ΝΠ | Αφηγήματα

Οι δώδεκα βασιλοπούλες και τα πασουμάκια τους

*

της ΣΕΣΙΛ ΙΓΓΛΕΣΗ ΜΑΡΓΕΛΛΟΥ

Ήταν μια φορά και δώδεκα καιρούς (λέμε «δώδεκα», γιατί ο χρόνος πολλαπλασιάζει τους καιρούς) δώδεκα βασιλοπούλες ή πριγκιποπούλες – όπως προτιμάτε. Σκέτες κοπελίτσες ήταν, βέβαια, όπως όλες, αλλά το παραμύθι τις θέλει αναβαθμισμένες, για λόγους γκλάμουρ – αλλιώς, το Crown π.χ. θα ’χε πάει άπατο.

Αφού ήταν βασιλοπούλες, είχαν μπαμπά βασιλιά. Αυτός ήταν φυσικά πανηλίθιος, τύραννος, φαλλοκράτης και έπασχε από αντίστροφο οιδιπόδειο: ήταν εκείνος ερωτευμένος με τις κόρες του (και με τις 12 – πού ακούστηκε!).

Μαμά-βασίλισσα δεν υπήρχε πουθενά στην ιστορία. Και ιδού γιατί: όταν δεν είναι κακές μανάδες, ή φθονερές μητριές, ή θεόμουρλες, ή φρικτές μάγισσες, οι μαμάδες των παραμυθιών –εστεμμένες ή μη– διατελούν νεκρές ή ανύπαρκτες. Έτσι, τα παραμύθια ξεμπερδεύουν χωρίς πολλά-πολλά απ’ τις καλές μητρικές φιγούρες, που μπερδεύουν τους πάντες, ακόμη και τον Φρόυντ.  Βέβαια, στην αληθινή ζωή, υπάρχουν μανάδες που μπορούν να μετριάσουν τις αυθαιρεσίες του δεσποτικού πατρός, που σφουγγαρίζουν, μαγειρεύουν, αλλάζουν πάνες, είναι CEO στη Microsoft, πλέκουν κάλτσες για τα στρατά και καμιά φορά αυτοθυσιάζονται, θυσιάζοντας μαζί και τα τέκνα τους (βλ. Σουλιώτισσες). Στα παραμύθια, ποτέ. Είτε τις τρώει η μαρμάγκα από την πρώτη φράση είτε ξεκάνουν κατευθείαν τέκνα και λοιπούς συγγενείς. Μετά, καβαλάνε το φτερωτό άρμα του Ήλιου, και μην τις είδατε (βλ. Μήδεια).

Τέλος πάντων (που λέει ο λόγος),  ο πανηλίθιος μπαμπάς-βασιλιάς διπλοκλείδωνε τις θυγατέρες του το βράδυ, μην τυχόν του ξεφύγουν, προτού τις μοσχοπαντρέψει με βασιλοπαλικαρόπουλα της αρεσκείας του, ώστε να  δωδεκαπλασιάσει το βασίλειό του (οιδιπόδειο, ξε-οιδιπόδειο, είχε τον νου του και στο δημόσιο συμφέρον). Αυτές; Στα παλιά τους τα παπούτσια! Είχαν βρει σούπερ κόλπο να κάνουν την βασιλοπουλική επανάστασή τους.

Kοιμόντουσαν όλες στο ίδιο δωμάτιο, καθότι, λόγω ελλείψεως μητρός και ελλιπούς πατρός, στο κάστρο (που λεγόταν Holy-wood, προς τιμήν της αγίας βασίλισσας, οία είχε τινάξει τα πέταλα γεννοβολώντας έφιππη τις δωδεκάδυμες στο πέριξ δάσος, όπου κυνηγούσε ελάφια) επικρατούσαν συνθήκες ντικενσιανού ορφανοτροφείου. (περισσότερα…)

Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ὁ Κοσμολαΐτης

*

Ἕνα καιρὸν ὁ πατήρ του ἦτον εὐκατάστατος ἔμπορος εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὕστερον ἦλθον δυστυχίαι, καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐξέπεσε. Ἀλλὰ καὶ ἂν διετηρεῖτο ἔκτοτε τὸ μαγαζί, εἶναι ζήτημα ἂν ὁ Στέλιος θὰ εἶχε τὴν ἱκανότητα νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπωφελῶς τὸ ἔργον μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός του. Εἶχε μάθει ὀλίγα κολλυβογράμματα. Ἔτρεφε καλογηρικὰς κλίσεις, ἐφοίτα εἰς τοὺς ναούς, εἶχε συλληφθῆ ἀπὸ τὸ πνευματικὸν ἀμφίβληστρον τοῦ ἱερομονάχου Μεθοδίου, ὅστις ἡσύχαζε κατ᾽ ἐκεῖνον τὸν χρόνον ἔν τινι μονυδρίῳ ἐπί τινος λόφου, ἐγγὺς τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Στέλιος εἶχε γίνει ὁπωσοῦν καλὸς διαβαστὴς εἰς τὰς ἱερὰς ἀκολουθίας. Ἐσείετο ὅλος ὅταν ἐδιάβαζε τὸ Συναξάρι τῆς ἡμέρας. Ὅταν ἔψαλλε τὸν μικρὸν Πολυέλεον (ψαλμὸν τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ στίχοι λήγουσιν εἰς τὴν φράσιν «ὅτι εἰς τὸν αἰῶνα τὸ ἔλεος αὐτοῦ», καὶ ἐντεῦθεν ὠνομάσθη «πολυέλεος» καὶ τὸ πολυλάμπαδον τὸ κρεμάμενον εἰς τὸ μέσον τοῦ ναοῦ, τὸ ὁποῖον καὶ σείουσι καθ᾽ ἣν ὥραν ψάλλεται ὁ ρηθεὶς ψαλμός) εἷς ὅστις ἤθελε νὰ κάμῃ τὸν ἀστεῖον ―διότι δὲν λείπουν καὶ τὴν ὥραν τῆς ἀκολουθίας ἀκόμα τοιοῦτοι πειρασμοὶ ἐντὸς τοῦ ναοῦ― ἔλεγε: «Μὴν κουνᾶτε τὸν πολυέλεο· κουνιέται ὁ Καλοχεράκης».

