ΝΠ | Δοκίμια

Ο Νίκολας Μπάρμπερ βγαίνει στο θέατρο του κόσμου

BarUnswor

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~.~

Ένας περιπλανώμενος θίασος είναι το κέντρο γύρω απ’ το οποίο εκτυλίσσεται η δράση στο Θρησκευτικό δράμα του Μπάρυ Άνσγουωρθ. Έξι ηθοποιοί, με το άλογο και το κάρο τους, διασχίζουν την αγγλική ύπαιθρο μέσα στο χειμώνα, κάπου στα τέλη του δέκατου τέταρτου αιώνα.

Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και αυτοί επείγονται να φτάσουν στο Ντάραμ για να δώσουν παραστάσεις ενώπιον μεγάλου κοινού, ώστε να βγάλουν κάποια χρήματα. Είναι πολύ φτωχοί, σχεδόν λιμοκτονούν. Είναι όμως και πολύ ταλαντούχοι. Ιδιαίτερα ο αρχηγός τους, ο Μάρτιν Μπολ. Στην πραγματικότητα, μόνο οι τέσσερις απ’ αυτούς είναι ηθοποιοί. Πέμπτη είναι η Μάργκαρετ, πόρνη και ερωμένη ενός απ’ τους ηθοποιούς, του Στέφανου, η οποία τους βοηθά με το μαγείρεμα, με το μπάλωμα των ρούχων και με τις εισπράξεις κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Έκτος είναι ο αφηγητής και βασικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο Νίκολας Μπάρμπερ.

θρησκευτικό δράμαΟ Νίκολας είναι είκοσι τριών ετών. Έχει καλή μόρφωση και ήταν ήδη υποδιάκονος στην επισκοπή του Λίνκολν. Ο επίσκοπός του του είχε αναθέσει να αντιγράψει ένα πολυσέλιδο χειρόγραφο με τα ομηρικά έπη. Ήταν όμως Μάιος, τα πουλιά κελαηδούσαν, τα λουλούδια είχαν ανθίσει και το αίμα του Νίκολας έβραζε. Ήταν μοιραίο λοιπόν να εγκαταλείψει το γραφείο του και τη βαρετή εργασία του αντιγραφέα και να το σκάσει. Στη συνέχεια περιπλανήθηκε, πείνασε, μοίχευσε και έχασε το μανδύα του. Κι έτσι, βρέθηκε μες στο καταχείμωνο να τουρτουρίζει κρυμμένος σ’ ένα σκοτεινό δάσος. Εκεί τον βρίσκουν οι ηθοποιοί και τον παίρνουν μαζί τους, για ν’ αντικαταστήσει ένα μέλος του θιάσου, τον Μπρένταν, που μόλις είχε πεθάνει.

Οι θεατρίνοι φτάνουν σε μια μικρή πόλη και αποφασίζουν να μείνουν για λίγο. Πρέπει να κηδέψουν τον σύντροφό τους και να δώσουν μια παράσταση, ώστε να βγάλουν τα λίγα χρήματα που χρειάζονται για το ταξίδι μέχρι το Ντάραμ. Η εξέλιξη των πραγμάτων όμως θα είναι εντελώς απροσδόκητη και περιπετειώδης. Ανεβάζουν το Έργο του Αδάμ, ένα παραδοσιακό θρησκευτικό μυστήριο. Ενώ όμως η παράσταση είναι καλλιτεχνικά επιτυχημένη, τα έσοδα είναι ελάχιστα. Και καθώς η απόγνωση απειλεί να τους καταπιεί, ο Μάρτιν, ο αρχιθεατρίνος, συλλαμβάνει μια ριζοσπαστική ιδέα: να παραστήσουν ένα έργο με επίκαιρο θέμα. Λίγες μέρες πριν ένα μικρό παιδί είχε δολοφονηθεί και μια κοπέλα συνελήφθη και καταδικάστηκε για το φόνο. Αυτή την πραγματική υπόθεση πρέπει να δραματοποιήσουν, λέει ο Μάρτιν. Τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου πείθονται, παίζουν το Έργο του Τόμας Γουέλς και, όντως, οι εισπράξεις αυξάνονται θεαματικά. Ο κόσμος πλημμυρίζει την αυλή του πανδοχείου, όπου γίνονται οι παραστάσεις, για να παρακολουθήσει ένα θέαμα που τους αφορά άμεσα.

