ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

Φιλελευθερισμός κατά δημοκρατίας

*

Με το πέρας του Ψυχρού Πολέμου, η φιλελεύθερη δημοκρατία φαινόταν να επικρατεί οριστικά. Οι σχετικές θριαμβολογίες επεσκίασαν για ένα διάστημα τις μεγάλες εσωτερικές αντιφάσεις αυτής της τελευταίας. Κατά μέρος τέθηκε το κρίσιμο ερώτημα: πόσο συμβατοί είναι μεταξύ τους ο φιλελευθερισμός και η δημοκρατία; Πώς συμβιβάζεται η αρχή του απαραβίαστου των ατομικών δικαιωμάτων και η αρχή της πλειοψηφίας;

H κλασσική αθηναϊκή δημοκρατία δεν αναγνώριζε ατομικές ελευθερίες και δικαιώματα του ανθρώπου. Ο Δήμος, δηλαδή η εκάστοτε πλειοψηφία, έπαιρνε στην κυριολεξία κεφάλια – ενίοτε και σπουδαία, όπως στην περίπτωση του Σωκράτη. Κάποτε παραλογιζόταν κανονικά, όπως με τους στρατηγούς στη ναυμαχία των Αργινουσών που καταδικάστηκαν σε θάνατο από την Εκκλησία του Δήμου, επειδή εν μέσω τρομερής θαλασσοταραχής δεν κατάφεραν να περισυλλέξουν τους νεκρούς και τους ναυαγούς.

Ο ευρωπαϊκός φιλελευθερισμός πάλι, αυτός του 19ου αιώνα, όπως αποκρυσταλλώθηκε στη Βρετανία, αναγνώριζε μεν δικαιώματα ατομικά, για μια μερίδα του πληθυσμού τουλάχιστον, όχι όμως και τη δημοκρατική αρχή. Δικαίωμα ψήφου είχαν ελάχιστοι κι αυτοί έπρεπε να έχουν περιουσία. Οι βουλευτικές έδρες ήταν κατανεμημένες αυθαίρετα, το σύστημα ήταν στην ουσία ένα μείγμα εμπορικής τιμοκρατίας και κληρονομικής αριστοκρατίας. Γενικά, ο φιλελευθερισμός, και τα αμιγώς φιλελεύθερα κόμματα, ήταν πάντοτε υπόθεση των λίγων, μιας μικρής αλλά δυναμικής μειοψηφίας.

Η σύζευξη των δύο αυτών –κατά βάση αντίθετων– πολιτικών αντιλήψεων είναι σχετικά πρόσφατη υπόθεση. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, και ενώπιον της πρόκλησης που αντιπροσώπευε για εκείνα το σοβιετικό στρατόπεδο και η σοσιαλιστική ιδεολογία, τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα συναίνεσαν πράγματι στην αναδιανομή ενός σημαντικού μέρους του παραγόμενου πλούτου προς τα κάτω. Έτσι δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για ό,τι αποκλήθηκε χρυσός αιώνας της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.

Το αργότερο από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 φάνηκε ότι η συναίνεση αυτή δεν μπορούσε να μακροημερεύσει. Η εξάντληση της μεταπολεμικής αναπτυξιακής έκρηξης μείωσε τον παραγόμενο νέο πλούτο, αυξάνοντας την ένταση των αγώνων κατανομής. Και η κατάρρευση του κομμουνιστικού αντίπαλου δέους το 1989 έπεισε τα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα ότι μπορούσαν ατιμωρητί να αποστούν από τις παλαιότερες δεσμεύσεις τους προς τις λαϊκές τάξεις.

Το αποτέλεσμα ήταν η γιγάντωση της οικονομικής ανισότητας. Αν τη δεκαετία του ’90 το 45% της αύξησης του ΑΕΠ των ΗΠΑ κατέληγε στις τσέπες του 1% του πληθυσμού, επί Μπους του νεώτερου (2000-08) το ποσοστό έφτασε στο 65% και επί Ομπάμα εκτοξεύθηκε στο 93%. Σήμερα, στις ΗΠΑ η ανισοκατανομή του εισοδήματος είναι παρόμοια με εκείνη του 1929, στη δε Ευρώπη ο καπιταλισμός του Ρήνου και η ασφάλεια που παρείχε αποτελεί μακρινό παρελθόν.

Πολιτικά, το νέο αυτό ταξικό χάσμα καθυστέρησε πολύ να εκφραστεί. Ο λόγος ήταν ότι τα παλαιά εργατικά κόμματα της Ευρώπης μετά το 1990 μήδισαν ιδεολογικά και υιοθέτησαν το φιλελεύθερο αφήγημα του μονοδρόμου της παγκοσμιοποίησης. Η δε “Αριστερά” μεταλλάχθηκε βίαια και από προασπιστής των εργατικών στρωμάτων έγινε φιλανθρωπικό σωματείο προυντονικού τύπου, απ’ αυτά που κορόιδευε τόσο ο Μαρξ.

Άρχισε να συνηγορεί έτσι γενικά και αόριστα υπέρ των “ανθρωπίνων δικαιωμάτων” και των ποικιλώνυμων “μειονοτήτων”, στρέφοντας την πλάτη στους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της. Έφτασε στο σημείο, μάλιστα, να υποστηρίζει ομάδες όπως οι μετανάστες, που όπως ήδη οι Μαρξ και Ένγκελς κατάγγελλαν, με την παρουσία τους υπονόμευαν ευθέως τη θέση των εργατικών στρωμάτων και συμπίεζαν το εισόδημά τους.

Εγκαταλειμμένα από τα παραδοσιακά τους κόμματα, τα στρώματα αυτά στράφηκαν εντέλει σε αντισυστημικές πολιτικές δυνάμεις με συγκεχυμένο ιδεολογικά πρόγραμμα, αλλά σαφή αντιφιλελεύθερο, αντιολιγαρχικό και δημεγερτικό λόγο. Η απόπειρα των κατεστημένων κομμάτων να ανασχέσουν την άνοδο των νέων αυτών αντιπάλων έλαβε ποικίλες μορφές έως τώρα (δυσφημιστικές εκστρατείες από τα συστημικά ΜΜΕ, ορθοπολιτική τρομοκρατία, καταγγελίες για “λαϊκισμό” και εργαλειοποίηση από τους «εχθρούς της Δύσης», λογοκρισία κ.ά.), αλλά δεν απέδωσε.

Το αργότερο με το βρετανικό δημοψήφισμα και τις εκλογές του 2016 στις ΗΠΑ οι αντισυστημικές δυνάμεις απέδειξαν ότι είναι ικανές να συγκεντρώσουν πίσω τους όχι μια μερίδα διαμαρτυρομένων, αλλά την δημοκρατική πλειοψηφία του πληθυσμού. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, το φιλελεύθερο “Κέντρο” συρρικνώθηκε σε μειοψηφία. Όπως έδειξαν οι κιτρινογέλεκοι της Γαλλίας, ακόμη και εκεί όπου δεν κυβερνούν οι “λαϊκιστές”, οι ιδέες τους είναι κοινωνικά πλειοψηφικές.