Ὅταν κατεχώριζε καμμίαν μικρὰν διατριβὴν εἰς ἐφημερίδα, ὑπέγραφε: «Στυλιανὸς Καλοχεράκης, δημοσιογράφος». Ἐπὶ μίαν σελήνην εἶχεν ἐκδώσει εἰς Πειραιᾶ ἐφημερίδα «Ὁ Θρίαμβος», θρησκευτικήν, πολιτικὴν καὶ ἐμπορικήν.

Τέλος ὁ Στέλιος ἐφάνη ὅτι ἔμελλε μίαν ἡμέραν νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα τοῦ προορισμοῦ του, εἰς τὸν πρόσκαιρον τοῦτον κόσμον. Κάποιος ἔκπτωτος ἡγούμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος εἶχεν ἔλθει εἰς τὰς Ἀθήνας. Οὗτος δὲν εἶχε τὰς στενὰς ἰδέας ἐκείνων τῶν αὐστηρῶν μοναχῶν, τῶν μὴ ἐξελθόντων ποτὲ ἀπὸ τὸ Ὄρος, οἵτινες συνηθίζουν ν᾽ ἀποθαρρύνουν σκληρῶς πάντα νέον προσερχόμενον μὲ πόθον ὅπως ἐνδυθῇ τὸ μοναχικὸν σχῆμα.

«Ἡμεῖς, παιδί μου, ποὺ μᾶς βλέπεις ἐδῶ, εἴμεθα μετανοημένοι ποὺ ἤρθαμε, ἔτσι βρεθήκαμε κ᾽ ἡμεῖς. Τώρα εἶναι εἰς παρακμὴν τὸ μοναχικὸν τάγμα. Ἄχ! τὸ ἀγγελικὸν σχῆμα, παιδί μου, εἶναι μεγάλο πρᾶγμα… Βλέπεις τὸν Καλόγηρον, πῶς τὸν ἔχουν ζωγραφίσει καρφωμένον εἰς τὸν Σταυρόν, εἰς ὅλους τοὺς νάρθηκας τῶν ναῶν, εἰς τὸ Ὄρος!… Σῦρε πίσω στὸν κόσμο, παιδί μου. Στὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ! Εἰς ὁδὸν εἰρήνης, τέκνον μου». (περισσότερα…)

Το Κλήμα Λάζαρος

*

Το διήγημα «Το Κλήμα Λάζαρος» του Δ. Ε. Σολδάτου παρουσιάζεται θεατροποιημένο αυτό το Σάββατο 12.4.2025 –ανήμερα του Λαζάρου– από τον ηθοποιό Δημήτρη Βερύκιο (κιθάρα, μαντολίνο, τραγούδι: Αρετή Κοκκίνου) στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή. Ώρα έναρξης 19:15.

~.~

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Μόνο εκεί που υπάρχουν τάφοι υπάρχει ανάσταση.
FRIEDRICH NIETZSCHE

Δίπλ’ απ’ το πατρικό μου στο χωριό –εκεί που τώρα βρίσκεται το Silenus Bill’s Bar– υπήρχε παλιά ένα ελαιοτριβείο. Η ευωδιά του φρεσκοστυμμένου λαδιού φλόμωνε τα ρουθούνια μας. Απ’ τ’ άγρια χαράματα βοούσε το μελισσομάνι των λιτρουβιαραίων. Βογκούσαν τα τρακτέρ στην ανηφόρα, φορτωμένα σακιά τίγκα στον ελαιόκαρπο. Βουνό το λιοκόκκι. Άχνιζαν τα τσόλια στον φράχτη σαν γδαρμένα τομάρια. Κι εμείς –λιμασμένα παιδιά της γειτονιάς– κλωθογυρίζαμε εκεί γύρω, ώσπου κάποιος γνωστός να μας φωνάξει να ιδούμε τις μυλόπετρες που αλέθουν και να μας τρατάρει μια πρωμάδα: ψωμί πυρωμένο στην φωτιά, αλειμμένο με ζεστό φρέσκο λάδι. «Όταν μεγαλώσω», έλεγα, «θα γίνω λιτρουβιάρης! Θα πίνω ούζο 12 και θα καπνίζω άφιλτρα τσιγάρα Καρέλια».

Πριν προλάβω να μεγαλώσω, το λιτρουβιό έκλεισε. Το παραπάνω χωριό από το δικό μας ερήμωσε. Κι έτσι, το Δημοτικό Σχολείο μεταφέρθηκε στο εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο, που το μισό διαμορφώθηκε σε διδακτικό χώρο και το άλλο μισό παρέμεινε κλειδωμένο, με σκουριασμένα καζάνια κι αραχνιασμένες μυλόπετρες. Καμιά φορά, κατά την διάρκεια του μαθήματος, ακούγαμε το «κριτς-κριτς» των ποντικών από δίπλα.

Κάποτε και το δικό μας χωριό άδειασε. Ο κόσμος πήγαινε στις μεγάλες πόλεις να βρει δουλειά. Το σχολείο έκλεισε. Μετακόμισε στον παρακάτω οικισμό. Και το παλαιό ελαιοτριβείο του Καμαρίλα νοικιάστηκε σε μια εξηντάχρονη Εγγλέζα μετρίου αναστήματος, με βαμμένο ξανθό μαλλί και αέρα φλεγματικής λαίδης. Κανείς δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτήν. Μόνον πως την έλεγαν Τζόυ, που στην γλώσσα της θα πει Χαρά, μα οι χωριάτες το εκλάμβαναν ως Ζωή. Αμάξι δεν είχε. Έρχονταν και την έπαιρναν οι φίλοι της με τα δικά τους αυτοκίνητα και τα χαράματα την ξανάφερναν.

Ήταν γλεντζού!

Κυκλοφόρησαν πολλές φήμες για λόγου της, πως έτρεχε το χρήμα απ’ τα μπατζάκια της, πως είχε ιδιωτικό νησί στην πατρίδα της, αλλά βαρέθηκε την ζωή που έκανε και διάλεξε το μέρος μας για να περάσει τα τελευταία της χρόνια, αφήνοντας πίσω τις πολυτέλειες και τις ομίχλες της Αγγλίας και κάνοντας μια καινούργια αρχή κάτω απ’ τον λαμπρό ήλιο της Ελλάδας.