Αυτή όμως είναι μόνο η αρχή. Παίζοντας το έργο, οι ήρωές μας θα συνειδητοποιήσουν πως η υπόθεση έχει πολλά κενά και αντιφάσεις. Ο Τόμας Γουέλς δε δολοφονήθηκε απ’ την κοπέλα, που συνεπώς καταδικάστηκε άδικα. Κάποιος άλλος είναι ο φονιάς· αυτός που σκότωσε και άλλα τέσσερα αγόρια λίγο καιρό νωρίτερα. Σιγά σιγά οι ηθοποιοί εμπλέκονται όλο και περισσότερο στα μυστικά τις τοπικής κοινωνίας και η σύγκρουση με τον πανίσχυρο φεουδάρχη γίνεται αναπόφευκτη.

Το μυθιστόρημα του Άνσγουωρθ είναι ένα πραγματικό αριστούργημα· κατορθώνει ν’ απεικονίσει την εποχή της μετάβασης απ’ τον Μεσαίωνα στη Νεοτερικότητα σε όλες της τις πτυχές: πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική. Παρουσιάζει, καταρχάς, την ανατροπή της φεουδαρχικής ιεραρχίας, τις απαρχές της σύγχρονης δημοκρατίας και της λαϊκής εξουσίας. Παρουσιάζει, ακόμα, την ανάδυση της νεωτερικής πόλης, με την αγορά, τους εμπόρους και τους βιοτέχνες της, όπως επίσης και την εμφάνιση της δημόσιας σφαίρας. Παρουσιάζει, τέλος, την εκκοσμίκευση της τέχνης και την απελευθέρωσή της από τα θρησκευτικά δεσμά· τα θέματά της προέρχονται πλέον όχι απ’ την ιερή ιστορία αλλά απ’ τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Ο συγγραφέας μας επιλέγει ως προνομιακό χρονότοπο για να απεικονίσει όλες αυτές τις κοσμογονικές αλλαγές τη θεατρική σκηνή. Οι ήρωές του, οι ηθοποιοί ενός περιπλανώμενου θιάσου, ανεβάζουν ένα σύγχρονο θεατρικό έργο, και όχι ένα θρησκευτικό μυστήριο· δίνουν την παράστασή τους στην πλατεία της πόλης, και όχι στην αυλή του φεουδάρχη· και γίνονται, τελικά, οι αντιπρόσωποι του λαού στην αντιπαράθεσή του με την αυθαιρεσία της εξουσίας, αντί να υπηρετήσουν το αφήγημα των ισχυρών.

MoralityPlayΤο θέμα του Θρησκευτικού δράματος όμως δεν είναι μόνο ο επαναστατικός ρόλος που διαδραμάτισε το θέατρο στην έλευση της νέας εποχής. Ο Άνσγουωρθ μάς λέει και κάτι ακόμα, μας λέει πως το θέατρο και η ζωή, η απεικόνιση της ζωής και η ίδια η ζωή, δεν μπορούν να διαχωριστούν ξεκάθαρα. Η θεατρική σκηνή και ο πραγματικός κόσμος έρχονται σε επαφή, αλληλεπικαλύπτονται, σε μεγάλο βαθμό συμπίπτουν. Οι ήρωές μας αφήνουν την πραγματικότητα να εισβάλει στη θεατρική σκηνή, στην καλλιτεχνική αναπαράσταση. Και στη συνέχεια, αποδεικνύεται πως η θεατρική αναπαράσταση μπορεί να διαμορφώσει την πραγματικότητα.

Τα όρια μεταξύ πραγματικής ζωής και θεατρικού σανιδιού είναι εξαρχής ασαφή, αλλά θολώνουν όλο και περισσότερο, καθώς ξετυλίγεται το  μυθιστόρημα. Ο Νίκολας –και μαζί του κι εμείς οι αναγνώστες– υποψιάζεται ότι ο κόσμος είναι θέατρο ήδη απ’ την πρώτη του συνάντηση με τους θεατρίνους, όταν τους βλέπει μαζεμένους γύρω απ’ τον νεκρό σύντροφό τους:

Τους είδα να μαζεύονται γύρω του και να σκύβουν πάνω του μέσα στο τσουχτερό κρύο κι ύστερα ν’ αποτραβιούνται, για να κάνουν χώρο στην ψυχή να περάσει. Ήταν σαν να παίζανε την πράξη του θανάτου για μένα, πράμα παράξενο, γιατί εκείνοι δεν ξέρανε ότι τους βλέπω κι εγώ τότε δεν ήξερα ποιοι ήτανε.[1]

Ενώ οι θεατρίνοι δεν ξέρουν ότι έχουν κοινό και ο Νίκολας δεν ξέρει ότι παρακολουθεί θεατρίνους, εκείνοι μοιάζουν να παίζουν μια παράσταση, την παράσταση του θανάτου, κι αυτός μοιάζει να παρακολουθεί σαν θεατής.

