ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Ποιήματα γιά τήν Ἔλευση

*

Μετάφραση: Νατάσα Κεσμέτη

~.~

Οἱ Μάγοι

Πρός τό τέλος τοῦ κόσμου, μέσα ἀπό τίς γυμνές
Ἀπαρχές τοῦ χειμώνα, ταξιδεύουν καί πάλι.
Πόσους χειμῶνες τό ἔχουμε δεῖ νά συμβαίνει,
Παρακολουθήσαμε τό ἴδιο σημάδι νά προχωρεῖ καθώς περνοῦν
Πόλεις φυτρώνουν γύρω ἀπό αὐτή τή ρότα τό χρυσάφι τους
Χαραγμένο στήν ἔρημο, κι ὡστόσο
Φύλαξαν τήν εἰρήνη μας, αὐτοί
Ὄντας οἱ Σοφοί, ἔρχονται νά δοῦν τήν καθορισμένη ὥρα
Πώς τίποτα δέν ἄλλαξε: στέγες, ὁ στάβλος
Λαμποκοπώντας στό σκοτάδι, ὅλα ὅσα εὔχονται νά δοῦν.

LOUISE GLÜCK (1943-2023)

~.~ (περισσότερα…)

Nicanor Parra, Οικοποιήματα

*

Εισαγωγή-Μετάφραση: ΝΑΝΣΥ ΑΓΓΕΛΗ

Τα Οικοποιήματα του Χιλιανού ποιητή Νικανόρ Πάρρα (1914-2018), τα Ecopoemas όπως τα τιτλοφορεί ο ίδιος, δεν αποτελούν απλώς μια κριτική στο σύχρονο οικοδόμημα του κοινωνικοπολιτικού συστήματος, μα μια σφοδρή καταγγελία κατά του Δυτικού κόσμου συλλήβδην. Ο Πάρρα, πάντα πρωτοπόρος, εξέθεσε από πολύ νωρίς τον προβληματισμό του για τη διαλεκτική σχέση ανθρώπου-φύσης ενσωμάτωντας την οικολογική ευαισθησία και την αγάπη για τη φύση στην ευρύτερη μεταμοντερνιστική προσέγγιση που χαρακτηρίζει το έργο του. Πολλά από τα σύγχρονα προβλήματα απορρέουν από την έλλειψη οικολογικής συνείδησης, μας λέει ο ποιητής, και η επιστήμη της οικολογίας προσφέρει ένα νέο πεδίο κριτικής θεώρησης όσων μαστίζουν τον πλανήτη.

Τα ποιήματα «Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου» και «Μονόλογος του ατόμου» που ακολουθούν συμπεριλαμβάνονται στην περίφημη συλλογή Ποιήματα και Αντιποιήματα του Πάρρα που κυκλοφόρησε το 1954 και έθεσε τις βάσεις της «αντι- ποίησης». Ο όρος που έγινε ευρύτερα γνωστός υπαγορεύοντας τη ρήξη με την παραδοσιακή ποίηση, έχει τις ρίζες του στη διαμονή του ποιητή στην Οξφόρδη κατά την περίοδο 1949- 1952 και την επαφή του με το έργο των Πάουντ, Έλιοτ, Κάφκα, Μπλέηκ, με τη φροϋδιανή θεωρία και τον υπερρεαλισμό. Χρόνια μετά, το ποίημα «Ιδιωτικός εξακριβωτής» που δημοσιεύεται στον Τύπο το 1981 παρωδώντας τον εθνικό ύμνο της Χιλής, αποτελεί την πρώτη αποκλειστικά οικολογική διακήρυξη του ποιητή σε μια εποχή που η βιομηχανική ανάπτυξη βρίσκεται στο απόγειο της και το κίνημα της οικολογίας σε συνδυασμό με την επιστημονική κοινότητα εκπέμπουν τα πρώτα ανησυχητικά σήματα κινδύνου: Ο επερχόμενος θάνατος του πλανήτη δεν είναι μακριά.

///

Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου

Οι σύχρονοι εγκληματίες
έχουν ελεύθερη πρόσβαση σε κήπους και πλατείες.
Εφοδιασμένοι με ισχυρά ματογυάλια και με ρολόγια τσέπης
μπουκάρουν σε πέργκολες όπου πλανιέται ο θάνατος
και εγκαθιστούν ανάμεσα στις ανθισμένες τριανταφυλλιές τα εργαστήρια τους.
Από κει εποπτεύουν τυχόν φωτογράφους και ζητιάνους που γυρνάνε στα πέριξ
φροντίζοντας να στήσουν ένα μικρό βωμό αφιερωμένο στην αθλιότητα
κι αν βρουν ευκαιρία κάνουν δικό τους κάποιον μελαγχολικό λουστράκο.
Η αστυνομία τρομοκρατημένη τρέχει μακριά απ’ αυτά τα τέρατα
με κατεύθυνση το κέντρο της πόλης
όπου μεγάλες πυρκαγιές ξεσπούν παραμονές πρωτοχρονιάς
και ένας γενναίος κουκουλοφόρος επιτίθεται σε δυο φιλάνθρωπες Μητέρες.