Με τον καιρό η Τζόυ άρχισε ν’ αλλάζει…

Οι φίλοι της αραίωσαν. Αν ήθελε κάπου να πάει, έπαιρνε ταξί ή πήγαινε με τα πόδια. (περισσότερα…)

Η τελευταία προσευχή

*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Ο Χρήστος, ένας παλιός φίλος, έλεγε πως μόνον η αγάπη μπορεί να ακυρώσει τον κίνδυνο της οριστικής εκμηδένισης και του οριστικού αποχωρισμού που επιφέρει ο θάνατος.

Αγιογράφος στο επάγγελμα διατηρούσε ένα μικρό εργαστήριο χωμένο σ’ ένα δρομάκι της λιμενικής ζώνης. Γνωριστήκαμε τυχαία σε μια έκθεση ζωγραφικής– ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το «τυχαία». Είχα μπει στον χώρο της έκθεσης ένα βράδυ κυνηγημένος από τη μοναξιά και τα προβλήματά μου. Με είχε δει που στεκόμουν μπροστά σε έναν πίνακα του Χριστού – μια καλλιτεχνική απεικόνιση, όχι αυστηρά αγιογραφική. «Τι πιστεύεις;» με ρώτησε χαλαρά λες και γνωριζόμασταν χρόνια. «Τον Υιό τον εκτιμώ, με τον Πατέρα έχω πρόβλημα» απάντησα. Χαμογέλασε συγκρατημένα. Συστηθήκαμε και με προσκάλεσε στο εργαστήριό του.

Βρισκόμασταν δυο τρεις φορές την εβδομάδα. Πίναμε καφέ και μιλούσαμε με τις ώρες. Εκείνα τα χρόνια ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίον μπορούσα να κάνω μια κουβέντα πέρα από τα καθιερωμένα, να μιλήσω για λογοτεχνία και για τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου. Όποια και αν ήταν η αφετηρία των συζητήσεων μας, καταλήγαμε να μιλάμε για το μυστήριο της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στον κόσμο, για την προέλευση και τον σκοπό της, για το ίδιο το κοσμικό αίνιγμα, καθώς και για τις μεταφυσικές και ηθικές διαστάσεις του θανάτου. Πάντα σχεδόν ο Χρήστος οδηγούσε την κουβέντα στο θέμα του τέλους. Λίγο πριν γνωριστούμε είχε χάσει τη γυναίκα του. Παθιασμένος με την τέχνη του και ακούραστος αναγνώστης, προσπαθούσε με τη δημιουργία και τον στοχασμό να διαχειριστεί τον πρόωρο θάνατο της.

«Αυτοί που αγαπήθηκαν αληθινά θα ξαναβρεθούν» έλεγε. Στο ισχνό, ασκητικό του πρόσωπο έβλεπα το πάθος ενός ανθρώπου που ήταν σίγουρος για την ιδέα του αλλά και την ελπίδα που γεννά η απώλεια και το πένθος.

Ο Χρήστος έψαχνε και διάβαζε με πάθος. Σε μια γωνιά του εργαστηρίου υπήρχε ένα τραπεζάκι φορτωμένο με βιβλία, αποκόμματα εφημερίδων και εκτυπώσεις κειμένων που έβρισκε στο διαδίκτυο. Ανάμεσά τους υπήρχαν πρόσφατες μελέτες για τη σχέση του ανθρώπινου εγκεφάλου με τη συνείδηση την ώρα του θανάτου. Ο Χρήστος μιλούσε με ενθουσιασμό για τα αποτελέσματα των ερευνών από σοβαρούς και αξιόπιστους επιστήμονες – ήταν και αυτός ένας τρόπος να πιαστεί από κάπου.

«Πολλές έρευνες δείχνουν ότι ασθενείς που ήταν κλινικά νεκροί μετά από ανακοπή καρδιάς και με κάποιον τρόπο επανήλθαν, περιέγραφαν με λεπτομέρειες όσα γίνονταν γύρω τους, τις συνομιλίες των γιατρών και γενικά ότι είχαν επίγνωση του περιβάλλοντος όση ώρα ήταν νεκροί. Πρόκειται για συγκλονιστικό εύρημα, για μια επιστημονική απόδειξη ότι η συνείδηση είναι ξεχωριστή από τον εγκέφαλο και ότι συνεχίζει να λειτουργεί και μετά τον θάνατο». (περισσότερα…)

1988: Εριβάν, Αρμενία

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Μεσημέρι μιας ανοιξιάτικης Δευτέρας προσγειωθήκαμε στο Εριβάν. Αυτοκίνητο με οδηγό μάς περίμενε και οδηγηθήκαμε στο ξενοδοχείο μας. Είχα διαβάσει αρκετά για την ιστορία αυτού του πραγματικά κατατρεγμένου έθνους τους τελευταίους δυο-τρεις αιώνες. «Ψαρεύω» στο διαδίκτυο:

«Στις αρχές του 4ου αιώνα η Αρμενία έγινε το πρώτο κράτος στην ιστορία που υιοθέτησε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία, ενώ χριστιανικές κοινότητες είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από το 40 μ.Χ. Υπήρχαν επίσης και παγανιστικές κοινότητες, όμως προσηλυτίστηκαν στον χριστιανισμό από τους πολυάριθμους ιεραπόστολους που έδρασαν στην Αρμενία. Ο Τιριδάτης Γ΄ έγινε ο πρώτος μονάρχης που εκχριστιάνισε επίσημα τους υπηκόους του, δέκα χρόνια πριν την παύση των διώξεων από τον Γαλέριο και τριάντα χρόνια πριν βαπτιστεί ο Μέγας Κωνσταντίνος.»