Σήμερα, οι δημοκρατικές πλειοψηφίες και οι φιλελεύθερες μειοψηφίες στέκουν αντιμέτωπες σε όλα σχεδόν τα κρίσιμα ζητήματα: ελευθερία των αγορών, μετανάστευση και προσφυγικό, πολυπολιτισμικότητα και εθνική ταυτότητα, εξωτερική πολιτική και αντίληψη για την παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Συναφείς είναι και οι δύο τάσεις που παρατηρούμε στα πολιτικά συστήματα των Δυτικών χωρών.

Όπου οι φιλελεύθερες μειοψηφίες έχουν το πάνω χέρι έχουμε την αμφίπλευρη υπόσκαψη της δημοκρατικής αρχής: Όλο και πιο πολλές αποφάσεις μεταφέρονται είτε σε υπερεθνικά και εξωκρατικά είτε σε εσωτερικά και τεχνοκρατικά θέσμια, τα οποία εκφεύγουν του λαϊκού ελέγχου. Παράδειγμα των πρώτων είναι ο ευρωπαϊκός φεντεραλισμός, οι ποικιλώνυμες πολυμερείς εμπορικές συνθήκες, η θέση των κανόνων του διεθνούς δικαίου πάνω από αυτούς της εσωτερικής συνταγματικής τάξης. Παράδειγμα των δεύτερων, οι λεγόμενες Ανεξάρτητες Αρχές, ενίοτε και η Τρίτη εξουσία που στο όνομα του δικαιωματισμού τείνει να αγνοεί την διάκριση των εξουσιών και να νομοθετεί από της έδρας.

Όπου οι δημοκρατικές πλειοψηφίες επιβάλλονται έχουμε την αντίστροφη τάση: Μέτρα κατά του Τύπου και της ανεξαρτησίας των αγορών, ύψωση φραγμών στο ρεύμα του δικαιωματισμού ή και ευθεία καταγγελία του. Αποδυνάμωση της αυτοτέλειας της Δικαιοσύνης και έναν νέο συγκεντρωτισμό, ο οποίος συχνά προσωποποιείται στη μορφή ενός ισχυρού ανδρός που αναλαμβάνει την προάσπιση των συμφερόντων της μάζας (του λαού ή του έθνους) απέναντι στην επιβουλή των ολίγων (του κατεστημένου ή των ελίτ).

Αν η διελκυστίνδα αυτή συνεχιστεί, όπως όλα δείχνουν, η πόλωση θα κορυφωθεί οδηγώντας τις δύο αυτές τάσεις στα άκρα. Την μεν, εφόσον επικρατήσει, στην επιβολή μιας θεσμοποιημένης πλέον ολιγαρχίας, όπου στο όνομα των ατομικών ελευθεριών η βούληση της πλειοψηφίας θα καταπνίγεται εν τη γενέσει της. Την δε, στην επιβολή ενός νέου καισαρισμού που θα παρακάμπτει κατά το δοκούν τους θεσμούς στο όνομα των συμφερόντων του Δήμου. Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το ιστορικό διακύβευμα των προσεχών αμερικανικών προεδρικών εκλογών, ο Ρουβίκωνας της σημερινής Δύσης δύο χιλιετίες μετά εκείνον της Ρώμης: ο Νοέμβριος του 2024 θα είναι το αποφασιστικό πρόκριμα για το πού θα κλίνει εντέλει η πλάστιγγα. Και στην μία και στην άλλη περίπτωση πάντως, η σύζευξη των δύο αυτών διαφορετικών πολιτικών ιδεωδών, του φιλελεύθερου και του δημοκρατικού, θα αποδειχθεί ολιγόζωη και συγκυριακή.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

Είναι το Ισραήλ «Δύση»;

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Η κρίση στην Μέση Ανατολή δεν είναι απλά μια γεωπολιτική σύγκρουση αλλά ένας καθρέφτης πάνω στον οποίο αντανακλώνται διαφορετικές ταυτότητες και ιδεολογίες της διεθνούς πολιτικής. Μια συνήθης προσέγγιση από τους υποστηρικτές του Ισραήλ είναι ότι αυτό το κράτος αποτελεί μέρος της «Δύσης» και πρέπει να προστατευθεί από τον Ισλαμισμό, την τρομοκρατία και τον αυταρχισμό των εχθρών της. Τι εννοούμε όμως όταν λέμε «Δύση», είναι όντως το Ισραήλ μέρος αυτής και, αν ναι, τι λέει αυτό για την ίδια την Δύση;

Ο πιο συνηθισμένος τρόπος με τον οποίο κατανοείται η Δύση έχει τρεις όψεις: πολιτική, οικονομική και πολιτιστική. Η Δύση θεωρείται ότι εμπεριέχει ένα μοναδικό μείγμα δημοκρατίας και υψηλής οικονομικής ανάπτυξης στην βάση της οικονομίας της αγοράς και προοδευτικές αξίες σε ό,τι αφορά την αξία και τα δικαιώματα του ατόμου, πράγματα που την διαφοροποιούν από άλλους «πολιτισμούς» (κατά Χάντιγκτον). Από αυτήν την άποψη, το σημερινό Ισραήλ μοιάζει όντως να προσομοιάζει σε αυτό το πρότυπο συγκριτικά με τους Παλαιστινίους. Αυτή η οπτική όμως είναι απλοϊκή και αγνοεί την ιστορία και των δυο πλευρών της σύγκρουσης.

Υπάρχει κατ’ αρχάς το επιχείρημα ότι το Ισραήλ είναι μια δημοκρατία η οποία μάχεται απέναντι στον πολιτικό αυταρχισμό της «λάθος πλευράς της ιστορίας». Αυτό το επιχείρημα στην σημερινή συγκυρία είναι κάπως ειρωνικό αν σκεφτεί κανείς ότι πάνω από τους ίδιους τους μισούς Ισραηλινούς αμφέβαλαν μέχρι πρόσφατα αν η χώρα τους ήταν ή θα παρέμενε δημοκρατία καθώς ο Μπενιαμίν Νετανιάχου προσπαθούσε να ποδηγετήσει τους θεσμούς της χώρας του. Και αν τα είχε καταφέρει, με βάση τα επικρατούντα αναλυτικά σχήματα που κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο της Δύσης, το Ισραήλ θα κατατασσόταν στην κατηγορία των «ανελεύθερων» ημιαυταρχικών δημοκρατιών τύπου Ουγγαρίας – για μερικούς μάλιστα, το Ισραήλ ήδη είχε περιπέσει σε αυτήν την κατηγορία πριν τον πόλεμο. (περισσότερα…)

