ΝΠ | Σάτιρες

Η Μεγάλη Πατριαχίμαιρα

*

Βγήκανε πάλι της ορθότητας οι μπάτσοι
Και τη θεωρία μπέρδεψαν με την ιδεολογία
Για να δικάσουν τον φτωχό τον Καραγάτση
Δουλεύοντας όλα τα τρολ υπερωρία:

«Ας ξεμπερδεύουμε – να φύγουν οι παλιάτσοι
Ν’ αλλάξουμε μια και καλή την ιστορία!
Αυτή η τέχνη στο λαιμό μάς έχει κάτσει,
Θα την ξεσκίσουμε σαν άγρια θηρία!»

Κι η πατριαρχία πέθανε σε μια φυλλάδα
Και σκότωσαν το σεξισμό θεριά ανήμερα,
Τον κατασπάραξαν αράδα την αράδα

Και ξεμπερδέψαμε απ’ όλα τούτα σήμερα.
Μα πέντε δράμια νου να έχεις στην Ελλάδα,
Δεν είναι αυτό λοιπόν η πιο Μεγάλη Χίμαιρα;

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

*

*

Το Μ. Καραγάτσι στην πρωτοπορία της συμπερίληψης

*

Από την κ. Σάρα-Ζεϊνέπ Σολή λάβαμε και δημοσιεύουμε την ακόλουθη επιστολή.

~.~

Αγαπητό Νέο Πλανοδίον

Γράφω βιαστικά από την υπερατλαντική μου βάση αυτή την επιστολή, συγκλονιζόμενο από την ένταση που έχει προκύψει τις τελευταίες ημέρες στους φιλολογικούς κύκλους της επαρχιώτικης Αθήνας (την οποία ευτυχώς άφησα προ πολλού πίσω), με αφορμή ένα πρωτοπόρο και ρηξικέλευθο άρθρο για το συγγραφό Μ. Καραγάτσι.

Κακεντρεχείς καθεστωτικές φωνές ενδεχομένως να κάνουν λόγο για ετερόφωτες μεταμοντέρνες περιπτώσεις που προσπαθούν να εγγράψουν έτοιμα εφήμερα σχήματα επάνω στο κλασικό για να λάβουν εξ αντανακλάσεως λίγη από τη λάμψη του και να πετύχουν μια πρόσκαιρη ενδοσυντεχνιακή καταξίωση. Άλλα εκπρόσωπα της ίδιας καταπιεστικής νοοτροπίας ίσως επισημάνουν πως, αν ήθελαν πραγματικά να βρουν παραδείγματα πατριαρχικής αντίληψης, το Γιώργο Θεοτοκό έχει γράψει ένα διήγημα όπου ο πρωταγωνιστής δείχνει σε μια λεσβία κοπέλα τον «ίσιο δρόμο» ώστε να εγκαταλείψει το φλερτ με τη φίλη της και να την οδηγήσει εκείνος εις γάμου κοινωνίαν[1], αλλά απλά έχει αγνοηθεί από την κριτική διότι η Μεγάλη χίμαιρα πουλάει περισσότερο.

Στον αντίποδα των παραπάνω κακοπροαίρετων πιθανών αντιδράσεων, θα προχωρήσω σήμερα ένα βήμα παραπάνω ακόμα και από την ίδια την τολμηρή και αξιέπαινη αρθρογράφο, η οποία κατά την κρίση μου μάλλον παρανάγνωσε το έργο, μιας και στην πραγματικότητα το Μ. Καραγάτσι με το εν γένει συγγραφικό του δημιούργημα δομεί αποδομιστικά έναν συμπεριληπτικό, αντεθνικιστικό και αντισεξιστικό λόγο! (περισσότερα…)