Ακολούθησαν κατακτήσεις από Πέρσες, Βυζαντινούς, Σελτζούκους Τούρκους, Μογγόλους, και πάλι Πέρσες, Ρώσους για να καταλήξουν στο τέλος υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σκληρά χρόνια, διακρίσεις, καταπιέσεις που οδήγησαν στο Αρμενικό Ζήτημα και στις σφαγές 150.000 Αρμενίων από τον Σουλτάνο Αμπτούλ Χαμίτ Β΄ τη διετία 1894-1896. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι συγκρουσιακές αντιδικίες Ρώσων και Οθωμανών και ομάδες Αρμένιων εθελοντών που είχαν ενσωματωθεί με τους Ρώσους έδωσαν την αφορμή και την ευκαιρία στους Τούρκους να επιχειρήσουν νέες βάρβαρες επιδρομές οι οποίες κατέληξαν στη φρικτή γενοκτονία εκατοντάδων χιλιάδων Αρμενίων και σε έναν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό κατατρεγμένων προσφύγων.  Στις 12 Μαρτίου 1922, η Αρμενία ενσωματώθηκε στη Σοβιετική Ένωση και μαζί με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν συγκρότησαν την Ομοσπονδία Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης σήμανε οριστικά τη δημιουργία του νεότερου ανεξάρτητου κράτους της Αρμενίας. Η Χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 23 Αυγούστου του 1991.

Το Εριβάν ή Γερεβάν ή Ερεβάν είναι η πρωτεύουσα της Αρμενίας. Οι παγκόσμιοι επισκέπτες της την αποκαλούν «Ροζ Πόλη». Διάφορες αποχρώσεις του ροζ κυριαρχούν σε πολλά κτίρια της πόλης προσδίδοντάς της μια πρωτότυπη και οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα εικόνα. Οι Αρμένηδες είναι χαρούμενοι, ανοιχτόκαρδοι και ιδιαίτερα φιλικοί άνθρωποι. Επηρεασμένος από την ιστορία της Αρμενίας, την πρώτη τουλάχιστον μέρα της επίσκεψής μου, έβλεπα τους πάντες σκυθρωπούς, σιωπηλούς και μια απροσδιόριστη θλίψη να χρωματίζει τα πρόσωπα κοινωνικών ομάδων, ανδρών και γυναικών που συναντούσα και παρατηρούσα στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα γραφεία που επισκεπτόμουνα, παντού. Μόνο τα παιδιά φαινόταν να διαφοροποιούνται απ’ αυτό το γκρίζο χρώμα που κυριαρχούσε στην αρμένικη ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας. Φωνές, τρεξίματα, πατίνια, ποδήλατα, μαμάδες να τσιρίζουν και να τα κυνηγούν, εικόνες οικείες, δικής μας επαρχιακής πόλης. (περισσότερα…)

Απ’ το ημερολόγιο ενός Φιλικού

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την ανακαίνιση της Οικίας Ζαμπελίων, για την δημιουργία του «Ζαμπέλιου Κέντρου Γραμμάτων και Τεχνών Δήμου Λευκάδας», ανευρέθη σε κρύπτη του ισογείου –εντός ασημένιας πεποικιλμένης θήκης– το ημερολόγιο του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου. Ο εργάτης που ανακάλυψε το πολύτιμο αυτό χειρόγραφο το εμπιστεύθηκε σε μένα, μιας κι ήταν στενότατος φίλος μου κι εγώ εργαζόμουν εκείνον τον καιρό στην Χαραμόγλειο Ειδική Λευκαδιακή Βιβλιοθήκη.

Για να παραλάβω το χειρόγραφο, θα έπρεπε να κατατεθεί επισήμως. Του πρότεινα να το παραδώσει στον υπεύθυνο του έργου και κατόπιν, αφού ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, να περιληφθεί το πρωτότυπο ή αντίγραφό του στην Χαραμόγλειο.

Ομολογώ πως υπέκυψα στον πειρασμό να το φυλλομετρήσω κι έμεινα έκπληκτος απ’ το συναρπαστικό του περιεχόμενο. Αδυνατώντας ν’ αντισταθώ στην εσωτερική μου παρόρμηση, φωτοτύπησα μερικές σελίδες, εκείνες που με συνάρπασαν περισσότερο, και προέτρεψα τον φίλο μου να μην πει τίποτα σε κανέναν γι’ αυτό, πολύ δε περισσότερο πως το έφερε σ’ εμένα.

Εκείνος μού έδωσε τον λόγο του. Παρέδωσε το εύρημα σε κάποιον υπεύθυνο και συνέχισε την εργασία του. Σύντομα, όμως, το έργο διακόπηκε, όπως συμβαίνει πολλάκις στα έργα του δημοσίου τομέα. Όταν συνεχίστηκε η ανακαίνιση, ο υπεύθυνος είχε αντικατασταθεί. Κατά παρότρυνσή μου, ο φίλος μου ρώτησε τον αντικαταστάτη για την τύχη του ημερολογίου. Εκείνος δεν ήξερε τίποτα, πέραν του ότι ο προκάτοχός του εργάζονταν πλέον σε κατασκευαστική του εξωτερικού. Ήταν προφανές πως το χειρόγραφο είχε κάνει φτερά. Ίσως πωλήθηκε σε κάποιον συλλέκτη αντί αδράς αμοιβής. Ίσως το κράτησε ο ίδιος. Εξάλλου δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το παρέλαβε. Καμία, πλην των φωτοτυπημένων σελίδων που βρίσκονται στην κατοχή μου και που σήμερα –μεταγραμμένες στην νέα ελληνική– δημοσιεύω εδώ, με κίνδυνο να κατηγορηθώ πως υπεξαίρεσα ολόκληρο το ημερολόγιο ή πως πρόκειται περί αποκυήματος της φαντασίας μου. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν παραθέτω ούτε μία φωτοτυπημένη σελίδα του χειρογράφου, ώστε ν’ αποφύγω οποιαδήποτε νομική συνέπεια αν κατηγορηθώ για υπεξαίρεση, ισχυριζόμενος –σε μια τέτοια περίπτωση– πως η όλη υπόθεση είναι επινοημένη.

Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω –παραμονές της Εθνικής Παλιγγενεσίας– τις εκλεκτότερες πατριωτικές σελίδες που διάβασα ποτέ, τα σπαράγματα του χαμένου ημερολογίου του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου.