Πολυτεχνείο: 50 χρόνια μετά

*

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ

Όταν τις πρώτες ημέρες της μεταπολίτευσης άκουσα τους συμπολίτες μας να μιλάνε, με πολύ τρυφερότητα και στοργή για «τα παιδιά του Πολυτεχνείου», κάτι αντέδρασε με σφοδρότητα μέσα μου. Αργότερα κατάλαβα πως μ’ αυτή την φράση είχε αρχίσει η αποδόμηση της εξέγερσης της 17ης Νοεμβρίου του 1973. Οι άνθρωποι που συμμετείχαν στην αντιδικτατορική πάλη από το 1972 μέχρι το 1974, φοιτητές των πανεπιστημίων της χώρας, δεν ήταν παιδιά. Είχαν ωριμάσει και μάλιστα απότομα αντιμετωπίζοντας την χούντα των συνταγματαρχών, τις σκληρές διώξεις, τους φόβους αλλά και έχοντας αποκτήσει μια πολύτιμη αίσθηση τιμής για το βάρος που είχαν σηκώσει. Αίσθηση που θα διαπερνούσε το υπόλοιπο της ζωής τους.

Το Πολυτεχνείο αποτελεί σταθμό στην μεταπολεμική μας πολιτική ιστορία. Ήδη η εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο προετοιμαζόταν, έλειπε η αφορμή και η χούντα έδινε εγγυήσεις υποχωρήσεων. Τέλη του 1967 ο Παπαδόπουλος απέσυρε την Μεραρχία του Ελληνικού στρατού από την μεγαλόνησο που είχε στείλει ο Γεώργιος Παπανδρέου το 1964. Υπήρξαν απλοί άνθρωποι που είχαν καταλάβει και προβλέψει τις θλιβερές εξελίξεις, και που δυστυχώς επιβεβαιώθηκαν με το πραξικόπημα των χουντικών στην Κύπρο τον Ιούλιο του ’74, την εισβολή των Τούρκων και την κατοχή μέρους του νησιού. Ακόμη συλλογίζομαι γείτονά μου κάποιας ηλικίας, που πολύ νωρίς μου είχε πει: Αυτοί παιδί μου (οι χουντικοί) δεν θα τσακιστούν να φύγουν παρά μόνο αφού ξεπουλήσουν την Κύπρο. Η χούντα των συνταγματαρχών παρέπαιε, η προδοσία καιροφυλακτούσε. Έμενε το τελευταίο κακό· το ξεπούλημα. Κι από κοντά η συντήρηση του εμφυλιοπολεμικού κλίματος που αποτελούσε γνώμονα και καθοδηγητικό πνεύμα των επίορκων τεράτων της 21ης Απριλίου. (περισσότερα…)

Πού οδήγησε το «εκσυγχρονιστικό» πείραμα της περιόδου 1996-2004

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Α.

Η πολιτική θεωρία που κυριάρχησε στην Ελλάδα την οκταετία 1996-2004 στηριζόταν στην έννοια του «εκσυγχρονισμού»[1]. Το περιεχόμενο της έννοιας αυτής τη συγκεκριμένη περίοδο συνίστατο στο να επέλθουν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις στην πολιτική, κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική οργάνωση της ελληνικής κοινωνίας με στόχο αυτή να πλησιάσει και τελικά να καταστεί ισάξια των υπολοίπων ευρωπαϊκών κοινωνιών.

Στόχος του εκσυγχρονισμού ήταν η σύγκλιση με το φαντασιακό μοντέρνο που αντιπροσωπεύει η Δύση. Κατά συνέπεια η όλη προσπάθεια θα έπρεπε να λειτουργεί εντός του νεωτερικού-μοντερνιστικού πλαισίου, το οποίο κυριάρχησε για μια μεγάλη χρονική περίοδο στη Δύση με την επικράτηση της αστικής τάξης και με κύριο χαρακτηριστικό την επιβολή του εναρμονιστικού-συνθετικού σχήματος σκέψης.[2]

Ο εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως μια μάχη της προόδου κατά της υστέρησης, του ορθολογισμού κατά του λαϊκισμού, του Διαφωτισμού κατά του σκοταδισμού, της ανεκτικότητας κατά της μισαλλοδοξίας, μέχρι την επίτευξη του «οικουμενικού οράματος»[3] του Διαφωτισμού.[4]

Οι ντόπιοι «εκσυγχρονιστές»[5] θεωρούν ότι η παραπάνω άποψη συνάδει στην πράξη, με την ολοκλήρωση του αστικού μετασχηματισμού της ελληνικής κοινωνίας, δεδομένου ότι ο μετασχηματισμός αυτός έχει παραμείνει ανολοκλήρωτος και ό,τι έχει συμβεί στην ελληνική κοινωνία δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια νόθα κατάσταση[6] η οποία χρειάζεται πάση θυσία να ξεπερασθεί. (περισσότερα…)

Ξενοζηλία καί ὑποτέλεια: Σκέψεις γιά τό παρόν καί τό μέλλον τῆς ἑλληνικῆς

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Σέ μιά πρώτη ματιά, ἡ σημερινή μας συνάντηση φαντάζει πράγμα ἀταίριαστο. Ἡ κρίση πού διέρχεται ἡ χώρα εἶναι ὁλοκληρωτική. Τίποτε δέν μαρτυρεῖ ὅτι θά ξεπεραστεῖ σύντομα. Τί θέλουν λοιπόν οἱ συζητήσεις γιά τά ἑλληνικά καί τήν ὀρθογραφία τους αὐτή τή στιγμή πού ἄλλα, στοιχειωδέστερα, διακυβεύονται;

Ἀπό τήν ἄλλη, ἡ συζήτησή μας μοιάζει, εἰδικά αὐτή τή στιγμή, ὡς ἀπολύτως προσήκουσα – θά ἔλεγε κανείς ἀναγκαία. Στό μέτρο πού τούς ἀναλογεῖ, οἱ περιπέτειες τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας ἀποτελοῦν κι αὐτές μέρος τῆς γενικῆς κακοδαιμονίας μας, συνιστοῦν μιά ὄψη, μιά πλευρά τῆς πολυεδρικῆς μας κρίσης. Δίπλα στήν οἰκονομική καί τήν κοινωνική, δίπλα στή θεσμική καί τήν ἠθική, ὑπάρχει δηλαδή καί ἡ γλωσσική κρίση, καί αὐτή δέν εἶναι διόλου ἀμελητέα.