Καραγάτσειο

*

Α! κύριε, κύριε Καραγάτση,
ποιός θα βρεθεί να σας την κάτσει,
μικρός εσείς και μεις μεγάλοι
κράχτες στα σόσιαλ παπαγάλοι!
Τους τρόπους και τους χαρακτήρες,
λασπόνερα σε ανεμιστήρες
σας έχουν προ πολλού λερώσει
μα σεις στέκεστε εκεί στο πλάι
δίχως το αυτί σας να ιδρώσει.
Σεις, ζηλευτή αρρενωπότης
και περιποιημένη φάτσα.
Την αφοπλιστική γκριμάτσα
από τη μια μεριά θα βάλω
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα ανάλαφρη αρβύλα
την πανηλίθια κορεκτίλα
πάτημα, βήματος αιόλου
του κάθε πικραμένου κώλου.
Α! κύριε, κύριε Καραγάτση,
ποιός τελευταίος θα γελάσει;

ΑΛΕΞΗΣ ΓΟΥΔΑΣ

*

*

*

Του ημερολογίου

*

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ 1984:
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΑ ΤΟΥ ΑΓΡΙΝΙΟΥ
ΩΣ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΘΟΣ

Με μάτια αγελαδινά
τετράγωνο σαγόνι
και με τ’ αυτιά τα πεταχτά
στα αραιά της τα μαλλιά.
Κανείς να μην ζυγώνει
του Διάβολου εγγόνι.

Τα μαλακά μικρά βυζιά
που πέφτουν μαραμένα
ποτέ δεν είχαν μια σταλιά
γάλα, μα ήταν πάντοτε
με πύον γεμισμένα…

Και η λεκάνη της εκεί
σα μια ζυγιά ταμπούρλα
θεόρατα π’ ως περπατά
αλλοίμονο σ’ όποιον κοντά
βρεθεί σ’ αυτή τη φούρια.

Θα φάει τέτοια μια κωλιά
που θα κοπεί του η μιλιά.

Μόνο σε πρόθυμο αυτί
βρίσκει χαρά… Και ξαμολά
γέλωτα μέγα σαν το βρει.
Όμως ποτέ δεν ξεκολλά
από το φθόνο… Το ΚΑΛΟ
κόλαση γίνεται γι’ αυτή
που άγρια την τυραννά. (περισσότερα…)

Ωραία Ελένη (Μεταμοντέρνα προσαρμογή)

.

Τα κουνούπια δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς στα Λεχώνια
Πίνοντας μονάχος το ξημέρωμα
Είδα να ξεπροβάλει απ’ την ομίχλη η Ελένη
Αυτή που γέμισε τον Σκάμανδρο κουφάρια
Κρυφή ερωμένη της Αφροδίτης και του Δία
Μάτια μισόκλειστα, χείλη φιλήδονα, μποτοξικά
Αργά, αργά, μου μίλησε:
Ήταν ψεύτης ο Ευριπίδης
Ο Όμηρος μισές αλήθειες ραψωδεί
Πήγα στην Τροία γιατί το ήθελα
Αξέχαστος εραστής ο Πάρις
Ανατολίτης πρίγκιπας, ζωώδεις ορμές κι αφροδισιακά μπαχαρικά
Υπέροχα τα χρόνια που ζήσαμε μαζί
Ήξερα βέβαια, τα ωραία δεν διαρκούν πολύ
Στο σταυροδρόμι επέλεξα – εγώ, η πρώτη φεμινίστρια
Ελεύθερη γυναίκα, όχι ανέραστη βασίλισσα
Μόνο ο Γοργίας το αντιλήφθηκε, έπλεξε το εγκώμιό μου
Έχει αιώνια τον θαυμασμό μου!
Έφευγε ήδη, αλλά γύρισε το πρόσωπό της
Μάθε κι αυτό. Πότε δεν βρέθηκα στην Κύπρο!
Μύθευμα μεσήλικα διπλωμάτη.