Οι μάστιγες του σύγχρονου κόσμου:
Τα τετράτροχα κι ο ομιλών κινηματογράφος,
οι φυλετικές διακρίσεις,
ο αφανισμός των ερυθρόδερμων
τα κόλπα του τραπεζικού συστήματος,
η εξόντωση των ηλικιωμένων,
το παράνομο εμπόριο λευκής σαρκός από σοδομιστές διεθνώς,
η αυτοέπαρση και η απληστία,
οι εργολάβοι κηδειών,
οι προσωπικοί φίλοι της Αυτού Μεγαλειότητος, (περισσότερα…)

Louisa May Alcott, Η μεταμόρφωση

*

Ω θάνατε, παράξενή σου η ώρα
π’ αρπάζεις της ζωής μας τα χρυσά
κι η θεϊκή σου τέχνη που εμφυσά
γεμίζει τους θνητούς μ’ αιώνια δώρα!

Στο βάρος των ογδόντα της και κάτι
την είδαμε να γέρνει σταδιακά
απ’ τη ζωή που ξέρει να νικά
σε μι’ άβυσσο, παράδεισους γεμάτη.

Μα, ξάφνου, στης καρδιάς μας τη σπατάλη,
σαν κάποιο θαύμα να ’γινε ευθύς
κι εκεί που είχαμε μείνει κατηφείς,
ξεπήδησε μπροστά μας νέα πάλι. (περισσότερα…)

Μάρ Ἐφραίμ τοῦ Σύρου, Ὀκτώ Ὕμνοι τοῦ Παραδείσου

*

Μετάφραση-Εἰσαγωγή: Νατάσα Κεσμέτη

Εἰς Μνημόσυνον Δημητρίου Β. Τριανταφυλλίδη (1959-2024)

Ὁ Μάρ Ἐφραίμ, ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος, πολυγραφότατος ὕμνογράφος καί θεολόγος τοῦ 4ου αἰῶνα, τιμᾶται σέ ὁλόκληρο τόν χριστιανικό κόσμο. Ἀνακηρυγμένος ἀπό τούς ρωμαιοκαθολικούς ὡς Δάσκαλος τῆς Ἑκκλησίας, εἶναι ἰδιαιτέρως προσφιλής στήν Ὀρθόδοξη Συριακή Ἐκκλησία. Ἔγραψε ποικίλους ὕμνους, ποιήματα καί ὁμιλίες σέ στίχους, ὅπως ἐπίσης βιβλικές ἑρμηνεῖες σέ πεζό. Οἱ ἐργασίες του αὐτές, πού ἔχουν ἐπίσης χαρακτηρισθεῖ ὡς «πρακτική θεολογία», ἀποτελοῦσαν θεμελιακά ἔργα σέ ταραγμένους καιρούς. Ἦσαν τόσο δημοφιλῆ ὥστε, αἰῶνες μετά τήν κοίμησή του, χριστιανοί συγγραφεῖς έξέδιδαν ψευδεπίγραφα ἔργα μέ το ὄνομά του. Ἡ μεγάλου εὔρους μαρτυρία του φανερώνει τήν πρώιμη μορφή τῆς χριστιανοσύνης, στήν ὁποία οἱ ἰδέες τῆς Δύσης δέν ἔπαιζαν κανένα σημαίνοντα ρόλο. Ἔχει ἀναγνωριστεῖ ὡς ὁ πιό σημαντικός ἀπό ὅλους τούς Πατέρες τῆς Συριακῆς Ἐκκλησιαστικῆς παράδοσης.

Ὁ σερ Σεμπάστιαν Μπρόκ, παγκόσμια αὐθεντία στά ἀφορῶντα τήν ἀραμαϊκή γλώσσα καί τήν συριακή γραμματεία, ἔχει δώσει μιάν ἔξοχη εἰσαγωγή ὡς πρός τόν τρόπο σκέψης τοῦ Μάρ Ἐφραίμ. Εἰδικά γιά τούς Ὕμνους τοῦ Παραδείσου ὀφείλεται νά τονιστεῖ ὅτι μᾶς μαθαίνει πῶς νά βλέπουμε τήν πραγματικότητα ὄχι μέ τά μάτια ἑνός ἑλληνιστῆ, ἀλλά μέ τά μάτια κάποιου ἀνήκοντος στήν ὁμάδα τῶν ἀρχαίων λαῶν: ἀπογόνων τοῦ Σήμ (γιοῦ τοῦ Νῶε) στήν Ἐγγύς Ἀνατολή καί τήν Ἀφρική, καί ἔχοντος σημιτική νοοτροπία. Πράγμα πού σημαίνει ὅτι στήν ἑλληνιστική ἀντίληψη προτεραιότητα εἶχε ἡ Μορφή, ἡ ὁποία καί ἀποτελοῦσε τό Πραγματικό. Δέν γνωρίζουμε ἄν ὁ Μάρ Ἐφραίμ θά συμφωνοῦσε ἤ ὄχι. Αὐτό ὅμως πού βλέπουμε στόν Ἐφραίμ δέν εἶναι Μορφές ἀλλά Σύμβολα. Ἐπιπλέον συχνά μετακινεῖ ται ἀπό τό ἀτομικό στό συλλογικό. Ἀκριβῶς στο σημεῖο αὐτό ὁ Σεμπάστιαν Μπρόκ διευκρινίζει:

Για τήν σημιτική νοοτροπία τῶν βιβλικῶν συγγραφέων καί τῶν Σύρων ποιητῶν, ὅπως ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, εἶναι πάρα πολύ ἁπλή καί εὔκολη ἡ μετακίνηση ἀπό το συλλογικό στό ἀτομικό, καί ἀπό το ἀτομικό στό συλλογικό.

