ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες»: Μετά το τρομοκρατικό δημοψήφισμα

13533123_10157092491190603_6862818073120492_n

Γράμμα από τις Βρυξέλλες, 28.06.2016

Αγαπημένη μου,

ναι, εντάξει, έχεις δίκιο να παραπονιέσαι και να διαμαρτύρεσαι, πάει καιρός που έχω να σου γράψω, πράγμα που βαραίνει και στη δική μου συνείδηση. Έλα όμως που τα χτυπήματα διαδέχονται απανωτά το ένα το άλλο. Πριν προλάβει κανείς να συνέλθει απ’ το πρώτο, να ‘σου και το επόμενο. Ευτυχώς, όμως, γνωρίζεις με ποιαν έχεις να κάνεις και είμαι βέβαιη ότι όχι μόνο δεν θα μου το επιρρίψεις, αλλά θα έχεις πιθανότατα και κατανόηση για το πώς επιδρά μια τέτοια κατάσταση σε μένα, όπως και σε όλους βέβαια. Εξάλλου, στην ίδια λίγο-πολύ θέση βρίσκεται πλέον ολόκληρη η Ευρώπη και ο κόσμος όλος.

Τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος στη (Μεγάλη) Βρετανία σχετικά με την παραμονή της ή όχι στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα τα έμαθες. Παρά το θετικό αποτέλεσμα σε Σκωτία, Βόρεια Ιρλανδία και Λονδίνο, οι Βρετανοί αποφάσισαν υπερήφανα με 51,9% απόσχιση από την ευρωπαϊκή οικογένεια, πράγμα που προξένησε «συγκρατημένο πανικό» όχι μόνο στην πολιτική ηγεσία της Ε.Ε., αλλά σε ολόκληρη την Ευρώπη γενικότερα. Κάποιοι αναρωτιούνταν (εύχονταν) μήπως ο Κάμερον ακολουθήσει το παράδειγμα του Τσίπρα (είμαστε πρωτοπόρος λαός, πώς να το κάνουμε!) και κάνει το «όχι», «ναι». Μόνο που πέρα από πρωτοπόροι, είμαστε και μοναδικοί, απαράμιλλοι στο είδος μας. Κάθε άλλο, λοιπόν, οι Βρετανοί προσήλθαν με το κούτελο ψηλά στην έκτακτη σύνοδο της ολομέλειας του Ευρωκοινοβουλίου σήμερα και, για να είμαστε πιο ακριβείς, με τσαμπουκά. Βρετανοί Ευρωβουλευτές μίλησαν με απρεπή τρόπο σε συναδέρφους, εκφράζοντας τη χαρά τους που επιτέλους η (Μεγάλη) Βρετανία δεν θα πληρώνει για τους μισθούς Ευρωβουλευτών που ούτως ή άλλως δεν κάνουν τίποτα και άλλα συναφή. Η άλλη πλευρά δεν έχασε την ευκαιρία (κάτι μου θυμίζει αυτό) και απάντησε με εξίσου ειρωνικό υφάκι. Δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να οξύνονται τόσο οι τόνοι.

Πολλοί, ανάμεσα σε κείνους -φαντάζομαι- κι εσύ, θα αναρωτιούνται προς τι η βιασύνη. Κι όμως, ποια βιασύνη; Να τους δώσουμε χρόνο να το ξανασκεφτούν, ελπίζοντας ότι θα αλλάξουν γνώμη; Δεν θα αλλάξουν. Να περιμένουμε να κακοφορμίσει η πληγή, πράγμα που θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν τρίτοι; Προς τι; Οι καλοί λογαριασμοί κάνουν τους καλούς φίλους. Βλέπεις ποιους έχεις μαζί σου και ποιους όχι και προχωράς. Το θέμα είναι απλό: Η (Μεγάλη) Βρετανία δεν ένιωσε ποτέ ‘μέλος’ (άκου τώρα έκφραση για ολόκληρη αυτοκρατορία!) του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Η στάση της ήταν πάντα στάση αμφιβολίας, καχυποψίας και συντηρητισμού -αν όχι οπισθοδρόμησης- (το καλύτερο για τους ίδιους θα ήταν η πραγματική επιστροφή στο παρελθόν βλ. Επέκταση των συνόρων, ίσως και Βρετανική Ένωση –who knows?), πράγμα που συνιστούσε ανέκαθεν πολιτικό τραύμα στο ευρωπαϊκό σώμα.Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τη στάση της στο ενιαίο νόμισμα, στο κοινό Σύνταγμα; Οπότε μια σύγκριση του BREXIT με το GREXIT θα ήταν άστοχη. Ο μαθηματικός στο γυμνάσιο μας έλεγε: «ανόμοια ποσά μεταξύ τους δεν συγκρίνονται». Άσε που, με τα 3/4 της νεολαίας να έχουν σκορπίσει στην Ευρώπη, η Ελληνίδα μάνα θα το σκεφτόταν διπλά πριν απλώσει το χέρι στην κάλπη. Λοιπόν, (Μεγάλη) Βρετανία, «γενηθήτω το θέλημά σου».

Όμως, προσοχή! Ήδη στις συνομιλίες μου και σε όσα ακούω στους διαδρόμους του Κοινοβουλίου, διακρίνω μια τάση εκδίκησης, ακόμη και παραδειγματισμού, πράγμα που θεωρώ μικροπρεπές. Η αποχώρηση της Βρετανίας από την Ε.Ε. θα πρέπει να γίνει όπως στο χωρισμό ενός ζευγαριού.  Θα μου πεις, δεν γίνονται μικροπρέπειες –όσο μικρές ή μεγάλες– όταν χωρίζει ένα ζευγάρι; Ε, όπως και να ‘χει, ο ένας οφείλει να σέβεται την επιθυμία του άλλου να φύγει κι ώς εκεί. Εφόσον η Βρετανία αποφάσισε να αποχωρίσει, δεν θα πρέπει να μας νοιάζει το αν αποσχιστούν από εκείνην η Σκωτία, η Ουαλία κλπ, ούτε αν θα γονατίσει οικονομικά, αλλά πώς εμείς θα προχωρήσουμε, χωρίς μάλιστα να φοβερίζουμε τα υπόλοιπα κράτη-μέλη με δυσβάσταχτες κυρώσεις. Η αρχή είναι απλή: τίποτε δεν γίνεται με το ζόρι. Όσοι θέλουν να φύγουν, ας φύγουν, κι όσοι θέλουν να μείνουν, ας μείνουν. Να ξέρουμε, μόνο, ποιοι είναι αυτοί. Με τον ίδιο τρόπο, δεν μπορούν να υποχρεώνονται οι Σκωτσέζοι (διαφορετικός λαός από τους Βρετανούς) να ονομάζονται Βρετανοί υπό τη σκέπη της (Μεγάλης) Βρετανίας, ούτε οι Καταλανοί να λέγονται Ισπανοί, αφού οι ίδιοι δεν βλέπουν τον εαυτό τους ως τέτοιους. Μπορείς να επιβάλεις σε κάποιον πώς να βλέπει τον εαυτό του και να λέγεσαι δημοκρατικός και προοδευτικός άνθρωπος;

Πέρα όμως από τα λόγια, που αυτές τις μέρες είναι και πολλά και ηχηρά και φορτισμένα, η Αλήθεια βρίσκεται στα σημεία (δεν επέλεγα τυχαία τη Σημειολογία ως μάθημα επιλογής στο πανεπιστήμιο). Στο δρόμο σήμερα για το Κοινοβούλιο, με καλημερίζει μια σημαία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (πάντα με κεφαλαίο!) στο ρολόι στην πλατεία Λουξεμβούργου. «Μπα;» σκέφτομαι, «για δες! έβαλαν σημαία;» Πριν προλάβω να απορρίψω το ενδεχόμενο, σκεπτόμενη πως απλώς δεν την είχα προσέξει νωρίτερα,  τσουπ! κι άλλη σημαία, στη γυάλινη ημικυκλική οροφή! «Έχει γούστο!» ξανασκέφτηκα. Έμεινα με την απορία –μου φαινόταν τραβηγμένο– ώσπου, φεύγοντας το απόγευμα, αντίκρισα τη σημαία της Ευρώπης και στο τηλεοπτικό στούντιο! Όπως και με το τρομοκρατικό χτύπημα στο μετρό των Βρυξελλών πριν λίγους μήνες είχαν ξεφυτρώσει στα μπαλκόνια σημαίες του Βελγίου, έτσι ξεφύτρωσαν παντού στα ίδια τα ευρωπαϊκά όργανα οι σημαίες της Ενωμένης Ευρώπης. Φταίω εγώ μετά να το χαρακτηρίσω ‘τρομοκρατικό δημοψήφισμα’;

Θέλουμε, δεν θέλουμε, είτε μας αρέσει είτε όχι, την ηρακλείτεια φράση ζούμε: «τα πάντα ρει, τα πάντα χωρεί», όμως -ας μου επιτρέψει ο αρχαίος σοφός τον αντίλογο-, όλο και κάτι μένει: εσύ, ας πούμε, η φίλη μου, ενσαρκώτρια των υψηλών αξιών της φιλίας και της αγάπης. Τώρα μπορεί να μοιάζει παλιομοδίτικο -αν όχι μπαγιάτικο- και γλυκερό -αν όχι κιτς-, όμως όλα -τρομοκρατία, αποσχιστικά δημοψηφίσματα, μισαλλοδοξία, κρίση, προσφυγικό- στο ένα αυτό συγκλίνουν: όχι στο διάλογο και στην κατάστρωση σχεδίων που τόσο μα τόσο συχνά ακούμε στις αίθουσες εντός κι εκτός του Κοινοβουλίου, αλλά στην αγάπη, σε μια προσέγγιση ουμανιστική, απαραίτητη προϋπόθεση κάθε διαλόγου και κάθε σχεδίου. Άσε που αν υπήρχε αυτή, ούτε σχέδιο, αλλά ίσως ούτε καν διάλογος θα χρειαζόταν.

Πες μου, όμως, πώς έχουν τα πράγματα στην Ελλάδα του καλοκαιριού;

Σε φιλώ,

Έλενα

ΥΓ: Να μου φιλήσεις τα παιδιά. Αν τα ετοίμαζες για Αγγλία, μάθε τους κινέζικα.

*Κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

Κώστας Κουτσουρέλης: Συγγενείς, συντοπίτες, συνάδελφοι

 

κοινοτισμός

Λένε συχνά ότι ο Έλληνας είναι ατομικιστής, ότι ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του και δεν δίνει δεκάρα για το κοινό καλό, το συλλογικό συμφέρον. Την ίδια στιγμή, ισχυρίζονται πολλοί (κάποτε και οι ίδιοι άνθρωποι) ότι η ελληνική κοινωνία δεν έχει περάσει από το στάδιο της εξατομίκευσης, ότι παραμένει δέσμια του κοινοτισμού της σε σημείο που με την κηδεμονία της να καταπιέζει, να εξουθενώνει το άτομο.

Και οι δύο παρατηρήσεις είναι εν μέρει σωστές και εν μέρει λανθασμένες. Περιγράφουν εμπειρικά μια πραγματικότητα, επειδή όμως το κάνουν με απρόσφορα σχήματα, δάνεια από την Εσπερία, αδυνατούν να την αποδώσουν πειστικά. Γιατί η διάκριση που επικρατεί στην Ελλάδα δεν είναι μεταξύ γενικού και ατομικού, δημόσιου και ιδιωτικού, ολότητας και μεμονωμένου προσώπου όπως συμβαίνει στη Δύση. Η κάθετη τομή που χωρίζει την κοινωνία μας είναι μεταξύ γενικού και ατομικού συμφέροντος, από τη μια, και μερικού συμφέροντος, από την άλλη. Σε σχέση με το γενικό, δημόσιο συμφέρον, αυτό το δεύτερο, το μερικό, είναι επίσης συλλογικό, όμως αφορά πάντοτε ένα μειοψηφικό υποσύνολο της ολότητας – τέτοιο είναι λ.χ. το τοπικιστικό, το παραταξιακό, προ πάντων όμως το οικογενειακό και το συντεχνιακό συμφέρον.

Στενά ατομικό συμφέρον στην Ελλάδα δεν νοείται – και εδώ έχουν δίκιο όσοι επισημαίνουν το έλλειμμα εξατομικεύσεως που μας χαρακτηρίζει. Η ένταξη στη συλλογικότητα παρ’ ημίν είναι υποχρεωτική, δυνατότητα εξόδου στην ουσία δεν υφίσταται, τόσο απαγορευτικές είναι οι κυρώσεις. Κάποιες φορές αυτές οι τελευταίες περιβάλλονται ουσιαστικά ισχύ νόμου. Ο δικηγόρος ή ο δημοσιογράφος λ.χ. ο οποίος θα αντιταχθεί στην πολλοστή εξωφρενική αποχή ή απεργία που κηρύσσει ο οικείος του επαγγελματικός σύλλογος, σε αντίθεση με τον κοινό εργαζόμενο δεν έχει το δικαίωμα να αποφασίσει ο ίδιος αν θα εργαστεί ή αν θα απόσχει – η συντεχνία του έχει τον θεσμικό τρόπο να τον εξαναγκάσει να συμμορφωθεί! Αντιστοίχως, όπου τίθεται ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων μεταξύ ατόμου και συλλογικότητας, αυτή η τελευταία έχει σχεδόν παντού προτεραιότητα. Ο καθηγητής της Μέσης λ.χ., καίτοι διορισμένος από το ΑΣΕΠ, πειθαρχεί στα κελεύσματα της λοιπής δημοσιοϋπαλληλίας άπαξ και τεθεί θέμα απολύσεως των αναξιοκρατικά διορισμένων. Ο βιολονίστας της ΕΡΤ, που έχει περάσει από μύριες όσες οντισιόν για να προσληφθεί, βγαίνει στις ρούγες για να υπερασπιστεί τον τεχνικό ή τον διοικητικό υπάλληλο που μπήκε στον οργανισμό από την πίσω πόρτα.