(περισσότερα…)

Πένθος λογοτέχνου


*

Αλήθεια σου το λέω· ταράχτηκα πολύ με τον χαμό του Γ. Είμ’ όλη μέρα στα τηλέφωνα. Μίλησα μόλις με τον Κ. Πριν απ’ αυτόν με είχε πάρει η Ν. Μας έχει όλους συγκλονίσει. Δεν θ’ αργήσουμε να βάλουμε μπρος ένα αφιέρωμα στην ποίηση του. Καλά, δεν είναι καιρός ακόμη. Απ’ τη βδομάδα που ’ρχεται τα σχέδια. Είναι το μούδιασμα που αφήνει το φευγιό, κατάλαβες; Θα μιλήσουμε και με τη Ζ, τον Β, τη Δ. Το επόμενο τεύχος πρέπει να του αφιερωθεί, έχουμε δρόμο να καλύψουμε στην ύλη. Εγώ; Θα αναλάβω μια σύντομη μελέτη. Στην πρώιμη φάση της ποίησής του θα εστιάσω. Μα για την ώρα σιωπή. Είναι το κενό που μας κοιτάζει μες στα μάτια, η απώλεια που βαραίνει στον ώμο μας. Η γλώσσα που φτωχαίνει.

Δεν ξεχνώ την πρώτη μας γνωριμία. Ήμουνα νέος – τι νέος, σχεδόν παιδί. Η συλλογή δεν είχε ακόμα δείξει. Κάνα δυο ποιήματα είχανε όλα κι όλα ακουστεί, τίποτα το σπουδαίο. Ό,τι είχα στείλει στο Π. μού το ’χαν απορρίψει (σε προσωπική μας συνομιλία αργότερα, ο Δ μου ζήτησε συγγνώμη και γι’ αυτό). Ίσα που είχα πάρει το πτυχίο μου και έπιανα το μεταπτυχιακό σε τόπο άλλον. Κρύο, σκοτεινιά, αμφιβολίες. Δύσκολες μέρες άπλωναν μπροστά. Και έπειτα, σ’ εκείνη την παρουσίαση που μιλούσε, πώς με κοίταξε με βλέμμα όλο ζωηράδα σαν πήγα και του ’σφιξα το χέρι, και πώς μου δήλωσε σιβυλλικά: «Τα ποιήματά σας αξίζουν προσοχής… και κάτι περισσότερο…». Εκείνο εκεί το «περισσότερο», εκείνο το «κάτι παραπάνω» μού έτρωγε την ψυχή… Σαν τι να εννοούσε; Το μάτι του σπινθήριζε – γαλάζια φλόγα που ’καιγε τους μέσα μου δισταγμούς. Πλημμύρησα ευχαρίστηση απέραντη. Λες κι είχα κάπου φτάσει· στο χ, το ψ σκαλί της σκάλας. Σίγουρα κάπου πέρα από το πρώτο κείνο που ’μουνα. Τα είχα καταφέρει –μα ταπεινά έσκυψα το κεφάλι. Γνώριζα πως δεν αρκεί. (περισσότερα…)

Χρήστος Μπράβος, «16 Αυγούστου 1954»

*

Το διήγημα αυτό του Χρήστου Μπράβου, μαζί με άλλα ανέκδοτα και αθησαύριστα ποιήματα, πεζά και δοκίμια του ιδίου, πρωτοδημοσιεύθηκε τον Δεκέμβρη που μας πέρασε, στο τχ. 8 του Νέου Πλανοδίου το αφιερωμένο στο βραχύ αλλά τόσο σημαντικό έργο του. Αυτό το Σάββατο, 8 Μαρτίου 2025, στις 12 το μεσημέρι, παρουσιάζουμε το αφιέρωμα στο Άλσος Lounge Café, Πεδίον του Άρεως (Οδός Ευελπίδων, Πλατεία Πρωτομαγιάς). Για τον Χρήστο Μπράβο θα μιλήσουν φίλοι και συνοδοιπόροι του ποιητή καθώς επίσης οι συνεργάτες του τεύχους.

~.~

16 Αυγούστου 1954

Εβάδιζα μπροστά. Ξυπόλυτος – όπως με βγάλαν απ’ το κοτέτσι που κρυβόμουν και με κουβάλησαν στο σπίτι του Νίκου. «Δεν προφταίνεις να ποδεθείς», μου ’χαν πει. Ήμουνα όλος πούπουλα και χώμα. Περνώντας την αυλή οι γυναίκες ξεσταυρώναν τα χέρια τους. Άλλη μου χάιδευε τα μαλλιά, άλλη με τίναζε. «Αγαπημένα σαν αδέλφια τα δυο τους», άκουσα να λέν.

Στις μηλιές οι τζίτζικες, βιολιτζήδες που τροχίζουν τα δοξάρια τους. Ένοιωθα παράξενα. Πάντα τ’ απογεύματα του καλοκαιριού μού φέρναν μια λύπη. Ριγμένος ανάσκελα στη χλόη του κήπου μας χανόμουν στη σιωπή κι έλεγα πως όλα μαρμάρωσαν, όπως στην «κοιμισμένη βασιλοπούλα». Ώσπου να φτάσει ο άρχοντας το σούρουπο, να τη φιλήσει ξανακουρδίζοντας τη ζωή και τη βουή της. Χυνόμουν στο δρόμο. Οι φίλοι στα πόστα τους. Ακίνητες κούκλες στις αυλόπορτες οι μανάδες μας, άμα έπεφτε η νύχτα για καλά, κάνανε προσκλητήριο με στριγκές φωνές κι οι αδέσποτοι καληνυχτούσαμε τα σοκάκια.

— Μη βγαίνεις, μου λέει ένα βράδυ ο Νίκος. Να δούμε τί θα κάνουν.

Μείναμε στα χαλάσματα του τούρκικου στρατώνα και λουφάξαμε. Και μέσα να μπαίναν, δεν θα μας έβρισκαν. Ήτανε δέκα θάλαμοι και θα τους παίζαμε κρυφτούλι, περνώντας απ’ τον ένα στον άλλο. Πέρασε ώρα πολλή και μόνο οι δυο μανάδες που εψάχναν, ακούγονταν: «Χρήστο, Νίκο, Χρήστο, Νίκο» – ανάσα εμείς. Ένα φεγγάρι σαν αλώνι τέντωνε τις σκιές. Οι φωνές των μανάδων μας πέφταν μακρύτερα τώρα.