Ἔτσι, ἀναφορικά μέ τόν Παράδεισο στούς Ὕμνους τοῦ Παραδείσου, ἰσχυρίζεται ὅτι γιά τήν συριακή παράδοση ὁ Παράδεισος ἦταν ἡ κατοικία/διαμονή τοῦ ἱεροῦ χρόνου, σύμφώνως μέ τήν μετάφραση τοῦ miqqedem (πρός τήν Ἀνατολή) ὡς «ἀπό τήν ἀρχή/ ἐξ ἀρχῆς». Στήν συνέχεια ὁ Μπρόκ συνδέει με αὐτήν τήν θεμελιακή ἀντίληψη ἄλλες τοπολογικές λεπτομέρειες τοῦ Ἐφραίμ, ὅπως τά ἑξῆς: το παραδείσιο βουνό εἶναι κυκλικό, κυκλώνει τή Μεγάλη Θάλασσα· ὁ Κατακλυσμός ἔφτασε μόνο μέχρι τούς πρόποδές του, ὅπου εἶναι ἐγκατεστημένος ἕνας φράχτης (syaga) φρουρούμενος ἀπό τά Χερουβείμ. Τό Δέντρο τῆς Γνώσεως εἶναι στά μισά τοῦ δρόμου πρός τά ἄνω. Κι αὐτό εἶναι τό ὅριο (σημεῖο) τό ὁποῖο ὁ Ἀδάμ και ἡ Εὔα, προφανῶς μετά θάνατον, δέν μποροῦσαν νά ὑπερβοῦν.

(περισσότερα…)

Χάινριχ Χάινε, Δώδεκα ποιήματα

 

*

Μπουρλέσκο σονέτο

Πώς στη μιζέρια θα ’βαζα τελεία
αν ήμουν δεξιοτέχνης στα πινέλα
και στον καμβά μου ηρώων μεγαλεία
ζωγράφιζα και καλλονές με βέλα.

Πώς πακτωλός σωστός θα μ’ ελεούσε
αν γνώριζα βιολί καλό ή πιάνο
κι ο πάσα εις που μ’ άκουγε επαινούσε
το παίξιμό μου το γλυκό και πλάνο.

Μα αλίμονο, στο δρόμο αυτόν που πήρα
τον Μαμωνά ποτέ δεν θα πετύχω,
μιας κι απ’ τις τέχνες όλες την πιο στείρα
διάλεξα για την τσέπη μου – τον στίχο !

Το θείο ποτό του Βάκχου άλλοι πίνουν,
διψώ, επαιτώ κι εγώ, μα δε μου δίνουν.

~.~

Παίρναν όλοι το τσάι τους παρέα…

Παίρναν όλοι το τσάι τους παρέα
κι όλο λέγαν για τα ερωτικά,
δεσποσύνες με αμφίεση ωραία,
καβαλιέροι με ήθη λεπτά.

«Ένας Έρως υπάρχει : ο αγνός»,
ο βαρώνος με ύφος δηλώνει.
Και (με στόνο κρυφό…) η βαρώνη
του πετάει σκωπτικά : «Ασφαλώς !»

«Α, η πείρα», λέει ο δούξ, «συμβουλεύει
η συνεύρεσις να ’ναι πραεία,
διότι βλάπτεται ειδάλλως η υγεία !»
Κι η μαμζέλ –που απορεί– : «Μα αληθεύει ;» (περισσότερα…)

Γκωτιέ του Σατιγιόν, Καθώς φεύγει η χειμωνιά

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Στη Γαλλία του 12ου αιώνα, διαμορφώνεται και ανθίζει ένα απολύτως ευδιάκριτο είδος λυρικού ποιήματος, η pastourelle (παστορέλα). Τις πολυάριθμες pastourelles που έχουν διασωθεί τις συνδέει λιγότερο η μορφή και πολύ περισσότερο το περιεχόμενο, αφού όλες αφηγούνται επί της ουσίας το ίδιο επεισόδιο. Έχουμε μπει στην άνοιξη και ένας άνδρας ευγενικής καταγωγής (συνήθως ένας ιππότης) περιπλανιέται στην εξοχή. Αργά τη νύχτα ή τη χαραυγή συναντά εκεί μια άγνωστή του βοσκοπούλα, νεαρή και πανέμορφη. Θαμπωμένος από την ομορφιά της, ο άνδρας βάζει σκοπό να την πείσει να του δοθεί. Οι προσπάθειές του έχουν άλλοτε αίσια και άλλοτε άδοξη κατάληξη.

Λίγες πρέπει να ήταν οι pastourelles που γράφτηκαν στα λατινικά και ελάχιστες έχουν διασωθεί. Ανάμεσα σε αυτές, όμως, οπωσδήποτε ξεχωρίζει η σύνθεση «Καθώς φεύγει η χειμωνιά» (Declinante frigore) του Γκωτιέ του Σατιγιόν (Gautier de Châtillon, περ. 1135-1200), ενός εκ των κορυφαίων ποιητών του 12ου αιώνα. Δεξιοτέχνης του μέτρου, ο Γκωτιέ συντάσσει το ποίημα σε 7 στροφές, 7 στίχων και 7 συλλαβών, με δισύλλαβη ομοιοκαταληξία (ΑΑΒΑΑΒΑ). Πρωτοτυπεί καθώς η pastourelle του συνομιλεί φανερά με μια κλασική πηγή: τους οβιδιανούς Amores. Στην ίδια την αφήγηση δε, ξεφεύγει πάλι από τον κανόνα, αφού περιγράφει τη νεαρή Γλυκερία (Glycerium / Γλυκέριον) ωσάν να τη γνωρίζει προτού τη συναντήσει και με λόγια που δεν θα ταίριαζαν σε βοσκοπούλα. Ως κληρικός-ποιητής, επίσης, ο Γκωτιέ δεν κυνηγά πιεστικά τη Γλυκερία. Τουναντίον, εκείνη φαίνεται να ανταποκρίνεται πρόθυμα στο κάλεσμά του. Και, αν και ο ίδιος εξέρχεται νικητής, αφήνει να εννοηθεί ότι μπορεί τελικά να ήταν εκείνος που έπαιξε εξαρχής το παιχνίδι της πονηρής Γλυκερίας.

