπουργό Χαρίλαο Τρικούπη και τους Έλληνες και ξένους επισήμους. Λάτρης της μουσικής ο Βώκος, σχολιάζει συνεπαρμένος: «Ο χορός έμελψεν επανειλημμένως, ηκούσθησαν δε και θαυμάσιαι μονωδίαι ενός μάλιστα βαθυφώνου, ψάλλοντος μετ’ εκτάκτου τέχνης και δεσμεύσαντος όλον εκείνο το πολυπληθές ακροατήριον επί πέντε λεπτά εις τα θέλγητρα της φωνής του»· β) για το πλεόνασμα των άγαμων ανδρών, («Τι τους φυλάτε;»). Στο απολαυστικό αυτό άρθρο, που έχει το ύφος χρονογραφήματος, ο Βώκος, με τη βοήθεια της στατιστικής, διαπιστώνει ότι στα δύο εκατομμύρια του πληθυσμού της χώρας οι άρρενες είναι εκείνοι που περισσεύουν ως ανύμφευτοι, επομένως δεν δικαιολογείται το φαινόμενο της γεροντοκόρης. Η λύση του προβλήματος βρίσκεται στην αλλαγή της στάσης των γυναικών: να μην περιφρονούν το ανδρικό φύλο, αλλά να το ενθαρρύνουν επιλέγοντας για σύζυγο έναν από τους έξι παραπανίσιους που στην καθεμία αναλογεί. Ο Βώκος απευθύνεται στις άτυχες γυναίκες σαν να στήνει πρόταση γάμου: «Μικρό μου συ, που έχεις τόσην χάριν και κομψότητα εις το παράστημά σου και είνε η μέση σου χυτή και το στήθος σου σκληρόν και γραφικώτατα και λαμποκοπούν τα μάτια σου από την υγρότητα διακαούς έρωτος και σφριγώντος παρθενικού πάθους και η κόμη σου η εβενώδης σκορπίζει τόσην καλλονήν και τόσα αρώματα ιμέρων, συ που τόσον επιμόνως θηρεύεις τον εκλεκτόν σου και ακούραστος ψαροπούλα πότε ρίχνεις τα δίχτυα σου πότε εδώ και πότε εκεί, μήπως και πιάσης δι’ αυτών  κανένα και είσαι ικετευτική και φαίνεται η αγωνία σου προς το εκφεύγον ολονέν θήρευμα θα είχες ήδη απαχθή μακράν υπό των εξ εκείνων ρωμαλέων και αν η απαγωγή δεν είχε συντελεσθή, θα ήτο εξ ανδρών, για συλλογίσου, το περίβλεπτον ιδανικόν, που ήρκει εν σου νεύμα, διά να προβεί ο εκλεκτός σου σύζυγος»· γ) για την επιλογή ατόμου που θα καταλάβει τη θέση του δήμιου, («Ένας δήμιος»). Οι υποψήφιοι που έκαναν αιτήσεις είναι είτε φυλακισμένοι από χρόνια είτε ισοβίτες είτε καταδικασμένοι σε θάνατο. Ο Βώκος ελεεινολογεί το επάγγελμα του δήμιου και γενικεύει ότι «εν Ελλάδι είνε εξηκριβωμένον, ότι όλοι επάνω-κάτω είμεθα ερασιτέχναι του αιματηρού εγκλήματος, οι άνθρωποι των πόλεων και οι αγρόται». Πρόκειται περί ενδιαφέροντος άρθρου, με σκέψεις γύρω από το έγκλημα, τους τρόπους εκτέλεσής του και την ψυχολογία του εγκληματία· δ) για τον πνιγμό στο Παλαιό Φάληρο του τελετάρχη της βασιλικής αυλής Σταμάτιου Μπουντούρη, της συζύγου του και δύο ακόμη αξιωματούχων: του γραμματέα του Διαδόχου και του ταμία του Διαδόχου, όταν το μικρό κότερο του Μπουντούρη ανετράπη από σφοδρή ριπή του ανέμου, («Το δράμα του Φαλήρου»). Το άρθρο διαθέτει γλαφυρές στιγμές, ύφος που οι αναγνώστες αναμένουν από τον Βώκο. (περισσότερα…)