— Μας ψάχνουν στο υδραγωγείο, γέλασε ο Νίκος

— Να βγούμε καλύτερα, του λέω

Μου βούλωσε το στόμα με την παλάμη. Κράτησα την αναπνοή μου· μου φάνηκε πως κι αυτός δεν ανάσαινε. Δυο ίσκιοι περνούσαν το ντουβάρι που συνόρευε με τον κήπο του Λιάκου. Άντρας και γυναίκα ήταν· δεν γνώρισα ποιοι. Πήδησαν μέσα. (περισσότερα…)

Άταφες μνήμες

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Λοιπόν, αγαπητέ μου, δε γνωριζόμαστε. Επιτρέψτε μου να συστηθώ. Φάνης. Το επίθετο; Δεν έχει σημασία. Χειραψία; Βλέπω διστάζετε να μου δώσετε το χέρι σας. Δεν πειράζει, καταλαβαίνω. Σε όλους μας έχουν μείνει κατάλοιπα από την εποχή του κόβιντ. Βαθιές πληγές, δεν είναι εύκολο να κλείσουν. Μην ανησυχείτε, δεν θα επεκταθώ. Άλλωστε τώρα πια ξέρουμε αρκετά.

Κάθε εποχή, αγαπητέ μου, έχει τις πληγές της. Η Ρόδος μετρά τις δικές της. Και δεν είναι μόνον οι πλημμύρες. Δεν υπάρχει σπίτι χωρίς κάποιο δράμα, μικρό ή μεγάλο. Πήγα να πω τα πάθη μου και βρήκα άλλα τόσα – έτσι έλεγε η μάνα μου. Τα δικά μου βάσανα δεν είναι σοβαρότερα από άλλων. Προβλήματα υγείας δεν έχω, οικονομικά τα φέρνω βόλτα, έστω και δύσκολα. Οπότε μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να ζητήσω κάτι. Μόνο, αν θέλεις, μπορείς να ακούσεις τις φλυαρίες μου, ή έστω να προσποιηθείς, μου αρκεί. Άλλωστε κι εγώ πολύ συχνά προσποιούμαι. Όλοι υποκρινόμαστε. Τι να κάνουμε; Αυτή είναι η φυσική μας κατάσταση.

Τρεις μέρες τώρα είμαι κλεισμένος στο δωμάτιο. Νοιώθω ξεχασμένος – από ποιους; Προδομένος – υπερβολές. Χρόνια τώρα η ίδια πίκρα: επίμονη, ακαθόριστη. Το δωμάτιο: ίδιο κι αυτό με κείνο των παιδικών μου χρόνων, ασφυκτικό, με σημάδια υγρασίας ψηλά στους τοίχους. Τι κάνω εδώ μέσα; Συντηρώ την ύπαρξή μου με αναμνήσεις, ερμηνείες, διαβάσματα, γραψίματα – ελάχιστη παρηγοριά. Κάθε τόσο κάποια άσχετη κλήση – υπενθύμιση της μοναξιάς μου. Άσκοπο ξόδεμα ζωής; Ίσως. Όλες οι πράξεις είναι αυθαίρετες και μάταιες. Κάνουμε το ένα ή το άλλο από ανάγκη, συνήθεια ή προκατάληψη. Τι σημαίνει χρήσιμη ή άχρηστη ζωή; Δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως το να υπάρχεις είναι μια ανεξήγητη εμπειρία. Και σύντομη: μια αστραπή, ένα πυροτέχνημα.

Έξω βρέχει ακόμα. Η ίδια ιστορία ξανά. Δυο μέρες βροχής και να το αποτέλεσμα. Καταστροφή και διάλυση. Δρόμοι πνιγμένοι στη λάσπη. Αυτοκίνητα το ένα πάνω στο άλλο ανακατωμένα με καλάμια και σκουπίδια. Εκατοντάδες σπίτια και μαγαζιά πλημμυρισμένα. Μια γέφυρα συντρίμμια. Οδοστρώματα κομματιασμένα από την ορμή του νερού. Μια λαμπερή βιτρίνα και ένα θλιβερό παρασκήνιο. Και η αιτία; Η απληστία, αγαπητέ μου, κυρίως η απληστία. Ρέματα, χωράφια, λόφοι, βουνά, παραλίες – δεν άφησαν σπιθαμή άχτιστη, παντού βίλες και ξενοδοχεία. Όσο για τις υποδομές – πενήντα χρόνια ανάπτυξης και το νησί παραμένει τριτοκοσμικό. Τι είπατε; Υπερβάλλω; Ε τότε δεν έχουμε παρά να πάμε μαζί μια βόλτα στους δρόμους της πόλης. Δεν ξέρω  για σας αλλά εμένα με πιάνει η ψυχή μου με όσα βλέπω. Δρόμοι σακατεμένοι, με χιλιάδες λακκούβες, πληγωμένοι και χαρακωμένοι σαν σώματα που υποφέρουν και ζητούν βοήθεια. Όσο για τα πεζοδρόμια – ελάχιστα είναι της προκοπής, τα περισσότερα είναι διαλυμένα, ταπεινωμένα και βρώμικα.   (περισσότερα…)

Σταυριδάκι ή ζωάκι;

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Οι αληθινοί παράδεισοι είναι εκείνοι που έχουμε χάσει.
MΑRCEL PROUST

Ανεβαίνοντας την ανηφόρα του Αγίου Χριστοφόρου, απ’ την αριστερή πλευρά, και προσπερνώντας τα γκλουβισάνικα αχούρια του Πρίκωλου και του Βιτσέλια, έβλεπες μπρος σου το καφενείο του μπαρμπα-Νίκου.

Το θηλυκό κυπαρίσσι –με τ’ απλωμένα κλαριά– στην αυλή βούιζε απ’ τα τσιροπούλια τον χειμώνα κι απ’ τα τζιτζίκια το καλοκαίρι. Καρφωμένη στον κορμό του –σαν την επιγραφή στον σταυρό του Χριστού– η πινακίδα της στάσης του ΚΤΕΛ.

