ΝΠ | Σάτιρες

Αλέξανδρος Σχινάς, Εξορκισμοί θανάτου

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 2 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.

~.~

ΕΞΟΡΚΙΣΜΟΙ ΘΑΝΑΤΟΥ

Άρρητε, ανεκδιήγητε, ανείπωτε,
τα καταφέρνεις να ’σαι παντού και αείποτε.

Ακόρεστε, ύπουλε, ακατανίκητε,
κάθε στιγμή η έλευσή σου επίκειται.

Αναγνωρίζουμε το βήμα σου ως τάχιστον,
μην έρθεις όμως τώρα απότομα τουλάχιστον.

Μες στων δακρύων μας το πέλαγος αβύθιστε,
δώσ’ μας και συ μια προθεσμία ως είθισται.

Με πάθος σ’ εξορκίσαμε ως σήμερα εκατοντάκις,
διάπυρες οι δεήσεις μας κι ακόμα δεν ετάκης.

Όπως απ’ όλους τους βροτούς έτσι κι από εσέ
ακούει τέτοιες επικλήσεις τζάμπα και βερεσέ.

Όπως κι αν τον βρίσεις, «φύγε γρούνι», «άντε βου»,
δεν θίγεται, θα έρθει κανονικά στο ραντεβού.

Ο θάνατος στο λεξικό: ως λέγεται αυτόθι
πάει εκείνος που απ’ αυτόν κάποτε απαυτώθη.

Στου θάνατου το λεξικό είναι και αυτό το λήμμα:
Ο άνθρωπος εδώ στη γη είναι μονάχα λύμα.

(περισσότερα…)

Αλέξανδρος Σχινάς, Προτροπές και παραινέσεις

*

Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 1 / 4 ]

Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ

Εκτός από το σύντομο αλλά καίριο για τον ελληνικό μοντερνισμό εκδεδομένο έργο του ο συγγραφέας Αλέξανδρος Σχινάς (1924-2012, βλ. Αφιέρωμα στο περιοδικό Χάρτης 69, Σεπτέμβριος 2024) κατέλιπε και ένα εκτενές ποιητικό πόνημα με τίτλο Εξορκισμοί. Σώζεται μαγνητοφωνημένο σε τρεις κασέτες που ταχυδρομήθηκαν κατά πάσαν πιθανότητα στις 5.5.1989, όπως προκύπτει από τη φθαρμένη πια σφραγίδα στον φάκελο. Πρόκειται για πάνω από χίλια σκωπτικά και αιχμηρά ομοιοκατάληκτα δίστιχα, ως επί το πλείστον, ποιήματα που έχουν ως βασικό θέμα τον θάνατο και την υποτιθέμενη υπέρβασή του με την Ανάσταση του Ιησού κατά τη χριστιανική θρησκεία.

Η ημερομηνία αποστολής λίγες ημέρες μετά το Πάσχα της χρονιάς εκείνης συσχετίζει το ποιητικό αυτό έργο με το πασχάλιο μήνυμα και την υπονόμευσή του με τον τρόπο της ποίησης, πόσο μάλλον που στη δεύτερη κασέτα ο Σχινάς αναφέρει συγκεκριμένα: «Θανόντος του θανάτου νέες ασκήσεις ομοιοκαταληξίας». Αναμφίβολα ο καταρράκτης αυτός των διστίχων δεν είναι δυνατόν να γράφτηκε και να εκφωνήθηκε μέσα σε λίγες μέρες. Μπορούμε όμως να θεωρήσουμε το Πάσχα του ’89 ως χρονική ένδειξη για την ολοκλήρωση και τη μαγνητοφώνηση του έργου.

Στη σύντομη εισαγωγή της πρώτης κασέτας με λίγες επεξηγήσεις για τους κανόνες των ομοιοκαταληξιών, ο συγγραφέας απευθύνεται ρητά «προς φιλοπαίγμονες στωικευόμενους». Τέτοιος ήταν και ο ίδιος ο Σχινάς, σαρκαστικός και προφασιζόμενος μια ανύπαρκτη αταραξία που επικάλυπτε την πυριφλεγέθουσα προσωπικότητά του. Και τον φανταζόμαστε τώρα τις μέρες εκείνες του ’89, μονάζοντα πια στο Έσσεν της Γερμανίας, να παίζει τις ομοιοκατάληκτες συλλαβές στο κομποσκοίνι του γράφοντας το δικό του ποιητικό Λειμωνάριον. Σήμερα απομένει σε μας να κρίνουμε αν το έργο αυτό είναι ή όχι μια αντισυμβατική, μοντέρνα ψυχωφελής διήγηση.