Ιδίως το να ζεις στην επαρχία και να πηγαίνεις αντίδρομα σε ό,τι η τοπική κοινωνία θεωρεί θέσφατο, έχει κόστος. Ακόμη και την ψήφο εκεί, τα κόμματα (που με τη σειρά τους δεν είναι παρά διευρυμένες φαμίλιες, πολύ λίγο συγκρίσιμες με τα κόμματα στη Δύση) σε οικογενειακή βάση την υπολογίζουν, στη ζυγαριά του μικροπολιτικού πάρε-δώσε η ατομική ψήφος δεν βαραίνει. Αναλογικά πάνε και τα ρουσφέτια, κατά σόγια. Δεν διορίζεται πρόσωπο με προσόντα ή ιδιότητες ζητούμενες, η αξιοκρατία εδώ δεν παίζει τον ελάχιστο ρόλο. Διορίζεται το μέλος που η οικογένεια-πελάτισσα επιλέξει. Ακόμη και οι θέσεις εργασίες και τα προς ανάθεσιν έργα με βάση τη ζήτηση αυτών των πελατών καθορίζεται, όχι με βάση τις όποιες μετρήσιμες ανάγκες. Μουσεία, σχολεία, πανεπιστήμια, στρατόπεδα φτιάχνονται εκ των ενόντων και επί τούτου για να εξαργυρωθεί η υπόσχεση να βολευτούν τα δικά μας παιδιά ή για να μοιραστούν τα δημόσια κονδύλια στους φίλα προσκείμενους. Αν ο πολιτευτής «ρίξει» την οικογένεια, λέει η άτυπη συμφωνία που ισχύει εδώ, τότε αυτή έχει όλο το δικαίωμα στις επόμενες εκλογές να μεταναστεύσει μαζικά σ’ έναν άλλο.

Ο γιος του Ολλανδού ή του Γερμανού βιομηχάνου ξέρει ότι το όνομά του δεν αρκεί για να του εξασφαλίσει την αναγνώριση. Ξεκινάει λοιπόν ως απλό στέλεχος ώσπου να πείσει για τις ικανότητές του. Και αν αποδειχτεί ακατάλληλος, οι ίδιοι οι οικείοι του θα του υποδείξουν να αναζητήσει αλλού την τύχη του, διότι τέτοιο είναι το δικό τους προσωπικό αλλά και το γενικό συμφέρον της εταιρείας. Όμως η ελληνική φαμίλια, η ελληνική συντεχνία, η παρέα ακόμη, είναι προστατευτική, υποστηρίζει τυφλά τα μέλη της, τα καλομαθαίνει όσο μπορεί και τους συγχωρεί προκαταβολικά κάθε τους στραβοπάτημα.

Αν δεν θίγεται άμεσα, συγχωρεί μάλιστα ακόμη κι εκείνους που βδελύσσονται τις αξίες που εκείνη πρεσβεύει. Φτάνει βέβαια να μένουν στα λόγια. Ο εκσυγχρονιστής διανοούμενος, λ.χ., που κόπτεται για την αξιοκρατία και βγάζει πύρινους λόγους για χάρη της, στο Πανεπιστήμιό του όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι δεν διαφέρει απ’ τους άλλους. Κρατάει το στόμα του κλειστό, ακολουθεί την πεπατημένη και κοιτάει όπως όλοι –τί άλλο;– να βολέψει τους φίλους του.

Ρ. Σαφράνσκι: Μην μας αφήνετε μονάχους με τους Γερμανούς!

safranski.jpg

Ο Ρούντιγκερ Σαφράνσκι (γεν. 1945) ανήκει στους επιφανέστερους Γερμανούς στοχαστές της γενιάς του. Τα βιβλία του για συγγραφείς όπως ο Ε. Τ. Α. Χόφφμαν, ο Νίτσε, ο Γκαίτε, ο Χάιντεγγερ συγκαταλέγονται στα πιο πολυδιαβασμένα των τελευταίων ετών. Με τις τοποθετήσεις του πάνω στο προσφυγικό ζήτημα και την κριτική που άσκησε στην πολιτική της καγκελαρίου Μέρκελ τέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας αντιπαράθεσης στη χώρα του, και όχι μόνο, και προκάλεσε πλήθος αντιδράσεις και πολεμικές. Η συζήτησή του με τον Ρίκο Μπάντλε δημοσιεύτηκε στην ελβετική επιθεώρηση Die Weltwoche, τον περασμένο Δεκέμβριο.  Η μετάφραση είναι του Πέτρου Γιατζάκη.    

 * * *

Κύριε Σαφράνσκι, κανείς δεν έχει αναλύσει την ουσία του Γερμανού με μεγαλύτερη ακρίβεια από εσάς. Τι συμβαίνει λοιπόν στην Γερμανία;

Για να σας δώσω μία λακωνική απάντηση: Στην γερμανική πολιτική κυριαρχεί ένας μοραλιστικός παλιμπαιδισμός.

Και μία λιγότερο λακωνική απάντηση;

Η Γερμανία απώλεσε μετά το 1945 ως ηττημένο έθνος την κυριαρχία της. Μέχρι την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989, η Δυτική Γερμανία διήγε βίον ανθόσπαρτον: Ήμασταν υπό την αιγίδα των Αμερικανών και δεν ήμασταν υπεύθυνοι για τίποτε. Επειδή δεν είχαμε την ευθύνη της φροντίδας για τους εαυτούς μας, δεν γνωρίζαμε καν τι είναι η εξωτερική πολιτική. Μόλις το 1989 έγινε η Γερμανία ένα κυρίαρχο κράτος και κινείται μέχρι σήμερα με αρκετή ανασφάλεια στην διεθνή σκηνή. Ταλαντευόμαστε μεταξύ μίας οικονομικής αυτοπεποίθησης και ενός αλλόκοσμου ουμανιταρισμού. Η εξωτερική μας πολιτική έχει καταστεί μία ηθική αποστολή.

Το αποτέλεσμα αυτής της πολιτικής είναι μία κουλτούρα του καλωσορίσματος, όπου οι άνθρωποι που ζητούν άσυλο γίνονται δεκτοί με αλαλαγμούς χαράς;

Παντού στην Ευρώπη πλην της Σουηδίας οι άνθρωποι λένε: «Οι Γερμανοί  τρελάθηκαν.» Η ανωριμότητα της γερμανικής πολιτικής καθίσταται οφθαλμοφανής στο αξίωμα ότι δεν επιτρέπεται να θέσουμε όρια ή κάποια οροφή στον αριθμό των προσφύγων. Εδώ υπάρχει ένα σημαντικό συλλογιστικό σφάλμα. Διότι σύμφωνα με την σημερινή πρακτική, τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού θα είχαν δικαίωμα ασύλου στην Γερμανία με βάση τα δικά μας οικονομικά και δημοκρατικά πρότυπα. Το γεγονός ότι η προσφυγική πολιτική μας είναι θύμα ενός εγγενούς λογικού σφάλματος, θα έπρεπε να έχει γίνει το αργότερο σε αυτό το σημείο πλήρως αντιληπτό.

Ο φιλόσοφος Πέτερ Σλοτερντάικ δήλωσε, ότι στο προσφυγικό ζήτημα θα έπρεπε να είμαστε ικανοί για «κάτι σαν μία καλοσυγκερασμένη σκληρότητα». Το πρόβλημα κατ΄ αυτόν είναι ότι: «Οι Ευρωπαίοι αυτοπροσδιορίζονται ως καλοσυνάτοι, καλόγνωμοι  άνθρωποι και όχι ως σκληροί άνθρωποι, και υπάρχει μία ανάλογη δημοσιολογία και δημοσιογραφία, που δυσφημεί τα πρώτα δείγματα στην πορεία προς μία πιο αμυντική ή πιο σκληρή στάση στο προσφυγικό ζήτημα ως πολιτισμικό όνειδος του υψίστου μεγέθους.»  

Δεν είναι απαραίτητο να το εκφράσουμε με τέτοια οξύτητα. Το 1997 έγραψα ένα βιβλίο για το Κακό. Εκεί δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε αβυσσαλέοι σατανάδες. Στην ανθρώπινη όμως ωρίμανση ανήκει η γνώση, για το κακό που ενυπάρχει μέσα μας. Οι Γερμανοί πολιτικοί ομιλούν διαρκώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, που είναι απαράβατη και απαραβίαστη. Υποκρινόμαστε, σαν να είναι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια ένα έμφυτο όργανο όπως τα χέρια ή τα πόδια. Αυτό είναι ένα αφελές κοσμοείδωλο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν πέφτει από τον ουρανό, αλλά προϋποθέτει ένα λειτουργικό κράτος, που δύναται να προστατεύσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια εντός των συνόρων και των ορίων του. Και κατόπιν πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: Πώς δυνάμεθα να έχουμε αυτό το κρατικό οικοδόμημα; Αυτό επιτυγχάνεται μόνο με πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλιώς το κράτος χάνει την αφομοιωτική, ενοποιητική του δύναμη, που εγγυάται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Φοβάμαι πολύ, ότι το κράτος μας χάνει τούτη τη δύναμή του, όταν έχουμε σε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας μία ισλαμική πλειοψηφία με ένα τελείως διαφορετικό αξιακό σύστημα. Εν συντομία: Πρέπει να κρατήσουμε σταθερή την κοινωνική συνοχή, για να μπορέσει το κράτος να εγγυηθεί τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όταν τούτο δεν το ξεκαθαρίζουμε, τότε αυτό είναι ανεύθυνο: Επιθυμούμε να βοηθήσουμε και παρόλα ταύτα, αδυνατίζουμε συνάμα τους θεσμούς, που θα μπορούσαν εν τέλει να βοηθήσουν. (περισσότερα…)

1η Διεθνής Συνάντηση του διεθνούς κινήματος «Κραυγή γυναικών» στη Μαδρίτη…

Το διήμερο 4-6 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε στην πρωτεύουσα της Ισπανίας η 1η Διεθνής Συνάντηση του Διεθνούς Κινήματος Ποιητριών (MPI – Mujeres Poetas Internacional), οργανωτικού φορέα του Διεθνούς Φεστιβάλ Ποίησης και Τεχνών «Κραυγή γυναικών» («Grito de Mujer») για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στον κόσμο. Κατά τη διάρκεια των εκδηλώσεων του διημέρου, πραγματοποιήθηκαν μεταξύ άλλων συζητήσεις για την κατάσταση των γυναικών στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο -στις οποίες ήταν αφιερωμένο το φετινό φεστιβάλ με τίτλο «Λουλούδια της ερήμου»-, παρουσιάστηκε η φετινή ομότιτλη ανθολογία ποίησης με αντίστοιχη θεματολογία, εγκαινιάστηκε έκθεση ζωγραφικής και παρουσιάστηκαν θεατρικά έργα. Το σπουδαιότερο όμως ήταν ότι εκπρόσωποι του κινήματος από 32 χώρες είχαν την ευκαιρία να γνωριστούν μεταξύ τους, κάτι που μέχρι τώρα ίσχυε μονάχα σε διαδικτυακό επίπεδο. Η εκπρόσωπος του κινήματος στην Ελλάδα, Έλενα Σταγκουράκη, είχε την ευκαιρία να γνωρίσει πολύ αξιόλογες προσωπικότητες από το Μεξικό, την Ισπανία, την Αργεντινή, τη Βουλγαρία, το Ηνωμένο Βασίλειο, το Μαρόκο, την Ελβετία κ.α. και τη δυνατότητα να ανταλλάξει ιδέες και απόψεις σχετικά με το κίνημα, ώστε να ισχυροποιηθούν οι δεσμοί μεταξύ των εκπροσώπων και να γίνουν το κίνημα και το Φεστιβάλ ακόμη πιο δυνατά. 

Στο επίσημο δείπνο-γκαλά που σηματοδότησε τη λήξη της 1ης Διεθνούς Συνάντησης του κινήματος, ορισμένες από τις διοργανώτριες και τους διοργανωτές του Φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων και η Έλενα Σταγκουράκη, τιμήθηκαν από την επικεφαλής του κινήματος Γιαέλ Ουρίμπε (Jael Uribe). Για τη δραστηριοποίηση και την προσφορά της στο κίνημα και τη διοργάνωση του φεστιβάλ στη χώρα μας, η Έλενα, μέλος της συντακτικής ομάδας του «Νέου Πλανοδίου« έλαβε ένα αγαλματίδιο που παριστάνει μια γυναίκα με φτερά, καθώς και τον αντίστοιχο έπαινο.

Το Φεστιβάλ «Κραυγή γυναικών» ξεκίνησε το 2011 στη Δομινικανή Δημοκρατία κι έκτοτε εξαπλώθηκε με ταχύτατους ρυθμούς σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική και τον κόσμο. Το 2013 το φεστιβάλ ήταν αφιερωμένο στη Μαλάλα Γιουσαφζάι, στηρίζοντας την υποψηφιότητά της για το Νόμπελ Ειρήνης. Ένα χρόνο αργότερα, ο στόχος επετεύχθη. Το 2015, το Φεστιβάλ εντάχθηκε στους παγκόσμιους εορτασμούς της ΟΥΝΕΣΚΟ για το «2015: έτος φωτός». Φέτος, με τη σκιά του Ισλάμ να πέφτει βαριά τόσο στις ίδιες τις γυναίκες που το ασπάζονται, όσο και παγκοσμίως, το φεστιβάλ είχε έναν επιπλέον ρόλο να παίξει. Το Νέο Πλανόδιο στήριξε και τη φετινή διοργάνωση του Φεστιβάλ στην Ελλάδα.

Στο λόγο που εκφώνησε κατά τη διάρκεια του γκαλά, η Σταγκουράκη τόνισε: «Ζούμε σε έναν κόσμο που γίνεται όλο και πιο σκληρός, όλο και πιο βίαιος, όλο και πιο εγωκεντρικός. Όπως είχε γράψει ο μεγάλος Έλληνας συγγραφέας, Νίκος Καζαντζάκης, ‘σήμερα που σαπίζει ο κόσμος, κι η ατιμία κι ο συμβιβασμός εξευτελίζουν και τις πιο γενναίες ψυχές, μία είναι η τακτική: Να ‘σαι ανένδοτος’. Έτσι κι εμείς, φίλες και φίλοι, παραμένουμε ανένδοτοι στον αγώνα μας για την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών στον κόσμο και συνεχίζουμε αποφασιστικά τη διοργάνωση του φεστιβάλ ‘Κραυγή γυναικών’ για την επίτευξη του στόχου μας».

 

 

Κώστας Κουτσουρέλης: Φάμπρ και φάμπρικες

pic3abta-jan-fabre-21

 

Πολύ σωστά αποκάλεσαν κάποιοι «αποικιοκρατία» όλα εκείνα τα απίθανα που ανακοίνωσε τις προάλλες ο Φλαμανδός βοεβόδας του Φεστιβάλ Αθηνών και οι εγχώριοι βαστάζοι του. Όμως η αποικιοκρατία ξεκινάει από αλλού, όχι έξωθεν, έχει ρίζες βαθιές μες στο κεφάλι μας.