ΝΙΚΟΣ ΒΑΞΕΒΑΝΙΔΗΣ

*

*

*

 

Ελεύθερος Μουνοσπάστης

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Οι κάτοικοι του Αγίου Πέτρου ξύπνησαν την Κυριακή για να πάνε στην εκκλησία. Η απόσταση από τα σπίτια τους έως τον οίκο του Θεού, όμως, μετετράπη εις οδόν της απωλείας, καθότι παραμόνευε στο διάβα τους ο ίδιος ο εξαποδώ, καρφιτσωμένος στους υαλοκαθαριστήρες των αυτοκινήτων τους υπό την μορφήν βδελυράς δακτυλογραφημένης φυλλάδος.

Και μόνον τον τίτλο να διάβαζε κανείς, έπρεπε να κλείσει από τώρα καζάνι στην κόλαση: «Ελεύθερος Μουνοσπάστης» έγραφε πάνω-πάνω.

Κι ευθύς αμέσως το σύντομο σημείωμα του εκδότου:

«Αγαπητοί ΧΩΡΙΑΤΕΣ του Αγίου Πέτρου, βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να σας αναγγείλουμε ότι μετά από συλλογή υλικού δύο ετών, η εφημερίδα μας δύναται να γράφει τα τοπικά νέα του χωριού. Ας αρχίσουμε λοιπόν…»

Από εκεί και κάτω κυλούσε ο βόρβορος της αμαρτίας ορμητικός κι αφρισμένος και παράσερνε του παπά τα γένια και της μαϊμούς τον κώλο: (περισσότερα…)

«Στο μυαλό σου θα μπαινοβγαίνω»

*
Καθότι γνώστης, κύριε Σατί
είδατε μ’ έναν τόνο
πως αλλάζει η σημασία
ο ρυθμός, η μουσική.

Δονούνται μ’ άλλο τρόπο τα ηχεία
ρίχνεται αλλιώς το ζάρι στη σκηνή
παίρνουν με κάρβουνα σβηστά
φωτιά τα θεωρεία.

Τα, τα, τα, τα, τα, τα
κι άσε να μας φέρει ό,τι θέλει μετά.

Ερίκ, σας άρεσε αυτή η συνταγή;

Εσείς μιλούσατε
για νέα ευαισθησία
μοτίβο συνεχόμενο
και φόρμα κλασική.

Πόνος μην μας έρθει μακάρι
ο άνεμος για πού θα μας πάρει;

Κίνηση συνεχόμενη
φωνή και χειροκρότημα

Κι όλα αλλάζουν γύρω σου απότομα

Τι είναι στις μέρες μας
το πνεύμα, ποιητή;

Πώς θ’ απαντούσες στο ερώτημα

Σάττι ή Σατί;

ΕΙΡΗΝΗ ΠΥΛΑΡΙΝΟΥ

*

*

*

 

 

Κατόπιν εορτής

*

Χρόνια πολλά! (Πόσα κιλά
στις ζυγαριές αθροίσατε;)
Πώς τα περάσατε, καλά;
Σουβλίσατε; Σουβλίσατε;

Πέρασε το Πάσχα, και οι χριστιανοί
γύρισαν με κέφι στις δουλειές τους.
Φάγαν του σκασμού, χωνέψανε τ’ αρνί
και τριπλασιάσαν τις διπλοκοιλιές τους.

Πέρασε το Πάσχα, τόσο ειρηνικά,
μέσα σε φωνές κι αυγομαχίες.
Θύματα δυο-τρεις απ’ τα βεγγαλικά
κι απ’ τη μάσα κάτι οδοντοστοιχίες.

Πέρασε το Πάσχα, και με τον Χριστό
νεκραναστηθήκαν κι οι εμπόροι,
που το θρήσκο πλήθος έτρεξε πιστό
στους ναούς του Shopping, φέτος με το ζόρι.

Πέρασε το Πάσχα κι εν τω μεταξύ
έφτασε του Μάιου η χάρη.
Πιάνουν το μαγιόξυλο με το δεξί
τώρα ή ζευγαρώνουν όπως οι γαϊδάροι.