Μιλῶ γιά γλωσσική κρίση, προσοχή, ὄχι γιά γλωσσικό ζήτημα ἤ γλωσσικό πρόβλημα. Οἱ ὅροι αὐτοί, οἱ ἐπιβεβαρημένοι ἀπό τό παρελθόν, εἶναι παντελῶς ἀκατάλληλοι γιά νά περιγράψουν τή σημερινή μας κατάσταση. Συντελοῦν στή συσκότιση, ὄχι στόν φωτισμό της. Ὅταν φέρ’ εἰπεῖν κάνουμε λόγο γιά τίς τύχες τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας σήμερα, ειδικότερα τοῦ ἱστορικοῦ τονισμοῦ, καί ἐπιχειρηματολογοῦμε ὡσάν νά ἐπρόκειτο γιά συνέχεια τῆς διαμάχης μεταξύ καθαρολόγων καί δημοτικιστῶν, χάνουμε ἐντελῶς ἀπό τό ὀπτικό μας πεδίο τήν εἰδοποιό διαφορά τῆς σημερινῆς κρίσης ἀπό τά προβλήματα πού μᾶς ταλάνισαν κατά τό παρελθόν. Ὡστόσο, εἶναι σαφές. Ἡ δισχιλιετής ἔριδα ἀττικιστῶν καί ὀπαδῶν τῆς δημώδους ἔχει ὁριστικά λήξει. Ὅσοι τή διατηροῦν στή ζωή, ἀναρριπίζοντας σκουριασμένα ἐπιχειρήματα ἤ ἐφευρίσκοντας φανταστικούς ἀντιπάλους, λ.χ. τήν τάση τοῦ λεγόμενου «νεοκαθαρευουσιανισμοῦ», τό κάνουν συνήθως ἀπό κεκτημένη ταχύτητα – ἤ καί ὑπολογισμένη ἰδιοτέλεια. Βλέπετε, τό ἀντικείμενο τοῦ παλαιοῦ διαξιφισμοῦ ἐξέλιπε, μερικοί ὅμως ἀπό τούς πάλαι ποτέ ξιφομάχους μακροημερεύουν καί ἐξακολουθοῦν νά διεκδικοῦν τήν προσοχή τῆς δημοσιότητας.

Ἐπιπλέον, στό διχαστικό αὐτό σχῆμα πού κληρονομήσαμε ἔχει προστεθεῖ τελευταῖα καί ἕνα ἄλλο, εἰσαγόμενο καί ἐξίσου ἄσχετο, τό δίπολο ἐθνικιστῶν καί ἀντεθνικιστῶν. Κατά τή γνώμη τῶν πιό μονολιθικῶν ἀπ’ αὐτούς τούς δεύτερους, ὅποιος σήμερα διατυπώνει ἀνησυχία γιά τό μέλλον τῆς ἑλληνικῆς, εἶναι φανερός ἤ κρυφός θιασώτης τοῦ ἐθνικισμοῦ. Καί ἐνῷ οἱ ἴδιοι κόπτονται, καί ὀρθά, γιά τήν ἐξαφάνιση τῶν μειονοτικῶν γλωσσῶν καί ἰδιωμάτων, τούς κινδύνους πού ἀφοροῦν τίς ἐθνικές γλῶσσες τούς ἀποσιωποῦν. Τήν ἴδια στιγμή ἀντιμετωπίζουν τήν ἐπέλαση τῆς ἀγγλικῆς στήν καλύτερη περίπτωση μέ συγκαταβατική ἀπάθεια, ἄν ὄχι μέ διεθνιστική χαιρεκακία. Ὅσο γιά τούς πρώτους, τούς «ἐθνικόφρονες», γραφικοί καί ἀσόβαροι ὅπως εἶναι στήν πλειονότητά τους, μόνο στό νά κρατοῦν ζωντανή τήν κινδυνολογία καί τόν φανατισμό τῶν σταυροφόρων τοῦ ἀντεθνικισμοῦ χρησιμεύουν. (περισσότερα…)

Το τέλος του ανθρώπου ή Η παραμόρφωσή του

*

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σωτήρη Γουνελά  Το τέλος  του ανθρώπου ή Η παραμόρφωσή του  (Αρμός, 2022), το οποίο παρουσιάζεται αυτήν τη Δευτέρα, 13 Νοεμβρίου 2023 και ώρα 19:00, στις Εκδόσεις Αρμός (Μαυροκορδάτου 11, Αθήνα). Θα μιλήσoυν: π. Αντώνιος Πινακούλας, εφημέριος Ιερού Ναού Αγίου Παντελεήμονα Χαλανδρίου, Δημήτρης Βασιλάκης, επ. καθηγητής φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, Βασίλης Ξυδιάς, θεολόγος, Στέφανος Ευθυμιάδης, βυζαντινολόγος, καθηγητής Ανοιχτού Πανεπιστημίου Κύπρου και ο συγγραφέας του βιβλίου Σωτήρης Γουνελάς.

~.~

Δυστυχώς και η αποξένωση και η εκμηχάνιση καθιερώθηκαν και οι άνθρωποι τραβούν το δρόμο τους ‘νήπιοι’ σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα που έφαγαν τα ιερά βόδια του θεού Ήλιου και στο ταξίδι της επιστροφής δεν επέζησε κανένας. Όταν σβήσεις από μέσα σου την δημιουργία του ανθρώπου “κατ’ εικόνα” Θεού, ο άνθρωπος καταντά-τελικά- κατ’ εικόνα της μηχανής! Φαίνεται πως η παραμόρφωση αρχίζει με τον Καρτέσιο, ο οποίος χωρίζει την ψυχή από το σώμα μηχανοποιώντας το και χωρίζει την ψυχή από την φύση. Έτσι καθιερώνεται ο χωρισμός του υποκειμένου από το αντικείμενο που έκτοτε σημαδεύει τη Δύση αδιάκοπα με επιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Η φύση ανήκει στα εκτατά (res extensae) και μαθηματικοποιείται.

Ποιό είναι το ζήτημα; Το ζήτημα είναι ότι δεν γίνεται να κάνουμε –δηλ. να κάνει ο άνθρωπος– την φύση αντικείμενο σαν να είναι κάτι ξέχωρο από αυτόν. Η φύση, ο κόσμος δεν είναι ΕΞΩ από τον άνθρωπο-υποκείμενο. Κάνοντάς το αυτό καταδίκασε την πορεία του κόσμου και του ανθρώπου σε ένα είδος αβυσσαλέας απόστασης-διάστασης, έκοψε στα δύο το ενιαίο της ζωής μόνο και μόνο για να καταστήσει τον άνθρωπο κυρίαρχο και κατακτητή της φύσης.

