*
Αφιέρωμα του ΝΠ στον Ουίλλιαμ Μπ. Γέητς [ 5 / 6 ]
~ . ~
~ . ~
*
~.~
~.~
Ι
Για ώρα πλανήθηκα στις αίθουσες ρωτώντας·
μια γηραιή καλόγρια απαντούσε ευγενικά·
εδώ διδάσκουμε ιστορία, εδώ ωδική,
εδώ μαθαίνουν να διαβάζουν τα παιδιά,
να κόβουν και να ράβουν, να μιλούν σωστά,
με τις μεθόδους που η σύγχρονη ζωή απαιτεί –
τα μάτια τους κοιτούσαν απορώντας
τον εξηντάρη επίσημο να τους χαμογελά.
II
Αναπολώ μιας Λήδας το κορμί, γερμένο
επάνω στη μισόσβηστη φωτιά να μου ιστορεί
πώς μια επίπληξη άγρια, πράγμα συνηθισμένο,
την ένιωσε μαθήτρια σαν τραγωδία σωστή –
να μου ιστορεί κι οι δυο μας φύσεις λίγο λίγο
να σμίγουν λες στη σφαίρα ενός νεαρού καημού
ή, παραφράζοντας του Πλάτωνα τον μύθο,
στον κρόκο και τ’ ασπράδι του ίδιου αυγού.
III
Και με τη σκέψη μου σ’ αυτό αναρωτιόμουν
ενώ τριγύρω τα παιδιά περιεργαζόμουν,
τάχα τους έμοιαζε μικρή –γιατί ακόμα
κι οι θυγατέρες ενός κύκνου έχουν κοινά
με της κοινής της πάπιας την κληρονομιά–,
τέτοιό ’χαν τα μαλλιά, τα μάγουλά της χρώμα;
Ώσπου η καρδιά μου χτύπησε σάμπως τρελή:
κι εμπρός μου στάθηκε έξαφνα, παιδί.
IV
Πώς μοιάζει τώρα αναλογίστηκα μετά –
του Quattrocento έπλασε άραγε ένα χέρι
τα μάγουλά της τα φρυγμένα, κρύο αγέρι
μπέρδεψε ετούτες τις σκιές στο πρόσωπό της;
Κι ο ίδιος, που δεν ήμουνα κι Αυτού ωραιότης,
κάποτε είχα κόμη εβένου – μα αρκετά,
να τους χαμογελάς σαν σου χαμογελούν,
πως είσαι σκιάχτρο απ’ τα καλόβολα να δουν.
V
Ποια νέα μητέρα προδομένη από το μέλι
της σάρκας, τούτη τη μορφή που στην ποδιά της
όλο παλεύει για ύπνο, κλάμα και φυγή
όπως η ανάμνηση ή η νάρκωση το θέλει,
άραγε θά ’λεγε αν έβλεπε μπροστά της
τον γιο της ξάφνου που ’χει εξηνταρίσει,
πως του αγώνα της για να τον αναστήσει
και των ωδίνων της αυτή ’ναι η ανταμοιβή; (περισσότερα…)
*
~.~
~.~
«Τι πλέκεις με τέτοιο μαλλί φωτεινό;»
«Το πέπλο σάς πλέκω της Θλίψης:
Ω σ’ όλων τα μάτια ποθώ να το δω,
και θα ’ναι το πέπλο της Θλίψης.»
«Τι φτιάχνεις με τόσα πανιά και κουπιά;»
«Τη βάρκα σάς φτιάχνω της Θλίψης:
Ω μέρα και νύχτα θα πλέει στ’ ανοιχτά,
και θα ’ναι η βάρκα της Θλίψης.»
«Τι ράβεις με τέτοιο πετσί μαλακό;»
«Τις σόλες σάς ράβω της Θλίψης,
στ’ αυτί σας το βήμα τους θα ’ναι απαλό,
το αιφνίδιο το βήμα της Θλίψης.»
~.~
Ποιος σ’ όνειρο είδε ότι όνειρο είναι κι η ομορφιά;
Αν υπερήφανα πενθούν τ’ άλικα ετούτα χείλη,
πενθούν που θαύμα τέτοιο πια άλλο δεν θ’ ανατείλει,
της Τροίας τη δόξα κήδεψε μεγάλη πυρκαγιά,
παν τ’ Ούσνα τα παιδιά.