Αχ, τι κόσμος, Θέ μου, σε χαρές φτωχός·
πλούσιος σε φόβο και σε πάθος.
Τόσο που έχει γίνει αβάσταχτα ρηχός,
μια φτυσιά τού πρέπει – ν’ αποχτήσει βάθος!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ

Από το βιβλίο Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

*

*

*

Το πεινασμένο κοράκι

*

ΤΟ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΟ ΚΟΡΑΚΙ

Ο Σώτος ο γιδοβοσκός και η Γατσού* του Φάνη
πήγαμ’ οι τρεις μας εκδρομή στου Ντούλα το Στεφάνι.**
Εκεί ο Τόμας Έλιοτ μας πήρε στην αυλή του
κι ανέκδοτα μας έλεγε απ’ την εδώ ζωή του.
Που πήγε να καθρεφτιστεί μες τον κουβά της Νίνας
Κ’ είδε αντίς τη φάτσα του κάποιο σοφό της Κίνας.
Για δείπνο τον καλέσαμε. Ήρθε κι ο Καραγκιόζης.
Γουστάρω την παρέα τους. — «Κοράκι γιατί κρώζεις
πένθιμα εκεί στον πάσσαλο του φράχτη καθισμένο;»
«Γιατ’ είστε όλοι αθάνατοι, κι εγώ ειμαι πεινασμένο».

*Είναι η γάτα του Θεσσαλονικιού φίλου μου Θεοφάνη Σβε, που εγώ τη βάφτισα.
** Όταν οι Τούρκοι ήρθαν στο Πυργί για το παιδομάζωμα, οι πρόκριτοι έκρυψαν τα δικά τους παιδιά κι έδωσαν τον Ντούλα, τον γιό της χήρας. Ο Ντούλας έγινε αξιωματικός των Γενιτσάρων και, δεκαπέντε χρόνια μετά, γύρισε με στράτευμα στο χωριό του. Μάζεψε όσους ήσαν από 18 χρονώ κι επάνω και τους έριξε στον μεγάλο γκρεμό, πάνω από τον Ζέρβα, παραπόταμο του Αχελώου.

~.~

ΛΕΕΙ Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ:

Να ’κανα ένα ποίημα…, πολύ το θέλω Γιάννη…
Στον άλλο κόσμο οι ποιητές γιορτή να ’χουνε κάνει
και ο Κικέρων να ρωτά «Πώς κι έτσι μωρ’ αδέρφια;»
«Τον Υφαντή προσμένουμε, γι’ αυτό κι έχουμε κέφια».

~.~

ΔΟΥΛΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΧΕ Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ

Δουλειά δεν είχε ο διάβολος, σχολαστικός εγίνη,
κι από ’να φόβο απόκρυφο τους άξιους αφήνει
παράμερα, κι ο φθόνος του, τους μόνους που εγκρίνει
είν’ όσοι γνώρισαν μ’ αυτόν τα ίδια μεγαλεία
και τη ζωή τους πέρασαν μες στα νεκροτομεία.

~.~

ΠΟΛΕΙΣ ΠΟΤΑΜΩΝ

Φλώρινα, Φλωρεντία, Σόφια, Κάιρο,
Παρίσι, Σκόπια, Φιλιππούπολη, Λονδίνο, Μόναχο,
Πετρούπολη, Βιέννη, Μπραντισλάβα, Σπάρτη, Ρώμη,
Βουδαπέστη, Βαβυλώνα, Βερολίνο, Βελιγράδι, Πράγα,
Κίεβο, Ισφαχάν, Δελχί, Μπουένος Άιρες, Σαν Πάολο,
Βαγδάτη, Τόκυο, Χόγκ Κόγκ, Μαδρίτη,
Βαρσοβία, Μόσχα, Λισσαβώνα,
Ουρανός.

 ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

*

*

Ἡ Προσευχὴ τοῦ Ταπεινοῦ ἢ Ὅλα Ἐπιτρέπονται

*

Σᾶς καλωσορίζουμε ὅλους, ὅλες καὶ ὅλα
ΝΕΑ ΑΡΙΣΤΕΡΑ, σ.ἔ. 2024

Δῶσε, θεέ μου, πρὶν νὰ φύγω νὰ τὶς δῶ
τὶς τουαλέτες μὲ τὸ ΟΛΟΙ, ΟΛΕΣ κι ΟΛΑ
ποὺ δικαιώνουν τόσα χρόνια ὀνειροπόλα
νὰ πῶ πὼς ἄσκοπα δὲν ἔφτασα ὣς ἐδῶ.

Ξεπεταρούδι σὰν νὰ γλυκοκελαδῶ
τὰ φοιτητὰ καθὼς περνοῦν τ’ ἀραξοβόλα
σὲ μιὰ Κατάληψη ἀτέλειωτη ἡ γαμιόλα
ποὺ θὰ τὴν ζήλευε ὣς κι αὐτὸς ὁ ἐξαπεδῶ.

Γιὰ μιὰ φορὰ ν’ ἀφήσω τὸν Ἑσπερινό,
στὰ μασελάκια τὰ δυὸ δόντια μου νὰ κρύψω
καὶ νά ’μαι πάλι στὸ σινὲ Χειμερινὸ

στὴν τρίτη πόρτα μὲ τὸ ΟΛΑ του νὰ στρίψω
μὴν καὶ τὴν πέσω σὲ ξεμείνη μαῦρο κρῖνο
ὅσο ἀπὸ σφᾶλμα παίζει ἀκόμη τὸ κλαρῖνο.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Ἀπὸ τὴ σειρὰ
Σονέτα μὲ Σημαία Εὐκαιρίας II

*

*

*

Ειδική Ποιητική Επιχείρηση

*

Ελευθερία, ποιός άραγε γνωρίζει
την όψη-σου απο πρίν; Και πού δέ σ’ είδα!
Πότε κρατάς το κλόμπ που φοβερίζει

τα Κίτρινα Γιλέκα, πότε ασπίδα
και προστατεύεις τ’ αγριεμένα πλήθη
στους δρόμους του Κιέβου. Η προσωπίδα

του απείθαρχου σου πάει, του αρχαίου Σκύθη,
κι η λουλουδάτη ανεμελιά του χίπη,
ρεκλάμα γελαστή που ακόμα πείθει.

Δέν άφησες τερτίπι για τερτίπι
που να μήν ξέρεις, Λευτεριά, καλούπι
που να μήν έχεις μπεί. Γιά πές, τί λείπει;

– Του αξύριστου πυγμαίου το σουλούπι.

21 Μαΐου 2022. Στην εσθονική πόλη Τόρβα, η Λεττονή γλύπτρια Αγκνέζε Ρουτζίτε-Κιρίλοβα πλάθει ενα αντίγραφο του Αγάλματος της Ελευθερίας απο άμμο. Το πρόσωπο της Ελευθερίας φέρει τα χαρακτηριστικά του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι.

~.~ (περισσότερα…)

Το  Ποιητόμετρο

*

Από δω και πέρα, τίποτα δεν θα είναι ίδιο…

Εκείνο το απόγευμα που τηλεφώνησε ο ποιητής, δοκιμιογράφος, ιδρυτής και τέως εκδότης του έντυπου λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον, Γιάννης Πατίλης, στον ποιητή, δοκιμιογράφο και νυν εκδότη του περιοδικού σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή, υπό τον τίτλο Νέο Πλανόδιον, Κώστα Κουτσουρέλη, ήταν σαν όλα τ’ άλλα απογεύματα που τηλεφωνιόντουσαν οι δυο τους για θέματα του περιοδικού.

Ο αίθριος καιρός δεν προμήνυε την απρόσμενη καταιγίδα που θα ξεσπούσε και θα πλημμύριζε – όπως κάθε ξαφνική νεροποντή στην Αθήνα – λεωφόρους, κεντρικές οδούς, παράκεντρα και αδιέξοδα – λογοτεχνικά – σοκάκια.

