ΝΠ | Ποίηση Ξένη

Erich Fried, «Τα βατράχια σκοτώνονται στα σοβαρά»

*

Ασταμάτητα

Ανοησία
Να σκουπίζει κανείς
Τα δάκρυά του
Προτού σταματήσει
Να κλαίει

*

Αλλά
Πρέπει κανείς
Να τα σκουπίζει
Για να σιγουρευτεί
Ότι πράγματι μπορεί
Να σταματήσει
Να κλαίει

*

Ή ότι δεν είναι δυνατόν
Πια να πάψει
Να θέλει να κλάψει

/// (περισσότερα…)

Natasha Lvovich, Μεταφορές*

*

In Memoriam:
Στην αγαπημένη φίλη και διακεκριμένη ποιήτρια
Wendy Barker, της οποίας η ελαφρότητα και η δεξιοτεχνία
υπήρξαν πηγή έμπνευσης και ενθάρρυνσης

Το ελαιόλαδο θα μου κρατήσει πολύ,
σαν το αγνό λάδι του Χανουκά, που κράτησε
οκτώ μέρες αντί για μια –
το θαύμα που έσωσε τον Ναό.
Το μπουκάλι είχε σφραγιστεί
προστατευμένο μέσα στα ρούχα μου—
ούτε μια σταγόνα δεν χύθηκε
στις αποσκευές—
ταξίδεψε ακέραιο ως την Αμερική.

Εκείνο το πολύτιμο λάδι,
με φειδώ το φύλαγα για τις σαλάτες,
γευόμουν κάθε σταγόνα,
όπως κάθε στιγμή στην Ελλάδα,
ανάμεσα σε ερείπια λαμπρά και ευρήματα,
στους δρόμους της Αθήνας, στα μουσεία, στο μετρό. Μια φορά,
μια σεβαστή κυρία στο τραμ με αγκάλιασε
όταν έμαθε
από πού είμαι — είμαι από τη Νέα Υόρκη.

Οι ελιές είχαν μαζευτεί
από την οικογένεια της Εύας — τρεις γενιές —
από δέντρα αρχαία σαν τα ερείπια
και που, όπως εκείνα, στέκονται ακόμη·
και φυτρώνουν παντού στην εξοχή
και στο μικρό χωριό
όπου όλοι,
όπως η Εύα, λέγονται Μαραγκός: ο πατέρας,
τα ξαδέλφια, οι θείοι, οι θείες,
δεν μιλούσαν αγγλικά
μα μου άπλωναν τα χέρια
και γελούσαν με όλη τους
την καρδιά. (περισσότερα…)

Η μπαλάντα του Μάττυ Γκρόουβς

*

Απόδοση Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

Πρωτομηνιά, πρώτη γιορτή,
γιορτή, Πρωτοχρονιά.
Του Λόρδου Άρλαντ η γυναίκα
πάει στην εκκλησιά.

Και σαν ακούστηκε το «Αμήν»
τριγύρω της θωρεί
τον Μάττυ Γκρόουβς και προχωρά
στο πλήθος να τον βρει.

«Κοιμήσου απόψε πλάι μου
μικρέ μου Μάττυ Γκρόουβς
κοιμήσου απόψε πλάι μου
ως και το πρώτο φως.»

«Στο πλάι σου δεν κοιμάμαι εγώ
ως και τη χαραυγή.
Γυναίκα, μου είπε η βέρα σου,
του αφέντη μου είσαι εσύ.»

«Κι αν είμαι του αφέντη σου
ο αφέντης είν’ μακριά.
Πουλάρια καθαρόαιμα
τώρα θα ξεγεννά.»

(περισσότερα…)

Seamus Heaney, Ο Άγιος Κέβιν και το κοτσύφι

*

Μετάφραση – Σχόλια: Δήμητρα Φιλιπποπούλου

~.~

Κι ύστερα ήταν ο Άγιος Κέβιν και το κοτσύφι.
Ο άγιος γονατίζει, χέρια εκτεταμένα μέσα
στο κελί του, μα το κελί είναι στενό, οπότε

η μια παλάμη, γυρισμένη προς τα πάνω, βγαίνει έξω, στέρεη,
σαν το δοκάρι του σταυρού, όταν ένα κοτσύφι κατεβαίνει,
κάθεται μέσα της και βολεύεται για να γεννήσει.