(περισσότερα…)

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Τον Λευτέρη Αλεξίου (1890-1964), τον Ηρακλειώτη ποιητή, τον γνώριζα κατ’ ουσίαν μόνο από το θαυμάσιο ποίημά του «Ενδεχόμενα», που είχε συμπεριλάβει κι ο Μανόλης Αναγνωστάκης στην ανθολογία του Η χαμηλή φωνή. Αργότερα έμαθα για αυτόν από τον γιο του Στυλιανό Αλεξίου, που παρουσίασε τα εργοβιογραφικά μαζί με μια ανθολόγηση της ποίησής του, στα εικοσιπέντε χρόνια από τον θάνατό του, στο περιοδικό Παλίμψηστον της Βικελαίας Βιβλιοθήκης του Ηρακλείου, τχ. 9-10, Δεκ. 1989-Ιουν. 1990, σ. 7-40 (όπου και παραπέμπω όποιον ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για τον ποιητή).

Πρόσφατα, ψάχνοντας για ένα δυσεύρετο κείμενο, πήρα στα χέρια μου τη συλλογή κειμένων: Συμβολή. Μικρή Ανθολογία κειμένων για τη νεοελληνική λογοτεχνία, που εξέδωσε το ΚΕ Λύκειο Αρρένων Αθηνών στις εκδόσεις Ιωλκός το 1977. Μέσα εκεί, ανάμεσα σε άλλα ενδιαφέροντα και αρκετά ανέκδοτα ―τότε― κείμενα σημαντικών συγγραφέων μας, έπεσα πάνω σε μια μετάφραση από τον Λευτέρη Αλεξίου ενός γνωστού ποιήματος του Γκαίτε για τον Σίλλερ, το «Bei Betrachtung von Schillers Schädel». Με τη σχετική βεβαιότητα πως δεν έχει ξαναδημοσιευθεί το παρουσιάζω εδώ, με τη σύντομη εισαγωγή και τη σημείωση του μεταφραστή του, από τη μνημονευθείσα συλλογή κειμένων, που είχε επιμεληθεί ο Αθ. Φωσκαρίνης, σ. 23-24.

Το περιστατικό στο οποίο αναφέρεται το ποίημα είναι αληθινό. Είναι γνωστό πως ο Γκαίτε είχε κρατήσει το κρανίο του Σίλλερ για ένα διάστημα στο γραφείο του σε διαρκή ανάμνηση του αγαπημένου φίλου του (τώρα κατά πόσον ήταν αυτό αυθεντικό, όπως αποκάλυψε η μεταγενέστερη έρευνα, είναι ένα άλλο ζήτημα). Σε ό,τι αφορά την ποιότητα της σχέσης τους και το βάθος της εκτίμησης που έτρεφε ο Γκαίτε για τον Σίλλερ, γράφει ο Τόμας Μάνν στο Δοκίμιο για τον Σίλλερ (εκδ. Ίνδικτος, μτφρ. Θαν. Λάμπρου, 2002): «Ο αμοιβαίος θαυμασμός εμπλούτισε πράγματι και τους δύο, και όσον αφορά τον Γκαίτε ο θαυμασμός αυτός μεγαλώνει ακόμη περισσότερο μετά τον θάνατο του Σίλλερ. Είναι σαν να μην ήξερε, όσο ζούσε ο Σίλλερ, αυτό που είχε δίπλα του», και «Για αυτόν που έζησε περισσότερο, ο νεκρός έγινε ό,τι δεν υπήρξε ποτέ ο ένας για τον άλλον: ιερός. Από τα τελευταία χρόνια της ζωής του Γκαίτε έχει φτάσει ώς εμάς η απάντηση που έδωσε στη νύφη του Ottilie, όταν αυτή του είπε πως ο Σίλλερ την κάνει συχνά να πλήττει. Ο Γκαίτε έστρεψε τότε μακριά το προσωπό του κι απάντησε: “Είστε όλοι πάρα πολύ κακόμοιροι και γήινοι γι’ αυτόν”».

~.~

Κοιτάζοντας το κρανίο του Σίλλερ

(Το παρακάτω ποίημα γράφτηκε ύστερα από μιαν ανακομιδή των οστών του Σίλλερ. Ο Γκαίτε ήτανε παρών και πήρε στα χέρια το κρανίο του φίλου του. Τις χαραχτηριστικές σκέψεις του σε κείνη την περίσταση τις εστιχούργησε σ’ αυτό το ποίημα. Οι στίχοι μεταφράζονται, όσο ξέρω, για πρώτη φορά στα ελληνικά. Λευτ. Αλεξίου).

Στὸ κοιμητήρι τὸ βαθὺ καὶ σκοτεινὸ κοιτάω
μὲ πόση τάξη ἀραδιαστὰ σωπαίνουν τὰ κρανία
καὶ μὲσ’ στὸ νοῦ τὶς ἐποχὲς ποὺ ἐφύγαν μελετάω.
 
Μένουν πλάϊ-πλάϊ ὅσοι ἄλλοτε μισοῦνταν μὲ μανία·
κόκκαλα ποὺ ὡς τὸ θάνατον ἀλληλοχτυπηθῆκαν,
τώρα ἡσυχάζουν σταυρωτὰ μέσα στὴν ἡσυχία.
 