Ο πρώτος που έκανε κριτική στον Καρτέσιο πάνω σε αυτά τα ζητήματα ήταν ο ρώσος Σολοβιώφ στη διατριβή του με θέμα Η κρίση του δυτικού πνεύματος (μεταφράστηκε γαλλικά από τον Μαξίμ Χέρμαν γύρω στα 1942), όπου έγραφε μεταξύ άλλων: θεωρεί ότι «αναπαριστούμε (διανοητικά) την φύση ως ένα ον απολύτως εξωτερικό στη λογική (ratio), που αυτή -η λογική- αγωνίζεται να το δαμάσει». Ο Ντεκάρτ, γράφει ο Σολοβιώφ, «αρνιόταν ακόμα και στα ζώα την ύπαρξη ψυχής και χώριζε με ανυπέρβατη άβυσσο το ανθρώπινο πνεύμα, όχι μονάχα με την υπόλοιπη φύση, αλλά και με το ίδιο του το (ανθρώπινο) σώμα». Και ακόμη: «την μοναδική κίνηση που δέχεται (μέσα στη φύση) είναι η μηχανική κίνηση, που οφείλεται σε μια ώθηση. Εξαιρεί από την φύση κάθε ζώσα ενέργεια» (ό.π.). (περισσότερα…)

Στη σκιά του Σημίτη

*

Είκοσι σχεδόν χρόνια μετά την κυβερνητική του αφυπηρέτηση, δεκαπέντε σχεδόν χρόνια από την απαρχή της τωρινής σκοτοδίνης, αυτός ο τόσο ασυνήθιστος για τα ελληνικά μέτρα πολιτικός εξακολουθεί να εμπνέει τους ιθύνοντες νόες της χώρας της οποίας κάποτε ηγήθηκε – και όχι μόνον εκείνους.

Στα μάτια των πολλών, ο Σημίτης έμοιαζε πάντα «Ευρωπαίος» κι αυτό κολάκευε έναν λαό που ήθελε το ίδιο: να περνιέται για ό,τι δεν είναι. Τον είπαν «λογιστή» κι αυτό ήταν βολικό κι αβανταδόρικο σ’ έναν τόπο όπου κανείς δεν ξέρει να λογαριάζει. Τον είπαν «προτεστάντη» για να μπορούν όλοι γύρω του να ξεφαντώνουν ανέμελοι στο όργιο του παρασιτισμού και του λάιφ-στάιλ. Άνθρωπος τακτικός, συστηματικός, συνεπής, σοβαρός, δεν υπήρχε δευτερεύουσα αρετή που να μην την είχε. Ούτε όμως κύρια αρετή που να τη διέθετε. Τις μάχες που επέλεξε να δώσει, όλες τις κέρδισε: ευρώ, Ολυμπιάδα, ταυτότητες. Όμως όλες τους ήταν οι λάθος μάχες. Στο πραγματικό πεδίο της σύγκρουσης δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Νους βραχυπρόθεσμος, έζεψε την άμαξα πριν από τ’ άλογα. Επέλεξε να αγνοήσει τα πρώτιστα, την παραγωγική αποσάθρωση, τη δημογραφική κατακρήμνιση, την παραλυσία του κράτους. Η σύγκρουση με τις δυνάμεις της καθυστέρησης, με το ίδιο του το κόμμα πρώτα απ’ όλα, θα ήταν ανελέητη, το κόστος τεράστιο. Προτίμησε λοιπόν την υπεκφυγή προς τα εμπρός. Διάλεξε για συμμάχους τούς εχθρούς. Αναγόρευσε το παραμύθι της ΟΝΕ σε πανάκεια. Καλλιέργησε την αυταπάτη ότι αρκεί κανείς να συμμορφωθεί στα κριτήρια των Βρυξελλών και όλα θα πάνε καλά. Πέταξε κι αυτός, όπως ο παλαιός Καραμανλής, τη χώρα στα βαθιά, με την προσδοκία να μάθει κολύμπι. Δεν είδε ότι τα βαθιά ήταν πισίνα υπερπολυτελούς ξενοδοχείου με ναυαγοσώστες, σωσίβια, ξαπλώστρες, κοκτέηλ για μέθυσους – και με πανάκριβο λογαριασμό.

Ο Σημίτης στάθηκε ωστόσο τυχερός. Αποσύρθηκε εγκαίρως, προτού η βόμβα σκάσει στα χέρια του και βγάλουν όλοι τα συμπεράσματά τους. Αυτοί που πήραν και έχουν ακόμη τη θέση του τον κάνουν σήμερα να μοιάζει χαμένη ευκαιρία. Γι’ αυτό και γίνεται πιστευτός όταν όπου σταθεί κι όπου βρεθεί διηγείται το γνωστό συναξάρι: για όσα έγιναν φταίνε οι μετέπειτα, οι διάδοχοι, οι άλλοι.

Οι απελπισμένοι του «εκσυγχρονισμού», τα ορφανά της «Κεντροαριστεράς», οι «φιλελεύθεροι» και οι «μεταρρυθμιστές» του Μαξίμου, τα ανεμομαζώματα της δανεικής ευμάρειας τον νοσταλγούν. Αλλά και άνθρωποι πολλοί, αξιόλογοι, καλόπιστοι αναπολούν ακόμη τις μέρες του, τρέχουν να φωτιστούν στη σκιά του. Αυτός, που υπήρξε ένα τόσο μεγάλο κομμάτι απ’ το πρόβλημα, τι ειρωνεία, μες στα ερείπια προβάλλει τώρα ως κομμάτι της λύσης που υποτίθεται είχαμε ήδη στα χέρια μας αλλά μάς γλίστρησε και όλο την κυνηγάμε.

«Οι μετριότητες, υπομετριότητες και ανθυπομετριότητες, που συναπαρτίζουν τον ελληνικό πολιτικό και παραπολιτικό κόσμο», έγραφε και για κείνον στα 1997 ο Παναγιώτης Κονδύλης. Ο ίδιος θα το ’λεγε ίσως καλύτερα: «Αυτή είναι η Ελλάδα!»

ΚΚ

«Κι ύστερα σου λένε: Άγιοι Τόποι…»

*

Απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης
σε δύο τραγούδια της δεκαετίας του 1970

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

H πρόσφατη ανάφλεξη στην περιοχή της Γάζας –που, όπως όλα δυστυχώς δείχνουν, δεν πρόκειται να είναι η τελευταία– έρχεται κι επικάθεται πάνω σε μια σειρά συγκρούσεων που μετρά πια οκτώ δεκαετίες, έχοντας καταστεί μια διαρκής πληγή στον τόσο πονεμένο από την κυριαρχία του βιομηχανικού και σύγχρονου πολέμου πλανήτη μας. Ένα εβραϊκό κράτος απολυταρχικά κατασταλτικό με λογικές απαρχάιντ προς την παλαιστινιακή κοινότητα, ακραίες ισλαμιστικές ομάδες με τρομοκρατική δράση που τα χρόνια προβλήματα και η έλλειψη λύσεων εξέθρεψαν, καθώς και ριζοσπάστες του αραβικού χώρου και των γύρω περιοχών που καιροφυλακτούν κι αρνούνται ακόμα και την ίδια την κρατική υπόσταση του Ισραήλ και του λαού του δημιουργούν ένα πολύ προβληματικό ψηφιδωτό, όπου ο διαχωρισμός σε «μαύρο» και «άσπρο», όπως και οι κάθε λογής εύκολες λύσεις και αποφάνσεις, αποκλείονται εκ προοιμίου.