Διαβαίνει ο κόσμος, όλων μας διαβαίνουν οι καημοί:
τρέμουν οι ανθρώπινες ψυχές και σβήνουν και σκορπάνε
σαν του χειμώνα τα χλωμά νερά που αργά κυλάνε,
μα μες στων άστρων τον αφρό βαθιά θα ζει ες αεί
η άμοιαστη αυτή μορφή.
Υποκλιθείτε, αρχάγγελοι· για να βαδίσει εδώ,
πριν από σας, προτού οι καρδιές καν οι θνητές προστρέξουν
ικέτισσες στον θρόνο Του λύτρωση να γυρέψουν,
για εκείνη Εκείνος έστρωσε σαν δρόμο χλοερό
όλον τον κόσμο αυτό.
~.~ (περισσότερα…)
*
~.~
ΜΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ
Ποια στέκει εκεί με το παιδί;
Έν’ άστρο τής τρυπάει τ’ αυτί.
Ποιος φώτισε έτσι τη φασκιά;
Όχι όποιος – ο Ντελακρουά.
Τι κυνηγά ψύλλους, κοριούς;
Του Ίρβινγκ ο φτερωμένος νους.
Πώς και δεν στάζει από ψηλά;
Άπλωσε ο Λάντορ μουσαμά.
Ποιος διώχνει αγύρτες και μωρούς;
Βροντά ο Ταλμά με κεραυνούς.
Τρόμος της κόβει τη μιλιά.
Ανήλεο βλέμμα την κοιτά;
~.~
Το λίκνο της Βηθλεέμ και οι συμβολισμοί του ενέπνευσαν επανειλημμένα τον Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς και την ποίησή του. Το ποίημα «Μια γέννηση» ανήκει στα τελευταία που έγραψε και περιλαμβάνεται στα Last poems (1938-39) που δημοσιεύτηκαν μεταθανατίως. Για την εικόνα του δεύτερου στίχου, ο ποιητής σημείωνε σε άλλη περίσταση:
«Είχα στη μνήμη μου βυζαντινές ψηφιδωτές απεικονίσεις του Ευαγγελισμού, οι οποίες δείχνουν μια γραμμή τραβηγμένη από ένα αστέρι ώς το αυτί της Παναγίας. Εκείνη δέχεται τον Λόγο διά του ωτός, ένα αστέρι πέφτει και ένα αστέρι γεννιέται.»
Κατά τα λοιπά, ο ποιητής σχολιάζει τη Γέννηση του Χριστού μέσω της τέχνης: μνημονεύοντας τέσσερις καλλιτέχνες και συγγραφείς, τους δικούς του τρόπον τινά Μάγους που περιβάλλουν και προστατεύουν το θείο βρέφος. Κατά σειρά, τον Ferdinand-Vietor-Eugene Delacroix (1798-1863), Γάλλο ζωγράφο· τον Walter Savage Landor (1775-1864), Άγγλο συγγραφέα· τον Sir Henry Irving (1838-1905), Άγγλο ηθοποιό· και τον François Joseph Talma (1763-1826), Γάλλο ηθοποιό.
Ας προσεχθεί πάντως ιδιαιτέρως το τελευταίο δίστιχο: λίγους μήνες πριν το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέητς υπαινίσσεται τους περίφημους στίχους του της «Δευτέρας Παρουσίας», το Θηρίο που σέρνεται ώς τη Βηθλεέμ. Ο ιστορικός κύκλος της εποχής και του πολιτισμού μας έχει ολοκληρωθεί, ο νέος πέπρωται να εγκαινιαστεί όχι με τον ερχομό ενός Θεού, αλλά ενός Τέρατος:
κι ήρθε επιτέλους ποιου σκαιού θηρίου η ώρα
στα μουλωχτά στη Βηθλεέμ να πάει να γεννηθεί;
Με τρόπο αντίστοιχο είχε περιγράψει και παλαιότερα (“Δύο τραγούδια από ένα θεατρικό”) την έλευση του Χριστού, συγκρίνοντας την Παναγία με την παρθένο Αθηνά που σπαράσσει το σώμα του Διονύσου.
Είδα να στέκει μια παρθένα που κοιτούσε
του ιερού Διονύσου τη σορό
και την καρδιά απ’ το στήθος του ανασπούσε
και την καρδιά του την παλλόμενη κρατούσε
κι ύψωνε την καρδιά του θριαμβικά·
τότε οι Μούσες ύμνησαν θερμά
τον Μέγα Ενιαυτό, λες και στον θείο χαμό
είδαν μονάχα ένα έργο θεατρικό.
