ΝΠ | Μελέτες

«Ό,τι ρίχνει ο καιρός, το χέρι μου έρχεται να το ξανασηκώση»

*

Ο Κωστής Παλαμάς και η κόμισσα ντε Νοάιγ

~.~

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Έχει υποστηριχθεί βάσιμα ότι η ποιητική συνείδηση του Παλαμά διχάζεται ανάμεσα στη γυναίκα της αίσθησης και τη γυναίκα της ιδέας, στη γυναίκα της γης και τη γυναίκα τ’ ουρανού, στη γυναίκα της προσευχής και τη γυναίκα της λαγνείας. Ό,τι και όπως αν αγαπάει όμως ο Παλαμάς, το καρδιοχτύπι του έχει μιαν ένταση που τον κάνει να λυγίζει και θαμπωμένος υπακούει κι υποτάσσεται νικημένος, είτε από τη λάμψη της αγιοσύνης είτε από τη φλόγα του κορμιού. Το κείμενο του Κωνσταντίνου Τσάτσου υπό τον τίτλο Νεράιδες (Κ. Τσάτσος, Παλαμάς, σ. 36) είναι διαφωτιστικό για τον τρόπο που εντάσσονται σε αυτή την προσέγγιση τρεις γυναικείες μορφές, η Τρισεύγενη, η Μελένια και η Θεοφανώ. Υπάρχει ωστόσο μια μορφή, πραγματική και όχι πλαστική, που συνθέτει τις δύο εκδοχές σε μία τρίτη, ενιαία κι ίσως υψηλότερη. Μια γυναίκα που δεν είναι κάποια από τις περίφημες νεράιδες ή τις μούσες του και ούτε «καταλύτρα είναι αξήγητη κι αταίριαστη και ξένη, [που] ο λογισμός της αίνιγμα και τάφος η ομορφάδα της όσο κι αν αστράφτει» – πόσο μάλλον «προδότρα» για να θυμηθούμε το ποίημα Η Αφροδίτη στον Πυγμαλίωνα (Πολιτεία και Μοναξιά, Άπαντα, Ε΄, σ. 413).

Αναφέρομαι στην Άννα Ελιζαμπέτ Μπασαράμπα (Μπιμπέσκο-Μπρανκοβάν), πιο γνωστή ως κόμισσα ντε Νοάιγ (Noailles), μία από τις επιφανέστερες μορφές της γαλλικής λογοτεχνίας το πρώτο τέταρτο του εικοστού αιώνα που αγαπήθηκε πολύ και στην Ελλάδα του ’20, κυρίως χάρη στον Παλαμά. Η Άννα ντε Νοάιγ (1876-1933) υπήρξε η μόνη γυναίκα ποιήτρια που απέσπασε στη Γαλλία της εποχής της τις υψηλότερες δημόσιες τιμές. Παρά τη μερική λήθη, η οποία επήλθε μετά τον θάνατό της, κρίσεις σύγχρονες επιβεβαιώνουν ότι εκείνη η αναγνώριση υπήρξε επάξια. Με πολύπλευρο έργο, ύστατη λάμψη ρομαντισμού τον καιρό που επελαύνει πλέον ο μοντερνισμός, παρά το χάσμα περιεχομένου και μορφής που χαρακτηρίζει την ποίησή της –καθώς δυναμικές έννοιες και εικόνες προσπαθούν να διαλύσουν μια δομή που παραμένει σε μεγάλο βαθμό κλασική– η Άννα ντε Νοάιγ, σε διάλογο με ολόκληρη τη γαλλική λογοτεχνική παράδοση και με παράλληλη πηγή έμπνευσης τον ελληνικό πανθεϊσμό και τη νιτσεϊκή σκέψη, κατάφερε να οικοδομήσει ένα πρωτότυπο ποιητικό όραμα. Το ποιητικό της σώμα, που θα μπορούσε να περιγραφεί με διονυσιακούς όρους, ερωτικό, εκστατικό, αισθησιακό, παιγνιώδες και μερικές φορές βίαιο, ήταν πάντα σφραγισμένο από ένα τραγικό υπόγειο ρεύμα που έγινε πιο εμφανές προς το τέλος της ζωής της.

Γεννημένη στο Παρίσι (15 Νοεμβρίου 1876), στην Boulevard de La Tour-Maubourg 22, η Άννα ντε Νοάιγ ήταν κόρη του Ελληνορουμάνου πρίγκιπα Γριγκόρι Μπιμπέσκο Μπρανκοβάν (1827-1886) και της Ελληνίδας Ραλλούς Μουσούρου (1848-1923). Ο Γριγκόρι Μπιμπέσκο ήταν γιος του πρίγκιπα της Βλαχίας Γκεόργκε Μπιμπέσκο (από οικογένεια βογιάρων της Κραϊόβα) και της Φαναριώτισσας Ζωής Μαυροκορδάτου. Η επίσης Φαναριώτισσα μητέρα της Άννας, η Ραλλού Μουσούρου (αξιόλογη πιανίστρια στην οποία ο Παντερέφσκι αφιέρωσε αρκετές από τις συνθέσεις του), ήταν κόρη του αξιωματούχου της οθωμανικής αυτοκρατορίας Κωστάκη Μουσούρου και της Άννας Βογορίδη. Ο Κ. Μουσούρος, πρέσβης στην Αθήνα και αργότερα στο Λονδίνο, είναι κυρίως γνωστός από το επεισόδιο με τον βασιλέα Όθωνα που παρ’ ολίγον να οδηγήσει σε ελληνοτουρκικό πόλεμο το 1847. Απώτερη καταγωγή των Μουσούρων ήταν η Κρήτη. Εκεί γεννήθηκε ο επιφανής λόγιος της Αναγέννησης Μάρκος Μουσούρος, καθηγητής στην Πάδοβα στις αρχές του 16ου αιώνα κι από τους πρώτους εκδότες στην Ιταλία αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων. Η Άννα δήλωνε περήφανη γιατί καταγόταν από την Κρήτη, εκφράζοντας τη λύπη της που λόγοι υγείας εμπόδιζαν το ταξίδι της εκεί (Άπαντα Κ.Π., ΙΓ΄, 323). (περισσότερα…)

Η χαρά στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

«Μερονυχτού γεμίζεις τη χαρά και γεμισμό δεν έχει!»
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Οδύσσεια (Δ 948)

01| Αν και δεν θα ήταν στις προθέσεις του, ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) έγραψε την Οδύσειά του (1938)[1] σε μια γλώσσα που, μοιάζοντας κατά κάποιον τρόπο με το πρότυπό της, δεν μιλήθηκε, τουλάχιστον ως προς την έκταση του γλωσσικού πλούτου της. Η ανεξάντλητη δεξαμενή λέξεων της Οδύσειας έκανε, αυτομάτως, κάποιους διανοούμενους ή μη να φερθούν σαν τους μαθητές εκείνους που, αμήχανοι μπροστά στην άγνωστή τους αρχαία ελληνική γλώσσα, λοιδορούν τα κείμενά της. Προτού εκδοθεί η Οδύσσεια, το περιοδικό Νέα Εστία είχε δημοσιεύσει πλαστούς στίχους της ξαφνιάζοντας τον Καζαντζάκη: «Εγώ ποτέ δεν της έδωκα, πού τους βρήκε;» γράφει σε γράμμα του στον Παντελή Πρεβελάκη[2]. Όπως έδειξα σε παλαιότερη εργασία, ο φαρσέρ, που παραπλάνησε τον διευθυντή της Νέας Εστίας Γρηγόριο Ξενόπουλο, ήταν ο Γεράσιμος Γρηγόρης. Ο Καζαντζάκης έστειλε τον επόμενο χρόνο διευκρινιστικό γράμμα στο περιοδικό, αλλά ο πλαστογράφος δεν είχε ανακαλυφθεί· ο Ξενόπουλος αναρωτιόταν μήπως είναι ο Ναπολέων Λαπαθιώτης[3]. Αργότερα, στο πνεύμα της αμφισβήτησης του καζαντζακικού έργου, ο Δημήτρης Χατζής, μάλλον για λόγους που δεν έχουν να κάνουν αμιγώς με τη λογοτεχνία, αστειεύτηκε στο διήγημά του «Η διαθήκη του καθηγητή» με την περιβόητη «κρητική ματιά». Περιγράφοντας κάποιο πρόσωπο του διηγήματος, λέει: «Ήταν ένας κρητίκαρος ίσαμε το νταβάνι και – το ξέραν όλοι – δε χάριζε κάστανα σε κανέναν – η κρητική ματιά!…»[4].