Ταξιδεύοντας μισό αιώνα πριν, θα ανιχνεύσουμε σήμερα τις απηχήσεις της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης σε δύο κοινωνικοπολιτικά τραγούδια της πρώιμης (και ριζοσπαστικής) ελληνικής Μεταπολίτευσης, τοποθετώντας τα στα δεδομένα της εποχής τους, αλλά και προβληματιζόμενοι, παράλληλα, διότι 50 σχεδόν χρόνια αργότερα σχεδόν τίποτα δεν φαίνεται να έχει αλλάξει προς το καλύτερο στην ευρύτερη γειτονιά της ανατολικής λεκάνης της Μεσογείου. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, με τον «Πόλεμο των Έξι Ημερών» και τη μεταγενέστερη σύγκρουση του Γιομ Κιπούρ να έχουν διαμορφώσει νέα εδαφικά τετελεσμένα, η σύγκρουση φαινόταν να παίρνει ευρύτερες περιφερειακές διαστάσεις, με συμμετοχή και του Λιβάνου, καθώς και με συχνές τρομοκρατικές επιθέσεις και αεροπειρατείες (ορισμένες εξ αυτών και στον ελλαδικό χώρο). Η στιχουργία της πρώιμης Μεταπολίτευσης στην Ελλάδα, φορέας ενός ιδιαίτερου ριζοσπαστισμού που η επτάχρονη δικτατορία είχε φιμώσει κι εκφράστηκε εντέλει δευτερογενώς και (μοιραία) άκρως μαχητικά και διεκδικητικά, δεν θα απεμπολήσει το διεθνιστικό στοιχείο, πάντα με πρόσημο αντιιμπεριαλιστικό και με συχνή ταύτιση των όσων περιστατικών εξετάζει με τα πάθη του ελληνικού λαού (και του κυπριακού που είχε νωπή την εθνική του τραγωδία) εξαιτίας των επεμβάσεων των λεγόμενων «μεγάλων» δυνάμεων.

Τούτου δοθέντος, ίσως μας παραξενέψει το γεγονός ότι για την ισραηλινοπαλαιστινιακή σύγκρουση θα γίνει λόγος σε δύο τραγούδια κοινωνικού μεν προσήμου, αλλά συγκριτικά χαμηλότερων τόνων, από δύο στιχουργούς διαφορετικού μεν βεληνεκούς, οι οποίοι εκφράζονται, ωστόσο, με ψυχραιμία και με δευτερογενή απόσταση από τα γεγονότα, εντάσσοντάς τα οργανικά μέσα σε ένα ευρύτερο πλέγμα παθών και συμφορών. Εξετάζοντας συγκριτικά το «Δαιμόνιο» του Νίκου Γκάτσου και το «Κλείσ’ το ραδιόφωνο» του Γιώργου Κανελλόπουλου, διαπιστώνουμε, αρχικά, την απειροελάχιστη απήχησή τους, δεδομένων, μάλιστα, των εξαιρετικά δημοφιλών λοιπών συντελεστών τους (Λ. Κηλαηδόνης και Γ. Χατζηνάσιος στις μελοποιήσεις, Μ. Μητσιάς και Β. Μοσχολιού στις ερμηνείες αντίστοιχα). Η μηδαμινή τους επιτυχία εξηγείται κατά την άποψή μας ακριβώς από το γεγονός ότι επιλέγουν να τοποθετηθούν με πιο χαμηλούς τόνους και με ψυχραιμία σε μια περίοδο όπου η γενικευμένη συνθηματολογία και οι εύκολες λαϊκιστικές κραυγές φαίνονταν να πριμοδοτούνται κατά κόρον, σε μια περίοδο όπου μια προτροπή ενός στιχουργού στον ακροατή να «πιάσει το τουφέκι» θα εκτιμάτο παραπάνω συγκριτικά με μια αντίστοιχη συμβουλή να σκεφτεί συνθετικά ή να αποστρέψει το πρόσωπό του από τα γεγονότα. (περισσότερα…)

Η αποχή ως επιλογή ελευθερίας

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Κάποιος είχε περιγράψει κάποτε την διαφορά μεταξύ αυταρχισμού και ολοκληρωτισμού ως εξής: Ένα αυταρχικό καθεστώς σε εμποδίζει να κάνεις αυτό που θέλεις. Ένας ολοκληρωτικό καθεστώς σε υποχρεώνει να κάνεις αυτό που δεν θέλεις.

Τα περισσότερα αυταρχικά καθεστώτα στην ιστορία ήθελαν να περιορίσουν τις ελευθερίες και τις επιλογές των πολιτών τους. Τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του 20ού αιώνα όμως απαιτούσαν την μαζική κινητοποίηση και συμμετοχή, καθοδηγούμενη από τα πάνω φυσικά, ως μια διαρκή επιβεβαίωση της νομιμοποίησής τους. Οι πολίτες έπρεπε να είναι σε μόνιμη εγρήγορση, να συμμετέχουν σε ογκώδεις εκδηλώσεις, «αυθόρμητες» διαδηλώσεις ή, στην καθημερινότητά τους, σε συζητήσεις διαφωτισμού και να προσαρμόζουν την συμπεριφορά τους αναλόγως.

Βασικό χαρακτηριστικό των ολοκληρωτικών καθεστώτων ήταν η εκλογική διαδικασία, η κύρια ομοιότητά τους με την μαζική φιλελεύθερη δημοκρατία, τόσο ως επιλογής πολιτικού προσωπικού όσο, το κυριότερο, ως τελετουργία νομιμοποίησης. Η κρίσιμη διαφορά φυσικά είναι ότι στον ολοκληρωτισμό η κινητοποίηση γινόταν από και για ένα κόμμα. Στην μαζική φάση της φιλελεύθερης δημοκρατίας αντίθετα, η συνολική νομιμοποίηση του καθεστώτος προέκυπτε από το άθροισμα της κινητοποίησης από πολλά μαζικά κόμματα στις κοινωνικές τάξεις και στρώματα που εκπροσωπούσαν. Υπό αυτήν την έννοια, τα υψηλά ποσοστά συμμετοχής στις εκλογές των φιλελεύθερων δημοκρατιών τον 20ό αιώνα δεν αποτελούσαν ψήφο εμπιστοσύνης μιας απροσδιόριστης «κοινωνίας» προς την «δημοκρατία» γενικώς και αορίστως. Ήταν επιβεβαίωση της αντιπροσωπευτικότητας αυτών των πολιτικών συστημάτων.