Λίγα τραπεζάκια και ξύλινες καρέκλες με ψάθινα καθίσματα περίμεναν τον Νάσο, τον Μήτσο, τον Δρόση, τον Χρήστο, τον Σπύρο, τον Λάμπρο, τον Οδυσσέα και τον Χαρίλαο να ξεκινήσουν την παράσταση: ν’ αλληλοτσακωθούν, ν’ αλληλοσκοτωθούν, ν’ αλληλοκεραστούν· να ορίσουν την ώρα που ο νεριάρης θ’ ανοίξει την βάνα στο δικό τους αυλάκι για να ποτίσουν· ν’ ανακατώσουν τα τραπουλόχαρτα, να βροντοχτυπήσουν τα πούλια στα τάβλια, να χύσουν στα ποτήρια τα ξίδια, να φλακιάσουν τις τσιγάρες τους και να πουν παλαιές ιστορίες με μισόκλειστα μάτια, για σπορές και γεννήματα, για προξενιά και παντρολογήματα, για κυνήγια και ψαρέματα.

Κατόπιν έρχονταν απ’ τ’ αχούρια τους οι Γκλουβισάνοι. Στα φτωχοκάλυβα τούτα οι αγρότες της Εγκλουβής –του ορεινού χωριού που βρίσκεται πίσω απ’ την Ελάτη– έμεναν προσωρινά, ώσπου να μαζέψουν τις ελιές τους. Κατέβαιναν απ’ το βουνό με κάτι πανύψηλα μουλάρια, που δάγκωναν αγριεμένα τα χαλινάρια τους.

Η πρώτη γυναίκα του παππούλη μου, η Κυριακή, ήταν απ’ την Εγκλουβή – Πατράλαινα. Ο θρύλος θέλει για κάποια πρόγονό της –την προ-προβαβά μου την Βαγγελιώ– να σκοτώνεται με δόλο από τ’ αδέρφια της ο Αργύρης ο ντελμαντζής, επειδή της είπε «τι άσπρο ποδάρι πόχεις, ωρή Βαγγελιώ». Για το Κοντρί του Αργύρη –που δεν είναι αυτό που δείχνουνε στο Δημοσάρι–  κάνει λόγο ο Βαλαωρίτης στο «Ξεριζωμένο δέντρο»:

Πέρνα, ποτάμι, μέριασε, σύρε να σκιάζεις άλλους,
εμέ μ’ επάτησε βαρύ ποδάρι ανδρειωμένου,
μ’ εστοίχειωσε το αίμα του, κ’ είμαι θεμελιωμένο,
για να φωνάζω ανάθεμα σ’ εκείνους που προδίνουν.
Είμαι τ’ Αργύρη το κοντρί, είμαι τ’ Αργύρη ο τάφος…

Όλα αυτά –και άλλα πολλά– συζητιόντανε στα καφενεία τότενες, λες και γινήκανε μόλις χτες και δεν συμβήκανε πριν κάτι αιώνες. Εκεί μάθαινες όλους τους αγίους –απ’ τα βλαστήμια– κι όλη την Πατριδογνωσία που δεν διδάσκονταν στο σχολείο. Εκεί βλέπαμε, καμιά φορά, το Μικρό Σπίτι στο Λιβάδι και την Μάχη, με τον λοχία Σώντερς, πριν καταφθάσουν οι μεγάλοι. Η τηλεόραση του μπαρμπα-Νίκου ήταν η καλή νεράιδα με τ’ ασπρόμαυρα παραμύθια. (περισσότερα…)

Μωβ, φίδι, καρέκλα

*

ΜΩΒ, ΦΙΔΙ, ΚΑΡΕΚΛΑ: 3 ΛΕΞΕΙΣ

Υπάρχει ένας πλανήτης όπου εξορίζονται όσοι έχουν χάσει τον προορισμό τους πάνω στη γη. Χθες, έφτασε στον πλανήτη μια ΜΩΒ μπάλα. Έπαιζε με αυτήν στην εξοχή ένα κορίτσι με κόκκινα μαλλιά, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά του ένα ΦΙΔΙ. Το κορίτσι τρόμαξε τόσο, ώστε η μπάλα τού έφυγε από τα χέρια και έπεσε στο ποτάμι. Έτσι, κατέληξε στον πλανήτη με τους απόκληρους.

Σήμερα πάλι, έφτασε στον πλανήτη μία ΚΑΡΕΚΛΑ. Καθόταν σε αυτή με τις ώρες ένας παππούς μόνος και του άρεσε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο ένα κορίτσι με κόκκινα μαλλιά που έπαιζε με μια μωβ μπάλα. Το πρωί, όμως, ο παππούς πέθανε. Η καρέκλα άδειασε και κατέληξε στον πλανήτη των παρείσακτων. Δεν είχε πια προορισμό.

///

ΤΑ ΑΠΟΠΑΙΔΙΑ ΤΩΝ ΣΤΙΧΩΝ

Είναι κάτι λέξεις που περισσεύουν, που δεν έχουν τόπο να σταθούν. Παράταιρες για το νόημα, παράφωνες για το μέτρο. Γυρεύουν τόπο να σταθούν, να βρουν την αναπνοή τους μα όλο τις διώχνει το κύρος του ποιητή, η σοβαρότητα του στίχου.

Πώς να το κάνουμε; Είναι κατώτερες των περιστάσεων. Γκρεμίζονται απ’ την άκρη αυστηρών κοκκάλινων γυαλιών που κρέμονται με την κομψή αλυσιδίτσα τους πάνω στα στέρνα μεσόκοπων κριτών.

Βαριές κι ανεπιτήδευτες, ακατάλληλες για τα σαλόνια των αναγνώσεων, τις κομψές σελίδες των εκδόσεων, επαίτες μιας μικρής γωνιάς μέσα σε ποιήματα λαμπρά σαν καλογυαλισμένα πατώματα όπου χορεύουν ακκιζόμενα, άδεια σαρκία, οι περίτεχνες λέξεις.