Ήταν μια παράξενη εποχή για την λογοτεχνία. Χωρίς τα μεγάλα ρεύματα του παρελθόντος, δίχως τρανταχτά ονόματα και διακριτές φωνές, βούλιαζαν σχεδόν τα πάντα σ’ έναν στείρο μιμητισμό και σ’ έναν εξαμβλωματικό πειραματισμό.

Ειδικώς στην ποίηση, γινόντανε το «έλα να δεις». Έβγαιναν 1.000 συλλογές τον χρόνο. Σε 10 χρόνια 10.000. Σε 100 χρόνια 100.000 ποιητικές συλλογές! Ποιος θα έφτανε στον επόμενο αιώνα; Ποιος θα επέπλεε σαν καρυδότσουφλο στον ωκεανό του Χρόνου;

Ποιητές και ποιητίσκοι, αστέρες κι αστερίσκοι, διαγωνίζονταν για το εκλαμπρότερο πυροτέχνημα στον χάρτινο ουρανό τους. Αυτό που θα τους εκτόξευε στην αιωνιότητα. Κι επειδή το μεγάλο έργο ήταν δύσκολο να γραφτεί, στράφηκαν προς την μεγάλη προβολή του μικρού τους έργου: αλλεπάλληλες εκδόσεις – μία συλλογή στην αρχή της χρονιάς και μία στο τέλος της άλλης, ώστε να παίζουν συνεχώς στα Κρατικά Βραβεία· εντυπωσιακές παρουσιάσεις – με απαγγελίες ηθοποιών και μελοποιήσεις· επιστρατεύσεις μεγάρων, θεάτρων, στοών· κριτικές και συνεντεύξεις – όσο πιο άφθονες κριτικές και συνεντεύξεις. Τα περιοδικά – έντυπα και ηλεκτρονικά – ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια και τα ποιήματα δημοσιεύονταν σαν αγγούρια.

Το 2% του αναγνωστικού κοινού απηύδησε – δηλαδή ολόκληρο το κοινό που διάβαζε ποίηση. Κάτι φιλόλογοι επί το πλείστον, κάτι φοιτητές, κάτι «βαρεμένοι» και οι μετρημένοι στα δάχτυλα της προκοπής αναγνώστες. Κοινό στην θέση του κοινού – του κενού καλύτερα – έγιναν οι ίδιοι οι ποιητές. Βάραγαν παλαμάκια ο ένας του άλλου, χορεύοντας σαν αρκούδια. Η πίστα γέμισε λουλούδια – επαίνους κι επευφημίες – και σπασμένα πιάτα – έριδες και κακολογήματα.

Έτσι, τσουβαλιασμένοι όλοι μαζί, πήγαιναν «ντουγρού» για τον κάδο της γειτονιάς – μια γειτονιά κι η λογοτεχνία μας – μέχρι να περάσει το σκουπιδιάρικο της Ιστορίας και να μαζέψει τους πάντες. Η αιωνιότητα που ονειρεύονταν όλοι τους, δεν θα μπορούσε παρά να είναι η ανακύκλωση.

Ντρίιιν! Ντρίιιν…

Το τηλέφωνο χτυπούσε ανυπόμονα κι ο Κουτσουρέλης το σήκωσε καθυστερημένα, γιατί εκείνη την στιγμή έγραφε ένα άρθρο για τον πόλεμο στην Ουκρανία κι αμφιταλαντεύονταν μεταξύ τελείας και άνω τελείας σε μια παράγραφο. Τελικά έβαλε μια βιαστική τελεία, λες και τερμάτιζε οριστικά και βεβιασμένα, κατόπιν άνωθεν εντολής, ένα πολεμικό επεισόδιο και απάντησε:

«Καλώς τον Γιάννη!» (περισσότερα…)