Δεν είναι τυχαίο ότι το σημερινό άγχος σχετικά με την εκλογική συμμετοχή ως δείκτη νομιμοποίησης των φιλελεύθερων καθεστώτων αναδύθηκε ακριβώς από την εποχή που τα κόμματα σταμάτησαν να παίζουν αυτόν τον ρόλο της εκπροσώπησης και μεταβλήθηκαν στην πράξη σε μηχανισμούς διαφημιστικής και μηντιακής υποστήριξης της προσωπικής πολιτικής καριέρας των στελεχών τους. Η εμμονή της σύγχρονης φιλελεύθερης δημοκρατίας με την μείωση της μαζικής συμμετοχής αποτελεί μάλιστα ιστορική ειρωνεία αν αναλογιστεί κανείς ότι στις απαρχές της τον 18ο-19ο αιώνα, κατά την αστική φάση της, η ίδια ήταν ένα κατεξοχήν ελιτιστικό σύστημα που περισσότερο φοβόταν την μαζικότητα παρά την ενθάρρυνε. (περισσότερα…)

Οι απαρχές της ισραηλινο-παλαιστινιακής διαμάχης

*

Το παρακάτω κείμενο αποτελεί μετάφραση του 14ου κεφαλαίου από το σημαντικό βιβλίο The Modern Middle East, του James L. Gelvin, καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Λος Άντζελες. Ευσύνοπτα, νηφάλια, κι απλά μα όχι απλουστευτικά, παρουσιάζει κι επεξηγεί τις απαρχές της τραγικής σύγκρουσης μεταξύ Ισραηλινών και Παλαιστινίων που ταλανίζει τις δυο κοινότητες μαζί και την Μέση Ανατολή και σχεδόν ολόκληρη την υφήλιο έως τις μέρες μας. Η μετάφραση έγινε από την τρίτη έκδοση του έργου (Oxford University Press, 2011).

ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Ο Βρετανός συγγραφέας σύντομων ιστοριών Σάκι (H. H. Munro) περιέγραψε κάποτε το νησί της Κρήτης ως ένα μέρος που έχει παραγάγει περισσότερη ιστορία από ό,τι θα μπορούσε να καταναλωθεί τοπικά. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την Παλαιστίνη, την επικράτεια που περιλαμβάνει το σύγχρονο κράτος του Ισραήλ, τη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας. Η ίδια η επικράτεια είναι αρκετά μικρή. Εκτείνεται από τη Μεσόγειο Θάλασσα στα δυτικά έως τον ποταμό Ιορδάνη στα ανατολικά και από τον Λίβανο στα βόρεια μέχρι τον κόλπο της Άκαμπα και τη χερσόνησο του Σινά στα νότια. Το κράτος του Ισραήλ έχει περίπου το μέγεθος του Νιου Τζέρσεϋ. Και το Ισραήλ αποτελεί σχεδόν το 80 τοις εκατό της προαναφερθείσας επικράτειας.

Ο πληθυσμός της Παλαιστίνης είναι επίσης μικρός. Ο πληθυσμός του Ισραήλ είναι [Σ.τ.Μ.: ήταν όταν γράφτηκε το βιβλίο, σήμερα όλοι αυτοί οι αριθμοί έχουν σημαντικά αυξηθεί] περίπου 6,5 εκατομμύρια, λιγότερος από το 10 τοις εκατό του πληθυσμού της Τουρκίας, του Ιράν ή της Αιγύπτου. Υπάρχουν περίπου τρία έως 3,5 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι στη Δυτική Όχθη και τη Λωρίδα της Γάζας ― όσος περίπου ο πληθυσμός του Σικάγο (οι εκτιμήσεις για τον συνολικό αριθμό των Παλαιστινίων στον κόσμο φτάνουν τα εννέα εκατομμύρια). Από το 1948, οι πόλεμοι μεταξύ του Ισραήλ, των γειτόνων του και των Παλαιστινίων έχουν προκαλέσει πάνω από 150.000 θύματα. Αυτοί οι πόλεμοι σίγουρα ήταν τραγικοί, αλλά εξίσου σίγουρα ωχριούν σε φρίκη εμπρός στη σύγκριση με τη θλιβερότερη κατασπατάληση ανθρώπινων ζωών στην περιοχή στην πρόσφατη ιστορία της.

Κατά τη διάρκεια του πολέμου Ιράν-Ιράκ, από το 1980 έως το 1988, υπήρξαν 500.000 έως ένα εκατομμύριο νεκροί και ένα έως δύο εκατομμύρια τραυματίες.
Παρά το γεγονός ότι το μέγεθος της Παλαιστίνης και ο αριθμός των ανθρώπων που επηρεάζονται άμεσα από τα πολιτικά της προβλήματα είναι συγκριτικά ελάχιστοι, η διαμάχη μεταξύ του Ισραήλ αφενός και των Παλαιστινίων και διαφόρων αραβικών κρατών αφετέρου βρίσκεται στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος πάνω από εξήντα χρόνια. Η λεγόμενη αραβοϊσραηλινή διαμάχη συνεχίστηκε για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και έχει αποτελέσει αντικείμενο τόσο σφοδρής αντιπαράθεσης που είναι εύκολο να παραβλέψουμε το θεμελιώδες ζήτημα. Η διαφωνία είναι, με απλά λόγια, μια διαμάχη περί κατοχής της γης. Οι Εβραίοι μετανάστες και οι απόγονοί τους, ενωμένοι στην προσήλωσή τους στην εθνικιστική ιδεολογία του σιωνισμού, και οι Παλαιστίνιοι Άραβες κάτοικοι μεταξύ των οποίων εγκαταστάθηκαν οι σιωνιστές, διεκδικούν και οι δύο το αποκλειστικό δικαίωμα να κατοικούν και να ελέγχουν μέρος ή ολόκληρη την Παλαιστίνη. (περισσότερα…)

Ἐν οἴκῳ τοῦ δεσμωτηρίου

*

Στα χέρια τους έπεσε με προδοσία, λέει το ιερό βιβλίο. Τον έπιασαν και τον έδεσαν και τον τύφλωσαν και τον ταπείνωσαν· «καὶ ἐκράτησαν αὐτὸν οἱ ἀλλόφυλοι καὶ ἐξέκοψαν τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ· καὶ κατήνεγκαν αὐτὸν εἰς Γάζαν καὶ ἐπέδησαν αὐτὸν ἐν πέδαις χαλκείαις, καὶ ἦν ἀλήθων ἐν οἴκῳ τοῦ δεσμωτηρίου

Κι ύστερα μαζεύτηκε στον Ναό όλος ο λαός των εχθρών, γυναίκες και άντρες κοντά τρεις χιλιάδες, για να δουν τα πάθη και τους εξευτελισμούς του. Αλλά εκείνος προσευχήθηκε και ζήτησε χάρη στερνή πριν απ΄ τον θάνατό του την άγρια χαρά της εκδίκησης: «καὶ ἀνταποδώσω ἀνταπόδοσιν μίαν περὶ τῶν δύο ὀφθαλμῶν μου τοῖς ἀλλοφύλοις».