Με σκοπό να υποβοηθήσει την έκδοση του έπους του, ο Καζαντζάκης συνέγραψε ένα κατατοπιστικό κείμενο με την υπόθεσή του. Αφού διασαφηνίσει ότι η δική του Οδύσσεια, αποτελούμενη από 33.333 δεκαεπτασύλλαβους στίχους, ξεκινά από εκεί όπου τελειώνει η Οδύσσεια του Ομήρου, γράφει για τις τέσσερις πρώτες ραψωδίες τα ακόλουθα:

«Ο Οδυσσέας, αφού σκότωσε τους μνηστήρες, πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί· δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα, κι αποφάσισε να φύγει πάλι από την Ιθάκη και να επιχειρήσει το στερνό του, το αγύριστο ταξίδι.

»Διάλεξε λοιπόν μερικούς συντρόφους όπως τους πεθυμούσε: ψυχές γενναίες και λεύτερες, σώματα γερά, σκάρωσε καινούριο καράβι, πάντρεψε το γιο του με τη Ναυσικά για να του κάμουν εγγόνι να μη χαθεί η γενιά του, κι ένα πρωί έκαμε πανιά κι ανοίχτηκε στο πέλαο.

»Άρχισε το μέγα στερνό ταξίδι. Άραξε πρώτα-πρώτα στο λιμάνι της Σπάρτης, ανέβηκε στην ξακουσμένη πολιτεία, γλίτωσε τον παλιό του συμπολεμιστή Μενέλαο από την ανταρσία του λαού, έφαγε κι ήπιε και κουβέντιασε μαζί του, άρπαξε την Ελένη, που πλαντούσε κι αυτή μέσα στη νέα ασήμαντη καθημερινή ζωή, κι έφυγε μαζί της»[5]. (περισσότερα…)

Η «Χορτοφάγος», η Χαν Γκανγκ και η εκδοτική βιομηχανία

*

της ΑΝΤΩΝΙΑΣ ΓΟΥΝΑΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Τα κείμενα είναι προδοτικά», «Εντυπωσιακό πόσα πράγματα μπορείς να καταλάβεις από ένα κείμενο για τον συγγραφέα του» – φράσεις τις οποίες άνθρωποι που δουλεύουμε στον χώρο του βιβλίου, από διάφορες θέσεις, έχουμε ανταλλάξει αρκετά συχνά. Αλλά με τη Χορτοφάγο συνέβαινε κάτι περίεργο: η φωνή «από κάτω» παραήταν μπερδεμένη. Δεν ήταν η φωνή της Χαν Γκανγκ. Μήπως ήταν η φωνή της μεταφράστριας; Ούτε αυτό – «κλοτσούσε», είχε ξαφνικές διακοπές,  παράταιρες νοηματικές και υφολογικές χροιές κάποιου μυστήριου είδους, που η  προσφυγή στην ποιότητα της μετάφρασης δεν ήταν αρκετή για να εξηγήσει. Τέτοια πράγματα προκαλούν την περιέργεια. Το κείμενο που ακολουθεί είναι το προϊόν αυτής της περιέργειας, να καταλάβω τη φωνή «κάτω» από το κείμενο, και της συνειδητοποίησης ότι στην περίπτωση της Χορτοφάγου οι φωνές, τελικά, ήταν παραπάνω από μία. Και σε αυτή την περίπτωση, όμως, όλες είχαν μία μόνη πηγή: αυτή τη φορά όχι έναν άνθρωπο, αλλά τον ίδιο τον μηχανισμό της εκδοτικής βιομηχανίας.

Η υπόθεση του βιβλίου

Λίγο πριν η Γιόνγκ-Χιε και ο Τζονγκ κλείσουν πέντε χρόνια ενός συμβατικού και αδιάφορα ανέφελου γάμου, η Γιόνγκ-Χιε βλέπει το πρώτο από μια σειρά βίαια όνειρα και αποφασίζει ξαφνικά να απέχει από το κρέας και τα παράγωγα προϊόντα του. Αυτή η απόφασή της, την οποία αδυνατεί να εξηγήσει στον περίγυρό της παρεκτός με τη φράση «Είδα ένα όνειρο», συνοδεύεται από ένα ολοένα και πιο απόλυτο κλείσιμο στον εαυτό της, καθώς και από μεγάλη απώλεια κιλών και επιδείνωση της υγείας της. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί τις αντιδράσεις του περίγυρου και τη συνακόλουθη διάλυση όλης της οικογένειάς της μέχρι τη στιγμή που, τρία χρόνια μετά, η Γιόνγκ-Χιε, υπό την κηδεμονία της αδερφής της, βρίσκεται σε μια ψυχιατρική κλινική, στο κατώφλι του θανάτου, αντιμέτωπη με τη βίαιη, καταναγκαστική σίτιση και επιθυμώντας μόνο ένα πράγμα: να γίνει δέντρο.

Η συγγραφική του ζωή

Το 1997 η εικοσιεπτάχρονη, τότε, Νοτιοκορεάτισσα συγγραφέας Χαν Γκανγκ δημοσίευσε ένα διήγημα με τίτλο «Ο καρπός της γυναίκας μου», με ηρωίδα του μια νέα γυναίκα η οποία, στον τέταρτο χρόνο του γάμου της, βλέπει τον εαυτό της να μεταμορφώνεται σταδιακά σε φυτό, που καταλήγει να φροντίζει ο σύζυγός της στο μπαλκόνι του διαμερίσματός τους. Αυτό το διήγημα έγινε πρόδρομος της Χορτοφάγου· όπως σημειώνει η ίδια η συγγραφέας, «Εκείνο τον καιρό σκεφτόμουν ότι ήθελα να γράψω κάποτε μια παραλλαγή. […] ήταν το έναυσμα για αυτό το μυθιστόρημα».[1] Η παραλλαγή εντέλει γράφτηκε από το 2002 ως το 2005 σε τρία μέρη, που δημοσιεύτηκαν ξεχωριστά ως αυτόνομα διηγήματα. Το ένα από αυτά, η «Μογγολική κηλίδα», βραβεύτηκε το 2005 με το κορυφαίο νοτιοκορεατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Γι Σανγκ. Ακολουθώντας μια ιδιαίτερη κορεατική λογοτεχνική παράδοση, κατά την οποία οι συγγραφείς συνδέουν μεταξύ τους αυτόνομα διηγήματα που έχουν γράψει στο παρελθόν δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα (yônjak sosôl, «serial/linked novel»), το 2007 η συγγραφέας συνέδεσε τα τρία αυτά μέρη στο μυθιστόρημα Η χορτοφάγος. «Παρόλο που κάθε κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί χωριστά και φαίνεται να λέει τη δική του ιστορία» λέει η Χαν Γκανγκ «όταν τα βάλουμε και τα τρία μαζί, η ιστορία παίρνει μια εντελώς διαφορετική μορφή και γίνεται αυτή που πραγματικά ήθελα να πω».[2] Σε μια συνέντευξή της στο Literary Hub[3] τον Φεβρουάριο του 2016, λίγο πριν από τη βράβευσή της με το The Man Booker International Prize, εξήγησε στη δημοσιογράφο Bethanne Patrick ότι η ίδια «βλέπει τον κόσμο σαν ένα κράμα βίας και ομορφιάς», καθώς και ότι η Χορτοφάγος «δεν είναι καταδίκη της κορεατικής πατριαρχίας» – όπως συχνά χαρακτηρίζεται στη Δύση. Η συγγραφέας γράφει στην Patrick:

«Πιστεύω ότι αυτό το μυθιστόρημα έχει στρώματα: τη διερώτηση γύρω από την ανθρώπινη βία και τη (μη) δυνατότητα της αθωότητας· τον ορισμό της πνευματικής ισορροπίας και της τρέλας· τη (μη) δυνατότητά μας να κατανοήσουμε τους άλλους, το σώμα ως το τελευταίο καταφύγιο ή το τελευταίο πράγμα που μας προσδιορίζει, και κάποια ακόμα. Θα είναι αναπόφευκτο διαφορετικοί αναγνώστες και διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα να εστιάσουν περισσότερο σε διαφορετικές πτυχές του. Μπορώ να πω ένα πράγμα, αυτό το βιβλίο δεν συνιστά μονόπλευρη καταδίκη της κορεατικής πατριαρχίας. Θέλησα να καταπιαστώ με τα αιώνια ερωτήματά μου γύρω από τη (μη) δυνατότητα της αθωότητας μέσα σε αυτόν τον κόσμο, που είναι αναμεμειγμένη με τόση βία και ομορφιά. Αυτά ήταν οικουμενικά ερωτήματα, που με απασχολούσαν όταν έγραφα.» (περισσότερα…)

Ο Καρούζος μεταφραστής των Ευαγγελίων: Τρία αθησαύριστα αποσπάσματα

*

Εισαγωγή-Επιμέλεια κειμένων:
Παναγιώτης Χαχής

Σε συνέχεια παλαιότερων δημοσιεύσεων του Νέου Πλανόδιου, στη σειρά «Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη», θα άξιζε νομίζω να προστεθεί, ανασυρμένη από την κειμενική λήθη, μια ανεντόπιστη από τις δύο ―απ’ όσο ξέρω― ως τώρα μεταφραστικές αποδόσεις ευαγγελικών κειμένων στη νέα ελληνική από τον ποιητή Νίκο Καρούζο. Τον εντοπισμό της τον οφείλω στον φίλο και συνεργάτη σε μια πολύχρονη έρευνα γύρω από τον Καρούζο, Χρήστο Νάτση, τον οποίο ευχαριστώ θερμά.

Έχει προηγηθεί την άνοιξη του 1965 η απόδοση στα νέα ελληνικά του έβδομου λόγου του Συμεών του νέου Θεολόγου στο τεύχος 33 του πρωτοποριακού για τα θεολογικά γράμματα της εποχής περιοδικού Σύνορο. Σε προηγούμενο τεύχος της Εποπτείας (τ. 15), η απόδοση ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού. Εκεί, όπως σημείωσε εύστοχα ο Ηλίας Μαλεβίτης σε προηγούμενη δημοσίευση των ανωτέρω στο Νέο Πλανόδιον, περιλαμβάνονται «Αποσπάσματα του δημοσιευόμενου μεταφράσματος, και άλλων μεγαλοβδομαδιάτικων ύμνων του Ρωμανού του Μελωδού, διαβάστηκαν απ’ τον ηθοποιό Πέτρο Φυσσούν στις 9 Απριλίου τούτης της χρονιάς, Μεγάλο Σάββατο, σε σχετική με τον υμνογράφο γιορταστική εκπομπή της ΕΡΤ».

Ακολουθεί στο τεύχος 20 (Μάρτιος 1978) της Εποπτείας ένα απάνθισμα μεταφρασμάτων από το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου, τα κατά Λουκάν, Ματθαίον, Ιωάννην ευαγγέλια και τον Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας[1], με τίτλο «Fragmenta για τη Μάνα του Χριστού».

Στο τεύχος 29 (Δεκέμβριος 1978) της Εποπτείας ο Καρούζος επιστρέφει στο θέμα του θείου πάθους, στις μεταφράσεις που παραθέτουμε εδώ. Για την απόδοσή τους, (σε ένα «ελεύθερο σχεδίασμα» όπως περιέγραφε ο ίδιος την εργασία του το 1965 στο Σύνορο), επιλέγει μια λαϊκή, δημώδη γλώσσα, διανθισμένη με στοιχεία προφορικότητας. Όπως ίσως θα περιέγραφαν τα γεγονότα της σταύρωσης απλοί άνθρωποι του λαού στην καθημερινή τους γλώσσα ― όπως ακριβώς και οι πρώτοι μαθητές του Ιησού. Πιθανόν επίσης να είχε κατά νου κάποια παλαιότερη λαϊκή φυλλάδα με κείμενα θρησκευτικού περιεχομένου. Μια γλώσσα έρρυθμη ―που δεν την συναντούμε αλλού στο έργο του― με βαθύ αποτύπωμα ωστόσο της ιδιοσυγκρασίας του ποιητή. Η αρχική δημοσίευση είχε γίνει στο πολυτονικό σύστημα, εδώ όμως, σεβόμενοι τις μετέπειτα επιλογές στις εκδόσεις των έργων του, χρησιμοποιήθηκε το μονοτονικό. (περισσότερα…)

Το μεταφιλοσοφικό επιχείρημα στο Ισχύς και Απόφαση του Παναγιώτη Κονδύλη

Η φωτογραφία από τη σελίδα του Αιμίλιου Καλιακάτσου στο facebook.

*

του ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΥ

Το Ισχύς και Απόφαση [1] του Παναγιώτη Κονδύλη είναι ένα ιδιότυπο φιλοσοφικό κείμενο, η δε ιδιοτυπία του φανερώνεται από τις πρώτες σελίδες και μέσω μιας έλλειψης. Σε όλο το κείμενο δεν υπάρχει ούτε μία παραπομπή σε κάποιο άλλο έργο ή συγγραφέα. Αυτό το στοιχείο δε σημαίνει οτι ο Κονδύλης δε συνδιαλέγεται με άλλα φιλοσοφικά ρεύματα ή ιδέες. Συνδιαλέγεται είτε άμεσα, όπως με τις αναφορές στον υπαρξισμό και στον πραγματισμό στο δεύτερο κεφάλαιο, είτε κεκαλυμμένα[2]. Άλλωστε ο Κονδύλης, που περισσότερο λειτουργούσε ως ιστορικός των ιδεών στις πρώτες διακόσιες σελίδες του βιβλίου του Η κριτική της μεταφυσικής σκέψης στη νεότερη σκέψη, για παράδειγμα, έχει 495 παραπομπές[3]. Επομένως, προκείται για στυλιστική επιλογή. Η γραπτή φιλοσοφία άλλωστε παραμένει κείμενο και ως τέτοιο στυλιστικές, εκφραστικές και γενικά συγγραφικές επιλογές μπορούν να αποκτήσουν ειδικό βάρος, να σημαδιοδοτήσουν εμπράκτως μια φιλοσοφική θέση του συγγραφέα. Εν προκειμένω, η απουσία παραπομπών θεωρώ ότι εκφράζει εμπράκτως μια μεταφιλοσοφική θέση του Κονδύλη που διατυπώνεται στο ίδιο αυτό κείμενο.