Ο Κέβιν νιώθει τα ζεστά αυγά, το μικρό στήθος, το κρυμμένο
τακτοποιημένο κεφάλι και τα νύχια, κι όπως ανακαλύπτει πως είναι πλεγμένος
στο δίκτυο μέσα της αιώνιας ζωής,

συγκινείται και το συμπονά: Τώρα πρέπει να κρατήσει το χέρι του
σαν κλαδί έξω στον ήλιο και τη βροχή για εβδομάδες
μέχρι να βγούνε τα μικρά από τ’ αυγό, να φτερωθούν και να πετάξουν. (περισσότερα…)

Hermann Hesse, Βήματα

*

Σαν τον ανθό μαραίνεται κι η κάθε νιότη
γέρνει απ’ τα γηρατειά, κάθε ηλικία θάλλει,
θάλλει κάθε αρετή, κάθε σοφία μεγάλη,
μα τη δροσιά της δεν κρατά ποτέ την πρώτη.
Όποτε την καλεί η ζωή, πρέπει να ξέρει
να λέει αντίο η καρδιά, πέρα να φεύγει,
πίσω τη θλίψη της ν’ αφήνει, να αλαργεύει,
γενναίο ξεκίνημα να κάνει σ’ άλλα μέρη.
Σε κάθε μας ξεκίνημα ζει μια μαγεία,
που είν’ της ζωής μας αρωγός και προστασία.

Σ’ αυτό το Αλλού λοιπόν ας μπούμε μ’ ευφροσύνη,
τόπος κανείς, καμιά πατρίδα δεν μας δένει,
από το πνεύμα αυτού του κόσμου οδηγημένοι
που βήμα βήμα μάς υψώνει, μας διευρύνει.
Δες, δεν προφταίνουν καν καλά να βολευτούνε
κι όλους τους τριγυρίζει η νάρκη, η χαύνωση ήδη·
οι έτοιμοι μόνο για φευγιό και για ταξίδι,
απ’ της συνήθειας τα δεσμά μπορούν να βγούνε.

Μα ίσως η ώρα του θανάτου θά ’ρθει πια
νέους ξανά σε νέους τόπους να μας στείλει,
το κάλεσμα της η ζωή δεν θα υποστείλει,
φύγε λοιπόν, καρδιά μου, αντίο κι έχε γεια! (περισσότερα…)

Paul Verlaine, Περισυλλογή

*

Πιάσου απ’ το χέρι μου και μη μιλάς, έλα μαζί μου
κάτω από τον γιγάντιο δρυ, κει που πεθαίνει η αύρα,
στους στεναγμούς σου ας προστεθούν οι στεναγμοί οι δικοί μου
σαν το φεγγάρι που ακουμπά στα σύννεφα τα μαύρα.

Ασάλευτο το βλέμμα μας ας καρφωθεί στο χώμα.
Όχι με σκέψεις, με όνειρα. Και ό,τι θέλει ας γίνει!
Πεθαίνει, χάνεται η χαρά, σβήνει κι η αγάπη ακόμα,
και τα μαλλιά μας ο λυγμός του γκιώνη θα ομορφύνει.

Ας πάψουμε να ελπίζουμε. Αργά και μυστικά
του καθενός μας η ψυχή ας βυθιστεί βαθιά
μες στου ήλιου τον μειλίχιο και ακύμαντο χαμό.

Της νύχτας μη συλήσουμε την άπεφθη σιωπή:
απ’ του ύπνου ας μη σηκώσουμε τη γαληνή ηδονή
τη Φύση, αυτόν τον άγριο και αμίλητο θεό.

Μτφρ. Λάμπρος Λαρέλης

*

*

*

 