Λέξεις υπό διωγμόν που καταδιώκουν την αλήθεια. (περισσότερα…)

Τζούλυ Οτσούκα, Diem perdidi

*

Προλόγισμα – Μετάφραση:
ΜΑΡΙΑ Σ. ΜΠΛΑΝΑ

Η Julie Otsuka (γεν. 1962) είναι Αμερικανίδα ζωγράφος και συγγραφέας με ιαπωνικές ρίζες. Αντλεί από την προσωπική της ζωή για να γράψει αυτοεθνογραφικά ιστορικά μυθιστορήματα για τη ζωή των Ιαπωνοαμερικανών. Το 2002 δημοσίευσε το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο When the Emperor was Divine, το οποίο αναφέρεται στα στρατόπεδα εγκλεισμού των Ιαπωνοαμερικανών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η ιστορία ξεκινά στην Καλιφόρνια, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, και βασίζεται στον παππού της Οτσούκα, ο οποίος συνελήφθη ως ύποπτος για κατασκοπεία την επομένη της επίθεσης στο Περλ Χάρμπορ. Το μυθιστόρημά της βραβεύτηκε με το Asian American Literary Award και το American Library Association Alex Award το 2003. Η Οτσούκα συνέχισε να γράφει για την ιστορία της οικογένειάς της και το 2011 δημοσίευσε το παρόν διήγημα με τίτλο Diem Perdidi, σκιαγραφώντας τη μητέρα της που έπασχε από άνοια. Αυτό το διήγημα ήταν ο πρόδρομος του τρίτου μυθιστορήματός της που δημοσιεύτηκε το 2022 με τίτλο Τhe Swimmers (Κολυμπώντας), το οποίο αναφέρεται περαιτέρω στην εμπειρία της ως κόρη μιας μητέρας με άνοια και κυκλοφορεί στα ελληνικά σε μετάφραση Θωμά Σκάσση από τις εκδ. Πατάκη.

«Amici, diem perdidi!» Φίλοι μου, έχασα τη μέρα μου! Φράση που φέρεται να είπε ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Τίτος στους φίλους του, στη σκέψη πως δεν είχε κάνει τίποτα εκείνη τη μέρα για να βοηθήσει κάποιον άνθρωπο. (Σουητώνιος, De Vita Caesarum)

~.~

Θυμάται πώς τη λένε. Θυμάται πώς λένε τον πρόεδρο. Θυμάται πώς λένε τον σκύλο του προέδρου. Θυμάται σε ποια πόλη μένει. Και σε ποια οδό. Και σε ποιο σπίτι. Σ’ αυτό με την μεγάλη ελιά στον κήπο, στη γωνία του δρόμου. Θυμάται τι χρονιά έχουμε. Θυμάται τι εποχή είναι. Θυμάται τη μέρα που γεννήθηκες. Θυμάται την κόρη που γεννήθηκε πριν από σένα –Είχε τη μύτη του πατέρα σου, αυτό πρωτοπρόσεξα πάνω της– αλλά δεν θυμάται τ’ όνομα εκείνης της κόρης. Θυμάται τ’ όνομα του άντρα που δεν παντρεύτηκε –Φρανκ– κι έχει φυλαγμένα τα γράμματά του σ’ ένα συρτάρι πλάι στο κρεβάτι της. Θυμάται πως παντρεύτηκες κάποτε αλλά αρνείται να θυμηθεί τ’ όνομα του πρώην άντρα σου. Εκείνος ο άντρας, έτσι τον αποκαλεί. Δεν θυμάται πώς έπαθε τις μελανιές στα μπράτσα της ή ότι πήγατε βόλτα μαζί το πρωί. Δεν θυμάται ότι έσκυψε κάποια στιγμή, στη βόλτα, κι έκοψε ένα λουλούδι από το παρτέρι του γείτονα και το έβαλε στα μαλλιά της. Ίσως τώρα με φιλήσει ο πατέρας σου. Δεν θυμάται τί έφαγε χτες βράδυ ή πριν πόση ώρα πήρε τα φάρμακά της. Δεν θυμάται να πίνει αρκετό νερό. Δεν θυμάται να χτενίζει τα μαλλιά της.

Θυμάται τους αποξηραμένους λωτούς που κρέμονταν κάποτε από τις μαρκίζες του σπιτιού της μητέρας της στο Μπέρκλεϋ Είχαν το πιο όμορφο πορτοκαλένιο χρώμα. Θυμάται ότι στον πατέρα σου αρέσουν πολύ τα ροδάκινα. Θυμάται πως, κάθε Κυριακή πρωί, στις δέκα, την πηγαίνει βόλτα κάτω στη θάλασσα, με το καφέ αυτοκίνητο. Θυμάται πως κάθε απόγευμα, λίγο πριν αρχίσει το δελτίο ειδήσεων των οκτώ, βγάζει δύο τυχερά μπισκότα σε ένα χάρτινο πιάτο και της ανακοινώνει ότι θα κάνουν πάρτυ. Θυμάται πως τις Δευτέρες επιστρέφει από το κολέγιο στις τέσσερις, και πως ακόμα και πέντε λεπτά ν’ αργήσει, εκείνη βγαίνει στην αυλόπορτα να τον περιμένει. Θυμάται ποιο είναι το δικό της δωμάτιο και ποιο το δικό του. Θυμάται πως το δωμάτιο που κοιμάται τώρα ήταν κάποτε το δικό σου δωμάτιο. Θυμάται πως δεν ήταν πάντα έτσι τα πράγματα.

Θυμάται τον πρώτο στίχο του How High the Moon. Θυμάται τον εθνικό ύμνο. Θυμάται το ΑΜΚΑ της. Θυμάται το τηλέφωνο της κολλητής της, της Τζιν, παρόλο που η Τζιν πέθανε πριν έξι χρόνια. Θυμάται ότι η Μάργκαρετ έχει πεθάνει. Θυμάται ότι η Μπέττυ έχει πεθάνει. Θυμάται ότι η Γκρέης έπαψε να της τηλεφωνεί. Θυμάται ότι η μητέρα της πέθανε πριν εννέα χρόνια, ενώ σκάλιζε τον κήπο της, και τη νοσταλγεί ολοένα και περισσότερο κάθε μέρα. Αυτός ο πόνος δεν σβήνει. Θυμάται το νούμερο με το οποίο η αμερικανική κυβέρνηση φακέλωσε στην οικογένειά της όταν άρχισε ο πόλεμος. 13611. Θυμάται ότι τους έστειλαν στην έρημο, μαζί με την μητέρα και τον αδελφό της, τον πέμπτο μήνα εκείνου του πολέμου και ότι τότε πήρε για πρώτη φορά το τραίνο. Θυμάται τη μέρα που επέστρεψαν στο σπίτι. 9 Σεπτέμβρη, 1945. Θυμάται τον συριγμό του αέρα στο φύλλωμα της φασκομηλιάς. Θυμάται τους σκορπιούς και τα μυρμήγκια. Θυμάται τη γεύση της σκόνης. (περισσότερα…)