Σιγά σιγά η αρχική εντύπωση του Νίκολας θα ενισχυθεί και θα επιβεβαιωθεί. Οι ηθοποιοί παίζουν διάφορους ρόλους ακόμα και όταν δεν είναι πάνω στη σκηνή. Η ζωή τους έξω από το σανίδι ακολουθεί και αυτή τις οδηγίες κάποιου αόρατου σκηνοθέτη.

Και τότε μου ήρθε σαν έμπνευση ότι όλα τα μέλη αυτού του θιάσου παίζανε ρόλους ακόμη κι όταν ήτανε μόνοι μεταξύ τους. Ο καθένας είχε ένα δικό του κείμενο και οι άλλοι περιμένανε να το πει. Χωρίς αυτό δεν μπορούσε να γίνει συζήτηση, ούτε εδώ μεταξύ μας ούτε πουθενά αλλού στον υπόλοιπο κόσμο. Οι ρόλοι ίσως να διαλεχτήκανε μια φορά κάποτε, ο φανατικός Μάρτιν, Σπρίνγκερ ο ντροπαλός και συναισθηματικός, Στέφανος ο εριστικός, ο Άχυρος ταλαντευόμενος και άγριος, ο Τοβίας με τις παροιμίες του και τη φωνή της κοινής λογικής· όμως ο καιρός αυτής της επιλογής βρισκότανε πέρ’ από τα σύνορα της μνήμης. Τώρα είχα πάρει και γω το ρόλο μου μέσα σ’ αυτό το θίασο. Είχα δικές μου γραμμές να πω.[2]

Και δεν είναι μόνο οι ηθοποιοί· όλοι οι άνθρωποι που συναντά στο εξής ο Νίκολας παίζουν, εκούσια ή ακούσια, κάποιο ρόλο: ο πανδοχέας, ο ιερέας, ο τρελός, ο υφαντής, ο δικαστής. Ακόμα και οι υψηλοί προσκεκλημένοι του άρχοντα είναι υποχρεωμένοι να συμμετάσχουν σε μια ακριβή και μεγαλοπρεπή παράσταση, στην κονταρομαχία, και να παίξουν με πειθαρχία και αυστηρότητα το ρόλο τους.

Όλα αυτά ταιριάζουν, άλλωστε, και από την εμπειρία που έχει ο Νίκολας ως κληρικός:

Η ίδια η Εκκλησία έκανε το Θεό θεατρίνο. Οι ιερείς Τον υποδυόντουσαν μπροστά στην Αγία Τράπεζα και ακόμη έτσι κάνουν, όπως επίσης υποδύονται το Χριστό και την Αγία του Μητέρα και άλλους, για να βοηθήσουν την κατανόησή μας.[3]

Η ιδέα ότι ο κόσμος είναι ένα τεράστιο θέατρο και όλοι εμείς ηθοποιοί είναι πολύ παλιά. Ήδη ο Ιωάννης του Σαλίσμπερυ, στο έργο του Policraticus (περ. 1159), και συγκεκριμένα στο όγδοο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου, που έχει τίτλο «De mundana comedia, vel tragedia» («Περί της κωμωδίας ή τραγωδίας του κόσμου»), γράφει:

[…] comedia est vita hominis super terram, ubi quisque sui oblitus personam exprimit alienam.[4]

[…] κωμωδία είναι η ζωή του ανθρώπου επί της γης, όπου όλοι έχουν ξεχάσει το ρόλο τους και παίζουν κάποιον άλλο.

Και λίγο παρακάτω εξυμνεί εκείνους τους ενάρετους ανθρώπους που

[…] de alto virtutum culmine theatrum mundi despiciunt ludumque fortunae contemnentes nullis illecebris impelluntur ad vanitates et insanias falsas.[5]

[…] παρακολουθούν το θέατρο του κόσμου απ’ την υψηλή κορυφή των αρετών και περιφρονούν το παιχνίδι της τύχης και δεν ελαύνονται από κανένα θέλγητρο στις ματαιότητες και στις ψευδείς μανίες.