Σκόρπιες κουτάλες… Ἀπὸ ποιά φορτιὰ νὰ κυρτωθῆκαν,
κανένας δὲ ρωτάει. Μέλη γιερά, γεμᾶτα ζέση,
χέρια καὶ πόδια, π’ ἀπ’ τῆς ζωῆς τὴν ἄρθρωση λυθῆκαν…
 
Ὤ, κουρασμένοι, ἀνώφελα στὴ γῆς ἔχετε πέσει.
Δὲ σᾶς ἀφήνω ἀνάπαψη στὸν τάφο. Στὴν ἡμέρα,
στὴν ἅγια ζήση καὶ στὸ φῶς σᾶς ἔχω ἐδῶ καλέσει:
 
Τί ἕν’ ἄθλιο τσώφλι εἶν’ ἄσκοπο νὰ ὑψώνω στὸν ἀγέρα,
κι ἂς εἶχε τὸν ἐγκέφαλο τὸν πιὸ εὐγενῆ κλεισμένο.
Μὰ νά, ποὺ ἕνας παλιὸς χρησμὸς μ’ ἀκολουθεῖ ἐδῶ πέρα,
 
(σ’ ἐλάχιστους τὸ νόημά του τό ’χει φανερωμένο)
ὅταν, στὴ μέση ἀπὸ σωροὺς κοκκάλων καὶ κρανίων,
μιὰ ἀτίμητα ἱερὴ μορφὴ στὰ μάτια μου ἀνασταίνω.
 
Καὶ ἰδέ, σ᾽ αὐτὴ τὴ στενωσιά, στὴ μούχλα καὶ στὸ κρύο,
μ’ αἴστηση λευτεριᾶς πλατειᾶς εὐτὺς ἀναγαλλιάζω,
ὡς νά ’βγαινε ἀπ’ τὸ θάνατο ζωῆς ἀνάμα θεῖο!
 
Μὲ ποιά γοητεία μυστηριακὴ τὴν ὄψη σου ἀναπλάζω!
Τὰ θεῖα χαρακτηριστικά, πού ’χε ἄλλοτε κρατήσει!
Μὲ μιὰ ματιὰ μέσ’ στὴ γνωστή μου θάλασσα βουλιάζω,
 
ποὺ τόσες ξεχειλίζοντας μορφὲς* εἶχε ἀναβρύσει.
Σκεῦος, ἱερό, πού ’χεις χρησμοὺς στὸν κόσμο τόσους δώσει,
στὰ χέρια πὼς εἶμ’ ἄξιος νὰ σ’ ἔχω ἐτοῦτα κλείσει;
 
Ἀπὸ τὴ μούχλα, ὦ Θησαυρέ, ψηλὰ σ’ ἔχω σηκώσει,
καὶ πρὸς τὰ αἰθέρια τ’ ἀνοιχτά, πρὸς τὴν πλατειὰ τὴ σκέψη,
πρὸς τὸ ἠλιοφῶς ἔχω μὲ σὲ τὸν ἴδιο ἐμένα ὑψώσει.
 
Τί πιὸ πολὺ μπορεῖ κανεὶς στὸν κόσμο νὰ γυρέψει,
τὴ θέαιανα Πλάση ἂν τοῦ δοθεῖ στὰ μάτια νὰ κοιτάξει,
σὲ πνεῦμα πῶς τὰ πιὸ σκληρὰ μπορεῖ νὰ μετατρέψει,
 
κι αἰώνια πῶς τοῦ πνεύματος τὰ τέκνα νὰ φυλάξει.

*(Σ. του Μ.) Ο Γκαίτε υπαινίσσεται τους τύπους που έπλασε ο Σίλλερ στα θεατρικά έργα του.

*

*

*

Χαῖρε Θαλασσινό Ἄστρο

*

Εἰσαγωγή-Μετάφραση: ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

Ἡ πατρότητα τοῦ μεσαιωνικού ὕμνου Ave maris stella ἀποδίδεται, ἀνάμεσα σέ πολλούς ἄλλους, στόν Ἅγιο Βερνάρδο τοῦ Κλαιρβώ (1090-1153) ὁ ὁποῖος ἔγραψε ὡραιότατες διευκρινίσεις καί παραινέσεις, σχετικές μέ τό θεοτοκωνύμιο maris stella-θαλασσινό ἄστρο. Ἡ λατινική ἐκδοχή τοῦ ὕμνου ἰχνηλατεῖται ἀνάμεσα στόν ὕστερο 6ο αἰῶνα μ.Χ. καί τόν πρώιμο 9ο, καί τό ὄνομα παραλλάζει ἀπό ἄστρο τῆς θάλασσας σέ ἄστρο τοῦ ὠκεανοῦ, προσωνύμιο ἀπό τά ἀρχαιότερα καί πλέον δημοφιλῆ τῆς Μαρίας.

Τό ποίημα τοῦ 15ου αἰῶνα πού ἀποδίδω ἐδῶ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπό τόν ἀρχαῖο ὕμνο· τό χειρόγραφο πιθανολογεῖται ὅτι φτιάχθηκε σέ ἕνα Καρθουσιανό μοναστήρι τοῦ Γιορκσάιρ ἤ πιό βόρεια στό Λινκολνσάιρ. Ἂποτελεῖ θερμό ἐγκώμιο καί ἐξομολογητική εὐχή, θυμίζοντας τήν πολύ πιό ἐκτεταμένη, καί, ἀπό κάθε ἄποψη εὐρύτερη καί ἰσχυρότερη Ἐξομολογητική εὐχή πρός τήν Θεοτόκο τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ (14ος αἰώνας). Κατορθώνει ὅμως τό ὀλιγόστιχο ἐγκώμιο νά εἶναι ταυτοχρόνως θεολογικό. Ἐν ὀλίγοις, πρόκειται γιά θεολογικά λογάκια, ὅπως θά ἔλεγε ὁ δικός μας Παπατσώνης.