David Wagoner, Χαμένος

*

Στάσου ἀκίνητος. Τά δέντρα ἐμπρός σου κι οἱ θάμνοι δίπλα σου
Δέν εἶναι χαμένοι. Το ὄνομα ὅποιου τόπου κι ἄν βρίσκεσαι εἶναι Ἐδῶ,
Καί πρέπει νά τοῦ φερθεῖς σάν σέ ἰσχυρό ἄγνωστο,
Πρέπει νά ζητήσεις ἄδεια νά τόν γνωρίσεις καί νά τοῦ γίνεις οἰκεῖος.
Τό δάσος ἀναπνέει. Ἀφουγκράσου. Ἀπαντάει,
Ἔχω φτιάξει τοῦτο τόν τόπο γύρω σου.
Ἄν τόν ἐγκαταλείψεις, μπορεῖς νά γυρίσεις πάλι, λέγοντας Ἐδῶ.
Γιά τό Γεράκι δυό δέντρα δέν εἶναι ἴδια .
Δυό κλαδιά δέν εἶναι ἴδια γιά τόν Τρυποκάρυδο.
Ἄν ὅ,τι φτιάχνει ἕνα δέντρο ἤ ἕνας θάμνος πάει χαμένο γιά σένα,
Σίγουρα εἶσαι χαμένος. Στάσου ἀκίνητος. Τό δάσος γνωρίζει
Ποῦ βρίσκεσαι. Πρέπει νά τό ἀφήσεις νά σέ βρεῖ.

Μετάφραση Νατάσα Κεσμέτη

*

*

*

«Όταν λέμε Χιροσίμα»: Η ποιήτρια Σαντάκο Κουριχάρα (1913-2005)

*

της ΜΑΡΙΑΣ ΕΥΘΥΜΙΟΥ

«Η ποίηση και η λογοτεχνία με θέμα την ατομική βόμβα γράφτηκαν από συγγραφείς, ποιητές κι ανώνυμους ανθρώπους που έζησαν την εμπειρία του να μένεις άναυδος, να στέκεσαι μουδιασμένος μπροστά στην εμπειρία μαζικών θανάτων – γράφτηκαν, επειδή, δεν είχαμε την επιλογή να σωπάσουμε»
ΣΑΝΤΑΚΟ ΚΟΥΡΙΧΑΡΑ (1913-2005)

Η Σαντάκο Ντόι γεννήθηκε το 1913 στη Χιροσίμα, δευτερότοκη κόρη μιας αγροτικής οικογένειας. Δημοσίευσε το πρώτο της ποίημα σε τοπική εφημερίδα το 1930. Στα δεκαοκτώ της, γνώρισε τον Τανταΐτσι Κουριχάρα, με τον οποίο θα περνούσε τα επόμενα πενήντα χρόνια της ζωής της. Παντρεύτηκαν κρυφά, καθώς ο Κουριχάρα ήταν ανεπιθύμητος από την πατρική της οικογένεια, λόγω των αριστερών πολιτικών του πεποιθήσεων. Το 1940 κατετάγη στον Αυτοκρατορικό Ιαπωνικό στρατό και πολέμησε στην Κίνα· λίγους μήνες αργότερα, επέστρεψε στη Χιροσίμα και συνελήφθη, διότι κατήγγειλε τις κτηνωδίες που διέπραξαν οι Ιάπωνες εις βάρους αμάχων στη Σαγκάη. Στις 6 Αυγούστου 1945, η Σαντάκο βρισκόταν με τα δύο τους παιδιά τέσσερα χιλιόμετρα από το υπόκεντρο της έκρηξης της ατομικής βόμβας. Η ποιητική της συλλογή Μαύρα αυγά (Kuroi tamago, 1946) αποτυπώνει την εμπειρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς και τη φρίκη της ρίψης της βόμβας. Τα Μαύρα αυγά υποβλήθηκαν μεταπολεμικά σε λογοκρισία από την Αμερικανική Στρατιωτική Διοίκηση και δεκατέσσερα ποιήματα αφαιρέθηκαν.

Τι κομίζει ο ποιητικός λόγος της Σαντάκο Κουριχάρα στον σημερινό αναγνώστη; Την οδυνηρή μαρτυρία ενός ιστορικά οριακού γεγονότος. Η ποιητική της γραφή, άλλοτε γίνεται μαντήλι για να σκουπίσει τις πληγές του μαρτυρίου των τραυματιών, κι άλλοτε κιβωτός του ιστορικού τραύματος, κενοτάφιο. Κινείται με άνεση ανάμεσα στην αυστηρή δομή των τάνκα (κλασική ιαπωνική ποιητική μορφή του 8ου μ.Χ. αιώνα, αρχαιότερη των χαϊκού) και τον νεωτερικό ελεύθερο στίχο. Το γνωστότερο ποίημα της, το οποίο αναδύθηκε μέσα από τις στάχτες της Χιροσίμα, είναι το «Ας υποδεχθούμε τη νέα ζωή»:

Νύχτα στο υπόγειο ενός στιβαρού κτιρίου, που τώρα κατέρρευσε
Τραυματίες της ατομικής βόμβας στοιβαγμένοι στο δωμάτιο·
Ήταν σκοτάδι – ούτ’ ένα κερί.
Οσμή φρέσκου αίματος, δυσωδία θανάτου,
ασφυξία ιδρωμένων σωμάτων, βογγητά.
Ξαφνικά, ακούγεται μια φωνή:
«Γεννάω!»
Σ’ εκείνο το κολαστήριο,
μια γυναίκα είχε ωδίνες.
Τι να κάναμε, στο θεοσκόταδο, χωρίς ούτ’ ένα σπίρτο; (περισσότερα…)

Μοχάμεντ ελ-Κουρντ, Κανένας Μωυσής δεν πολιορκείται

*

Ο Μοχάμεντ ελ-Κουρντ γεννήθηκε στις 15 Μαΐου 1998. Είναι Παλαιστίνιος συγγραφέας και ποιητής. Διεθνώς γνωστός έγινε με τα κείμενά του όπου περιγράφει τη ζωή των Παλαιστινίων στην κατεχόμενη Ανατολική Ιερουσαλήμ και την λοιπή Δυτική Όχθη.

Επιλογή-μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη

~.~

Αυτός είναι ο λόγος που χορεύουμε

Για την Κάρμελ

Πατρίδα στη μνήμη μου είναι ένας πράσινος φθαρμένος καναπές
και η γιαγιά μου σε κάθε ποίημα:
κάθε γιασεμί να πλήττει την ανάκρουση,
κάθε ανάκρουση να πλήττει τα δακρυγόνα,
τα δακρυγόνα να κουράρονται με γιαούρτι και κρεμμύδι,
με την άσκηση στην αντοχή,
με γυναίκες να τραγουδούν, κρούοντας
κατσαρόλες και τηγάνια
με αναθέματα και hasbiyallah.

Αυτοί δουλεύουνε τα τανκς, εμείς ξέρουμε από πέτρες.

Στους βομβαρδισμούς της Γάζας το 2008
η ιεροτελεστία μου βλέποντας τηλεόραση
ήταν να ταλαντεύομαι ανάμεσα στο θρήνο
και το αιγυπτιώτικο τσιφτετέλι,
ανερμάτιστος ανάμεσα σε μίσος και λατρεία,
σωρεύοντας και στοιβάζοντας τους λόγους των δερβίσηδων για να ζει κανείς
άλλοτε υιοθετώντας τους
άλλοτε βουτώντας απλώς το ψωμί μου στην ανοχή,
γνωρίζοντας πως τα παιδιά στο Καν Γιούνις δεν έχουν ψωμί,
βουτηγμένα στα μπάζα μιας οροφής…

Αν με ρωτήσεις από πού είμαι, μην περιμένεις μονολεκτική απάντηση.
Έσο έτοιμος, καθιστός, νηφάλιος κι εν εγρηγόρσει.
Αν το να ακούς για κόσμους άλλους από τον δικό σου
σε αναστατώνει,
πιες τη θάλασσα,
κόψε τα αφτιά σου,
φύσηξε άλλη μια φούσκα να φουσκώνει τη φούσκα σου και την υποκρισία.
Ανατίναξε άλλη μια πόλη από κορμιά στο όνομα του φόβου. (περισσότερα…)

Rainer Maria Rilke, Η αναχώρηση του άσωτου υιού και άλλα ποιήματα

*

Μετάφραση Κώστας Κουτσουρέλης

~.~

ΑΒΙΣΑΓ

I

Είχε πλαγιάσει. Και τα παιδικά της μπράτσα
τα ’χαν δεμένα οι δούλοι γύρω απ’ τα πλευρά του
τα μαραμένα· έτσι πέρναγε τις νύχτες,
με κάποιο φόβο εμπρός στα χρόνια τα πολλά του.

Κι άλλες φορές μέσα στα γένια του τριβόταν
το πρόσωπό της με το σκούξιμο του γκιώνη·
και τρόμους σέρνοντας και πόθους το σκοτάδι
από παντού ένιωθε να την περιζώνει.

Έτρεμαν τ’ άστρα όπως έτρεμε κι εκείνη,
το στρώμα έν’ άρωμα ψηλαφητά τρυπούσε,
στον τοίχο σάλευε η κουρτίνα σαν σημάδι
και με το βλέμμα της βουβά τ’ ακολουθούσε.