Αρχής γενομένης από αυτή την Δευτέρα και όλες τις λοιπές Δευτέρες του μηνός Μαρτίου, θα παρουσιάσουμε εδώ σε τέσσερις συνέχειες αποσπάσματα από τις ισάριθμες ενότητες του έργου: “Προτροπές και παραινέσεις”, “Εξορκισμοί θανάτου”, “Εξορκισμοί χριστιανικών δαιμονίων ή άνθη ανευλαβείας” και “Παμμιγή”.

Στην πρώτη κυριαρχεί ο διδακτικός τόνος, με τον οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να εξοικειώσει τον αναγνώστη με το αναπόφευκτο του θανάτου. Στη δεύτερη συγκεντρώνονται παντοδαπές θανατήσιες μνείες, επικλήσεις, προλήψεις για το τέλος της ζωής. Στην τρίτη διακωμωδείται η εξιδανικευμένη εικόνα του Ιησού και η πίστη στη μεταθανάτια ζωή. Η τέταρτη ενότητα έχει προφανώς προκύψει ενδιάμεσα και παράλληλα με τις ρίμες για τον θάνατο, κατά κάποιον τρόπο από κεκτημένη ποιητική ταχύτητα: έμμετρα χαριτολογήματα, θεματικά κατανεμημένα για όλους τους θεούς και δαίμονες της ιστορίας του πνεύματος και της ζωής του ανθρώπου.

— ΣΜ

(περισσότερα…)

Δώδεκα χρόνια

*

ΔΩΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Ἀπὸ τὴ μήτρα τοῦ ἑρμαφρόδιτου Πατίλη,
περιοδικὰ πολλά, ἱστολόγια, βιβλία,
πολλὴ καὶ διάφορη —ἐλαφρὰ ἢ βαρεία— ὕλη.
Ἀπ’ ὅλα ἕνα ἀπολαμβάνει ἀσυλία.

Εἶναι αὐτὸ ποὺ στὸ παλιὸ ἔβαλε «νέο».
Νέο ΑΦΜ, νέα διεύθυνση καὶ ὄψη.
Πιὸ βαρετὸ γραφιστικά, γι΄ ἄλλους ὡραῖο,
παιδὶ δίχως ὀμφάλιο λῶρο νἄχει κόψει.

Δὲν ἔχει ράφια, δὲν γουστάρει διαδρόμους·
βλέπει τὰ πράγματα αὐστηρά, μὰ καὶ σὰν πάρτι.
Μὲ αὐστηρὸ φέης κοντρόλ καὶ φαρδεῖς ὤμους
κι’ ὅποιος δὲν θέλει, ἂς δώσει κείμενα στὸν Χάρτη.

Γιατὶ στὰ σοῦπερ μάρκετ ἔχει ἀλλεργία.
Μὲ τὸ στανιὸ δὲν ἀναπτύσσονται οἱ παρέες.
Τὰ ἑτερόκλητα ἕλκονται δείχνει ἡ ἱστορία
καὶ μὲ τὸν διάλογο ἀναπτύσσονται οἱ ἰδέες.

Θ’ ἀπαριθμοῦσα τὰ όνόματα ἕνα-ἕνα,
ὅμως θὰ ξέχναγα κανέναν κι’ εἶναι κρίμα.
Μοῦ τελείωνει τὸ μελάνι ἀπ’ τὴν πέννα
καὶ τόσοι ποὖναι δὲν θὰ ἔβγαινε κι’ ἡ ρίμα.