Γιατί εμείς οι ίδιοι είμαστε που απαξιώσαμε μεταπολιτευτικά το καλύτερο κομμάτι του πολιτισμού μας, κληρονομημένο ή πρόσφατο, παίρνοντας το κατόπι ωσάν κορδακιζόμενοι πίθηκοι την κάθε εισαγόμενη μπούρδα.

Εμείς οι ίδιοι είμαστε που απαξιώσαμε, που δυσφημίσαμε μάλιστα, την έννοια της ελληνικότητας στην τέχνη, κολλώντας στον οικείο μας κόσμο, τον κόσμο των δικών μας βιωμάτων και τρόπων, τη ρετσινιά του επαρχιωτισμού και της εσωστρέφειας.

Εμείς είμαστε που ξεχάσαμε ότι οι οικουμενικότεροι Νεοέλληνες καλλιτέχνες, αυτοί που είχαν την μεγαλύτερη και διαρκέστερη απήχηση στο εξωτερικό, απ’ τον Καβάφη και τον Καζαντζάκη ώς τον Θεοδωράκη και τον Αγγελόπουλο, υπήρξαν εξ αρχής όχι απλώς ελληνοκεντρικοί, αλλά εμμονικοί, μέχρι παθήσεως κατεχόμενοι από την ιδέα του ελληνισμού, από την διηνεκή αναζήτηση της ταυτότητάς του μέσα στον μύθο και την ιστορία.

Εμείς είμαστε που αρνηθήκαμε, που πολεμήσαμε, που συκοφαντήσαμε τη ζωτικότερη γενιά που ανέδειξαν ποτέ τα ελληνικά γράμματα, τη Γενιά του 1930, και γεμίσαμε τα έντυπα και τις φιλοσοφικές μας σχολές με αγράμματους που αποκαλούν τον Ελύτη, τον Εμπειρίκο, τον Εγγονόπουλο σωβινιστές και φασίστες.

Εμείς είμαστε που είδαμε στον Σεφέρη, ένα από τα πλατύτερα, τα πιο οικουμενικά πνεύματα της ευρωπαϊκής νεωτερικότητας, τον επαρχιώτη εθνικιστή, τον προπαγανδιστή κάτι ύποπτων και γραφικών Βαλκάνιων τύπων, του Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου.

Εμείς είμαστε που αποκλείσαμε τη λόγια ελληνική μουσική από τα Μέγαρα και τις Λυρικές μας, που δεν έχουμε αξιωθεί να ηχογραφήσουμε και να εκδώσουμε ακόμη και τα σπουδαιότερα έργα της, και που αντί για το Έτος Σκαλκώτα προτιμάμε να εορτάζουμε το Έτος… Ολιβιέ Μεσσιάν.

Εμείς είμαστε που στήνουμε εκθέσεις και αναδρομικές σε κάθε μικρομεσαίο διάττοντα και που στέλνουμε στις Μπιενάλε και τις Εκθέσεις Βιβλίου ανά την υφήλιο σμάρι τους μίμους και τα εκάστοτε πιο φρέσκα βλαστάρια μας, αλλά που ποτέ δεν τολμούμε να προβάλουμε έξω καταπώς τους αξίζουν τα αληθινά, διαχρονικά μας επιτεύγματα. Τον Γιαννούλη Χαλεπά, λ.χ., ώστε να καταφανεί ότι πρόκειται για μιαν από τις μεγαλύτερες φυσιογνωμίες της ευρωπαϊκής γλυπτικής. Ή τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ασυζητητί έναν από τους μεγαλύτερους διηγηματογράφους της δυτικής λογοτεχνίας.

Εμείς είμαστε που ευτελίσαμε την ελληνική γλώσσα, που την εξοβελίσαμε από τον δημόσιο χώρο, από τις επιχειρήσεις και τα προϊόντα μας, που λατινογραφούμε και γκρηκλίζουμε ό,τι οικειότερό μας, και καταπίνουμε αμάσητα όλα αυτά τα τρισάθλια Super League και Mega Channel και Megaron Plus και Olympic Air και Hot Spots και Capital Controls, και δεν συμμαζεύεται.

Εμείς είμαστε που απαξιώσαμε με αφόρητη πόζα τη σπουδαία κληρονομιά του Φεστιβάλ Αθηνών και των Επιδαυρείων και με απίστευτη άγνοια και έπαρση ζητάμε κάθε φορά να μηδενίσουμε ξανά το κοντέρ μόλις τύχει και ‘ρθούμε στα πράγματα. Εκείνων των θεσμών δηλαδή που με όχημά τους το Εθνικό Θέατρο κατέστησαν την αττική τραγωδία κτήμα κοινό, εμπειρία αυτονόητη για κάθε μορφωμένο Έλληνα, και που μέσω του Κάρολου Κουν εμφύσησαν, επίτευγμα μοναδικό διεθνώς, νέα ζωή στην αττική κωμωδία συνδέοντάς την με την πολύχυμη λαϊκή μας κουλτούρα.

Ποια «ελληνική τέχνη» λοιπόν θυμηθήκαμε τώρα να προασπιστούμε, κι από ποιον; Όποιος δεν εκτιμά αυτό που έχει, όποιος δεν μπορεί να το δει στο φως της ιστορίας και της συλλογικής μνήμης, όποιος νομίζει ότι είναι υποχρεωμένος κάθε πέντε-δέκα χρόνια να επινοεί εκ νέου τον κόσμο του σαν κακομαθημένος νεόπλουτος που αλλάζει ντεκόρ στη παραλιακή του βιλίτσα, αυτός ούτε την τέχνη των άλλων, των ξένων πολιτισμών, μπορεί ποτέ να εκτιμήσει και να δεξιωθεί.

Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να την καταναλώνει παθητικά, παρασιτικά, σαν κομπλεξικό μαθητούδι, χωρίς να υποψιάζεται καν περί τίνος πρόκειται. Και φυσικά να την καταχειροκροτεί σάν καλοκουρδισμένο αυτόματο βέβαιος ότι ε, αφού μας έρχεται απ’ έξω, δεν μπορεί παρά να είναι σπουδαία…

Τον Φαμπρ και τις φάμπρικές του εύκολα κανείς τις αντιμετωπίζει και τις προσπερνά αν η αυτοκατανόησή του είναι υγιής, αν έχει καν τέτοια δική του αυτοκατανόηση και δεν έχει μάθει να βλέπει τον εαυτό του με τα μάτια του άλλου. Η «αποικιοκρατία» που τώρα καταγγέλλουμε, είναι πρώτα απ’ όλα αποικιοκρατία εθελούσια, οικειοθελής. Είναι αυτή η γελοιώδης ξενομανία μας, που πατώντας σε χρόνιες εθνικές ανασφάλειες, πηγαίνει χέρι χέρι με την υποτέλεια και την εξάρτηση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής μας, από την οικονομία ώς την εξωτερική μας πολιτική. Και που φανερώνει ανέκαθεν δύο τινά: Το σύμπλεγμα του φτωχού συγγενούς, που μασκαρεύεται στα μεγάλα σαλόνια για να κρύψει τον αληθινό του εαυτό. Και την ξιπασιά του δήθεν κοσμοπολίτη, που με μια πόζα φερμένη απ’ τα ξένα νομίζει πως θ’ αποσβολώσει τους ιθαγενείς.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», μετά την τρομοκρατική επίθεση

20160326_123523

Βρυξέλλες, 25 Μαρτίου 2016

Φιλενάδα μου,

έχουν περάσει τέσσερις μέρες από τη μεγάλη τρομοκρατική επίθεση στις Βρυξέλλες που ξεπέρασε εκείνη του Παρισιού, τόσο λόγω του αριθμού των θυμάτων, όσο –κυρίως– λόγω πρεστίζ του πλήγματος. Από τη μια, βλέπεις, ήταν χτύπημα αναμενόμενο, λόγος για τον οποίο η πόλη βρισκόταν εδώ και μήνες σε κατάσταση συναγερμού, από την άλλη, οι Βρυξέλλες είναι η έδρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των Οργάνων της. Μάλιστα ένα από τα χτυπήματα πραγματοποιήθηκε –ειρωνικώ τω τρόπω– στα θεμέλιά τους: στον αντίστοιχο υπόγειο σταθμό του μετρό.

Όπως βλέπεις, λοιπόν, και εσύ διαψεύστηκες που έλεγες πως δεν θα με πετύχουν λόγω των συχνών μου μετακινήσεων, και εκείνοι που βιάζονταν να με ‘επιπλήξουν’ για το γεγονός ότι θεωρούσα τα μέτρα ασφαλείας κωμικά και ανώφελα. Το ίδιο κωμικά και ανώφελα θεωρώ τα σχόλια και τις απαιτήσεις των Βέλγων και όσων άλλων Ευρωπαίων τα βάζουν με τον Σουλτς και τον κάθε Σουλτς, απαιτώντας ασφάλεια ως ευρωπαϊκό κεκτημένο. Ούτε ο Σουλτς ούτε κανένας άλλος μπορεί να εγγυηθεί κάτι τέτοιο, για τον απλό λόγο ότι ο ανθρώπινος νους πάντα θα εφευρίσκει τρόπους δράσης και παράκαμψης των όποιων μέτρων, απαγορεύσεων, νόμων κ.ο.κ.

Well, Europe, welcome to the world! Λες κι έχουμε βαλθεί να νικήσουμε σε διαγωνισμό μυωπισμού, οι Ευρωπαίοι τα θέλουμε όλα δικά μας. Θέλουμε η Ευρώπη μας να είναι παγκόσμιος παίκτης, αλλά ταυτόχρονα να χαίρει μόνο των προνομίων μιας τέτοιας θέσης. Ε, λοιπόν, ήρθε ως φαίνεται η ώρα, η Ευρώπη να σταματήσει να είναι το όμορφο, ασφαλές, κλειστό στον εαυτό της χωριό που ήταν ώς τώρα και να γίνει μέρος του κόσμου. Τόσο το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα, όσο και η τρομοκρατία δεν συνιστούν τάσεις, αλλά καταστάσεις που θα την αλλάξουν για πάντα. Όσα σύνορα και να κλείσουμε, όσο και να το αρνιόμαστε, δεν θα καταφέρουμε τίποτα. Γιατί πολύ απλά, η ζωή και η ιστορία υπερβαίνει και τον άνθρωπο, και την Ευρώπη, ακόμη και τις ΗΠΑ, αυτόν τον ηγεμόνα που μετά τους ινδιάνους, τους Ρώσους, τους Αφρικανούς, τώρα τους Άραβες, και πάντα με την υπερκατανάλωση, ποιος ξέρει, ίσως από σφάλμα, ίσως ηθελημένα, καταφέρει επιτέλους ν΄ αφανίσει το ανθρώπινο είδος από προσώπου γης και ησυχάσει επιτέλους. Έτσι θα αποδειχθούν προφητικές και οι ταινίες τους. Άσε που, σε έναν κόσμο που έχει σχεδόν εφεύρει το αντίδοτο για το AIDS και διάφορες μορφές καρκίνου, και ο μέσος όρος ζωής έχει αυξηθεί κατά πολύ, ο νέος τρόπος ‘φυσικής’ εξισορρόπησης μπορεί να είναι η τρομοκρατία: η νέα μάστιγα του αιώνα.

Ο μυωπικός εγωκεντρισμός όμως εμφανίζεται και σε μικροκλίμακα: σε απόψεις που ακούγονται, σε ερμηνείες που δίνονται. Οι βόμβες, λέει, περιείχαν καρφιά για να προκαλέσουν περισσότερο πόνο στα θύματα. Δεν σκέφτεται άραγε κανείς ότι, πολύ απλά, μην έχοντας τον τρόπο να προμηθευτούν πρώτη ύλη για τους αυτοσχέδιους μηχανισμούς τους, π.χ. σίδηρο, χωρίς μάλιστα να δώσουν στόχο, οι τρομοκράτες την προμηθεύτηκαν όπου και όπως μπορούσαν; Ή μήπως δεν συνηθιζόταν αυτή η μέθοδος και στους ευρωπαϊκούς πολέμους, ελλείψει πολεμοφοδίων; Δεν μας ενδιαφέρει. Μας νοιάζει να εκμεταλλευτούμε το γεγονός για προπαγάνδα και για να ενδυναμώσουμε το μίσος.

Φλυάρησα, όμως, φίλη μου, κι εσύ θα θέλεις να μάθεις για το κλίμα εδώ, τους ανθρώπους, τη διάθεση. Είναι και το Πάσχα των καθολικών –όχι ότι το παίρνει κανείς είδηση, χωρίς στολισμούς, καμπάνες, και με ανοιχτά τα καταστήματα. Καταφέραμε να μην έχουμε πίστη, και μας φταίνε αυτοί που πιστεύουν. Καταφέραμε να μην ξεχωρίζει το αρσενικό από το θηλυκό (και το ανάμεσό τους που λέει και ο ποιητής) και μας φταίνε εκείνοι που τα διαχωρίζουν σαφώς. Χθες περπατούσα στο δρόμο και μπροστά μου προπορεύονταν τρεις νέοι: ένα ζευγάρι γυναικών που περπατούσε χέρι-χέρι και δίπλα τους ένας φίλος τους, περισσότερο θηλυπρεπής και από τις δυο τους. Τον τελευταίο μήνα, ισάριθμοι με τους άντρες που με φλέρταραν ήταν ένας υπερήλικας, ένας παντρεμένος! ομοφυλόφιλος και μια λεσβία. Δικαιώματα έχουν και οι μεν και οι δε και όλοι, και ξέρεις πως τα υπερασπίζομαι. Βρίσκομαι όμως –ειδικά τώρα– στη μέση, να αναρωτιέμαι ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, για την ακρίβεια, ποιον δικαιώνει η ζωή, ο κόσμος, η ιστορία –όπως θες πες το– και ποιον όχι. Μήπως φτάσαμε να είμαστε για γέλια (ή για κλάματα); Και αν αυτή ακόμη ήταν ανέκαθεν η συνθήκη του ανθρώπου, τώρα ένα παραπάνω.

Στο δρόμο, αλλά και μέσα από το σπίτι ακόμη, αντιλαμβάνομαι ένα μούδιασμα, κάτι που θα συμβαίνει και σε ολόκληρη την Ευρώπη φαντάζομαι. Ειδικά το επόμενο πρωί της επίθεσης, ήταν σαν να είχε χιονίσει: μια αλλόκοτη ησυχία, ήχοι μουντοί, σαν μέσα από αφρολέξ ηχομόνωσης, ενώ η κίνηση στους δρόμους –από αυτοκίνητα και πεζούς–, ήταν κανονική. Μάλιστα, οι πεζοί έμοιαζαν περισσότεροι, αποφεύγοντας μάλλον τα μέσα μαζικής μεταφοράς.