Μα αυτή, στον σκοτεινό τον γέρο πλάι ριγμένη,
ανέγγιχτη έμενε απ’ τη Νύχτα τη Μεγάλη,
ψυχή ελαφριά που το ψυχρό του μεγαλείο
ζεστό το κράταγε σε μια παρθένα αγκάλη.

II

Τα έργα στον θρόνο ο βασιλιάς συλλογιζόταν
της άδειας μέρας του, αυτά που λαχταρούσε
και δεν τ’ απέκτησε, τη σκύλα που αγαπούσε…
Μα σαν το βράδυ η Αβισάγ κουλουριαζόταν
πάνω του, η άστατη ζωή του αφηνόταν
όπως του κάβου του κακόφημου οι ξέρες
κάτω απ’ του στήθους της τους σιωπηλούς αστέρες. (περισσότερα…)

Lawrence Durrell, «Όμηρε τυφλέ»

*

Μετάφραση ΛΗΤΩ ΣΕΪΖΑΝΗ

Εκτός από το ατμοσφαιρικό και βαθυστόχαστο Αλεξανδρινό κουαρτέτο, εκτός από τα υπόλοιπα μυθιστορήματά του και τα ηλιόλουστα ταξιδιωτικά του, εκτός από τις ενδιαφέρουσες επιστολές του προς τον Χένρυ Μίλλερ, ο λογοτέχνης Λώρενς Ντάρρελλ έγραψε και αξιόλογα ποιήματα. Ένα μικρό δείγμα εδώ με αναφορές στην Ελλάδα, την ιστορία και την μυθολογία της.

///

Όμηρε τυφλέ

Χειμωνιάτικη νύχτα ξανά, η σελήνη μελάνι
Στα μάρμαρα χύνει και αποσύρεται

Τα έξι πεύκα σφυρίζουν, τεντώνονται κι εκεί,
Στην ανατολή, έτοιμο περιμένει το πινέλο του πρωινού

Εκεί όπου λίγα άστρα ελληνικά σβήνουν και αναγεννώνται
Κάθε νύχτα σε ηχηρά και λαμπυρίζοντα λουτρά.

Τώρα προς τον χειμώνα κάθε τι έχει αποβάλει
Κάτι σημαντικό, το δέρμα του φιδιού, τα κέρατα του ελαφιού,

Άσε να φύγει της ποίησης το δέρμα και του σταφυλιού.

Όμηρε τυφλέ, οι σαύρες την ζέστη ρουφάνε
Απ’ τα βράχια, κι ωστόσο η άνοιξη,

Αθόρυβη σαν τα νομίσματα επάνω στα μαλλιά
Αιώνια επαναλαμβάνει τους διφθόγγους.

Αντάλλαξε ένα βλέμμα με κάποιον που η τέχνη του
Όλο μυστικοπάθεια κατά της μοναξιάς συνωμοτεί

Αυτόν τον Φεβρουάριο του ’46, σφυγμός κανονικός, νεύρα εν ηρεμία:
Διάδοχος πάθησης παρόμοιας, που ήρθε όμως αργότερα

Πολύ πιο αβέβαιος για το χάρισμα των λέξεων,
Δίπλα από ένα πιάτο ελιές, από ένα μελανοδοχείο στεγνό. (περισσότερα…)

Elaine Feinstein, Ἰούνιος

*

Ἀφυδατωμένε γερο-κάκτε
κιτρινίζοντας σέ διάφορα σημεῖα
χλομά στεκάμενε στό παράθυρο τῆς κουζίνας μου
σέ εἶχα παρατήσει γιά τά καλά πεθαμένο
ἀλλά τά κατάφερες πάλι σέ μιά νύχτα
μ’ ἕνα λουλούδι κροσσωτή τρομπέτα
καί μιά θηριώδη κόκκινη ἀναλαμπή!
Λοιπόν εἶναι Ἰούνιος, Ἰούνιος πάλι,
ζεστός ἥλιος κελαηδισμός καί στεγνός ἀέρας·
θυμόμαστε τήν ἔρημο
και τίς πόλεις ὅπου τό γρασίδι σπανίζει.
Ἐδῶ πλάϊ στό πράσινο τῆς ἰτιᾶς ποτάμι
πλαγιάζουμε ξυπνητοί στήν ταράτσα
γιατί εἶναι Ἰούνιος, Ἰούνιος πάλι· (περισσότερα…)