Πριν όμως αναφερθώ στη θέση αυτή, θα ήθελα να επισημάνω το γεγονός ότι ο Κονδύλης ασφαλώς και δε νιώθει την ανάγκη να αποδείξει μέσω παραπομπών ότι το φιλοσοφικό έδαφος στο οποίο στέκεται είναι στερεό, μιας και η δημοσίευση έργων που προηγούνται –αλλά και ακολουθούν– είναι μάρτυρες της φιλοσοφικής του εμβρίθειας. Μια παρόμοια περίπτωση είναι και ο Ζίλ Ντελέζ, ο οποίος, πριν να εκδώσει τη δική του φιλοσοφία, γράφει για μια σειρά διαφορετικών στοχαστών, από τον Λάϊμπνιτς και τον Σπινόζα μέχρι τον Μπερξόν και ασφαλώς τον Νίτσε[4]. Παρόλαυτα, στο κατεξοχήν φιλοσοφικό του έργο –σε αυτό που παρουσιάζει τις δικές του απόψεις– δε φείδεται βιβλιογραφικών παραπομπών. Επομένως δε συνδέεται μονάχα με την κατακτημένη δυνατότητα του να μην παραπέμπει, η συγκεκριμένη επιλογή του Κονδύλη να μην το κάνει. Τέλος μια παρατήρηση για τον όρο μεταφιλοσοφία, πριν προχωρήσω στη συζήτηση για τη θέση αυτή καθαυτή. Ο όρος ‘μεταφιλοσοφία’ αναφέρεται στη σκέψη σχετικά με την ίδια τη φιλοσοφία, το χαρακτήρα της ως ξεχωριστού είδους σκέψης, τη μέθοδο της, το μέλλον και τη δυνατότητα φιλοσοφικής προόδου, της επίλυσης των αντιστοιχων προβλημάτων, ας πούμε του γιατί να υπάρχει κάτι αντί για τίποτα. Πρόκειται για όρο που εμφανίζεται σχεδόν αποκλείστικα στην αναλυτική παράδοση, και προφανώς έχει να κάνει με την εξειδίκευση, τον πανεπιστημιακό και ως ένα βαθμό πλέον εμπορευματοποιημένο χαρακτήρα των ιδρυμάτων αυτών, που οδηγούν σε μεγαλύτερο κατακερματισμό του αντικειμένου. Στην ηπειρωτική παράδοση ο όρος δεν απαντάται συχνά και μάλλον συνοψίζεται στην άποψη του Χάϊντεγκερ ότι όποιος φιλοσοφεί αναγκαστικά σκέφτεται και πάνω στην ίδια τη φιλοσοφία. Στην εποχή των τμημάτων που προσφέρουν όμως φιλοσοφία στη lingua franca των αγγλικών, χρησιμοποιώ τον όρο ‘μεταφιλοσοφία’ προς διευκόλυνση συνεννόησης. Ο ίδιος ο Κονδύλης ή άλλοι στοχαστές της ηπειρωτικής παράδοσης και της εποχής του, μάλλον δε θα τον χρησιμοποιούσε. (περισσότερα…)

Οι κακοδαιμονίες της ελληνικής κριτικής (Απάντηση στον Δημήτρη Αγγελή)

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο Δημήτρης Αγγελής δημοσίευσε τις προάλλες στο Φρέαρ ένα αξιοπρόσεκτο κείμενο. Εκεί, σε μια απόπειρα πολεμικής ασυνήθιστα διμέτωπης, βάζει στο στόχαστρό του αφ’ ενός μεν την ποίηση της πολιτικής στράτευσης («αριστερή μελαγχολία», την αποκαλεί υιοθετώντας τον όρο του Β. Λαμπρόπουλου), αφ’ ετέρου δε τον αποκαλούμενο νεοφορμαλισμό. Δεδομένου ότι της πρώτης δεν μνημονεύει –ή δεν υπαινίσσεται κατά τρόπο αναγνωρίσιμο– κανέναν συγκεκριμένο εκπρόσωπο, εύλογη μοιάζει η υπόθεση ότι η επίθεσή του προς εκείνη την πλευρά είναι μάλλον προσχηματική και ότι πραγματικός στόχος του είναι μονομέτωπα οι νεοφορμαλιστές, από τους οποίους αναφέρει ονομαστικά όχι λιγότερους από δώδεκα.[1]

Αποκάλεσα το κείμενο του Αγγελή αξιοπρόσεκτο. Δυστυχώς οφείλω αμέσως να προσθέσω: και ατυχές. Τα προβληματικά του σημεία είναι δύο ειδών. Αφ’ ενός μεν, πραγματικά λάθη, αστήρικτες δηλαδή αποφάνσεις και κρίσεις· αφ’ ετέρου δε, αποσιωπήσεις προσώπων και πραγμάτων γνωστών, τα οποία αν είχαν ληφθεί υπ’ όψιν καί στον αρθρογράφο θα επέτρεπαν να εξαγάγει συμπεράσματα ασφαλέστερα καί στους αναγνώστες του να μορφώσουν άποψη σφαιρική.

Δυο τρία λόγια προκαταρκτικά, ώστε αν μη τι άλλο να είναι σαφές –δεν είναι πάντα– για ποιο πράγμα μιλάμε. Νεοφορμαλιστές είθισται να αποκαλούμε τους ποιητές που τις τελευταίες δεκαετίες αναβίωσαν τον έμμετρο στίχο και τις παραδοσιακές αυστηρές μορφές. Παρότι αναντικατάστατος λόγω της χρησιμότητάς του, επισημαίνω εδώ ότι ο όρος είναι αμφιλεγόμενος. Όχι τόσο επειδή η επινοήτριά του τον δημιούργησε ως όρο κακόσημο, με σκοπό να επικρίνει το ρεύμα.[2] Όσο διότι οι περισσότεροι από τους ποιητές που χαρακτηρίζονται έτσι δεν τον αποδέχονται, είτε επειδή καλλιεργούν παράλληλα και τον ελεύθερο στίχο, είτε επειδή οι μεταξύ τους διαφορές είναι τέτοιες ώστε να θεωρούν –συχνά βασίμως– ότι η συνομάδωσή τους με κριτήριο αποκλειστικό τις μορφικές τους προτιμήσεις παραπλανά. (περισσότερα…)

Ἀπὸ τὸν Γιὰν Σκάτσελ, μὲ διάμεσο τὸν Πάουλ Τσέλαν, στὸν Σωτήρη Γουνελᾶ

*

τοῦ ΣΥΜΕΩΝ ΓΡ. ΣΤΑΜΠΟΥΛΟΥ

Σωτήρης Γουνελᾶς,
Διάπλους,
Ἁρμός, 2016
[διάπλους: (ναυτικὸς ὅρος) ἡ διέλευση θαλάσσιας ἔκτασης ἢ πορθμοῦ μὲ πλωτὸ μέσο]