Ἡ κύρια καί ἐπικρατοῦσα μεταφορά γιά τήν Μαρία, πού ἐνέπνευσε Ἀνατολή καί Δύση ὅσο καμία ἄλλη γυναίκα, εἶναι αὐτή τοῦ καθοδηγητικοῦ Ἄστρου τῆς θάλασσας: ὄχι μόνον γιά τούς ναυτικούς ἀλλά ὅλους ἐμᾶς τούς ναυσιπλόους καί ποντουμένους σάλῳ βιωτικῶν κυμάτων (Μέγας Παρακλητικός). Ἀκολουθεῖ ἡ μεταφορά τῆς Πύλης τοῦ Παραδείσου, παρομοίως μέ τό Πύλη Ἐπουράνιε, πού ἀκοῦμε στόν δικό μας Ὄρθρο, ἤ ἀπό τήν Β΄ Στάση τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου τό: Χαῖρε Παραδείσου θυρῶν ἀνοικτήριον, καί ἀλλοῦ ἄλλα.

(περισσότερα…)

Edwin Morgan, Διαστημικά ποιήματα

*

Εισαγωγή-Μετάφραση ΝΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Έντουιν Μόργκαν γεννήθηκε στη Γλασκώβη το 1920. Από την εφηβεία του κιόλας, δημοσίευε ποιήματα σε σχολικά περιοδικά και τελικά σπούδασε αγγλική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της πόλης αποφοιτώντας το 1946. Είχε μεσολαβήσει ένα εξαετές διάστημα υπηρεσίας στο υγειονομικό σώμα του βρετανικού στρατού κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Αργότερα, εργάστηκε ως καθηγητής φιλολογίας – και πάλι στο Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης. Το 1968, η συλλογή του The Second Life  τον έφερε στο προσκήνιο του λογοτεχνικού τοπίου της Σκωτίας, απ’ όπου δεν έμελλε να αποχωρήσει μιας και παρέμεινε παραγωγικός και δημοφιλής ως τα βαθιά γεράματα και τον θάνατό του το 2010. Μάλιστα, η ανοιχτή παραδοχή της ομοφυλοφιλίας του το 1990 κατάφερε να εξάψει τα πάθη στον δημόσιο διάλογο. Το 1999, ο Μόργκαν έγινε ο πρώτος Δαφνοστεφής Ποιητής της Γλασκώβης και το 2004 έγινε ο πρώτος Δαφνοστεφής Ποιητής, ο πρώτος «Makar», της σύγχρονης Σκωτίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στις 9 Οκτωβρίου του 2004, τα εγκαίνια του Κοινοβουλίου στο Εδιμβούργο επισφραγίστηκαν μ’ ένα δικό του ποίημα ειδικά γραμμένο για την περίσταση.

Η περίπτωση του Μόργκαν είναι χαρακτηριστική για τον δημόσιο, ακόμα και θεσμικό, ρόλο της ποίησης στη Βρετανία. Ας σχολιάσουμε ότι τούτο το γεγονός θέτει εν αμφιβόλω τις ελληνικές, και όχι μόνο, κοινοτοπίες για την ποίηση ωσάν πράξη οπωσδήποτε αντιστασιακή αλλά και για την ποίηση ωσάν αισθητιστική απόσυρση από την πολλή συνάφεια του κόσμου. Ακόμη, ας σχολιάσουμε το ίδιο το corpus του Μόργκαν. Για πολλές δεκαετίες, ο ποιητής διέτρεχε συνεχώς ένα μεγάλο μορφικό και θεματικό κλαβιέ. Έγραψε από αυστηρά σονέτα μέχρι ελευθερωμένο στίχο και διασκεδαστικά ηχητικά στιχουργήματα μιας μορφής concrete poetry. Τα θέματά του φτάνουν από το σοβαρό και το επικό μέχρι το αστείο και το χθαμαλό. Πάντως, η ποίηση του Μόργκαν είναι συνήθως αισιόδοξη – άλλο ένα πλήγμα, αυτή τη φορά προς το στερεότυπο του σκοτεινού καλλιτέχνη. (Είναι χαρακτηριστικό πως, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο το 1999, έγραψε ένα ποίημα όπου διαλέγεται ένα κύτταρο υγιές κι ένα καρκινικό.) Ένα θέμα ολοένα επανερχόμενο στην ποίησή του είναι η αγαπημένη του Γλασκώβη, και γενικά η Σκωτία, την οποία βλέπει με τρυφερότητα κι ελπίδα. Ακόμα και στα ποιήματα επιστημονικής φαντασίας που μεταφράζω παρακάτω, ο αναγνώστης θα βρει μια αναφορά στις συμπαθείς φρατέρκουλες των σκωτικών ακτών και μια αναφορά στη δίνη του Κορρυβρέκαν.

(περισσότερα…)

Τὰ ἐρωτικὰ σονέτα τῆς Λουίζας Λαμπὲ

*

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ἀπὸ τὸ βιβλίο
Λουίζα Λαμπέ, Τὰ ἐρωτικὰ σονέτα,
Μετάφραση – Εἰσαγωγὴ – Ἐπίμετρο Ξάνθος Μαϊντᾶς,
Νίκας, Ἰούλιος 2024.