Μια νέα Τροία θ’ ανατείλει και θα δύσει,
μια νέα φατρία τα κοράκια θα ταΐσει,
μιας νέας Αργώς η πλώρη θα κινήσει
για κάποιο λούσο πιο φανταχτερό.
Σε πόλεμο κι ειρήνη αφέντρα πρώτη,
στάθηκε η Ρώμη τώρα τρομαγμένη
σαν η παρθένα βγήκε η μανιασμένη
με τ’ Άστρο της απ’ τα μυθώδη σκότη.
~.~
Η παρούσα ανάρτηση είναι το πρώτο από τα συνολικά έξι μέρη του εορταστικού αφιερώματος του ΝΠ στον Γέητς. Έως την προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς θα ακολουθήσουν μια ευρεία επιλογή από τα «Ποιήματα», ένα ανθολόγιο δοκιμιακών αποσπασμάτων, μια ανάρτηση για το άγνωστο εδώ σε μας ενδιαφέρον του Ιρλανδού ποιητή για το ελληνικό δημοτικό τραγούδι που έθρεψε δύο τουλάχιστον κείμενά του και, τέλος, μια εκτενής μελέτη για την, επίσης άδηλη αλλά εντυπωσιακή, ομοιότητα της δημιουργικής διαδρομής του μ’ εκείνην του Κωστή Παλαμά, ομοιότητα που ώθησε ήδη τον Σέημους Χήνυ να τους αποκαλέσει «παράλληλους». Αυτή η τελευταία πρωτοπαρουσιάστηκε στο πρόσφατο παλαμικό συνέδριο του Ομόδους στην Κύπρο (βλ. τώρα τον τόμο Παλαμάς και κυπριακά γράμματα, Λευκωσία 2022). Τις μεταφράσεις και τα κείμενα του Αφιερώματος υπογράφει ο Κώστας Κουτσουρέλης.
*
*
Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι· να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
Πράσινες περιστέρες
περουζέδες
εντός· εκτός: φερέλπιδες pagliacci
να προγευματίζουν
βουτώντας προκηρύξεις
στον καφέ και τσιγάρα στον καφέ·
«Miglior fabbro, miglior fabbro,
γελάς; Είσαι καλός άνθρωπος. Προσπαθεί
να σε κηδέψει ο Foucault”.
«Τι θα μείνει απ’ όλα αυτά;
Καν μια Παλατινή Ανθολογία!» – 1987
«Κέλα για το den του Blake, Γιώργη.
Θα κάνουμε μια έκδοση βαθιά
των Τραγουδιών της Πείρας:
οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι» – 1991
«Άφησε τώρα τον Shakespeare – έχουμε αρκετό·
οι νταλγκάδες του Coleridge λείπουν:
Biographia Literaria.
«Τα παρατώ, Γιώργη», 19; (μόνο εκείνα τα σκαλιά
θυμάμαι και Ζ. Πηγής και… Jonny Walker (;)
και «Όχι εσύ Δημήτρη. Ο τόπος ζέχνει
από managers – ο Κέρβερος
παραδίδει μαθήματα επικοινωνιολογίας…»
«Τι δίνουμε στα παιδιά, Γιώργη;
Απελπισία στιχηρή. Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας
σα θλιβερά τραγούδια. Αυτό που έρχεται….
οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια…
θα διδάξω… νύχτα. Bella νύχτα!
Αποκριές. Δες πως χορεύει η Μούσα σου!» –
χίλια εννιακόσια – στα χίλια εννιακόσια…
Μόνο το φως, η μουσική, τα χείλη διαρκούν.
«Κι εγώ; Ένα μπουκάλι Cutty Shark – το λιγότερο
τη μέρα; O Coleridge; Κάτι
μυρίζει εξορία μέσα μου, ακούγοντάς σε…
By thy grey beard and glittering eye…»
Τριάντα χρόνια προσδοκίες και ματαιώσεις
κι ο θεός γυμνός, ν’ αφήνει
κάτι απ’ τη θεία του φύση
κι ο βαρκάρης: «Δυο τρόποι για να βρεις
τη λευτεριά σου: ο ένας να φυγαδευτείς
κι ο άλλος να πεθάνεις.
«Τον Poe να κάνουμε, Γιώργη: πλήρης
έκδοση σχολιασμένη…»
Έζησα ήδη έναν θάνατο.