Ὅσοι γνωρίζουν, ξέρουν ποιοί εἶν’ οἱ στηλοβάτες.
Ἀναρχικοί, κομμουνιστὲς τοῦ ἀμπεχώνου,
συντηρητοῦκλες μὲ δεμένες τὶς γραβάτες,
σοσιαλπρεκάριοι μὲ πεῖσμα ἡμιόνου,

οἱ φεμινίστριες, οἱ τροτσκιστές, οἱ νέοι
ποὺ ἐμπιστεύονται τὰ πρῶτα κείμενά τους,
οἱ χριστιανοί, οἱ ταξιδιῶτες, οἱ ἀκραῖοι,
οἱ νεοφορμαλιστὲς καὶ τὰ ἐπίμονά τους

(περισσότερα…)

Ὁ Ἅι-Γαμήσου

*

Σονέτο γιὰ τοὺς ποδοπατημένους

Τὸν Βαλεντῖνο τὸν παλιὸ μήνα Κουτσὸ θυμήσου
Ποὺ περιμένουν πῶς καὶ πῶς πελάτες κι ἐργοδότες
Μὰ γιὰ τοῦ κόσμου τὰ στραβὰ ποὺ ἀξαίνουν ἀπὸ τότες
Ἐρωτικὸ στὰ Καθ’ Ἡμᾶς θὰ βρεῖς τὸν Ἅι-Γαμήσου

Σὰ νιώθεις ἄλλους ρημαδιὸ νὰ κάνουν τὴν ζωή σου
Γκόμενους, σύζυγους ματσό, ἀφεντικὰ αἱμοπότες,
Φίδια γιὰ φίλους, τύραννους πολιτικοὺς προδότες
Προστάτη σου νὰ σ’ ἀγαπᾶ πάρε τὸν Ἅι-Γαμήσου

Μὲ τὸν ἀξόδευτο θυμὸ μὴν καῖς τὰ φυλλοκάρδια
Καὶ τῆς ψυχῆς σου τὸν ἀνθὸ παράταιρα μαραίνεις
Καὶ σοῦ σωθοῦν γιὰ πάντοτε τὰ τρυφερά σου βράδια

Μέσα σου κι ἔξω σου σεμνὰ βάλ ’τον στὴν προσευχή σου
Καὶ πρὶν ἀκόμη τὸ σκεφτεῖς θ’ ἀρχίσεις νὰ ’λαφραίνεις
Καθὼς θὰ βλέπεις Δύναμη ποὺ δίνει ὁ Ἅι-Γαμήσου!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΤΙΛΗΣ

Ἀπὸ τὰ Σονέτα μὲ Σημαία Εὐκαιρίας. Σειρὰ β΄

*

*

Περί της προελεύσεως του μπακλαβά

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Στον Σωτήρη Δημητρίου,
που μου έδειξε τον τρόπο

Από ό,τι φαίνεται, διαφιλονικούμενο έδαφος στις διμερείς μας σχέσεις δεν υπήρξε μόνο η ποίηση, αλλά και η ζαχαροπλαστική.

Όλα ξεκίνησαν, όταν η Νταίζη έπεσε πάνω σ’ ένα άρθρο επιστημονικής, κατά τα άλλα, κρίσης περιοδικού Νεοελληνικών Σπουδών του εξωτερικού, όπου Τουρκάλα ακαδημαϊκός εγείρει την προβληματική της περί της υβριδοποίησης των εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη στην κατ’ αυτήν «αυθαίρετη εθνικοποίηση» του μπακλαβά σε ευρωπαϊκά fora, όπως το Café d’ Εurope, από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η ουσιοκρατία του είδους, σε ένα ευκρινώς αποδομητικό πλαίσιο, μου θυμίζει, πρωτίστως, τον διάλογο που επαναλαμβάνεται σε διαφορετικούς χωροχρόνους, όταν ιθαγενείς των τριών κρατιδίων χρειαστεί να αλλάξουν, περιστασιακά, χώρα:

— Πιάσε έναν ελληνικό.

E;

— Έναν κυπριακό φέρε μου.

Tι;

— Έναν τούρκικο!

— Α…

Η αλήθεια είναι πως σε αρχεία του Τοπ Καπί απαντούν συνταγές για τον μπακλαβά, ο οποίος διαδόθηκε, μαζί με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, σε πολλές από τις κατακτηθείσες περιοχές.