Περισσότερο από τις μεσίστιες σημαίες στα Ευρωπαϊκά Όργανα και τα κρατικά κτίρια, αλλά και το μαύρο κορδελάκι πένθους στο Γούγλη, είναι κυρίως οι ‘μικρές’, εξατομικευμένες κι αυθόρμητες εκδηλώσεις εκείνες που αποτυπώνουν το γενικότερο αίσθημα: οι βέλγικες σημαίες που ξεφύτρωσαν από παράθυρα, η δεμένη κόμπο σημαία στο απέναντι μπαλκόνι ή το σημείωμα στην είσοδο μιας κάβας!, με μια καρδιά στα χρώματα του Βελγίου να αιμορραγεί: «Είμαστε μαζί σας!» Απ’ ό,τι φαίνεται, το κρασί δεν κατορθώνει ούτε ν’ ανυψώσει τα πνεύματα ούτε να παράσχει –έστω πρόκαιρη– λήθη.

Κι όχι μόνο αυτό. Το μεσημέρι εκείνης της Τρίτης κοιτούσα έξω από την τζαμαρία του Κοινοβουλίου. Μια λευκή και μια ροζ. Οι αμυγδαλιές εξακολουθούν να ανθίζουν. Χθες και σήμερα τα χαράματα με ξύπνησε έξω από το παράθυρο ένα πουλί που καλωσόριζε κελαηδώντας την αυγή. Έρχεται η άνοιξη. Λίγο πριν, όπως και χθες το απόγευμα, πέρασα από τον ίδιο δρόμο. Χθες, με προσπέρασαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα –τόσο που έλεγα πως θα τιναχτούν οι ρόδες στο παλιό πλακόστρωτο– τρία περιπολικά και στη συνέχεια χωρίστηκαν στη διχάλα του δρόμου. Λίγο παραπάνω, τα ανυποψίαστα μάτια μου είδαν πως είχαν αποκλείσει το στενό και οι αστυνομικοί πραγματοποιούσαν έφοδο. Σήμερα, στο ίδιο σημείο, μια άλλη πομπή, με επαναλαμβανόμενες κόρνες. Στον ήλιο στραφτάλιζε το λευκό νυφικό της μουσουλμάνας νύφης και τα βαμμένα με χένα χέρια της εξείχαν από την οροφή της μερσεντές και χόρευαν –χόρευε ολόκληρη στο πίσω κάθισμα. C’ est la vie…

… και σε φιλώ,
Ε.

Κείμενο/φωτογραφία: Έλενα Σταγκουράκη

Κώστας Κουτσουρέλης: Μια ομολογία ενοχής

GUILTY

 

Όπως με τους αριστερούς φίλους όλη την περσινή χρονιά, όπως με τους ευρωπαϊστές και φιλελεύθερους φίλους ενίοτε, ή τους ομοτέχνους άλλοτε για ποικίλες αφορμές, μου συμβαίνει συχνά, πολύ συχνά ομολογουμένως τον τελευταίο καιρό, να στενοχωρώ φίλους και συνομιλητές με όλα αυτά που γράφω περί προσφυγιάς και περί μετανάστευσης. Αρκετές φορές, όταν όλα τα άλλα εμπράγματα επιχειρήματα παροπλιστούν –αν και πρέπει να ομολογήσω ότι τέτοια σπανίως μου αντιτάσσονται–, αυτό που μένει στην ατμόσφαιρα να επικρέμαται εναντίον μου είναι η μομφή, κάτι μεταξύ παραπόνου και καταγγελίας: ότι μου λείπει η συμπόνια, ότι δεν έχω καρδιά, ότι αυτό που απουσιάζει από τα λεγόμενά μου είναι ο ανθρωπισμός.

Ένα τέτοιο κατηγορητήριο δεν μου φαίνεται κακή αφετηρία. Ας ξεκινήσω λοιπόν με μια ομολογία ενοχής, κι ας ονοματίσω εδώ το ακατονόμαστο: δεν είμαι ανθρωπιστής. Ο ανθρωπισμός στα μάτια μου είναι ένα ιδεολόγημα. Μια αυταπάτη. Πατάει πάνω στην πλανερή παραδοχή ότι ο άνθρωπος είναι φύσει αγαθός και ότι αρκεί να τον απαλλάξεις από τα έξω του βάρη που τον κάνουν «κακό» (τις μολυσμένες ιδέες και λέξεις, τις φρικτές ύπερθεν εξουσίες) για να ανασάνει. Επιπλέον, ο ανθρωπισμός, ως ανθρωποκεντρισμός αυτή τη φορά, κρύβει μέσα του μια βαθιά έπαρση, είναι το αλαζονικό πιστεύω ενός βιολογικού είδους που επειδή ανέπτυξε αυτοσυνειδησία νομίζει ότι είναι ανώτερο απ’ όλα τα άλλα, και ότι γι’ αυτό και μόνο, η φύση, ο πλανήτης, το σύμπαν ολόκληρο, με επικεφαλής του τον Μεγαλοδύναμο, οφείλει να τον υπηρετεί. Μόνο μια τέτοια αλαζονεία εξηγεί το γεγονός ότι τούτο το βίαιο, βάναυσο βιολογικό είδος, το πιο απάνθρωπο που έχει περπατήσει πάνω στη γη, έχει βαφτίσει τα υψηλότερα, τα ευγενέστερα ιδεώδη που μπορεί να διανοηθεί, με το όνομά του: «ανθρωπιά».

Τις δύο αυτές πλάνες, την αυταπάτη και την έπαρση, τις συναντώ αδελφωμένες στο μεταναστευτικό. Στην αγιογράφηση του μετανάστη λ.χ. βλέπω την επείγουσα ανάγκη του ανθρωπιστή να βρει έναν υποδειγματικό τύπο ανθρώπου για να πιστέψει. Ένα πρότυπο όσο το δυνατόν αμόλυντο, απαλλαγμένο από την καιροσκοπία, την πονηρία και την ιδιοτέλεια την οποία –τόσο ορθά– εντοπίζει στον άμεσό του περίγυρο. Ο πρόσφυγας και ο μετανάστης σήμερα είναι ο πτωχός τω πνεύματι του Ιησού, ο ευγενής άγριος του Τάκιτου και του Ρουσσώ, ο αλυσοδεμένος προλετάριος του Μαρξ, ο εν γένει πάσχων άνθρωπος. Απέναντι στη λογοκριτική ορμή αυτής της πεποίθησης, όποιος επιμένει όχι στην πρώτη όψη των πραγμάτων και στις ρητορικές δηλώσεις των πρωταγωνιστών της (στην προαίρεση και στα λόγια μας μπορούμε να είμαστε όλοι αγαθοί) αλλά στην αμείλικτη δυναμική της ανθρώπινης κατάστασης και της ιστορίας (πρόσφυγες -οι Γότθοι- γκρέμισαν την -ευεργέτιδά τους- Ρώμη· πρόσφυγες -οι Εβραίοι- ξεσπίτωσαν τους Παλαιστίνιους· μετανάστες οικονομικοί στις ΗΠΑ, την Αυστραλία και αλλού ευθύνονται για την γενοκτονία των αυτοχθόνων πληθυσμών), είναι λογικό να αντιμετωπίζεται ώς απολογητής, αυτοθέλητος κήρυκας του απάνθρωπου. Το συνήθειο να τα βάζουμε με τον αγγελιαφόρο όταν το μήνυμά του μας οχλεί είναι πανάρχαιο. Ο Ληρ αποκτά επίγνωση της αφροσύνης του όταν είναι αργά. Κανείς δεν αγαπά τους μάντεις κακών. Κανείς δεν συμπαθεί την Κασσάνδρα. Ας είναι ωστόσο, so be it. Γένοιτο.

Ότι η αγαθότητα (όπως και η μοχθηρότητα) δεν είναι φύσει αλλά θέσει ιδιότητα, παραπροϊόν της ίδιας πάντοτε επικαθοριστικής μας ορμής, της αυτοσυντήρησης, ο ανθρωπιστής δεν μπορεί να το παραδεχτεί. Τι ανθρωπιστής θα ήταν τότε; Όμως όλα στον βίο μας είναι ιδιοτελή, όλα υπηρετούν πρωτίστως τις δικές μας ανάγκες. Ενίοτε, όταν οι εξωτερικές συνθήκες βοηθούν, και όταν η ισορροπία αυτών των δικών μας αναγκών με τις ανάγκες του εκάστοτε άλλου είναι η σωστή (η ενσυναίσθηση εδώ βοηθάει), παίρνει σάρκα και οστά εκείνη η υπερπολύτιμη αρμονία που ονομάζουμε δικαιοσύνη. Όμως για λίγο. Κι αυτό δεν αναιρεί σε τίποτα την ανεκκρίζωτη ιδιοτέλεια της αρχικής μας πράξης.

Τώρα, η συμπόνια ως στρατηγική επιβίωσης διηθημένη μέσα από το φίλτρο της συγγένειας πρώτα, και εξακτινωμένη αργότερα σε όλο το κοινωνικό σώμα, μέχρι το νοερό, αφηρημένο επίπεδο της ανθρωπότητας και της ίδιας της ζωής, είναι ασφαλώς κατάσταση φυσική. Μόνο όμως στο μέτρο που δεν θίγει την αυτοσυντήρηση· όταν ναρκοθετεί τα βιοτικά και κοινωνικά θεμέλια, τότε ισοδυναμεί με αυτοχειριασμό. Ο οίκτος για να πιάσει τόπο πρέπει να λογοδοτεί στην πραγματικότητα. Πρέπει να τον αντέχει πρώτα απ’ όλα αυτός που τον προσφέρει. Ειδάλλως, είναι γέννημα όχι της καλής καρδιάς αλλά της πλάνης, ή, ακόμη χειρότερα, της πιο βαθειάς αλαζονείας: γέννημα της ανάγκης μας να φανούμε ηθικώς ανώτεροι όχι στον άλλο μόνον, ώστε να μας θαυμάσει και να μας ευγνωμονεί, αλλά κυρίως (και εδώ έγκειται η υπουλότητά του) στα ίδια τα μάτια μας. Οι χριστιανοί ασκητές εδώ έχουν να μας διδάξουν πολλά, την πιο φρικτή του μορφή την παίρνει ο δαίμων όταν φοράει τη μάσκα της αυταρέσκειας. Και ο Στέφαν Τσβάιχ στον Επικίνδυνο οίκτο μάς έχει δώσει το συγκλονιστικό του πορτραίτο.

Θα ρωτήσει κανείς: Και μένουμε απαθείς εμπρός στον πόνο που αντικρίζουμε; Δεν δρούμε, δεν αντιδρούμε εμπρός στο κακό; Η απάντηση είναι ναι, αντιτασσόμαστε στο Κακό: δεν του ανοίγουμε διάπλατα την πόρτα. Ο Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ, δεκαετίες πρωτύτερα, περιέγραψε με μοναδική ψυχολογική ακρίβεια τη βαθιά δυσθυμία που αθέλητα καταλαμβάνει τον άνθρωπο, κάθε άνθρωπο, εμπρός στον Ξένο. Το σκηνικό είναι εκείνο του κουπέ σ’ ένα τραίνο εν κινήσει. Ο μόνος ώς τότε επιβάτης αντιδρά με ενστικτώδη ενόχληση όταν την ηρεμία, την άνεση της μόνωσής του, έρχεται να χαλάσει ένας νεοφερμένος. Χρειάζεται να περάσει λίγος χρόνος, κάποια λεπτά, ώσπου να συνηθίσει την παρουσία του και να συμβιβαστεί πια ψυχικά μαζί της, αναγνωρίζοντας στον συνεπιβάτη του ότι έχει κάθε δικαίωμα να βρίσκεται εκεί. Μέχρι τον επόμενο σταθμό, οπότε ένας τρίτος κι ένας τέταρτος επιβάτης έρχονται να πάρουν θέση στα διπλανά τους καθίσματα. Τότε, σημειώνει ο Εντσενσμπέργκερ, την αρχική εκείνη ενόχληση του ενός την βλέπεις πια να διευρύνεται, δεν είναι μόνο εκείνος, αλλά και ο δεύτερος επιβάτης που την συμμερίζεται, κι από κοινού πια κι οι δυο, μέσα σε μια αναπάντεχη άδηλη αλληλεγγύη την στρέφουν προς τους νέους «εισβολείς».

Με αυτήν την εικόνα ο Εντσενσμπέργκερ περιέγραφε αλληγορικά την κοινωνική κατάσταση στην Ευρώπη των μεταπολεμικών μεταναστευτικών ρευμάτων και των ήδη τότε διαφαινόμενων αντιδράσεων. Περιέγραφε έναν πανίσχυρο ψυχικό αυτοματισμό δηλαδή σε μια ανώδυνή του εκδήλωση, ώστε να εννοήσουμε τη δυναμική και τις ακραίες του συνέπειες – που μόλις σήμερα αρχίζουμε κάπως να τις υποψιαζόμαστε. Ο Παναγιώτης Κονδύλης το ίδιο αυτό αίσθημα, παροξυμένο πλέον ώς την ύπατή του αναβαθμίδα, το συνόψισε σε δύο αράδες. Τα φασίζοντα και ακροδεξιά αντιμεταναστευτικά ρεύματα που αυτή τη στιγμή μας απειλούν στην Ευρώπη, γράφει, δεν τα τρέφει τόσο μια ιδεολογία ή ένα νοσηρό ιδεώδες ρατσιστικής υφής αλλά κάτι βαθύτερο, στοιχειακό, η «επιθετικότητα του ζώου όταν ένα άλλο ζώο εισδύει στη φωλιά του». Όταν παραγνωρίζουμε τον ποσοτικό παράγοντα στα θέματα της μετανάστευσης, χάνουμε την επαφή με την πραγματικότητα. Κι άλλοι σημαντικοί συγγραφείς, λ.χ. ο Καστοριάδης, έχουν εγκαίρως επισημάνει την ακρισία μιας μεταναστευτικής πολιτικής που φαντάζεται ότι αρκεί να παραχωρήσει στον μουσουλμάνο επήλυδα ιθαγένεια και πολιτικά δικαιώματα για να τον κάνει να προσχωρήσει εθελουσίως στον δυτικό τρόπο ζωής.