Ο δεύτερος θα με συντρίψει.
Κι έγιναν πέντε και δέκα και…
Μην βιάζεστε, ασύστατοι.
Ένας-ένας…
Ο Άδης τρέφεται με τους καλούς –
οι άθλιοι τον βαρυστομαχιάζουν.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ
*
*
Ἡ ἔννοια τοῦ φιλελευθερισμοῦ εἶναι τόσο εὐρεία καὶ περιλαμβάνει τόσο ἑτερογενῆ μεταξύ τους στοιχεῖα, ὥστε γεννᾶται τὸ ἐρώτημα ἂν ἀποτυπώνει ἐντέλει ἐπαρκῶς τὰ κύρια γνωρίσματα τῆς πολιτικῆς αὐτῆς κοσμοθεώρησης. Ὅμως, ἄν δὲν πρόκειται γιὰ συνεκτικὴ ἔννοια ποὺ συνδέει τοὺς φιλελεύθερους ὅλων τῶν ἀποχρώσεων μεταξύ τους, περὶ τίνος πρόκειται; Εἶναι δυνατὸν νὰ δοῦμε τὸν φιλελευθερισμὸ ὡς ζητήμα καρδιᾶς;
Οἱ φιλελεύθεροι χωρίζονται σὲ διάφορες ἐπιμέρους κατηγορίες: πιστοὶ καὶ ἀθεϊστές, αἰσιόδοξοι καὶ ἀπαισιόδοξοι, ὑποστηρικτὲς τοῦ Κὰντ ἢ τοῦ Μίλλ, εἴρωνες ἢ ἠθικολόγοι. Ὁ συνδετικὸς κρίκος ὅλων αὐτῶν τῶν διαφορετικῶν ἀνθρωπότυπων συνίσταται ὅμως σὲ κάτι διαφορετικό ἀπὸ αὐτές τους τὶς ἰδιότητες: τὴν ἱκανότητά τους νὰ μπαίνουν στὴ θέση ὅσων ὑποφέρουν. Οἱ φιλελεύθεροι παρακινοῦνται εὐκολότερα νὰ ἀντιδράσουν ἐμπρὸς στὴ βία, τὸν ἐξευτελισμὸ ἢ τὴν ἀδικία ἀπ’ ὅ,τι οἱ συντηρητικοί. Μπορεῖ νὰ μὴν συμμερίζονται τὴν ἴδια κοσμοθεώρηση, ὡστόσο τοὺς ἑνώνει ἡ συναισθηματικὴ ἀντίδραση. Ὁ φιλελευθερισμὸς εἶναι ζήτημα καρδιᾶς ὄχι πνεύματος. Ὁ τρέχων ὑποτιμητικὸς χαρακτηρισμὸς ποὺ χρησιμοποιοῦν οἱ συντηρητικοὶ στὶς Ἡνωμένες Πολιτεῖες γιὰ τοὺς φιλελεύθερους εἶναι ἐνδεικτικός: «do-gooding bleeding hearts», κάτι σὰν «πονόκαρδες ἀδερφὲς Τερέζες».
Οἱ ἀπόπειρες νὰ θεμελιωθεῖ ὁ φιλελευθερισμὸς πάνω σὲ φιλοσοφικὴ βάση ἀστοχοῦν. Τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα λ.χ. ὑπῆρχαν δοῦλοι ἴσως ἦταν κάτι ἐσφαλμένο, ὄχι ὅμως καὶ παράλογο. Εἶναι ἀδύνατο νὰ ἀποδείξουμε ὅτι ἡ δουλεία ὑπῆρξε ἱστορικὸ σφάλμα ἐπὶ τῆ βάσει ἀρχῶν τῶν ὁποίων ἡ ἰσχὺς εἶναι προφανὴς σὲ κάθε σκεπτόμενο ἄτομο κάθε ἐποχῆς καὶ κάθε τόπου. Ἐμεῖς, οἱ σύγχρονοι Εὐρωπαῖοι καὶ Ἀμερικανοί, ὑπερέχουμε ὅντως τῶν δουλοκτητῶν τοῦ παρελθόντος, ὅπως ὁ Περικλῆς καὶ ὁ Τόμας Τζέφφερσον, ἢ τοῦ παρόντος, ὅπως κάποιοι φύλαρχοι στὴ σημερινὴ Ἀφρική. Ὡστόσο, δὲν διαθέτουμε οὔτε καλύτερα συστήματα πίστεως οὔτε ὀρθότερη κρίση. Ἁπλῶς, εἴμαστε περισσότερο ἀπὸ ἐκείνους σὲ θέση νὰ συμμεριστοῦμε τὴν κατάσταση τῶν σκλάβων.