Στην τουρκική γλώσσα, μαθαίνω, ο μπακλαβάς έχει δοξαστεί από τη λαϊκή μούσα, περνώντας αβίαστα σε παροιμίες και ιδιωματικές εκφράσεις. Πολλά δε ποιήματα φέρονται να έχουν εμπνευστεί θεματικά από αυτόν.

Ράγισε απόψε η καρδιά
με το μπακλα-α-βαδάκι (περισσότερα…)

Προς την κυρία Kaja Kallas, Υπάτη Εκπρόσωπο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εξομολόγηση σφόδρα ερωτοειρηνιστική

*

Κάγια αχ! μού ’κανες μάγια!
Στης Ασίας τα σεράγια
δεν υπάρχει άλλη, Κάγια,
τέτοια κούκλα κουκουβάγια,
πλάι σου ωχριά η Σοράγια
μα κι η Μάγια η Μελάγια,
τέτοια πορφυρά καμπάγια
δεν θα τά ’βρεις σ’ άλλη, Κάγια!

Κάγια, Κάγια, κι η πλεμπάγια,
Κάγια, Κάγια, κι η χλεμπάγια
τ’ όνομά σου ψάλλουν, Κάγια,
και σε ραίνουνε με βάγια!
Ασ’ τον Πούτιν τον κανάγια,
που να τον γαζώσουν σκάγια!
Έλα, vamos a la playa! (περισσότερα…)

Hate Speech

*

στον συνταγματάρχη Ζάκ Μπώ (Jacques Baud)
ένδειξη αλληλεγγύης κι εκτίμησης

Προτιμά την αμάσητη αλήθεια,
των γενναίων την τροφή, των απλών,
απ’ την ψεύτικη γλύκα της τσίχλας;
Σκέτο μίσος ο λόγος λοιπόν

και τον τρέμουν – μα πότε δέν τρέμαν; –
της κλειστής πολιτείας οι ταγοί.
Πόσο θά ’θελαν νά ’μπει μια μέρα
στο αχαλίνωτο στόμα φραγή!

Τα κανάλια του κλείνουν, τις πύλες,
τις πλατφόρμες που πάει να κρυφτεί.
Τί του μένει; Η κοιλιά μιας μποτίλιας
και μιας άστοργης μούσας το αυτί.

Πότε ωχρός συνωμότης υπόγειος,
πότε εξόριστος πρό των πυλών
σκέτο μίσος ο ασίγαστος λόγος,
σκέτο μίσος ας πνέει λοιπόν…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

*

 

Σύγχρονη σολομωνική

*

Δυὸ πόδια βατράχου καὶ μία ἀράχνη,
λάχανο κόκκινο καὶ ζάχαρη ἄχνη,
τὸ δόντι τῆς κόμπρας κι ἑπτὰ μανδραγόρες
βρασμένοι σὲ γάλα γιὰ δώδεκα ὧρες.

Δαγκάνα σκορπιοῦ στὸ ἴδιο καζάνι
καὶ λάδι ἀπὸ τρούφα μισὸ φλιτζάνι,
μπισκότα βουτύρου χωρὶς γλουτένη
σιρόπι ἀγαύης, μιὰ πρέζα τσιμένι.

Πλοκάμια σουπιᾶς καὶ γλῶσσα ἰγκουάνα
– μ’ ἂν εἶσαι βῆγκαν ἀρκεῖ μιὰ μπανάνα –
λίγο ἁλάτι, καγὲν πιπέρι,
κινόα μιὰ φοῦχτα καὶ γκότζι μπέρρυ. (περισσότερα…)

Βουλιμία

*

Σαν το χρυσόψαρο στη γυάλα κολυμπάω
καταναλώνοντας διαρκώς εικόνες·
στου διαδικτύου τον χυλό τσαλαβουτάω,
το βλέμμα στυλωμένο στις οθόνες

Καταβροχθίζοντας με βουλιμία
επικαιρότητα, e-μέηλ, διαφημίσεις,
αλήθειες «post» με σαντιγύ, βικιπαιδεία·
χωρίς ειρμό, με οδηγούν οι παρορμήσεις

Στον ονειρόκοσμο των σόσιαλ μίντια,
ξαναμοντάρω έναν νέο εαυτό·
της ντοπαμίνης μια κορύφωση αιφνίδια,
μιαν επικύρωση κρυφή αποζητώ (περισσότερα…)

Απορριματοtherapy

*

(Να ζήσεις 24 ώρες χωρίς το είδος πρώτης ανάγκης)*

Ήθελα μόνο σήμερα, μονάχα για μια μέρα,
μόνο μια μέρα δίχως του – χωρίς καν να τ’ αγγίξω.