Υπάρχει στα νομικά μια κρίσιμη έννοια, εκ των ων ουκ άνευ. Και ισχύει εξίσου για την πολιτική: impossibilium nulla est obligatio – δεν μπορούμε να αξιώνουμε από κάποιον τα αδύνατα. Πολλώ δε μάλλον: δεν γίνεται να απαιτούμε από κάποιον να βλάψει ανήκεστα τον ίδιο τον εαυτό του. Κι όμως αυτό ακριβώς πράττει εξήντα σχεδόν χρόνια τώρα η Ευρώπη, αξιώνει από τον εαυτό της, και από τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς που την κατοικούν, το αδύνατο. Εξήντα χρόνια διαρκών αποτυχιών, που γέννησαν γκέττο, εκκόλαψαν τρομοκρατικές οργανώσεις και φανατικούς ζηλωτές, γιγάντωσαν την εγκληματικότητα και την ανομία και ανέστησαν από τις στάχτες του το φίδι του φασισμού και της πολιτικής ακρότητας. Τα γεγονότα του περασμένου έτους εικονογραφούν αρκετά πιστά την κατάστασή μας.

Σήμερα έχουμε φτάσει στο απόγειο της παραδοξότητας. Σ’ ένα σημείο όπου ο μεγαλύτερος κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε δεν είναι ίσως ούτε η ακροδεξιά ούτε η ισλαμιστική βία, ούτε οι κοινωνικές συγκρούσεις ούτε οι εκατέρωθεν ρατσισμοί που τις συνοδεύουν. Αλλά αυτός ο αστόχαστος ιδεαλισμός, αυτός ο άκριτος ανθρωπισμός που επιμένει να τους δίνει τροφή, αποθαρρύνοντας κάθε συζήτηση επί της ουσίας, κάθε απόπειρα να δούμε το πρόβλημα στις πραγματικές του διαστάσεις – άρα και κάθε δυνατότητά μας να το αντιμετωπίσουμε.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που τον δρόμο προς την κόλαση τον στρώνουν οι καλές προθέσεις – ετερογονία των σκοπών ονομάζουν το φαινόμενο οι φιλόσοφοι. Ωστόσο τι ωφελεί να το επισημαίνεις; Όποιος δεν καταλαβαίνει τον πόνο, δεν έχει καρδιά, σου απαντούν. Να το παραδεχθώ. Τι γίνεται όμως μ’ αυτόν που δεν έχει μυαλό;

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 01.03.2016

γαλλια μουσουλμανοι τζιχαντ

Βρυξέλλες, 1 Μαρτίου 2016

Καλή μου,

μπήκε πια και επίσημα ο Μάρτιος. Μήνας της γυναίκας, της ποίησης, των εκδηλώσεων, των συζητήσεων σε στρογγυλή τράπεζα, των βιβλιοπαρουσιάσεων και των ταξιδιών, ο «τρελός» μήνας του χρόνου. Να μπορείς να φανταστείς τον πυρετό μου, πυρετό που παρ’ όλ’ αυτά θα επιθυμούσα –αλλά μάλλον αντικειμενικά δεν θ’ άντεχα– όλη τη χρονιά; Αλλά και πάλι, μεγάλες –και συχνά άγνωστες στον ίδιο– οι αντοχές του ανθρώπου.

Και σε όλα αυτά, προστίθενται η τραγωδία του μεταναστευτικού και ο τρόμος της τρομοκρατίας. Θαυμάζω τους ανθρώπους που άφησα πίσω και βρίσκουν το κουράγιο να αντικρίζουν καθημερινά εικόνες, να ακούν αριθμούς, κυρίως να βλέπουν πρόσωπα και μάτια. Ανάμεσά τους κι εσύ. Απ’ αυτά είμαι κάπως προστατευμένη. Λίγο η ξενιτιά, λίγο οι υποχρεώσεις, λίγο η ‘λογοκρισία’, το περνάω ελαφρά. Το δεύτερο όμως είναι εκείνο που δεν μου χαρίζεται, κάτι που ευτυχώς δεν έχει να αντιμετωπίσει άμεσα η Ελλάδα.

Ξέρεις ότι το φεστιβάλ φέτος για τη βία κατά των γυναικών είναι αφιερωμένο στις γυναίκες του μουσουλμανικού και αραβικού κόσμου. Το ίδιο ‘ελαφρά’ προσπαθώ λοιπόν να εκλάβω τα αιτήματα ‘φιλίας’ από τον Αλή, τον Μοχάμεντ και άλλους άντρες με αραβικά ονόματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αιτήματα που ξαφνικά φέτος λαμβάνω σχεδόν καθημερινά. Το ίδιο ‘ελαφρά’ προσπαθώ να εκλάβω το γεγονός ότι οι προθέσεις τους κάθε άλλο παρά φιλικές είναι, τη στιγμή που υπερασπίζομαι τα δικαιώματα των γυναικών· πλασμάτων –κατά τη γνώμη τους– υποδεέστερων και ακάθαρτων που αξίζουν τη στέρηση μόρφωσης, την εξαφάνιση πίσω από μπούρκες και νικάμπ, τον ακρωτηριασμό του ποδιού επειδή φάνηκε ο αστράγαλος ή το λιθοβολισμό για δήθεν αδικήματα. Τίποτα. Πατώ το κουμπί «διαγραφή» και συνεχίζω. Πώς να γίνω φίλη με κάποιον, για τον οποίον δεν υπάρχω;

Αύριο μία από τις εκδηλώσεις στο Κοινοβούλιο αφορά το ρόλο των γυναικών στην καταπολέμηση της ισλαμοφοβίας. Ενθουσιάστηκα. Σε απορημένο σχόλιο φίλου, που θα γινόταν ίσως ακόμη περισσότερο αν διάβαζε τις προηγούμενες αράδες, απάντησα έμμεσα. Ποιος ο λόγος της απορίας; Τα ανθρώπινα δικαιώματα ισχύουν το ίδιο και ο αγώνας είναι ο ίδιος είτε για τη μουσουλμάνα που δέχεται βία από το σύζυγό της είτε για τον μουσουλμάνο, τον οποίο στη δύση απορρίπτουν ή αποφεύγουν ως ενδεχόμενο τρομοκράτη. Σήμερα μάλιστα το ’νιωσα στο πετσί μου. Συνήθως, όπως σου έχω ξαναγράψει, με περνούν για Ισπανίδα. Δεν ξέρω όμως τι συνέβαινε στο κεφάλι της γυναίκας σε κατάστημα οπτικών –οπτικών!– σήμερα το πρωί και κοιτούσε μια εμένα και μια την ομπρέλα μου, λες και κρατούσα καλάσνικοφ. Τα φώτα του καταστήματος αναμμένα, η πόρτα όμως κλειδωμένη· πηγαίνοντας ν’ ανοίξω, αντιστέκεται· συναγερμός ειδοποιεί για την άφιξή μου, ο μεγάλος καφετής σκύλος με κοιτάζει ωστόσο αδιάφορος από το εσωτερικό και πίσω μου εμφανίζεται η μικροκαμωμένη πενηντάρα υπάλληλος. Αφού ξεκλειδώνει, μπαίνουμε και τη ρωτάω, χαίρεται που δεν μπορεί να με εξυπηρετήσει, εξακολουθεί να με σκανάρει καχύποπτη, κρατάει από το περιλαίμιο το σκύλο –για να μη φύγει;–. Μπορεί το πρόβλημα να ήταν προσωπικής φύσης ή να ευθύνεται το γεγονός ότι το κατάστημα βρισκόταν σε στοά ή οτιδήποτε άλλο, ωστόσο τα όσα μας περιβάλλουν με οδήγησαν σε αυτή τη βιαστική ίσως ανάγνωση. Τουλάχιστον μπήκα στη θέση των γυναικών και αντρών που επειδή φορούν μαντήλα ή είναι απλώς πιο μελαχρινοί, τυγχάνουν αντιμετώπισης εξωγήινου.

Στο σημερινό κόσμο όλα μοιάζουν να σε διώχνουν. Η Ελλάδα διώχνει τους νέους της, η Ανατολή τους ανθρώπους της, ο ίδιος ο πλανήτης μοιάζει να μας ξερνάει κι εμείς στέλνουμε αποστολές στο διάστημα αναζητώντας ένα ‘Αλλού’. Μάλλον από τον ίδιο του τον εαυτό επιδιώκει να δραπετεύσει ο σημερινός άνθρωπος, αλλά είναι αγώνας μάταιος.

Σε φιλώ,
Ε.

ΥΓ: Ελπίζω, όπως και τα φάρμακα, να κρατάς τα γράμματά μου μακριά από τα παιδιά.

Κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

Διονύσιος Πλατανιάς: “Κριτική” και δυσφήμιση στο διαδίκτυο

social-media-bullying-390x285

Είναι γνωστό σε όλους τους ενασχολούμενους δια του ενός ή άλλου τρόπου με την λογοτεχνία, ότι η κριτική στο διαδίκτυο είναι σχεδόν κάτι άγνωστο. Αυτό το «είδος» του λόγου δεν υπάρχει εδώ, γιατί ακόμα και το «γένος» σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να πούμε πως είναι κάτι που δύσκολα ανευρίσκεται.

Εδώ το καλύτερο που μπορεί να συναντήσει κανείς είναι αξιοπρεπείς (ή μη) παρουσιάσεις βιβλίων και διαδικτυακών έργων, και στο πλείστον των περιπτώσεων ανορθολογικά αναρτολογήματα που εκτείνονται από την έξαλλη νεοελληνική υβρεολογία έως τις επιφωνηματικές, “παρεΐστικες” ή απλής κολακείας, δοξολογίες από την άλλη.

Όχι σπάνια μάλιστα, αυθαίρετοι και δημαγωγικοί (ψευδο)λογοτεχνικοί χαρακτηρισμοί του κιλού αλλά και υστερικές (ενίοτε προσβλητικές και συκοφαντικές) επιθετικότητες επιστρατεύονται σε trash posts που σκοπό έχουν να παραπληροφορήσουν, διαβάλλουν, λασπώσουν (κάποτε με ακραίο ψυχοπαθολογικό τρόπο) με την ελπίδα ότι μέσα στο χάος του διαδικτύου θα μπορέσουν να βρουν μια θέση έστω και σε πίσω “πλάνο”.

Στους διαδικτυακούς λαβύρινθους όπου μαζί με υγιείς εκφράσεις η αφελής πλην ελπίζουσα σε κάποια αναγνώριση υποκουλτούρα παράγεται καθημερινώς σε απίστευτες ποσότητες, θα ήταν κάποιος αδικαιολόγητα αισιόδοξος αν θεωρούσε ότι μπορεί να επισημάνει εύκολα εκείνο το είδος της κριτικής που γνωρίζουμε από τον πνευματικό κόσμο έξω και είναι το πλέον νόμιμο, επειδή είναι το πλέον λογικό και αναμενόμενο από την έννοια «κριτική», καθώς τηρεί κάθε στοιχειώδη δεοντολογία:

παρατιθέμενο όνομα παρουσιαζομένου συγγραφέα, τίτλος βιβλίου (ή ιστολογίου για ό,τι παρουσιάζεται διαδικτυακά) και από κάτω ο όποιος αυτοσχέδιος κριτικός θα πρέπει να αποδείξει ότι πληροί τον ρόλο που ανέλαβε είτε προσωρινώς (πράγμα που αφθονεί στο διαδίκτυο καθώς οι αυτοσχέδιοι κριτικοί είναι αρκετοί αλλά εξαντλούνται μόνο σε «παρουσιάσεις»), είτε μονιμότερα, σε περίπτωση που φιλοδοξεί κάτι τέτοιο. Κριτική σημαίνει, –εκτός από το ότι κάνω φανερό το ΤΙ ακριβώς (ποιο έργο ή ποιον συγγραφέα) κρίνω, αλλιώς μιλάμε για θέατρο του παραλόγου!–, πως έχω ξοδέψει ώρες και ώρες ενασχόλησης και εμβάθυνσης επί του έργου περί του οποίου καλούμαι να προφέρω μια τεκμηριωμένη γνώμη, πρέπει να παρουσιάσω επίσης αυτό το έργο σε ικανή διέκταση και όχι εκ του προχείρου, οφείλω να έχω παραδείγματα και επιχειρήματα επί οιασδήποτε θέσης μου προβάλλω στο κείμενό μου κλπ.

Σημαίνει όμως πάνω απ’ όλα πως έχω την στοιχειώδη εξυπνάδα να μην διακατέχομαι από την παραμικρή εμπάθεια ή ευνοϊκή προδιάθεση για τον συγγραφέα του συγκεκριμένου έργου. Τελευταίο αλλά όχι έσχατο: πως ΟΦΕΙΛΩ να μην είμαι εγώ προσωπικά ο ίδιος κατώτερος σε έργο από το έργο που αποπειρώμαι να «κρίνω»! (σε περίπτωση που ο κριτικός είναι και λογοτέχνης σύγχρονος με τον λογοτέχνη που φιλοδοξεί να «κρίνει»). Αυτό το τελευταίο εναπόκειται στην αυτογνωσία, διαίσθηση και αίσθηση αξιοπρέπειας που οφείλει να έχει ο αυτοαποκαλούμενος “διαδικτυακός κριτικός” και φυσικά δεν μπορεί να σχετίζεται με τις όποιες φαντασιώσεις προβολής και αυτοπροβολής που μπορεί να έχει ο καθένας. Γενικώτερα, θα μπορούσε να πει κανείς πως δεν θα ήταν δυνατόν να σχετίζεται με το όποιο θεαθήναι αλλά μονάχα με την πραγματική αξία.

Είναι φυσικά ανέκδοτο το ότι οι παραπάνω στοιχειώδεις προϋποθέσεις μπορούν να υπάρξουν κατά πλειοψηφίαν στο διαδίκτυο και βέβαια δεν υπάρχουν. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να γίνονται πολλαπλά βήματα εξυγίανσης από πολλές ενδιαφερόμενες κατευθύνσεις στο βαθμό που είναι κατ’ ελπίδα επιθυμητή η ποσοτική μείωση του ηλεκτρονικού βόθρου.

Υπάρχουν φυσικά εξαιρέσεις που τιμούν τους κριτικούς εκείνους (συνήθως αυτοσχέδιους πλην αξιοπρεπείς) που σε ένα περιρρέον διαδικτυακό περιβάλλον μείζονος υποκουλτούρας και χαμηλού επιπέδου δεν ενδίδουν σε αυτό, αλλά επιθυμούν να τηρήσουν το λιγότερο τα αυτονόητα της λογοτεχνίας ή του πνεύματος γενικώτερα.