Ἑξαιρουμένων τῶν παθολογικῶν περιπτώσεων, καθένας δύναται νὰ συμπάσχει. Καθένας μοιράζεται τὸν πόνο τῶν μελῶν τῆς οἰκογένειάς του ἣ τῶν φίλων του. Οἱ δουλοκτῆτες συμμερίζονται τὶς ἀτυχίες τῶν ἄλλων δουλοκτητῶν, ὅπως καὶ οἱ βασανιστὲς ἐκεῖνες τῶν συναδέλφων τους. Παρὰ ταῦτα, στὶς περισσότερες κοινωνίες καὶ στὶς περισσότερες ἐποχὲς τῆς ἱστορίας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ζωὴ ὑπῆρξε ὑπερβολικὰ δύσκολη καὶ ἀβέβαιη, ὥστε νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἄνθρωπο νὰ διευρύνει τὴ συμπάθειά του ὥστε νὰ περιλάβει καὶ ἐκείνους ποὺ διέφεραν πολὺ ἀπὸ τὸν ἴδιο. Στοὺς δυὸ αἰῶνες ποὺ ἀκολούθησαν τὴ Γαλλικὴ Ἐπανάσταση, ἡ κατάσταση τῆς μεσαίας τάξης στὴν Εὐρώπη καὶ τὴν Ἀμερικὴ ἐπέτρεψε σὲ πολλοὺς ἀκριβῶς αὐτό. Δὲν τίθεται βεβαίως ζήτημα ξαφνικῆς μεταστροφῆς τῶν μελῶν τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους καὶ προσχώρησής τους στὴ θεωρία τοῦ Κὰντ ποὺ θέλει τὸν ἄνθρωπο σκοπὸ καὶ ὄχι ταπεινὸ μέσο. Ἁπλῶς οἱ ἄνθρωποι, χάρη στὶς δικές τους πιὸ ἄνετες πλέον συνθῆκες διαβίωσης, ἔγιναν περισσότερο εὐαίσθητοι, περισσότερο γενναιόδωροι. Τοὺς ἐπετράπη ἔτσι νὰ θεωροῦν ἰσάξιο κάποιον, ἀκόμη καὶ ἐντελῶς διαφορετικὸ ἀπὸ τοὺς ἴδιους, ἐφόσον μετέχει τῆς κοινῆς ἀνθρώπινης μοίρας. Γιὰ νὰ μνημονεύσουμε τὰ λόγια τοῦ φιλοσόφου Πῆτερ Σίνγκερ, «διεύρυναν τὸν κύκλο τοῦ «Ἐμεῖς»». (περισσότερα…)
*
Τὸ ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, μὲ τὴν ἀφορμὴ τῆς πρόσφατης κυκλοφορίας τοῦ 6ου τεύχους του ποὺ εἶναι ἀφιερωμένο στὸν ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΡΜΑΟ, σᾶς προσκαλεῖ στὴν ἐκδήλωση ποὺ πρόκειται νὰ γίνει
στὶς 10 Δεκεμβρίου 2022, ὥρα 12:00 το μεσημέρι,
στὸν Κῆπο τοῦ Μουσείου (Πατησίων 44, Ἀθήνα 106 82 – μπροστὰ ἀπὸ τὸ Ἐθνικὸ Ἀρχαιολογικὸ Μουσεῖο).
Τὴν ἐκδήλωση θὰ προλογίσει ὁ Κώστας Κουτσουρέλης, διευθυντὴς τοῦ περιοδικοῦ, ἐνῶ γιὰ τὸν Δημήτρη Ἀρμάο θὰ μιλήσουν οἱ:
Γιῶργος Βέης (συγγραφέας, κριτικός, μεταφραστής)
Ἀναστάσης Βιστωνίτης (συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ἀρθρογράφος, μεταφραστής)
Θανάσης Τριαρίδης (συγγραφέας, δοκιμιογράφος)
Ἐπιπλέον, θὰ ἀκουστοῦν κομμάτια σὲ κλασικὴ κιθάρα ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖο Ἀρμάο καὶ θ΄ ἀναγνωστοῦν ποιήματα καὶ κείμενα τοῦ συγγραφέα ἀπὸ παλιοὺς μαθητές, συνεργάτες καὶ φίλους του.