~.~

«Γιὰ νὰ γεννηθεῖ ἕνας στίχος, θὰ πρέπει νὰ ἔχεις δεῖ πολλὲς πολιτεῖες, πολλὰ πράγματα καὶ ἀνθρώπους, πρέπει νὰ γνωρίσεις τὰ ζῶα, νὰ νιώσεις πῶς πετοῦν τὰ πουλιά, νὰ ξέρεις τὴ χειρονομία ποὺ κάνουν τὰ μικρὰ ἄνθη ὅταν ἀνοίγουν τὸ πρωί […]. Πρέπει νὰ ἔχεις δεῖ ἀνθρώπους νὰ ξεψυχοῦν, νὰ ἔχεις ξενυχτίσει πεθαμένους σὲ κάποιο δωμάτιο μὲ ἀνοιχτὸ παράθυρο καὶ θυρύβους κατὰ διαστήματα. Ὅμως δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχεις ἁπλῶς ἀναμνήσεις. Πρέπει νὰ μπορεῖς νὰ τὶς ξεχάσεις ὅταν εἶναι πολλές, καὶ πρέπει νὰ περιμένεις ὑπομονετικὰ νὰ ξανάρθουν. Γιατὶ αὐτὲς δὲν εἶναι ἀκόμα οἱ πραγματικὲς ἀναμνήσεις. Μόνο ὅταν μετουσιωθοῦν μέσα μας σὲ αἷμα, βλέμματα καὶ χειρονομίες, ὅταν γίνουν ἀνώνυμες καὶ μὴ ἀναγνωρίσιμες ἀπὸ ἐμᾶς τοὺς ἴδιους, μόνο τότε μπορεῖ νὰ ἔρθει κάποια σπάνια στιγμὴ ποὺ θὰ ξεπηδήσει ἀπὸ μέσα τους ἡ πρώτη λέξη κάποιου στίχου».
Ρ. Μ. ΡΙΛΚΕ, Σημειώσεις τοῦ Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε,
Μτφρ. Ἀλ. Ἴσαρης, Κίχλη, 2018, σ. 25-26.

Ἄρχισα νὰ γράφω γιὰ τὸν ποιητὴ Σωτήρη Γουνελᾶ (1949) –θὰ ἤθελα νὰ ἀπομονώσω τὶς παράλληλες ἰδιότητες, τοῦ στοχαστῆ, τοῦ θρησκευόμενου χριστιανοῦ, τοῦ κατὰ τὸ Finis Graeciae καὶ τὸ «Χαμένο κέντρο» ἐσχατολόγου ἐπικροτητῆ τῶν Γιανναρᾶ καὶ Λορεντζάτου, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον–, ἄρχισα, λοιπόν, νὰ γράφω γιὰ τὸν ποιητή, μὲ ἕνα πασίγνωστο ἀπόσπασμα τοῦ Ρίλκε γιὰ τοὺς ὅρους τῆς ποιητικῆς λειτουργίας, ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὁ Γουνελᾶς τὸ ἔχει ἐγκολπωθεῖ καὶ παρουσιάσει («Γράμμα στὸν Κώστα Κουτσουρέλη», 13.4.2020). Δὲν εἶμαι μεθοδικὸς ἀναγνώστης του, ἰδίως τῶν θεωρητικῶν κειμένων ποὺ γενικῶς ἀποφεύγω, ἀλλὰ ἀρκεῖ ἡ καταβύθιση (μὲ τὴν ἀπαιτούμενη, ἐλπίζω, σκευή) σὲ ἕναν ποιητικό του κύκλο, λόγου χάρη τὸν Ἰωνᾶ, γιὰ νὰ συναισθανθεῖς τὴ μετουσίωση τῶν ἀναμνήσεων σὲ αἷμα, βλέμμα, χειρονομία. Καμία λέξη του δὲν ἔρχεται τυχαῖα, κανένας αὐτοσχεδιασμός, πέρα ἀπὸ τὸ ἀπρόβλεπτο τοῦ ἐργαστηρίου ὅπως τὸ ἐννόησε ὁ Ἔλιοτ: «Μέχρι νὰ ὁλοκληρώσω μιὰ πρόταση, δὲν ξέρω πῶς θὰ τὴν ὁλοκληρώσω».

Ἡ ἄλλη ὄψη τοῦ ἐργαστηρίου εἶναι ὁ αὐτοματισμός, ὄχι ὡς συνειρμός, ἀλλὰ ὡς προϊὸν ἀδιόρατων, ἄπειρων διεργασιῶν ποὺ συντελοῦνται, ἄλλοτε βουβά, ἄλλοτε ἐκκωφαντικά, ὄχι στὶς ὧρες τῆς προσήλωσης σὲ ἕνα γραφεῖο, ἀλλὰ μέσα στὴν τύρβη τῆς καθημερινότητας, στὴ χλαλοὴ τῆς κίνησης σὲ μιὰ πολυάνθρωπη πόλη, στὶς ἀγχώδεις συναλλαγές, στὶς ἀγορές. Ὅπως δηλώνει ὁ ἴδιος, ἔτσι γεννήθηκε τὸ ἀκόλουθο ποίημα ἀπὸ μιὰν ἐντύπωση στὸ ἐσωτερικὸ μιᾶς Τράπεζας:

«Τὰ κάδρα»
(μιὰ σημείωση)

Σήκωσα τὰ μάτια μου ψηλὰ
Κι εἶδα τοὺς ἀγωνιστὲς παραταγμένους
Ἕνας ἕνας στὸ κάδρο του
Νὰ τὸν φωτίζει τὸ χρυσαφὶ τῆς κορνίζας
Νὰ τὸν φέγγει
Νὰ τὸν ἁγιάζει.
 
Ἔστεκαν λαμπροὶ
Ἄλλος πάνω στὸ ἄλογο
Ἄλλος μὲ γιαταγάνι
Κι ἄλλος μὲ τὸ καρυοφίλι στὸ πλάι
Κι οἱ φουστανέλες
Εἶχαν κι αὐτὲς τὸ συμβολισμό τους.
 
Βουνά, ραχοῦλες, οὐρανός, ξέφωτα
Κι ἕνας ἥλιος νὰ τυλίγει τὰ πρόσωπα
Καὶ νὰ φωτίζεται ἡ πλάση.
 
Κάτω, μέσα στὴ αἴθουσα
Τράπεζα ἦταν
Ὁ κόσμος ἐξακολουθοῦσε τὶς συναλλαγές του,
Ἀνυποψίαστος. (περισσότερα…)

Επισκόπηση των βαλαωριτικών σπουδών, 1847-2024

*

της ΕΥΣΤΑΘΙΑΣ ΠΟΛΙΤΗ

Η σύντομη αυτή μελέτη παρακολουθεί σε αδρές γραμμές την εκδοτική τύχη του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη μέσα από τους κυριότερους σταθμούς που αφορούν κυρίως συνολικές εκδόσεις του έργου του και ιδιαίτερα σημαντικές μελέτες από το 1847 που εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή Στιχουργήματα μέχρι σήμερα, σε μια προσπάθεια επισκόπησης των βαλαωριτικών σπουδών, αποτίμησης των κατορθωμένων και εξέτασης των προοπτικών τους.1