Όμως από την άλλη (αρνητική) μεριά υπάρχουν και περιπτώσεις που δεν εξαντλούνται σε έναν απλό, ακόμα και υβρεολογικό, λίβελλο, αλλά περνούν σε χρόνια και συστηματική κατασυκοφάντηση. Η μέθοδος εδώ είναι γνωστή από το διεθνές διαδίκτυο και στην χώρα μας, όπως δεν είναι και τόσον αναπάντεχο, “αφθονεί”: οι δράστες κατασκευάζουν και αναρτούν συστηματικά μυθεύματα και αυτοσχέδιες “βρωμοϊστοριούλες” ή ωμά παραληρήματα με σκοπό την έμμεση, ύπουλη συκοφάντηση ανθρώπων (που τις περισσότερες φορές δεν γνωρίζουν ούτε κατ’ όψιν) και στις οποίες προοδευτικά ενσταλάζουν αυθαίρετα και παραμορφωμένα “φωτογραφικά” στοιχεία αυτών. Πολλές φορές το ιδιάζον εμετικό περιεχόμενο αυτών των αναρτημάτων είναι τέτοιο που φθάνει ή και ξεπερνάει το αρρωστημένο και το ψυχοπαθολογικό. Aξίζει ακόμα να αναφερθεί, πως συχνότερα από το αναμενόμενο οι δράστες βρίσκουν “συνεργούς”, έναν ή περισσότερους εν είδει τυπικής βαλκανικής “κλίκας” που “ορμάει” όλη μαζί κατά περίστασιν ή κατ’ εξακολούθησιν.

Ιδιαίτερα η φύση των κοινωνικών μέσων με την επιλεκτική ανακοινωσιμότητά τους προσφέρεται για όλα αυτά, στο βαθμό που κάλλιστα κάποιος μπορεί να βοθρολογεί εναντίον διαφόρων ανθρώπων, χωρίς να δύνανται οι τελευταίοι να το πληροφορηθούν. Ως προς αυτόν τον σκοπό, κάθε κουτόπονηρο τέχνασμα είναι διαθέσιμο και με αυτόν τον τρόπο, ο οποιοσδήποτε τυχόν ψυχοπαθής ή κακοήθης μπορεί να παρουσιάζει επί καιρόν οποιοδήποτε άτομο όπως το θέλει η δική του νοσηρή φαντασία.

Έχουν αναφερθεί στο όχι μακρινό παρελθόν μέχρι και περιπτώσεις εικονικής “πλαστογράφησης”(!) ολόκληρων ιστολογίων γνωστών λογοτεχνών με σκοπό την κατασυκοφάντησή τους.

Θα πρέπει να υπάρξει λοιπόν κάποια στοιχειώδης αυτοπροστασία του διαδικτυακού κοινού και εξ αυτού, ειδικώτερα, του λογοτεχνικού διαδικτυακού κοινού, το οποίο από τη φύση του είναι εξαιρετικά ετερομεικτικό και ανομοιογενές σε ένα μάλλον χαοτικό σύνολο, όχι πάντα, είναι αλήθεια, “θετικό” (ιδιαίτερα στα κοινωνικά μέσα), στο βαθμό που δημιουργοί και μη δημιουργοί, συστηματικοί και αυτοσχέδιοι κριτικοί, συγκροτημένοι και τυχάρπαστοι, σοβαροί και φαιδροί, αλλά ακόμα trolls και bullies συνυπάρχουν σε ένα ηλεκτρονικό παζάρι ανταλλαγής γνωμών, συμφωνιών, διαφωνιών, επαίνων και αποστροφών διατυπωμένων συνήθως εν προχειρότητι ή κάτω από μια περιστασιακή θυμική παρόρμηση. Κάτι τέτοιο, όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς δεν μπορεί να παράγει κατ’ ανάγκην “πολιτισμό”, αλλά τείνει πολύ γρήγορα και συνολικά σε μια εικόνα διάχυτης υποκουλτούρας και απερίγραπτης σύγχυσης, παρά ακόμα τις προθέσεις των υγιέστερων στοιχείων μέσα σε αυτό το “σύνολο”.

Υπάρχουν φυσικά πολλοί κανόνες αυτοπροστασίας απέναντι σε αρνητικά φαινόμενα, όμως ένας, ίσως ο πλέον βασικός, είναι ο εξής: όπου παρατηρούμε σε ορισμένες περιπτώσεις κείμενα μπουρδολογικά, εννοιολογικώς ασύντακτα ή ακατάληπτα, γέμοντα εξάλλων χαρακτηρισμών κλπ. τα οποία επιχειρούν να ομιλήσουν για το έργο κάποιου μέσα σε λίγες μόλις γραμμές, χωρίς να κατονομάζουν ούτε τον συγγραφέα ούτε το έργο (μπορεί να φανταστεί κανείς κάτι πιο παράλογο και ψυχοπαθολογικό;), σε κάποιες περιπτώσεις μάλιστα με τον «συντάκτη» τους να συνοδεύει τα λεγόμενά του με ύβρεις ή και οχετό παρανοϊκής επιθετικότητας σε προσωπικό επίπεδο (πολλές φορές σε τακτική ή και χρόνια επαναλαμβανόμενη βάση), τότε βεβαιωνόμαστε ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε να κάνουμε απλά με άνθρωπο που δεν έχει ιδέα τι σημαίνει «λόγος», ενώ στις δεύτερες, πολύ πιο άσχημες και κλινικές περιπτώσεις, έχουμε να κάνουμε με ψυχάκια και διαδικτυακό stalker και όχι αυτοσχέδιο κριτικό του διαδικτύου. Εδώ αρμόδιοι μπορεί να είναι άλλοι (ψυχίατρος, εισαγγελέας), όχι όμως κατ’ ανάγκην ο αναγνώστης.

Τις περισσότερες φορές αυτά τα κατασκευάσματα δεν έχουν συνέχεια στον χρόνο, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις ακραία ψυχοπαθολογικές έτσι τουλάχιστον όπως μπορεί να εκφανούν από την δημόσια συμπεριφορά τους, οι οποίες φαίνεται να παρασιτούν στο διαδίκτυο κατά μείζονα λόγο ή και αποκλειστικώς με αυτό το είδος υποκουλτούρας, ώστε, θα έλεγε κανείς πως υπάρχουν μόνο ή κατά κύριον λόγον γι’ αυτό το σκοπό. Και εδώ βέβαια προκύπτουν και άλλα πολύ σημαντικά ερωτήματα, αλλά δεν είναι της ώρας να διατυπωθούν ακόμα.

Στις πρώτες περιπτώσεις (περιστασιακές ή βραχύχρονες) συνιστάται η αγνόησή τους. Σε εξακολουθητικές ή και μακρόχρονες περιπτώσεις συνιστάται η μη-αγνόησή τους, γιατί υπάρχει εδώ πιθανώς χρόνια απόπειρα συστηματικής “διάβρωσης” με ύπουλο τρόπο δημιουργών, πνευματικών ανθρώπων ή απλών αναγνωστών και είναι αναγκαία η άμεση καταγγελία και ανάδειξη αυτών των περιπτώσεων.

Είναι κρίσιμης σημασίας όσον έχει να κάνει με αυτή την κατεύθυνση, ολοένα και περισσότεροι αναγνώστες, κριτικοί και δημιουργοί να ενωθούν σε κοινές προσπάθειες, για να μην φτάσουν κάποτε όλοι να μην …”αναγνωρίζουν” κάποιες στιγμές τον εαυτό τους στο διαδίκτυο!

Η πραγματική κριτική, όσον οξεία και αν είναι (και όσον, δυστυχώς, σπάνια και αν είναι σήμερα), είναι πάντοτε επιθυμητή. Η παραπληροφόρηση, η διαβολή, η συκοφαντία σε προσωπικό επίπεδο, το bullying και η ωμή λάσπη, με όποιο άμεσο ή έμμεσο “όχημα” και αν εκφέρονται, αλλοίμονο αν καθίστανται ποτέ πράγματα ανεκτά, ακόμα και στην διαδικτυακή ζούγκλα .

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 16.2.2016

φωτισμενος-δρομος

Βρυξέλλες, 16 Φεβρουαρίου 2016

Γλυκειά μου,

ακόμη δεν βγήκαν καλά-καλά οι καρδούλες από τις βιτρίνες και γέμισε το σύμπαν αυγουλάκια και λαγούδια. Το πρωί μάλιστα, προσπέρασα στο δρόμο –πεταμένο στην άκρη του πεζοδρομίου, στο κέντρο της πόλης– και ένα μικρό έλατο, ζωντανό ακόμη. Χριστούγεννα, Βαλεντίνοι, απόκριες, Πάσχα, όλα ένας σωρός χάριν του παντοδύναμου θεού. Έλα τώρα, μη με ρωτάς τα αυτονόητα.

Χθες βράδυ πήρα κατ’ εξαίρεση το λεωφορείο, με κατεύθυνση το αεροδρόμιο. Η πόλη φαινόταν όμορφη, με τα φωτισμένα γραφεία στα πολυώροφα κι ασύμμετρης αρχιτεκτονικής κτίρια. Τα φώτα του δρόμου δυνατά, σε στύλους αρ νουβώ. Να μου πεις, ακόμη και η Αθήνα μοιάζει όμορφη τη νύχτα. Ίσως είναι που δεν φωτίζεται τόσο καλά.

Σε κάποια στάση, μαζί με άλλους, ανέβηκε κι ένας αλαφροΐσκιωτος, όχι εκ φύσεως, παρά λόγω της επήρειας ναρκωτικών ουσιών. Την επιβίβασή του την αντιληφθήκαμε εκ των υστέρων, όταν ξεκίνησε το παραλήρημά του. Τι σου έλεγα; Το δίγλωσσο παραλήρημά του, μισά αγγλικά, μισά γαλλικά. Μια φράση του στα αγγλικά με έκανε να θυμηθώ κάποιο αγγλόφωνο τραγούδι. “Κnocking on heaven’s door”; Μη βρίσκοντας τους σωστούς στίχους ή φοβούμενος πως δεν γίνεται κατανοητός ή ίσως πάλι απλώς για να ενδυναμώσει το μήνυμα που ήθελε να περάσει, αποφάσισε να καταφύγει στη βοήθεια της ηλεκτρονικής συσκευής του. “We are the world, we are the children… So let’s start giving”. ‘Για δες!’ σκέφτηκα, και θυμήθηκα ένα άλλο απόγευμα, στη Βιέννη, όταν, μπαίνοντας στο σπίτι, αντίκρισα τον εννιάχρονο Ελίας να τραγουδάει μόνος του στο σπίτι καραόκε, με ένα φαρδύ πλατύ χαμόγελο: “Life is life! Na na na na na, life is life!” Από το στόμα ενός καχεκτικού αγοριού, χωρίς μαλλιά.

“We are the world, we are the children” επιμένει ο συνεπιβάτης μου και με επαναφέρει στο τώρα. Κάθομαι στο παράθυρο και βλέπω πολύπλοκες γυάλινες εισόδους κτιρίων, απόρθητες. ‘Για δες τι κάνει ο σημερινός κόσμος στα παιδιά’, σκέφτομαι. ‘Για να μπορέσουν να τον αντέξουν, πρέπει εκείνα να βρίσκονται αλλού’. Κοιτάζω έξω από το τζάμι. Στο στύλο με τον προβολέα στο χείλος του δρόμου, ούτε μία, ούτε δύο, ούτε τρεις· πέντε κάμερες ‘ασφαλείας’.

Σε φιλώ,
Ε.

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 6.2.2016

???????????????????????????

Βρυξέλλες, 6 Φεβρουαρίου 2016

Καλή μου,

απολογούμαι. Ξέρω, έχω μέρες να σου γράψω, όμως νοερά βρίσκεσαι πάντα δίπλα μου, όπου πηγαίνω, φαντάζομαι τους διαλόγους μας και είναι σαν να τα ξέρεις ήδη όλα.

Σάββατο σήμερα και, ως μη ημέρα γραφείου, ιδανική μέρα για εξερεύνηση της πόλης, πάντοτε χωρίς χάρτη και με μόνο οδηγό τις αισθήσεις: κυρίως την όραση, την ακοή, την όσφρηση και εκείνο το αίσθημα στο στομάχι που δίνει το πράσινο ή το κόκκινο φως. Άφησα λοιπόν για λίγο τη δουλειά στην άκρη (επίτηδες απέφυγα παραπάνω το ‘μη εργάσιμη’, φευ!) και ξεχύθηκα στην πόλη, απέναντι στην οποία έχω εξίσου χρέος.

Πως με περνούν για Ισπανίδα δεν με ξαφνιάζει ούτε είναι κάτι που βιώνω για πρώτη φορά. Στη Γερμανία, την Αυστρία και αλλού, με ρωτούσαν συχνά για την ισπανική τάχα προέλευσή μου, προσδοκώντας μια καταφατική απάντηση, με αποτέλεσμα να εκπλήσσονται. Εδώ όμως –καθότι τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται– ξεκινούν κατευθείαν να μου μιλούν στην υποτιθέμενη μητρική μου γλώσσα. Όχι στο Κοινοβούλιο, όπου ούτως ή άλλως όλοι είναι το λιγότερο τρίγλωσσοι (ο παράδεισος του μεταφραστή), αλλά στο δρόμο ή σε καταστήματα, όπου ρωτώντας στα αγγλικά για πληροφορίες, λαμβάνω συχνά την απάντηση στα ισπανικά. Καθόλου δε με νοιάζει, αντιθέτως, ευγνωμονώ τη δύναμη που με έσπρωξε στη γλώσσα της Ισπανίας, κυρίως δε της Λατινικής Αμερικής, διαφορετικά, με τα γαλλικά, άκρη δεν θα βγάζαμε.

Η καλύτερη όμως σημερινή μου συνάντηση ήταν σε ένα υπαίθριο παζάρι παλιών και μεταχειρισμένων αντικειμένων, από την κάτω μεριά του Μεγάρου της Δικαιοσύνης. Οι πάγκοι ελάχιστοι, κυρίως κούτες και πανέρια με λογής-λογής πράγματα πάνω στο πλακόστρωτο της πλατείας: έπιπλα, κορνίζες, πορσελάνες, αγαλματίδια του Βούδα πλάι σε ελληνορθόδοξες εικονίτσες και φιρμάνια και αναρίθμητες ασπρόμαυρες φωτογραφίες γάμου και οικογενειακές του 19ου αιώνα, που μ’ έκαναν να δώσω δίκιο στον Κάφκα για την ανάγκη καύσης τους μετά θάνατον. Σε αντίθεση με τη Νάσμαρκτ της Βιέννης, πολλά ήταν εδώ τα εκθέματα αφρικανικής προέλευσης, ειδώλια και μάσκες, από εκείνες που μου αρέσει πολύ να παρατηρώ και να τις φαντάζομαι να χρησιμοποιούνται από το γηγενή πληθυσμό, αλλά τις οποίες δεν θα τολμούσα ν’ αγοράσω για το σπίτι.