Τὴν ἐκδήλωση θὰ συντονίσει ὁ Θανάσης Γαλανάκης, ἀρχισυντάκτης τοῦ περιοδικοῦ.
Στὸν χῶρο θὰ διατίθεται τὸ τεῦχος 6, ὅπως ἐπίσης καὶ παλαιότερα τεύχη τοῦ περιοδικοῦ.
*
*
*
*
*
Ἀναθεματίζω τὰ ποιήματα. Δὲν θέλω οὔτε νὰ τὰ βλέπω οὔτε νὰ τὰ ἀκούω. Ποτὲ δὲν μοῦ ἄρεσαν. Κι ἂν γιὰ ἕνα διάστημα εἶχα ξεπεράσει τὴν ἀποστροφή μου γιὰ δαῦτα, τώρα τὰ ἀπεχθάνομαι περισσότερο ἀπὸ ποτέ. Ὁ διάολος νὰ τὰ πάρει κι ἐκεῖνα κι αὐτοὺς ποὺ τὰ κατασκευάζουν. Ὅλοι ἐτοῦτοι οἱ κύριοι καπηλεύονται τὸν ἥλιο, τὸ φεγγάρι καὶ τ’ ἄστρα, τὴν ἡμέρα καὶ τὴ νύχτα, κάνοντάς μας νὰ νιώθουμε ἀηδία γι’ αὐτά· κι ἐπειδὴ στὸ σχολεῖο κι ἀργότερα μᾶς ἐπιβάλλουν τὰ παρασκευάσματά τους μὲ τὸ ζόρι, νοθεύουν τὸ γνήσιο αἴσθημα καὶ τὴν ἁπλὴ φυσικὴ σχέση μας μὲ τὰ φαινόμενα καὶ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου.
Τὰ ποιήματα μοιάζουν κάπως μὲ βάκιλλο, εἶναι μεταδοτικά. Πόσο μεγάλο κακὸ μᾶς ἔχουν κάνει, νομίζετε, μὲ τὰ ἕωλα καὶ ἀξιοθρήνητα συναισθήματα ποὺ κουβαλᾶνε, καὶ ποὺ εἶναι ἐπιπλέον σὲ μεγάλο, στὸν μέγιστο βαθμό, ψευτιὲς καὶ ἀναλήθειες καὶ ρύποι! (περισσότερα…)

Οὐδέποτε εἶχα κατὰ νοῦ μιὰ κάποια «ἐπιστημονικὴ μελέτη». Οὐσιαστικὰ δὲν ἤξερα οὔτε κατ’ ἐλάχιστον τὸ γράψιμο, κάτι μέσα μου ὅμως διαμαρτυρόταν καὶ ἔδειχνε πρὸς τὰ βιβλία καὶ τὸ γράψιμο. Λόγω μιᾶς δυσκολίας ποὺ ἔχω στὴν ὁμιλία, σιχάθηκα τὸ γυμνάσιο, τὴ Νομικὴ καὶ κάθε μορφὴ συνδιάλεξης. Στὰ βιβλία, ὀφείλω νὰ σοῦ πῶ, δὲν πήγα γιὰ νὰ σπουδάσω. Ἡ ἐλευθερία μοῦ ἔλειπε. Γνώρισα μιὰ συντροφιὰ μὲ τὰ ἴδια ἐνδιαφέροντα: τὸν Ἀποστολόπουλο, τὸν Λεβέντη καὶ τὸν Ζέρβα• αὐτὸς ἦταν ὁ πρῶτος ἀνθρωπος ποὺ εἴδα νὰ γράφει σὲ γραφομηχανὴ ποιήματα…
Κατὰ πρῶτο λόγο γιὰ νὰ ἀπαιτήσεις ἰδιαίτερη τύχη στὸ γράψιμο θὰ πρέπει νὰ ἔχεις κάποιο τάλαντο, ἀρετὴ ποὺ μοῦ ἔλειπε. ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τὰ βιβλία ὣς ἕνα σημεῖο σὲ βοηθοῦν, ἀπο κεῖ καὶ πέρα σὲ τυφλώνουν. Ὅλα αὐτὰ βέβαια ἀφοροῦν τὴν ἀκαδημαϊκὴ σκέψη, ποὺ δὲν ἦταν τὸ φόρτε μου.