Περίπου τρεις αιώνες αργότερα, ο Έρασμος γράφει στο Μωρίας εγκώμιόν του (1511):

Porro mortalium vita omnis quid aliud est, quam fabula quaepiam, in qua alii aliis obtecti personis procedunt, aguntque suas quisque partes, donec choragus educat e proscenio? Qui saepe tamen eumdem diverso cultu prodire iubet, ut qui modo Regem purpuratum egerat, nunc servulum pannosum gerat. Adumbrata quidem omnia, sed haec fabula non aliter agitur.[6]

Κι έπειτα; Μα τι άλλο είναι η ζωή του ανθρώπου, από μια κωμωδία όπου μπαίνεις προστατευμένος πίσω απ’ τη μάσκα και παίζεις το ρόλο σου, ώσπου να σε βγάλει έξω απ’ τη σκηνή ο χορηγός; Αυτός, άλλωστε, συχνά ζητάει από τον ίδιο ηθοποιό να παίξει πολύ διαφορετικούς ρόλους: ένας που φορούσε τη βασιλική πορφύρα ξαναφαίνεται με κουρέλια δούλου. Ώστε όλα είναι πλαστά; Και βέβαια! Μα η κωμωδία της ζωής δεν παίζεται διαφορετικά![7]

Η απεικόνιση του κόσμου ως θεάτρου γίνεται τόπος της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Ο Σαίξπηρ θα παρομοιάσει ξανά και ξανά στα έργα του τον κόσμο με θεατρική σκηνή. Στο Όπως σας αρέσει (1599), για παράδειγμα, διαβάζουμε:

All the world’s a stage,
And all the men and women merely players:
They have their exits and their entrances;
And one man in his time plays many parts […][8]

Όλος ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή
κι όλοι οι άνθρωποι, άντρες, γυναίκες, ηθοποιοί:
βγαίνουνε με το θάνατο, μπαίνουν με τη ζωή
και κάθε άνθρωπος στο βίο του παίζει ρόλους πολλούς […][9]

Και στον Έμπορο της Βενετίας, την ίδια περίπου εποχή (1596-1599):

I hold the world but as the world, Gratiano:
A stage where every man must play a part […][10]

Για μένανε, Γκρατιάνο, ο κόσμος είν’ αυτό που είναι:
σκηνή όπου ο καθένας μας πρέπει το ρόλο του να παίξει […][11]

Και λίγα χρόνια μετά, το 1634, θα κυκλοφορήσει το έργο του Πέδρο Καλντερόν δε λα Μπάρκα που έχει τον εύγλωττο τίτλο El Gran Teatro del Mundo (Το μεγάλο θέατρο του κόσμου).

Ο Νίκολας Μπάρμπερ λοιπόν εγκαταλείπει τη ζωή της ησυχίας και τον θεωρητικό βίο, την «υψηλή κορυφή των αρετών», για την κωμωδία της ζωής, για τις «ματαιότητες» και τις «ψευδείς μανίες» του κόσμου τούτου. Ξεντύνεται τα ρούχα του μοναχού και του κληρικού, και μαζί τους τον σοβαρό και μονοδιάστατο ρόλο του, και αποφασίζει να γίνει ηθοποιός, δηλαδή ένας άνθρωπος δίχως σταθερή ταυτότητα, αναγκασμένος να υποδύεται πάντα το ρόλο κάποιου άλλου. Έτσι, ο Νίκολας βγαίνει απ’ το περίκλειστο, οργανωμένο και ιεραρχημένο σύμπαν του Μεσαίωνα στον ανοιχτό, άναρχο και δημοκρατικό κόσμο των Νέων Χρόνων.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

~.~

Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς
[1] Μπάρυ Άνσγουωρθ, Θρησκευτικό δράμα, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, Νεφέλη, Αθήνα 1997, σελ. 13.
[2] Ό.π., σελ. 56.
[3] Ό.π., σελ. 74.
[4] Ioannes Saresberiensis, Policraticus, sive De nugis curialium et vestigiis philosophorum [Πολυκρατικός ή Σχετικά με τις μικρότητες των αυλικών και τα ίχνη των φιλοσόφων], 488d.
[5] Ό.π., 493d.
[6] Desiderius Erasmus Roterodamus, Laus stultitiae, 29.
[7] Έρασμος, Μωρίας εγκώμιον, μτφρ. Στρατής Τσίρκας, Ηριδανός, Αθήνα 1970, σελ. 67.
[8] Πράξη 2, Σκηνή 7.
[9] Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Όπως σας αρέσει, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, Κέδρος, Αθήνα 51994, σελ. 60.
[10] Πράξη 1, Σκηνή 1.
[11] Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Ο έμπορος της Βενετίας, στο Τα αριστουργήματα, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, Το Βήμα, Αθήνα 2016, τόμ. 3, σελ. 488.