Την προσοχή μου τράβηξε αυτόματα ένα κοκάλινο χτένι με σκαλισμένες δυο κεφαλές στο πάνω μέρος, η μια να βλέπει προς την ανατολή και η άλλη προς τη δύση. Πανέμορφο και παλιό, με δυο ακίδες σπασμένες στο τελείωμά τους. «Από ελεφαντόδοντο», με διαβεβαίωσε ο ευγενικός Αφρικανός πωλητής στα αγγλικά, και μου όρισε την τιμή του. Στην αυθόρμητη έκπληξή μου για το ύψος της, επανέλαβε τα του υλικού που θα προτιμούσα να μη σκέφτομαι. Τελικά το χτένι το πήρα στο ένα τρίτο της αρχικής τιμής, κυρίως χάρη στην ευγένεια του πωλητή. «Από πού είσαι;» με ρωτά. «Ελλάδα» απαντάω. Η επόμενη ερώτησή του με αποσβολώνει: “You, transit?” Και δεν με εξέπληξε τόσο η φυσικότητα με την οποία με ρωτούσε αν ήμουν περαστική από την Ελλάδα ή τώρα από εδώ. Το συγκλονιστικό είναι ότι πράγματι δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Θες από απόγνωση, θες από ελπίδα, θες από προοικονομία, του απάντησα με το γνωστό μου πείσμα: «Είμαι εδώ.» Και, σαν για να του το αποδείξω, του υποσχέθηκα πως θα επισκεφτώ ξανά τον πάγκο του σύντομα.

Σε γλυκοφιλώ,
Έλενα

ΥΓ: Μην ξεχνάς να με κρατάς ενήμερη για τα της υγείας σου. Φίλησέ μου τα παιδιά.

Λεωνίδας Σταματελόπουλος: Ο διάλογος ως πρόσχημα

Η υπόθεση της παράστασης Ισορροπία του Νας την οποία το Εθνικό Θέατρο αναγκάστηκε να αφαιρέσει πρόωρα από το πρόγραμμά του λόγω των αντιδράσεων που προέκυψαν επειδή αυτή βασίστηκε εν μέρει σε κείμενα του Σάββα Ξηρού, επανέφερε στο προσκήνιο το φαινόμενο της τρομοκρατίας και της πρόσληψής της στον δημόσιο λόγο.

τρομοκρατία 1

Στα δύο προηγούμενα τεύχη του, το Νέο Πλανόδιον αφιέρωσε πολλές σελίδες τόσο στο ζήτημα της τρομοκρατίας όσο και στο συναφές ζήτημα του πολιτικού ολοκληρωτισμού. Αφορμή ορισμένων κειμένων ήταν η, επίκαιρη τότε, έκδοση του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα, Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη (Λιβάνης, 2014) που είχε ξεσηκώσει παρόμοιες διαμαρτυρίες. Στον, εν μέρει ιδιαίτερα έντονο, αντίλογο που αναπτύχθηκε, πήραν μέρος έξι συνολικά συγγραφείς: οι Νικόλας Σεβαστάκης, Κωνσταντίνος Πουλής, Λεωνίδας Σταματελόπουλος, Κώστας Δεσποινιάδης, Γιάννης Καλιόρης και Φώτης Τερζάκης. Από αυτόν, αναδημοσιεύουμε σήμερα το πρώτο κείμενο του Λεωνίδα Σταματελόπουλου (ΝΠ2, καλοκαίρι 2014, σ. 258-262), που ασκεί κριτική σε προγενέστερο άρθρο του Φώτη Τερζάκη δημοσιευμένο σε διαδικτυακό μέσο. Αμέσως προσεχώς θα ακολουθήσει η απάντηση του Τερζάκη και η ανταπάντηση του Σταματελόπουλου, ενώ σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο θα αναρτηθούν και τα υπόλοιπα κείμενα.

***

Ο ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΩΣ ΠΡΟΣΧΗΜΑ

Ἡ συζήτηση –ἢ ἡ ἀντιδικία– γύρω ἀπὸ τὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου τοῦ Κουφοντίνα, Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη (Λιβάνης, 2014) δὲν ἔλαβε κάποια ἀξιόλογη ἔκταση ἤ, ἂν ὄντως ἔλαβε, αὐτὸ δὲν ὑπέπεσε στὴν ἀντίληψή μου. Μιὰ ἀπὸ τὶς ἐξαιρέσεις, τὸ κείμενο τοῦ Φώτη Τερζάκη μὲ τίτλο «Τρομοκρατία τῶν ἰδεῶν καὶ φιλελεύθερη ὑποκρισία» ποὺ ἀναρτήθηκε στὸ ἱστολόγιο Poetry Bar στις 18 Μαρτίου.

Στὸ ἄρθρο τοῦ Φώτη Τερζάκη ἐντοπίζεται μιὰ ἑρμηνευτικὴ τῶν πραγμάτων ποὺ διαπερνᾶ μεγάλη μερίδα τῆς ἀριστερᾶς, ἀσχέτως ἂν τὸ ἴδιο διαπνέεται ἀπὸ μιὰ ἀκροαριστερή, ἐπαναστατικὴ λογική. Ὡς ἄκρα ἀριστερὰ νοοῦνται ἐδῶ ἐκεῖνες οἱ πολιτικὲς ἀντιλήψεις ποὺ θεωροῦν ὡς ἀναγκαία προϋπόθεση τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ κομμουνιστικοῦ ἢ κατ’ ὄνομα χειραφετητικοῦ πολιτικοῦ τους προτάγματος, τὴ βίαιη, ἔνοπλη, ἀνατροπὴ τῆς κατεστημένης τάξης πραγμάτων. Ὅμως οἱ ἐξτρεμιστὲς ποὺ διενεργοῦν ἐν καιρῶ εἰρήνης τρομοκρατικὲς ἐπιθέσεις μὲ θύματα ἀνυποψίαστους πολίτες (φυλασσόμενους ἢ μὴ) εἶναι μιὰ ἰδιαίτερη μερίδα καὶ δὲν ταυτίζονται μὲ αὐτοὺς ποὺ ἐπιθυμοῦν τὴν ὀργάνωση καὶ διεξαγωγὴ τοῦ ταξικοῦ πολέμου ὑπὸ προϋποθέσεις. Βέβαια, μετὰ τὴ Μεταπολίτευση καὶ τὴν ἰδεολογικὴ ἡγεμονία τοῦ ἀριστερόστροφου λαϊκισμοῦ, ποὺ κατέλαβε καὶ χρησιμοποίησε πρὸς ὄφελός του τοὺς κρατικοὺς μηχανισμούς, τὸ κύρος τῆς ἀριστερᾶς εἶναι τόσο αὐξημένο ποὺ τὸ ἐπικαλοῦνται πολλοί. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ὁδηγεῖ στὴν πολυσημία καὶ ἀοριστία τοῦ ὄρου καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ γενίκευση εἶναι ἐπισφαλής. Παρ’ όλα αὐτὰ δὲν θὰ ἦταν μακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια κανεὶς ἂν ἰσχυριζόταν ὅτι στὸ κείμενο τοῦ Τερζάκη ἀναπτύσσεται μιὰ ἐπιχειρηματολογία λιγότερο ἢ περισσότερο συνήθης σὲ ἰδεολογικοποιημένες καὶ πολιτικοποιημένες μερίδες ποὺ αὐτοκατανοοῦνται ὡς ἀριστερὲς – μὲ τὴν ἐξαίρεση τῶν ἐκφραστῶν τοῦ χώρου τῆς δημοκρατικῆς ἀριστερᾶς.

Τὸ κείμενο γράφτηκε μὲ ἀφορμὴ κάποιες ἀπὸ τὶς δημόσιες ἀντιδράσεις ποὺ ἀκολούθησαν τὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου τοῦ Κουφοντίνα. Βασιζόμενος σὲ αὐτὲς τὶς ἀντιδράσεις, ὁ Φ.Τ. προβαίνει σὲ μιὰ κρίση ποὺ δίνει καὶ τὸν τίτλο στὸ κείμενό του: «Ἡ ἀντίδραση αὐτὴ ξεγυμνώνει ἀκόμα μιὰ φορά, καὶ πρωτίστως, τὴν κατὰ συρροὴν φιλελεύθερη ὑποκρισία ποὺ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν παύει νὰ διακηρύσσει ὅτι “διώκονται οἱ πράξεις, ὄχι οἱ ἰδέες”».

Κατ’ ἀρχὰς ἂς ἐμμείνουμε στὰ γεγονότα. Μεγάλος ἐκδοτικὸς οἶκος ἀνέλαβε τὴν ἔκδοση καὶ τὴν κυκλοφορία τοῦ ἐν λόγω βιβλίου. Ὅσο γνωρίζω, τὸ βιβλίο τοῦ Κουφοντίνα ἐκτέθηκε μάλιστα στὶς προθῆκες  μεγάλων βιβλιοπωλείων. Κανεὶς εἰσαγγελέας δὲν ἀσχολήθηκε, ὣς τώρα τουλάχιστον, μαζί του, οὔτε ἄκουσα γιὰ ὀργανωμένους ἢ «αὐθόρμητους» πολίτες ποὺ προσπάθησαν νὰ ματαιώσουν τὴν πώλησή του. Στὸ διαδίκτυο πληροφορήθηκα ὅτι ἕνα βιβλιοπωλεῖο, τὸ Free Thinking Zone, ἀρνήθηκε νὰ τὸ διαθέσει ἀλλά, καὶ πάλι, δὲν βλέπω σ’αυτὸ μιὰ προσπάθεια λογοκρισίας ἤ, πολὺ περισσότερο, ὑποκρισίας. Τὸ βιβλιοπωλεῖο ὡς ἰδιωτικὴ ἐπιχείρηση ἔχει κάθε δικαίωμα νὰ μὴν έπιθυμεῖ νὰ προβάλει τὶς ἀντιλήψεις τοῦ Κουφοντίνα, ἀκόμη κι ἂν αὐτὸς στὸ βιβλίο του ἐκθέτει μόνον τὸ ἰδεολογικὸ πιστεύω του, ἐντελῶς ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς δολοφονίες ποὺ διέπραξε. Δόξα τῷ Θεῶ, πλῆθος ἀριστερῶν ἢ ἀναρχικῶν ἐκδοτικῶν οἴκων καὶ βιβλιοπωλείων δραστηριοποιοῦνται στὴν ἐπικράτεια. Βάσιμα μπορεῖ νὰ εἰκάσει κανεὶς ὅτι ὁ ένδιαφερόμενος μπορεῖ εὔκολα νὰ  προμηθευτεῖ ἔνα βιβλίο σὰν αὐτὸ. Ἄλλωστε, δεδομένων τῶν ἀντιλήψεών της, ἡ ἰδιοκτήτρια τοῦ βιβλιοπωλείου εἶναι πιθανὸ νὰ μὴν ἐνδιαφέρεται γιὰ ἕνα κοινὸ πού, γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε ἐκφράσεις τοῦ Τερζάκη, ἐπιθυμεῖ νὰ συζητήσει «ψύχραιμα καὶ ἀποστασιοποιημένα» τὸν ρόλο τῆς 17 Νοέμβρη, νὰ κρίνει «τὶς στρατηγικές της ἐπιλογὲς» ἢ νὰ ποριστεῖ «διδάγματα ἀπὸ τὰ σφάλματα καὶ τὶς ἀστοχίες της». Ὅπως δήλωσε ἡ ἴδια: «Ἀγωνιζόμαστε γιὰ τὸ ἀναφαίρετο δικαίωμα τοῦ καθενὸς στὴν ἐλευθερία. Ἀναφαίρετο ὅμως δικαίωμα εἶναι πρωταρχικὰ ἡ ζωή. Τὸ πρῶτο χωρὶς τὸ δεύτερο δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει». Καμιὰ λοιπὸν «φιλελεύθερη ὑποκρισία» ἴσαμε ἐδῶ· τὸ βιβλίο κυκλοφορεῖ κανονικὰ ὅπως κάθε βιβλίο καὶ διάγει τὸν βίο του ἀπρόσκοπτα ὅπως κάθε κυκλοφοροῦν προϊόν.