Δὲν εἶχα ἀκαδημαϊκὲς προθέσεις στὸ γράψιμο. Ἤθελα νὰ πάρει ὁ ἀναγνώστης τὸ βιβλίο καὶ νὰ βρεῖ κάτι ἀληθινὰ δικό του, δὲν εἶχα τὴν προθέση νὰ τὸν καταπλήξω μὲ τὶς γνώσεις μου. Μοῦ ἄρεσε νὰ εἶμαι καὶ νὰ παραμείνω αὐτοδίδακτος…
Γιὰ νὰ εἶμαι ἐλικρινὴς ὀφείλω νὰ σᾶς πῶ ὅτι οὐδέποτε μὲ γοήτευσε ἡ ποίηση. Δὲν μιλᾶμε γιὰ τὸν Ὅμηρο βέβαια, τοὺς τραγικούς, τὸν Σαίξπηρ κτλ. Ἔχω βιβλία ποιητικὰ στὸ σπίτι μου, ἀλλὰ σπανίως τὰ ἀνοίγω. Ἀντίθετα τὰ δοκίμια τοῦ Σεφέρη γιὰ παράδειγμα μὲ ἔχουν καταγοητεύσει. Εἰδικὰ τὸ δοκίμιο γιὰ τὰ μοναστήρια τῆς Καπαδοκίας… Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, τὴ στοχαστική, ὁ Ράμφος καὶ ὁ Κονδύλης νομίζω ὅτι ἐπέτυχαν κάτι ἐντυπωσιακό. Νὰ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι τόσο ὁ Στέλιος ὅσο καὶ ὁ Τάκης προκάλεσαν πανικὸ στὸ ἑλληνικὸ πανεπιστήμιο…
Μιὰ καὶ μιλᾶμε γιὰ γραφτὰ ντόπιων μὲ εὐρωπαικὴ νοοτροπία, καλὸ εἶναι νὰ θυμόμαστε ὅτι ὁ νεοέλλην ἔχει ἕνα συνδρόμο ποὺ οὐδέποτε τὸν ἐγκαταλείπει. Σκοπεύει νὰ χτυπήσει τὴν πρωτιά, νὰ γίνει ἀκαδημαϊκὸς ἀνήρ, νὰ παίξει κάποιο ρόλο στὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς χώρας, νὰ τὸν βλέπουν καὶ νὰ τὸν χαίρονται ἢ νὰ τὸν φθονοῦν. Ἂν δὲν ἔχει δημόσια εἰκόνα ἀλλὰ ἰδιωτεύει μὲ τὸ στίγμα τοῦ φουκαρᾶ, τότε κανεὶς δὲν δίνει σημασία…. (περισσότερα…)

*
~•~
Σήμερον συνέχει τάφος…
Πελώριος τάφος σήμερα καὶ κλειεῖ
τὸν ποὺ στὴ φούχτα του ὅλη κλειεῖ τὴν πλάση.
Πλάκα σκεπάζει αὐτὸν ποὺ μὲ τὴν ἀρετὴ
τοὺς οὐρανοὺς ἔχει σκεπάσει.
Κοιμᾶται ἡ Ζωὴ κι ὁ Ἅδης σπαράζει
κι ὁ Ἀδὰμ γλυτώνει ἀπ᾽ τὰ δεσμά,
τὴν ἅγια οἰκονομία Σου εὐθὺς δοξάζει,
ποὺ τὸ ἔργο αἰώνων τέλεψε σωστά.
Καὶ σ᾽ ὅλους μας δῶρο ἀκριβὸ τὴν ἅγια
ἀπ᾽ τοὺς νεκροὺς χαρίζει Ἀνάστασή Του.
Σήμερον συνέχει τάφος,
τὸν συνέχοντα παλάμῃ τὴν Κτίσιν,
καλύπτει λίθος,
τὸν καλύψαντα ἀρετῇ τοὺς οὐρανούς,
ὑπνοῖ ἡ ζωή, καὶ ᾅδης τρέμει,
καὶ Ἀδὰμ τῶν δεσμῶν ἀπολύεται.
Δόξα τῇ σῇ οἰκονομίᾳ,
δι’ ἧς τελέσας πάντα σαββατισμὸν αἰώνιον,
ἐδωρήσω ἡμῖν, τὴν παναγίαν
ἐκ νεκρῶν σου Ἀνάστασιν. (περισσότερα…)