Αφορά στην ουσία την παρουσίαση των πρώτων συμπερασμάτων της διατριβής μου με τίτλο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879): εργογραφική και βιβλιογραφική καταγραφή, σημασιολογική αποτύπωση και σχεδιασμός ψηφιακής συλλογής».2 Η μοναδική έκδοση της εργογραφίας-βιβλιογραφίας του ποιητή  που διαθέτουμε μέχρι σήμερα είναι το αφιερωματικό βιβλιογραφικό τομίδιο του Οργανισμού Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων που κυκλοφόρησε και μοιράστηκε μαζικά στα σχολεία το 1979 μαζί με αντίστοιχο τομίδιο-ανθολογία του έργου του,  στο πλαίσιο του εορτασμού των 100 χρόνων από τον θάνατο του ποιητή.3 Συνεπώς η συστηματική βιβλιογράφηση των δημοσιευμάτων του, η πλήρης ευρετηρίαση, ο σχολιασμός και η αξιολόγηση της εκδοτικής τύχης του έργου του και των μελετών γι’ αυτό, αποτελεί ένα από τα βασικά φιλολογικά αιτούμενα με στόχο να αναδειχθούν πολύτιμα στοιχεία –ποσοτικά και ποιοτικά– για την εξέλιξη και τους σταθμούς των βαλαωριτικών σπουδών. Παρομοίως στα φιλολογικά αιτούμενα συγκαταλέγονται η φιλολογική έκδοση των Απάντων του με την αλληλογραφία του με τα μέλη της οικογένειάς του και με τους λόγιους της εποχής του, καθώς και μια επιλογή με τις μελέτες γύρω από το λογοτεχνικό έργο και την πολιτική του δράση. Η έκδοση των Απάντων του είναι προϋπόθεση για την συγγραφή της πνευματικής του βιογραφίας, αλλά και την πρόσληψή του από τις σύγχρονες και τις μεταγενέστερες γενιές. Οι λόγοι των παραπάνω εκδοτικών απουσιών είναι πολλαπλοί και συνδέονται με τις «τύχες» και τις καμπύλες που γνώρισε η πρόσληψη και η αναγνωσιμότητα του έργου του από τις ελληνικές γενιές και κάποτε τις ξένες. Μπορούμε όμως με σχετική ασφάλεια να εντοπίσουμε τον σημαντικότερο λόγο: τη βαριά σκιά του Σολωμού και στη συνέχεια του Κάλβου που υπήρξαν οι πρωταγωνιστές της επτανησιακής λογοτεχνίας.

Ωστόσο η νεοελληνική κριτική στο πρόσωπο και το έργο του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, αναγνώρισε τον διάδοχο του Σολωμού και τον ενέταξε στην ποιητική τριανδρία των κορυφαίων του αιώνα του, μαζί με τους δύο Επτανήσιους ομοτέχνους του, τον Σολωμό και τον Κάλβο. Το πλαίσιο που διαμόρφωσε την προσωπικότητα και τον ποιητικό του λόγο και μέσα στο οποίο πρέπει να επιχειρούμε την αξιολόγησή του είναι τα εθνικά, πολιτικοκοινωνικά και πνευματικά γεγονότα των πρώτων πενήντα χρόνων του ελεύθερου κράτους (1830-1880) που ορίζονται από την Επανάσταση, τη δημιουργία του ανεξάρτητου κράτους, τις πολιτικές και πολιτειακές αλλαγές, την πολιτική διάσπαση των Ελλήνων, την αμφισβήτηση της καταγωγής τους, την αφύπνιση της εθνικής συνείδησης, τη Μεγάλη Ιδέα, τη θεμελίωση της εθνικής ιδεολογίας και της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού στο τρίσημο σχήμα Αρχαιότητα-Βυζάντιο-Νέος Ελληνισμός, όπως το αποτύπωσαν ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος. Στην ζοφερή εκείνη πραγματικότητα της πεντηκονταετίας  που ακολούθησε την Επανάσταση η ποίηση απέκτησε έναν ρόλο εκτονωτικό και παραμυθητικό. Μέσα από την ποιητική δημιουργία η ελληνική κοινωνία ήλπιζε σ’ ένα απότομο ποιοτικό άλμα που θα τις χάριζε το καινούργιο, επιθυμητό πρόσωπο. Η Μεγάλη Ιδέα ήταν η πρώτη ουτοπία που ενστερνίστηκαν οι Έλληνες για να ανακάμψουν ηθικά. Η ποίηση ήταν το δεύτερο αποκούμπι τους. Ιδίως η ρομαντική ποίηση, με τη ρητορεία, την παραφουσκωμένη έκφραση, την υπερβολή που την χαρακτηρίζει, τους πρόσφερε μια διέξοδο από την πεζή και αντίξοη πραγματικότητα.4  Όταν αναφερόμαστε στην ποίηση του Βαλαωρίτη, μέσα σε αυτό το κλίμα θα πρέπει να διερευνούμε τους στόχους της και να επιχειρούμε την αξιολόγησή  της. (περισσότερα…)

Εκδηλώσεις χαράς στην Οδύσσεια του Καζαντζάκη

*

του ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ Ι. ΤΖΑΝΟΥ

«Πασίχαρο κελάηδαε το νερό στα μαγληνά χοχλάδια»[1]
Ν. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Οδύσσεια (Η 1120)

01.  Ο Νίκος Καζαντζάκης (1883-1957) θεωρούσε την Οδύσσειά του (1938)[2] ως το κορυφαίο έργο του. Αν, λοιπόν, οι συγγραφείς αναγνωρίζουν τον εαυτό τους σε κάποιο από τα έργα τους, το καλύτερό τους γι’ αυτούς ή όχι, για τον Καζαντζάκη το έργο αυτό θα ήταν, ασφαλώς, η Οδύσσεια. Στη διάρκεια της επίσκεψής του στη Σοβιετική Ένωση, συμμετέχοντας στον εορτασμό των δεκάχρονων της Οκτωβριανής Επανάστασης, εξομολογήθηκε σε γράμμα του στον Παντελή Πρεβελάκη ότι διάγει τον βίο του σαν να είναι ένας από τους ναύτες του δικού του Οδυσσέα. Γράφει στον Πρεβελάκη:

«Το ξέρεις καλά, Παντελή, ο δικός μου αρχηγός δεν είναι κανένας από τους τρεις αρχηγούς των ανθρώπινων ψυχών· μήτε ο Φάουστ, μήτε ο Αμλέτος, μήτε ο Δον Κιχώτης· αλλά ο Δον Οδυσσέας! Μέσα στο καράβι του ήρθα στη Σοβιετική Ένωση. Δεν έχω την άσβηστη δίψα της δυτικής διάνοιας, μήδε ταλαντεύουμαι ανάμεσα στο ναι και στο όχι για να καταλήξω στην ακινησία, μήδε κατέχω πια τη γελοία και υπέροχη ορμή του ευγενικού αγωνιστή των ανεμόμυλων. Είμαι ένας ναύτης του Οδυσσέα, με καρδιά φλεγόμενη και πνέμα ανήλεο και λαγαρό· όμως όχι του Οδυσσέα που γυρίζει στην Ιθάκη, παρά του άλλου, που γύρισε, σκότωσε τους εχτρούς, αλλά πλάνταζε στην πατρίδα και πήρε μια μέρα τα πέλαγα. Είχε ακούσει στο Βορρά, μέσα στην υπερβόρεια καταχνιά, μια καινούρια Σειρήνα. Τη Σλάβα Σειρήνα. Ιδού εμείς τώρα μπροστά της, χωρίς να βουλώνουμε τ’ αυτιά μας, χωρίς να δενόμαστε στο κατάρτι, πηγαίνοντας πάνω-κάτω στο καράβι μας, λεύτεροι. Ακούμε το θαμαστό τραγούδι και κρατούμε την ψυχή μας ανέγγιχτη. Ο καπετάν Οδυσσέας, ασάλευτος στην πλώρη, φωνάζει: Ε, συντρόφοι! Ανοίχτε τα μάτια, τ’ αυτιά, τα ρουθούνια, το στόμα, τα χέρια· ανοίχτε το μυαλό· γεμίστε τα σπλάχνα σας!»[3]. (περισσότερα…)