Ποιοὶ λόγοι συντρέχουν ὥστε σημερινοὶ ἀναγνῶστες, ἀφοσιωμένοι στὴν ποίηση, νὰ στρέψουν τὸ φιλέρευνο βλέμμα τους καὶ νὰ σταθοῦν μὲ προσήλωση στὰ σονέτα καὶ τὶς ἐλεγεῖες, ἢ στὸ φιλοσοφικὸ ἔργο μιᾶς σχεδὸν ξεχασμένης ποιήτριας τοῦ 16ου αἰῶνα, ποὺ κάποτε δικαίως τῆς εἶχε δοθεῖ ὁ πολὺ τιμητικὸς τίτλος τῆς Λυωνέζας Σαπφῶς; Θὰ ἀποπειραθῶ νὰ δώσω, σὲ ὅ,τι ἀκολουθεῖ στὸν παρόντα τόμο, μιὰ ἀπάντηση γιὰ τὴν ἀξία τοῦ ἔργου τῆς Λουίζας Λαμπέ, γιὰ τὴν διαχρονικότητά του καὶ ἄρα γιὰ τοὺς λόγους ποὺ ἀγγίζουν, συγκινοῦν καὶ ἴσως συγκλονίζουν τὸν σημερινὸ ἀναγνώστη. Θὰ τὸ ἐπιχειρήσω ἔχοντας μεταφράσει στὰ ἑλληνικὰ τὰ εἴκοσι τέσσερα ἐρωτικὰ σονέτα της, ποὺ παρουσιάζονται στὸ πρῶτο μέρος ἀντικρυστὰ μὲ τὰ πρωτότυπα, καὶ μὲ τὸ ἐπίμετρο ποὺ ἀκολουθεῖ στὸ δεύτερο μέρος. Στὸ τελευταῖο ἀκολουθῶ τὸ ἔργο τῆς Γαλλίδας ποιήτριας, στὰ χρόνια τῆς Γαλλικῆς Ἀναγέννησης, τότε ποὺ σημαντικοὶ ἄνθρωποι, ὅπως ὁ Ραμπελαί, ὁ Μονταίνιος καὶ ὁ Ρονσάρ, ἔβγαζαν τὴν γαλλικὴ γλῶσσα ἀπὸ τὴν χαοτική της Βαβυλωνία καὶ στὴ Λυὼν μεσουρανοῦσε ἡ «Πλειάδα» τῶν γαλλικῶν γραμμάτων. Ἀκολουθεῖ ἡ σύντομη σκιαγράφηση τῆς ποίησης ποὺ προηγήθηκε τῆς Λ. Λαμπὲ καθώς καὶ τῆς ποίησης ποὺ ἕπεται χρονικάτοῦ ἔργου της. Γιὰ νὰ φανοῦν οἱ ἐπιδράσεις ποὺ δέχτηκε, ἀλλὰ κυρίως νὰ δειχθεῖ πόσο προχώρησε καὶ ξεχώρισε μὲ τοὺς δικούς της ποιητικοὺς δρόμους. Ἡ ποίησή της, κατεξοχὴν ἐρωτική, ἄφηνε πίσω της τὴν θρησκευτικὴ ἀλληγορία, τὸν φόβο καὶ τὴν ἐνοχὴ ποὺ διαπερνοῦσαν τὸ ἔργο ἀκόμη καὶ σύγχρονών της ποιητῶν. Καὶ μετέγραφε τὸ ἐρωτικὸ πάθος, τοὺς πόνους καὶ τὰ βάσανα σὲ πειθαρχημένο σονέτο ἢ ἐλεγεῖα, ἀπ’ ὅπου συχνὰ ξεπετάγονταν ἕνα παιγνιῶδες τρέμουλο ἢ καὶ τραύλισμα δημιουργῶντας ἕναν περίτεχνο ἑλιγμὸ ποὺ ἔδινε ξεχωριστὴ κατάληξη στὸ ποίημα καὶ ἐπιθυμητὴ δικαίωση στὴν μαχητικὴ ποιήτρια. Καὶ ὅλα αὐτὰ σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ δὲν τὸ εἶχε σὲ τίποτα νὰ ἐξυβρίσει καὶ νὰ τιμωρήσει σκληρὰ τὸ θάρρος καὶ τὴν γενναιότητα, ἰδιαίτερα ἂν προέρχονταν ἀπὸ γυναῖκα καὶ μάλιστα ποιήτρια.