(Ήθελες μόνο σήμερα, μονάχα ν’ αποφύγεις
τόσες χιλιάδες χρήσεις του, τόσες πολλές μορφές του.)

Ήθελα μόνο σήμερα, μονάχα για μια μέρα·
μια μέρα δίχως πλαστικό – χωρίς καν να τ’ αγγίξω.

***

Μ’ αυτές τις σκέψεις ξύπνησα…

Μ’ αυτές τις σκέψεις κάθισα στου κρεβατιού την άκρη
κι όπως βιαζόμουν πάτησα στο πλαστικό χαλάκι.

(Κι όπως σφιγγόσουν πάτησες στο πλαστικό χαλάκι·
τόσο νερό τι το ’θελες μέσα στη μαύρη νύχτα; )

Κι ύστερα βρέθηκα μπροστά στο πόμολο του μπάνιου
(κι ύστερα πέτρωσες μπροστά στο πόμολο του μπάνιου),

πόμολο γκρίζο στρογγυλό, γκρίζας κλεισμένης πόρτας,
όλο ντυμένο πλαστικό – δεν τ’ άγγιξα καθόλου·

δεν τ’ άγγιξα, μα φώναξα: καλή μου, θα μπορέσεις; …
Και μπόρεσε.

***

Υγρά σαπούνια σήμερα, πομάδες, ξυραφάκια,
κολόνιες κι αποσμητικά περίμεναν ματαίως.

Άνοιξα για τα δόντια μου (πες: τα σφραγίσματά σου )
μιαν οδοντόβουρτσα μπαμπού με τρίχες άγριου χοίρου, (περισσότερα…)

Τα ταυ του έρωτα

*

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν

Κι άν του έρωτα το γλυκερό
ψωμί δέ σε χορταίνει,
και μοιάζει κιόλας το φτερό
κομμένο απο χαρτόνι,

σεβάσου, μήν υποτιμάς
το μπράτσο-του το αφράτο.
Δέν τό ’χει τίποτα μεμιάς
να φέρει πάνω κάτω

λαχτάρες, όνειρα, ακριβές
κι ατράνταχτες αλήθειες,
αγαπημένες μέχρι χτές
παλιές καλές συνήθειες,

τις πατερίτσες της καρδιάς,
του νού τα δεκανίκια…
Κι άν κάνεις πως τον σταματάς,
σηκώνει τα μανίκια,

τραβάει απ’ τα χαλάσματα
το πιό χοντρό καδρόνι
και με παιδιάστικη χαρά
μπροστά-σου το κραδαίνει! (περισσότερα…)

Τη Ρωμιοσύνη να την καις

*

Αυτά τα δέντρα βολεύονται και με λιγότερο ουρανό,
αυτές οι πέτρες βολεύονται και κάτου απ’ τα ξένα βήματα,
αυτά τα πρόσωπα βολεύονται και δίχως τον ήλιο,
αυτές οι καρδιές βολεύονται και δίχως το δίκιο.

Όταν σφίγγουν το χέρι, τα ντηλ τους είναι όλεθρος για τον κόσμο,
όταν χασκογελάνε, ένα μικρό φιδάκι φεύγει μες απ’ τη γραβάτα τους,
όταν πληρώνονται, όταν πληρώνονται, τη γη ρημάζουν κερδοφόρα
με κονδύλια και με ρεμούλα.

Με τόση στάχτη εχάθη ο ήλιος αν και μέρα
με τόσες κάφτρες ανάβει κόκκινος ουρανός
και τούτοι πάνε διακοπές κι εκείνοι στις οθόνες
και τούτοι πάνε διακοπές κι εκείνοι κάνουν σκρόλινγκ. (περισσότερα…)