O κυκλικός χρόνος ως χώρος ζωής

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

*

Στους Νεότερους Χρόνους ο άνθρωπος εκπίπτει με ταχύτατους ρυθμούς από τον μεταφυσικό στον φυσικό κόσμο. Το μετά (επέκεινα) μετατοπίζεται στο εδώ. Πρόκειται για μια επανεκτίμηση του χώρου που τον περιτριγυρίζει και που θα ονομαστεί από τους εγκυκλοπαιδιστές περιβάλλον. Ταυτόχρονα η εκκοσμίκευση του χρόνου κρατάει το ομοίωμα της χριστιανικής κοσμοεικόνας αποβάλλοντας την έννοια της ιερότητας. Ο χρόνος στη νεότερη εποχή νοηματοδοτείται από την ιδέα μιας συνεχούς εξελικτικής πορείας της ανθρωπότητας. Η εκκοσμικεύμενη μορφή του χρόνου οικειοποιείται το μοντέλο του ευθύγραμμου χρόνου απαλείφοντας και παραλείποντας την έννοια του τέλους που θα συνεπέφερε η Δευτέρα Παρουσία.

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν παρατηρεί ότι πρόκειται για μία «εκλαΐκευση του ευθύγραμμου και μη-αναστρέψιμου χριστιανικού χρόνου». Ο εκκοσμικευμένος χρόνος εστιάζεται στην αξία της παρούσας στιγμής ως της μοναδικής στιγμής που βιώνει το ανθρώπινο ον. Κάθε στιγμή δίνει τη θέση της σε ένα μετά για να γίνει η ίδια ένα πριν. Το μέλλον είναι η εξελικτική πορεία του παρελθόντος, μέσω του παρόντος. Η συνέχεια του νοήματος στον εκκοσμικευμένο χρόνο βρίσκεται στην παραγωγή. Ο παραγωγικός χρόνος γίνεται αξίωμα με την άνοδο του καπιταλισμού και της τεχνοεπιστήμης. Η ηθική της αξίας της εργατικότητας απαιτεί τη σωστή χρήση του χρόνου, δηλαδή τη μέγιστη παραγωγικότητα στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Τα αξιώματα της καπιταλιστικής κοσμοεικόνας στηρίζονται στην έννοια της ταχύτητας. Ο χρόνος της εκκοσμίκευσης είναι και ο χρόνος της ταχύτητας. Τηλέγραφος, τηλέφωνο, ταχεία αμαξοστοιχία και σήμερα τρένα υψηλής ταχύτητας (TGV, Frecciarossa), γρήγορο ίντερνετ και fast food είναι συνώνυμα της ριζοσπαστικής εκκοσμίκευσης που κεφαλοποιούν τον χρόνο. Η περατότητα μετριέται πλέον στα δευτερόλεπτα και τα νανοδευτερόλεπτα. Ο φυτικός και φυσικός κόσμος δεν θα μπορούσαν να μείνουν έξω από αυτό το πλέγμα χρονοδημιουργίας. Η κεφαλαιοποίηση της φύσης ξεπετάχθηκε μέσα από τη μήτρα της τεχνοεπιστήμης του κεφαλαίου και διαμόρφωσε την έννοια του βοτανικού κήπου. (περισσότερα…)

«Το μοιρολόγι της φώκιας», Προσπάθεια για μια βαθύτερη ανάγνωση

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Εἰσαγωγικὸ σημείωμα ‒ Ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

~.~

Ὁ Γιώργης Μανουσάκης ἐπιλέγει τὴ γραφὴ τῆς λέξης «μοιρολόγι» με οι καὶ ὄχι μὲ υ,  ὅπως στὰ Ἅπαντα. Ἡ ἐπιλογή του αὐτὴ ὀφείλεται, νομίζω, στὸ γεγονὸς ὅτι «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» περιλαμβανόταν γιὰ χρόνια στὸ σχολικὸ βιβλίο Νεοελληνικὰ Ἀναγνώσματα τῆς Γ΄ Γυμνασίου, (τῶν Καλαματιανοῦ, Μακρόπουλου, Κοντόπουλου). Φιλόλογος καθηγητὴς τῆς Γ΄ τάξης ὁ Μανουσάκης, τὸ δίδαξε καὶ τὸ σχολ. ἔτος 1978‒1979,  ἀπὸ τὸ ἐγχειρίδιο τῆς 16ης ἔκδοσης τοῦ 1978. Καὶ ἔχοντας, φαίνεται, ἀπὸ τὴν πολύχρονη διδασκαλία τοῦ διηγήματος, διαπιστώσει τὴν ἀνάγκη «γιὰ μιὰ βαθύτερη ἀνάγνωσή» του, ἀκούμπησε στὸ χαρτὶ τὶς σκέψεις του τὸ 1979, χρονιὰ ποὺ δημοσιεύτηκε τὸ κείμενό του. Ὅμως «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» τὸ ἑπόμενο σχολ. ἔτος (1979-1980) δὲν ὑπήρχε στὸ νέο ἐγχειρίδιο τῆς Γ΄ γυμνασίου Κείμενα Νεοελληνικῆς Λογοτεχνίας (τῶν Γρηγοριάδη, Καρβέλη, Μπαλάσκα, Παγανοῦ). Οἱ ἐπιμελητές, (μὲ τοὺς Μηλιώνη καὶ Παπακώστα ἐπιπλέον), προτίμησαν νὰ τὸ μετακινήσουν στὸ ἀντίστοιχο ἐγχειρίδιο τῆς Β΄ Λυκείου, διατηρώντας τὴν ἐπίμαχη λέξη μὲ οι.

Ἐπιστρέφω στὸ σχολικὸ ἐγχειρίδιο τοῦ 1978· στὸ τέλος τοῦ διηγήματος ὑπάρχει ἡ ἑξῆς πληροφορία: Ἐφημερίδα «Πατρίς», 13 Μαρτ. 1908. Ἀναζήτησα καὶ βρῆκα τὴν έφημερίδα: Πατρίς (τοῦ Βουκουρεστίου). Καθημερινὴ Πολιτικὴ Ἀνεξάρτητος ἐφημερίς, ἱδρυτὴς ὁ ἠπειρώτης δημοσιογράφος Σπ. Μ. Σίμος, (μὲ γραφεῖα στὴν Ἀθήνα, ὅπως δηλώνεται). Στὸ ἀναφερόμενο φύλλο (ἀρ. 5112)  δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο ἐνθουσιῶδες δίστηλο ἄρθρο, σὲ τέσσερεις ἑνότητες, μὲ ὑπέρτιτλο «Ἡ σημερινὴ φιλολογικὴ 25ετηρὶς» καὶ τίτλο: «Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης»· ἐνδιάμεσα ἡ γνωστὴ φωτογραφία του ἀπὸ τὸν Νιρβάνα (1906). Τὸ ἄρθρο ἔχει ὑπογραφὴ Σ. Μ. (ὑποθέτω τοῦ νεαροῦ τότε Σπύρου Μελᾶ). Ὁ ἴδιος μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου του ἀνακοινώνει: «Δημοσιεύομεν κατωτέρω ἓν ἀνέκδοτον διήγημα τοῦ διακεκριμένου διηγηματογράφου. Τὸ «Μυρολόγι τῆς φώκιας» ἔχει ὅλα τὰ χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα τὸ τάλαντον τοῦ διηγηματογράφου ἔχει δώσει εἰς τόσα μέχρι τοῦδε ἀριστουργήματά του. Ἡ ἁπλότης τῆς φράσεως, τὸ ζωντανὸν τῶν εἰκόνων του καὶ ἡ βαθεῖα περιπάθεια τῆς ἐμπνεύσεώς του ὑπάρχουν ζωηρότατα εἰς τὸ «Μυρολόγι τῆς φώκιας», εἰς τὸ σύνολον τοῦ ὁποίου τόσον δυνατὸς καὶ τόσον γνωστὸς ἐπιχύνεται ὁ τοπικὸς χρωματισμός». Στὴ συνέχεια παρατίθεται τὸ διήγημα, μὲ τὸ μεγαλύτερο μέρος του στὴν ἑπόμενη σελίδα. Ὁ Παπαδιαμάντης ἔχει ἐπιλέξει τὴ γραφὴ μὲ υ  γιὰ οὐσιαστικὸ καὶ ρῆμα: «μυρολόι…», «μυρολογᾶ». — Α.Κ.