Ἡ μετάφραση τοῦ ποιητικοῦ λόγου, ἰδιαίτερα τοῦ σονέτου, ἀποτελεῖ ξεχωριστὴ δοκιμασία γιὰ τὸν μεταφραστή, ἴσως μεγαλύτερη ἀπὸ αὐτὴν τῆς δημιουργίας ἑνὸς πρωτότυπου ποιήματος, γιατί ἐνῷ σ’ αὐτὸ ὁ ρυθμὸς καὶ ἡ ρίμα εἶναι ἱκανὲς νὰ ἀναπτύξουν ἢ καὶ νὰ δημιουργήσουν τὸν νοηματικὸ λόγο καὶ τελικὰ νὰ ὁδηγήσουν στὸ ποίημα, ὅπου ἡ μορφὴ ἔχει κινήσει τὰ νήματα τῆς ποιητικῆς δημιουργίας, στὴν μετάφραση ἡ μορφὴ δὲν μπορεῖ νὰ ἀλλάξει ἢ νὰ παραποιήσει τὸν λόγο ποὺ εἶναι δεδομένος ἀπὸ τὸ πρωτότυπο. Συνεπῶς εἶναι ἐκεῖ ποὺ μορφὴ καὶ λόγος ὄχι μόνο ἀλληλοεπιδροῦν καὶ συνεργάζονται, ἀλλὰ ἀνταγωνίζονται μεταξύ τους, γιὰ τὴν ἀκρίβεια χτυπιοῦνται καὶ ἀποζητοῦν λύσεις. Δὲν μπορεῖς νὰ κάνεις πιστὴ μετάφραση, ἐπειδὴ τότε χάνοντας τὴ μορφὴ ἔχεις χάσει τὸ ποίημα. Ἴσως χρειάζεται νὰ ἀντικρίσεις χωρὶς μικροσκόπιο, ἀπὸ μεγαλύτερη ἀπόσταση, τὸν λόγο, καὶ ξεχωρίζοντας φράσεις νὰ ἐπιμείνεις, ἐνῷ τὴν ἴδια στιγμὴ μπορεῖ ν’ ἀναγκαστεῖς νὰ γυρίσεις τὴν πλάτη σὲ λέξεις. Μὰ ἂν αἰσθανθεῖς, ἔστω πρὸς στιγμή, πὼς ἀπομακρύνεσαι ἀπὸ τὸ ἀρχικὸ ἔργο, νὰ ἐπανέρχεσαι καὶ νὰ διορθώνεις, μέχρις ὅτου κάτι φανεῖ στὴν μετάφραση ποὺ προσφέρει σχετικὴ ἱκανοποίηση. Χωρὶς ποτὲ νὰ λησμονήσεις τὶς σοφὲς παρακαταθῆκες ποὺ μᾶς ἔχει ἀφήσει ὁ Ἰγκὸρ Στραβίνσκυ: (περισσότερα…)

Χασάν Ζακτάν, Σκοπιά τη νύχτα

*

Απόδοση  ΝΙΚΟΣ  ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ

Ο Χασάν Ζακτάν γεννήθηκε στη Δυτική Όχθη το 1954 κι έκτοτε έζησε σε διάφορες αραβικές χώρες καθώς και στη Λωρίδα της Γάζας. Εργάστηκε ως γυμναστής στη μέση εκπαίδευση και ως επιμελητής εκδόσεων, ενώ χρημάτισε σε θέσεις της Παλαιστινιακής Αρχής σχετικές με τον πολιτισμό. Από το 1980 έχει δημοσιεύσει ποίηση, μυθιστορήματα κι ένα θεατρικό. Το ποιητικό του έργο είναι μάλλον χαμηλόφωνο, ωστόσο ξεχωρίζουν εκείνα τα ποιήματα που αφορούν όχι απλώς τον πόλεμο αλλά την εμπειρία του στρατευμένου.

Η μετάφραση έγινε από τις αγγλικές αποδόσεις του Φάντυ Τζούντα για την ανθολογία The Silence that Remains: Selected poems 1982-2003 (εκδ. Copper Canyon, 2017). Ευχαριστίες στην Αιγύπτια φίλη Ράνα Μουνίρ για τις παρατηρήσεις της.

~.~

Συζητήσεις με τον πατέρα μου

Μου έλεγε:
Μια πέτρα στον δρόμο
έχεις τις ακτές της
την επικράτειά της
από άμμο κι ήσυχη πρασινάδα
όμως δεν είναι παρά μια πέτρα
σ’ έναν δρόμο

Έλεγε:
Είχα ξεμείνει μοναχός και
αμήχανος
τα παΐδια μου στις ερημωμένες κοιλάδες
γύρω απ’ τα χωριά
μόλις το σκοτάδι πάει να τα χαιρετίσει το βράδυ,
ευφρόσυνο βράδυ,
και κατέρχεται βομβαρδισμός
κι οι πέτρες γίνονται
ό,τι τρίψουν οι αέρηδες
ό,τι σπείρουνε τα δάχτυλα (περισσότερα…)

Μόλις φτάσει η άνοιξη

*

ΜΟΛΙΣ ΦΤΑΣΕΙ Η ΑΝΟΙΞΗ

Είδα να σέρνουν τη γη στο σφαγείο, σου είπα.
Αυτά είναι εφιάλτες, μου είπες,
θα τελειώσουν
μόλις φτάσει στην πόρτα σου η άνοιξη.

Όμως η άνοιξη άργησε, άργησε τόσο πολύ
που ο εφιάλτης μου τώρα
είναι η άνοιξη η ίδια.
Δεν μπορώ να ξεκρεμάσω τη γη,
δεν ξέρω καν ποιος την κρέμασε εκεί στο τσιγκέλι,
και τον μόνο που βρίσκω για να πάρω εκδίκηση
είναι ο εαυτός μου ο ίδιος:
«Εσύ ήσουν αυτός που την κρέμασε…
Εσύ ήσουν αυτός που την κρέμασε».

Βέβαιος πως εκείνος κρέμασε τη γη,
ο εαυτός μου τώρα αρνείται πια να ξυπνήσει
απ’ το σφαγείο των τύψεων.

ΝΑΤΖΟΥΑΝ ΝΤΑΡΟΥΪΣ

~.~

Ο Νατζουάν Νταρουίς είναι Παλαιστίνιος ποιητής.
Γεννήθηκε τον Δεκέμβρη του 1978 στα Ιεροσόλυμα.

Μετάφραση ΧΡΙΣΤΌΦΟΡΟΣ ΠΑΡΡΑΣ

*

*

*