Πέρα ἀπὸ τὰ ὅσα περὶ ὑποκρισίας στηλιτεύονται ἐκεῖ, τὸ κείμενο τοῦ  Φ.Τ. διέπεται ἀπὸ μιὰ ὁρισμένη λογικὴ καὶ μιὰν ἀντίστοιχη ἐκφραστική. Ὁ ἴδιος θέτει ὡς προϋπόθεση κάθε διαλόγου τὴν ἐγκατάλειψη τοῦ ὄρου «τρομοκρατία» γιὰ δολοφονίες ὅπως αὐτὲς τῆς 17 Νοέμβρη ἢ ἄλλων ἀριστερῶν «ἔνοπλων ἀντάρτικων», ὅπως ὁ ἴδιος τὰ ἀποκαλεῖ, καὶ τὸν ἐπιφυλάσσει ἀποκλειστικὰ γιὰ μορφὲς μαζικῆς βίας ποὺ θέτουν στὸ στόχαστρό τους ὁλόκληρους πληθυσμούς. Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ακόμη και συγγραφείς της μαρξιστικής παράδοσης ἀναφέρονται στὸν ὄρο «ἀτομικὴ τρομοκρατία», ἀναλύοντάς τον συνάμα, ὁ Τερζάκης θὰ μποροῦσε, ἐπὶ τὴ βάσει τοῦ ὁρισμοῦ ποὺ ὁ ἴδιος θέτει, νὰ προσθέσει καὶ ἄλλα παραδείγματα, ὅπως τὶς μερίδες τῶν Γάλλων Ἐπαναστατῶν καὶ τὶς διαδοχικὲς φάσεις τῆς τρομοκρατίας ποὺ ἑξαπέλυσαν· ἢ ἀκόμη τὶς ποικίλες ἐκδοχὲς τῶν κομμουνιστικῶν καθεστώτων, ὅπως ἡ σταλινικὴ ἢ ἡ μαοϊκὴ καὶ ἡ πολιτισμική της ἐπανάσταση· ἢ ἀκόμη τὶς πρακτικές του Πὸλ Πότ. Ὅμως ὁ συγγραφέας δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ τέτοια ἢ ἄλλα παραδείγματα· στόχος του εἶναι νὰ καταδείξει ὅτι τρομοκρατοῦν οἱ σύγχρονες δημοκρατίες, «αὐτὰ τὰ μορφώματα κοινοβουλευτικοῦ ὁλοκληρωτισμοῦ», ὅπως τὶς ἀποκαλεῖ. Ὅλο τὸ κείμενο διέπεται ἀπὸ τὴν πρόθεση νὰ μᾶς δείξει ὅτι ζοῦμε ὑπὸ ὁλοκληρωτικὸ καθεστὼς καὶ συνεπῶς ἡ θεμελιώδης λειτουργία τῶν δυνάμεων τῆς δημόσιας τάξης καὶ ἀσφάλειας εἶναι ἡ μαζικὴ καταστολή· ὅτι οἱ δικαστικὲς καὶ διωκτικὲς ἀρχὲς βασανίζουν καὶ ἐνίοτε ἐγκληματοῦν· ὅτι οἱ ἀσκούμενες πολιτικὲς ἀπὸ τὶς κυβερνήσεις τοῦ Μνημονίου ἔχουν περισσότερα θύματα ἀπὸ τὴ 17 Νοέμβρη· ὅτι τὰ θύματα τῆς 17 Νοέμβρη δὲν εἶχαν ἀναίμακτα χέρια. Ἐκτιμήσεις καὶ ἑρμηνεῖες γύρω ἀπὸ κοινωνικοπολιτικὰ συστήματα, πολιτικὰ μέτρα, κρατικὲς λειτουργίες, ἀτομικὲς βιογραφίες συγκρίνονται μὲ συγκεκριμένες δολοφονίες συγκεκριμένων ἀνθρώπων μὲ πρόθεση πολεμικὴ καὶ συμψηφιστική. Ὅλα αὐτὰ ὅμως συνιστοῦν μετάβασιν εἰς ἄλλο γένος καὶ σύγχυσιν τῶν ἀσυγχύτων – γιὰ νὰ χρησιμοποιήσουμε ἐκφράσεις τῶν παλαιῶν.

Εἶναι πρόδηλο ὅτι ὁ χαρακτήρας τοῦ ἄρθρου τοῦ Τερζάκη εἶναι πολεμικὸς καὶ ἡ στόχευσή του διττὴ. Ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ θέλει νὰ καταδείξει ὅτι ζοῦμε ἤδη σὲ πόλεμο καὶ νὰ ἀποενοχοποιώσει συνάμα τὶς δολοφονίες τῶν τρομοκρατῶν τῆς 17 Νοέμβρη. Ἄλλωστε, πάγια σχεδόν τακτική τῆς ἄκρας άριστερᾶς –τακτικὴ ποὺ δὲν ἀφήνει ἀνεπηρέαστες καὶ μεγάλες μερίδες τῆς ἀριστερᾶς– εἶναι νὰ ἐντοπίζει περιθωριακῆς σημασίας λειτουργίες κρατικῶν ὀργανώσεων καὶ νὰ τὶς ἀνακηρύσσει οὐσιῶδες χαρακτηριστικό τους. Γιὰ παράδειγμα, οἱ δυνάμεις ἀσφαλείας ὁρίζονται ὡς «μηχανισμοὶ καταστολῆς», ἐνῶ στὴν πράξη ἐλάχιστα λειτουργοῦν ὡς τέτοιοι. Γιὰ τὴν ἄκρα ἀριστερὰ εἶναι σημαντικὸ νὰ ἀναδεικνύει ὡς μείζονες τὶς διαιρετικὲς τομὲς ποὺ αὐτὴ προκρίνει, ἀσχέτως ἐν πολλοῖς τοῦ κοινωνικοῦ βίου, γιατί μόνον ἔτσι μπορεῖ νὰ κάνει ὁρατὲς τὶς «ἐμπόλεμες συνθῆκες» ἐντός τῶν ὁποίων ἰσχυρίζεται ὅτι ζοῦμε. Κατ’ οὐσίαν, καὶ αὐτὴ ἡ κρίση μας δὲν συνιστὰ δίκη προθέσεων, ἐπιθυμεῖ νὰ ἐξωθήσει τοὺς πάντες νὰ ἐπιλέξουν στρατόπεδο. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, κι αὐτὸ ἔχει τὴ σημασία του, ἐπιδιώκει νὰ ἀντιστρατευθεῖ ὅσους ἀποπειρῶνται τὰ τελευταῖα χρόνια νὰ ἀποδομήσουν τὴν προπαγάνδα περὶ ἠθικῆς ὑπεροχῆς τῆς ἀριστερᾶς, προπαγάνδα ποὺ ὑπῆρξε ὅπως γνωρίζουμε ἐπὶ δεκαετίες πολύ ἀποτελεσματική. Αὐτὴ τὴν αὐτοκατανόηση τῆς Ἀριστερᾶς ἐξέφρασε ὁ Νίκος Γιαννόπουλος μὲ τὸν πλέον ἁδρὸ τρόπο στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου τοῦ Κουφοντίνα: «Ποιά πειστικότερη ἀπόδειξη ὅτι ἡ “ἀπὸ δῶ πλευρὰ ” παραμένει ἠθικά, μορφωτικά, ἀξιακά, ὀντολογικά [sic!], ἂν θέλετε, ἀνώτερη ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς της;» Ἠ πρόθεση τοῦ Τερζάκη νὰ ὑπερασπιστεῖ τὴν ἠθικὴ ὑπεροχὴ τῆς ἀριστερᾶς δηλώνεται ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες φράσεις τοῦ κειμένου του ὅταν κρίνει ὅτι προβεβλημένα στὸν δημόσιο βίο πρόσωπα, ποὺ ἀντέδρασαν στὴν ἔκδοση τοῦ βιβλίου εἴτε μὲ ἀνακοινώσεις τους εἴτε ἀρθρογραφῶντας, «τρομοκρατοῦν». Διερωτώμενος γιὰ τὶς πιθανὲς ἐπιδιώξεις τους, σημειώνει: «Ποιόν ἐπιδιώκουν νὰ τρομοκρατήσουν; […] Ἢ ὁλόκληρη τὴν ἀριστερὰ στὸ πλαίσιο ἑνὸς βρώμικου πολιτικοῦ παιχνιδιοῦ κατασπίλωσης καὶ συκοφάντησης ἐνόψει τοῦ τρόμου ποὺ διακατέχει ὅλο τὸ σαθρὸ πολιτικὸ σύστημα καὶ τοὺς προστάτες του ἀπέναντι στὸ ἐνδεχόμενο μιᾶς ἐκλογικῆς νίκης τοῦ ΣΥΡΙΖΑ (ὅ,τι κι ἂν συνεπάγεται αὐτὸ στὴν πράξη);».

Ἠ εἰσαγωγὴ καὶ ὁ ἐπίλογος τοῦ Τερζάκη δείχνουν ὅτι τὸ ἄρθρο του ἀπευθύνεται σὲ ἕνα κοινὸ ποὺ πρέπει νὰ πείσθει ὅτι ὁ ΣΥΡΙΖΑ δὲν σχετίζεται καθ’ οἱονδήποτε τρόπο (ἰδεολογικὸ κυρίως) μὲ τὴν λογικὴ καὶ τὴν πρακτικὴ τῆς τρομοκρατίας. Προσπάθεια ὡστόσο περιττή, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὀ Τερζάκης δὲν διαπιστώνει δεσμοὺς πρὸς τὴν τρομοκρατία οὔτε κἂν στὴν περίπτωση τῆς 17 Νοέμβρη, ἀλλὰ αὐτούς ὅπως εἴδαμε τοὺς βλέπει στὸ Κράτος. Ἀκόμη καὶ νὰ ὑπῆρχαν τέτοιες διασυνδέσεις τοῦ ΣΥΡΙΖΑ, ὅπως τοῦ καταλογίζουν οἱ ἀντιπαλοί του, αὐτὸ δὲν θὰ ἐπρεπε νὰ ἔχει καμιὰ σημασία γιὰ τὸν Φ.Τ. καὶ τοὺς ὁμοϊδεάτες του. Ἄρα τὸ κείμενό του δὲν ἀπευθύνεται σὲ ὁμοϊδεάτες (ἴσως σὲ ὁρισμένους μόνο, προκειμένου νὰ μείνουν στερροὶ στὶς πεποιθήσεις τους) ἀλλὰ στοὺς ἄλλους ποὺ μπορεῖ νὰ πιστέψουν τὶς καταγγελίες ποὺ ἐκτοξεύουν κατὰ τοῦ ΣΥΡΙΖΑ οἱ πολιτικοί του ἀντίπαλοι. Τὸ διακύβευμα συνεπῶς εἶναι πολὺ εὐρύτερο. Τὸ μεῖζον ποὺ κρίνεται ἐδῶ εἶναι ἡ ἀντίληψη περὶ ἠθικῆς ὑπεροχῆς τῆς ἀριστερᾶς, ἀντίληψη ποὺ βάλλεται ὄχι μόνο, φεῦ, ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τῆς ἐπαράτου δεξιᾶς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ φιλελεύθερους, ἀριστεροὺς καὶ ποικίλους ἀριστερογενεῖς. Οἱ συσχετισμοὶ ποὺ καθιερώθηκαν κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Μεταπολίτευσης δείχνουν νὰ ἀλλάζουν. Ἂν ὁ ΣΥΡΙΖΑ ἐνδώσει στὶς ἐγκλήσεις τῶν πολιτικῶν του ἀντιπάλων ποὺ τὸν καλοῦν νὰ καταστεῖ καὶ συμβολικὰ ἕνα νομιμόφρον ἀστικὸ κόμμα δηλώνοντας ἀπερίφραστα τὴν προσήλωσή του στοὺς ἀστικούς, δημοκρατικοὺς θεσμοὺς καὶ τὸ ἰδεολογικό τους πλαίσιο, ἴσως νὰ ἔκανε πράξη αὐτὸ ποὺ φοβᾶται καὶ ἀπεύχεται ὁ Φώτης Τερζάκης: «γιὰ φανταστεῖτε μιὰν ἀριστερὰ ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ συμμορφώνεται στὶς ἐντολὲς τῶν Κανέλληδων, Μανδραβέληδων, Πρετεντέρηδων, Εὐαγγελάτων κ.ο.κ. νὰ ξεκινάει κάθε πολιτική της ἐκτίμηση γιὰ ἱστορικὰ γεγονότα μὲ δηλώσεις μεταμέλειας καὶ νομιμοφροσύνης, ἀποκηρύσσοντας ἐκεῖνο ποὺ δὲν κήρυξε ποτέ! Εὔχεται μόνο κάποιος νὰ εἶχε ὀ ΣΥΡΙΖΑ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν τόλμη νὰ βγάλει ἀληθινοὺς τοὺς φόβους τοῦ Ἠλία Κανέλλη καὶ τῶν ὁμοίων του (γιὰ τὸ ὁποῖο, δυστυχῶς, πολὺ ἀμφιβάλλω…)!».

Προσωπικὰ δὲν γνωρίζω πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ εὔχεται κάποιος νὰ εἶχε ὁ ΣΥΡΙΖΑ τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν τόλμη νὰ πράξει κάτι ποὺ ὁ ἴδιος ὁ ΣΥΡΙΖΑ δὲν τὸ θέλησε οὔτε τὸ διακήρυξε ποτὲ. Νὰ τὸ ποῦμε ἀλλιῶς: εἴτε οἱ φόβοι ὅλων αὐτῶν τῶν φιλελευθέρων εἶναι ἀβάσιμοι, καὶ συνεπῶς ο λόγος τους λειτουργεῖ πρὸς ἐκφοβισμὸ τῆς κοινωνίας, εἴτε εἶναι βάσιμοι κι ἔτσι ἀποκτοῦν νόημα καὶ οἱ εὐχὲς τοῦ Φώτη Τερζάκη.

Σὲ ἕνα ἄρθρο ποὺ οἱ προκείμενες τῆς σκέψης τοῦ συγγραφέα του –ὣς ἕνα βαθμὸ ἀναπόφευκτα λόγω τῆς περιορισμένης του ἔκτασης– τίθενται δίχως τὴν παραμικρὴ διερώτηση ἢ τὴν ἀνάδειξη, ἔστω, ἑνὸς προβληματισμοῦ, καὶ ὑπὸ ἕναν τέτοιο διανοητικὸ προσανατολισμὸ, ἡ ἀναφορὰ σὲ προϋποθέσεις τοῦ διαλόγου μοιάζει μὲ διαπραγμάτευση ἐν καιρῶ πολέμου. Εἶναι δηλαδὴ πλήρως προσχηματική. Καὶ ἐπειδὴ περὶ ὑποκρισίας ὁ λόγος ὀφείλουμε νὰ σημειώσουμε, καὶ πάλι, ὅτι ὑποκρισία, συνειδητὴ ἢ ἀσυνείδητη, μπορεῖ νὰ ὑπάρξει μονάχα ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχουν ἰδεώδη καὶ τὰ ἰδεώδη δημιουργοῦν μιὰ ἐντασιακὴ σχέση μὲ τὴν πραγματικότητα. Αὐτὴ ἡ παρατήρηση δὲν γίνεται μὲ τὴν πρόθεση νὰ ἐξοβελίσει τὰ ἰδεώδη ἀλλὰ γιὰ νὰ τονίσει τὸ ἀναπόδραστο τῆς ὑποκρισίας. Ἔξω ἀπὸ τὴν ψυχολογία ὅμως, ὑπάρχει μιὰ πολιτικοκοινωνικὴ πραγματικότητα ποὺ ἐπέτρεψε, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὶς προθέσεις τοῦ οἱουδήποτε, στὸ βιβλίο τοῦ Δημήτρη Κουφοντίνα νὰ κυκλοφορήσει καὶ στὸν ἐνδιαφερόμενο νὰ μπορεῖ νὰ τὸ βρεῖ στὰ βιβλιοπωλεῖα. Ἀκόμη περισσότερο: ποὺ τοῦ ἐπέτρεψε νὰ καταστεῖ ἀντικείμενο δημόσιας συζήτησης.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΣΤΑΜΑΤΕΛΟΠΟΥΛΟΣ