~.~

Ὁ Παπαδιαμάντης στὸ «Μοιρολόγι τῆς φώκιας» δουλεύει μὲ τὸν τρόπο τοῦ σκηνοθέτη.[1] Μᾶς παρουσιάζει ἕνα-ἕνα τὰ τρία πρόσωπα τοῦ διηγήματος, παρακολουθώντας τα γιὰ λίγο σὲ μιὰν ἁπλὴ ἐκδήλωση τῆς καθημερινῆς τους ζωῆς, ὣς μιὰ στιγμὴ πρὶν ἀπὸ τ’ ἄξαφνο δράμα. Στὸ σύντομο τοῦτο διάστημα ἔχει φυσήξει στὸ καθένα τους ὅση πνοὴ χρειάζεται γιὰ τὴ συνέχεια. Αὐτό, βέβαια, δὲ σημαίνει πὼς ὁ συγγραφέας κατευθύνει τοὺς ἥρωές του καὶ πὼς τὸ ἔργο μοιάζει σκηνοθετημένο.

Οἱ ἄνθρωποι στὸ διήγημα κινοῦνται καὶ δροῦν αὐτόνομα, ἀπὸ δική τους προαίρεση. Ὁ Παπαδιαμάντης τὸ μόνο ποὺ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του, ὡς συγγραφέα, εἶναι νὰ παρακολουθεῖ τὸν καθένα τους ὅσο κρίνει ἀπαραίτητο γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ ἔργου. Κι ἡ ἐπιλογὴ τούτη τοῦ χρόνου γίνεται μὲ τὴ γνώση μεγάλου τεχνίτη τοῦ εἴδους. Ἔτσι «Τὸ μοιρολόγι τῆς φώκιας» οἰκοδομεῖται, κατὰ τὸ μεγαλύτερο μέρος του, μὲ τὴν παρουσίαση τῶν τριῶν ἀνθρώπινων μορφῶν καὶ ξεκινώντας ἀπὸ τρεῖς διαφορετικὲς ἀφετηρίες φτάνει στὴν κορυφαία του τραγικὴ στιγμή. (περισσότερα…)

Ο Πλάτων στην Φλωρεντία

*

[[ ΠΕΡΙΦΡΑΚΤΟΙ ΤΟΠΟΙ ]]
από τον Γιάννη Παρασκευόπουλο

Ω ο σκοτεινός ύπνος, που μετατρέπει τις τυφλές
Και δεινές σκέψεις σε όραμα καθαρού φωτός!
LORENZO DI MEDICIS

Ανάμεσα στον Μεσαίωνα και την Νεότερη Εποχή, δηλαδή ανάμεσα στον orto murato του μοναστηριού και στον ανοιχτό κήπο του εκλεκτικού μπαρόκ, εμφανίζεται στην Ιταλική χερσόνησο ο κήπος που συμβάλλει σε αυτή την μετάβαση. Θα μπορούσαμε πιθανώς να ισχυριστούμε ότι ο κήπος της Αναγέννησης είναι ο ίδιος μια μετάβαση. Αρχικά, αποτελεί μια χρονική μετάβαση ανάμεσα στον παλαιό τύπο κήπου και σε μια καινούργια κοσμοαντίληψη που πρωτοσχηματίζεται και που αργότερα μετατρέπεται σε έναν νέο τύπο βλέμματος καθώς και σε μια καινούργια πρακτική. Η δεύτερη παρατήρηση που μας επιτρέπει να χαρακτηρίζουμε αυτόν τον κήπο ως μεταβατικό, είναι η επαναφορά  της αρχαιότητας εντός της έννοιας και της πρακτικής του κήπου.

Πρόκειται για μια χρονική μεταφορά που οικειοποιείται το παρελθόν, επαναπροσδιορίζοντάς το, ανοίγοντας ταυτόχρονα έναν χώρο για την αυτοτοποθέτηση του ίδιου του ανθρώπου στον κόσμο και που ονομάζεται Αναγέννηση. Η ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα, έτσι, μετατοπίζεται στο παρόν ως μια ερμηνεία αλλά και ως μια ανασύνθεση της παροντικής χρονικότητας. Η σύνθεση που επιτεύχθηκε ανάμεσα στην παγανιστική σκέψη και το Χριστιανικό κοσμοείδωλο –σύνθεση που ξεκινά έναν αιώνα περίπου πριν με τον Πετράρχη ο οποίος αποκαλούσε την αρχαιότητα sacrosancta antiquitas– σημαίνει και την αρχή του τέλους για αυτό το κοσμοείδωλο αλλά και την συνεχή επανερμηνεία της κλασσικής σκέψης στους Νεότερους Χρόνους. Κίνηση που χαρακτηρίζεται από την αναδιαμόρφωση της έννοιας του τόπου μέσω των πολλαπλών μορφών που αποκτά η έννοια της ανακάλυψης.

Τα στοιχεία που μας ωθούν να μιλήσουμε για αυτόν τον κήπο ως μεταβατικό, με τη διπλή έννοια που του αποδίδουμε, εμφανίζονται κατά τον 15ο αιώνα, τον Quattrocento, στην Φλωρεντία και συνδέονται με την δυναστεία των Μεδίκων. Fiorenza κατά τους Ρωμαίους, η Φλωρεντία των Ιταλών αποκαλείται η πόλη των λουλουδιών.  Το έμβλημά της δεν είναι άλλο παρά ένας ερυθρός κρίνος που ταυτίζεται με το λατινικό όνομά της. Σε αυτήν την πόλη των λουλουδιών οι τέχνες ανθίζουν παράλληλα με τα άνθη των κήπων.

Στα μέσα του αιώνα ο αριθμός των κήπων σε αυτή την πόλη ανέρχεται τουλάχιστον στους 138. Ο λόγος για την πολλαπλή ζήτηση και κατασκευή οφείλεται στην στροφή προς την επανανακάλυψη του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η ρωμαϊκή έπαυλη επανεμφανίζεται ως μια νησίδα εντός της πόλης αλλά και έξω από τα τείχη της ακολουθώντας  την ρωμαϊκή πρακτική απομάκρυνσης από την πόλη, όπως την εφάρμοσε και ο Κικέρων. Ταυτόχρονα, το βλέμμα αξιοποιεί τις αρχαιότητες που βρίσκονται τριγύρω. Οι Μέδικοι γίνονται μεγάλοι συλλέκτες αρχαιοτήτων, συντηρώντας και αποκαθιστώντας τες. (περισσότερα…)