Και ο θεός τού έκανε τη χάρη, και σείοντας με τα δυο του χέρια τις θεόρατες κολώνες του τεμένους ο Σαμψών τις γκρέμισε και πήρε μαζί του στον χαμό και όλων των εχθρών του το πλήθος, ανακράζοντας: «ἀποθανέτω ψυχή μου μετὰ τῶν ἀλλοφύλων».

«Καὶ ἔπεσεν ὁ οἶκος ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας καὶ ἐπὶ πάντα τὸν λαὸν τὸν ἐν αὐτῷ», λέει το ιερό βιβλίο, «καὶ ἦσαν οἱ τεθνηκότες, οὓς ἐθανάτωσε Σαμψὼν ἐν τῷ θανάτῳ αὐτοῦ, πλείους ἢ οὓς ἐθανάτωσεν ἐν τῇ ζωῇ αὐτοῦ».

Ογδόντα χρόνια τώρα κοντά αδικούν κατάφορα, αδικούν φρικτά οι Ισραηλινοί τον αραβικό λαό της Παλαιστίνης. Και είναι τόσο υπερφίαλοι ώστε ξέχασαν τα μεγάλα διδάγματα της δικής τους περίλαμπρης παράδοσης, τα δικά τους μαρτύρια, τους δικούς τους εξευτελισμούς.

Γιατί εκείνον που διεκδικεί την ελευθερία του, όσο φοβάται ακόμη για τη ζωή του, είναι αλήθεια ότι πολλές φορές τον κάμπτεις, συχνά τον ποδοπατάς και τον συνθλίβεις. Εκείνον όμως που τη ζωή του την έχει ήδη ξεγράψει, και όλο το νόημα της αντίστασης το έχει πια συμπυκνώσει σε μια μόνο λέξη, τη λέξη εκδίκηση, δεν υπάρχει τρόπος να τον γονατίσεις ψυχικά. Ευχαρίστως πεθαίνει αν είναι να τιμωρήσει τους αλλόφυλους που του έχουν γίνει δυνάστες. Και όσο πιο βάρβαρη, πιο εγκληματική η ανταπόδοση μάλιστα, τόσο καλύτερη είναι στα μάτια του. «Μονάχα βάρβαροι ξέρουν ν’ αμύνονται», έλεγε ο Νίτσε.

Σε μια αντιστροφή των ρόλων, απ’ αυτές που συνηθίζει η ιστορία, οι τωρινοί Παλαιστίνιοι είναι ο Σαμψών της εποχής μας. Έγκλειστοι στο πελώριο δεσμωτήριο της Γάζας κι αυτοί, σείουν τις κολώνες του Ναού αδιάφοροι αν θα πλακώσει πρώτα απ’ όλους τους ίδιους. Και οι τωρινοί Ισραηλίτες, αλίμονο, είναι πια φτυστοί εκείνοι οι παλιοί Φιλισταίοι. Και άμυαλοι τόσο ώστε να κουνάν στον εκδικητή τους το δάχτυλο και να οπτασιάζονται ότι φτάνει κανείς να τον αποκαλέσει «κτήνος» και «αιμοσταγή τρομοκράτη» για να τον καταβάλει.

KK

*

Ο τελευταίος γάμος

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 09:23
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η φωτογραφία από το Αρτσάχ. Ο τελευταίος γάμος στα πάτρια χώματα, προτού οι νεόνυμφοι πάρουν τον δρόμο για την προσφυγιά. Σχεδόν 100.000 φυγάδες ήδη έχουν περάσει στην Αρμενία για να γλιτώσουν. Στο μεταξύ, αντιγράφω από τις εφημερίδες, «η Ευρωπαϊκή Ένωση ζήτησε σήμερα από το Αζερμπαϊτζάν να αναλύσει το όραμά του για το μέλλον των Αρμενίων που ζουν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ»

~.~

Αποψιλώσαμε τα δάση, μπαζώσαμε τις ακρογιαλιές, αποστραγγίξαμε τις λίμνες, εκτρέψαμε ή εγκιβωτίσαμε ή θάψαμε κάτω από τις λεωφόρους μας τα ποτάμια και τις ρεματιές. Μετονομάσαμε ακόμη και τη Φύση σε «περιβάλλον», σε απλό περίβολο δηλαδή ενός Κέντρου όπου σπεύσαμε να θρονιαστούμε εμείς, σε απλό ντεκόρ της δράσης της αυτού εξοχότητος του Ανθρώπου του Περιβαλλομένου. Και τώρα απορούμε που το «περιβάλλον» μάνιασε και μας σαρώνει.

Είναι ψυχολογικά ενδιαφέρον ότι η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι ο βασιλιάς του κόσμου, επιβλήθηκε στους Νέους Χρόνους ταυτόχρονα με την αποκαθήλωσή του γεωκεντρισμού και του ηλιοκεντρισμού από τον Κοπέρνικο και τον Χαμπλ. Η αυτοπεποίθησή μας δηλαδή φουσκώνει την εποχή ακριβώς που η επιστήμη μας διαρκώς την ξεφουσκώνει.

Από μόνη της η ιδέα ότι ο άνθρωπος είναι κυρίαρχος του πλανήτη είναι γελοία. Μια φλούδα δέκα χιλιομέτρων είναι όλη και όλη η ατμόσφαιρά μας που συντηρεί τη ζωή. Λίγο να αλλάξουν η πυκνότητα ή τα συστατικά της και τίποτε από μας δεν θα απομείνει. Όλη η βιομάζα της Γης, όλοι οι έμβιοι οργανισμοί της μαζί δηλαδή, δεν φτάνουν το 1 τρισεκατομμυριοστό του βάρους της. Ένας κομήτης, ένα ηφαίστειο, μια ηλιακή καταιγίδα και η «κυριαρχία» μας θα μηδενιστεί όπως εκείνη των τριλοβιτών και των δεινοσαύρων. Με βάση τον νόμο των πιθανοτήτων, είμαστε ήδη ξεγραμμένοι, απλώς έχουμε πάρει αναστολή.

Την οποία, απ’ ό,τι φαίνεται, επειγόμαστε να τερματίσουμε. (περισσότερα…)