 

Mora

Βισλάβα Συμπόρσκα, Πώς να (και να μη) γράφεις ποίηση

Szymborska

~.~

Συμβουλές μιας νομπελίστριας προς επίδοξους ποιητές

μετάφραση: Ιωάννης Αβραμίδης

Από τη στήλη της στην πολωνική εφημερίδα Λογοτεχνική Ζωή, η νομπελίστρια ποιήτρια Βισλάβα Συμπόρσκα για χρόνια απαντούσε σε επιστολές απλών αναγνωστών που της έστελναν τα ποιήματά τους. Μια επιλογή αυτών των απαντήσεων σε μετάφραση Clare Cavanagh δημοσιεύθηκε από το Poetry Foundation στα αγγλικά, απ’ όπου και η ελληνική απόδoση.

Στον Ηλιόδωρο από το Πρζέμυσλ: «Γράφεις “ξέρω ότι τα ποιήματά μου έχουν πολλά ψεγάδια, αλλά και τι έγινε; Δεν πρόκειται να κάτσω να τα διορθώσω.” Γιατί έτσι, Ηλιόδωρε; Μήπως επειδή θεωρείς την ποίηση τόσο ιερή; Ή μήπως την νομίζεις ασήμαντη; Και οι δύο τρόποι ν’ ἀντιμετωπίζεις την ποίηση είναι εσφαλμένοι και, το χειρότερο, απαλλάσσουν τον αρχάριο ποιητή από την υποχρέωση να δουλεύει πάνω στους στίχους του. Το να λέμε στην παρέα μας ότι μας κατέλαβε η έμπνευση του βάρδου την Παρασκευή στις 2:45 μ.μ. και άρχισε να ψιθυρίζει μυστηριακά απόκρυφα στο αυτί μας με τέτοια ένταση που μόλις και προλάβαμε να τα καταγράψουμε, ακούγεται ευχάριστο και προσφέρει ικανοποίηση. Αλλά στο σπίτι, πίσω από τις κλειστές πόρτες, διορθώνουμε επιμελώς, διαγράφουμε και αναθεωρούμε αυτά που διατυπώσαμε με άλλες λέξεις. Οι εμπνεύσεις είναι ωραίες και εκλεπτυσμένες, αλλά ακόμη και η ποίηση έχει την πεζή της πλευρά.»

Στον Χ.Ο., επίδοξο μεταφραστή: «Ο μεταφραστής δεν είναι υποχρεωμένος να μένει πιστός μόνο στο κείμενο. Οφείλει επίσης να αναδεικνύει τη συνολική ομορφιά της ποίησης διαφυλάσσοντας τη μορφή της και διατηρώντας με όση πληρότητα είναι δυνατόν το πνεύμα και το ύφος της εποχής».

Στη Γκράζυνα από το Σταραχοβίτσε: «Ας αφήσουμε τα φτερά κι ας δοκιμάσουμε να γράψουμε πατώντας στο έδαφος, τι λες;»

Στον κ. Γ. Κρ. από τη Βαρσοβία: «Χρειάζεστε καινούργιο στυλό. Αυτό που χρησιμοποιείτε κάνει πολλά λάθη. Θα είναι αλλοδαπό».

Στον Πήγασο (sic) από το Νιεπολομίτσε: «Με ρωτάς με ρίμες αν η ζωή μάς καταλαβαίνει (sic). Το λεξικό μου απαντάει αρνητικά.

Στον κ.  Κ.Κ. από το Μπύτομ: «Μεταχειρίζεσαι τον ελεύθερο στίχο σαν ανοιχτό στα πάντα. Αλλά η ποίηση (παρά τα όσα λέμε) είναι, ήταν και θα είναι πάντα παιχνίδι. Και όπως κάθε παιδί γνωρίζει, όλα τα παιχνίδια έχουν κανόνες. Γιατί λοιπόν μεγαλώνοντας να το ξεχνάμε;»

Στην Πούσκα από το Ράντομ: «Ακόμη κι η ανία θα ’πρεπε να περιγράφεται με γούστο. Πόσα πράγματα συμβαίνουν σε μια μέρα που δεν συμβαίνει τίποτε;»

Στον Μπολέσλαβ Λ-κ. από την Βαρσοβία: «Η υπαρξιακή σου οδύνη εύκολα καταλήγει σε μικρολογία. Χορτάσαμε απόγνωση και ζοφερά βάθη. “Oι βαθυστόχαστες σκέψεις” , λέει ο αγαπητός Τόμας (ο Μαν φυσικά, ποιος άλλος;) “θα ’πρεπε να μας προκαλούν μειδίαμα”. Διαβάζοντας το ποίημά σου «Ωκεανός» βρεθήκαμε να παραδέρνουμε σε μια μικρή λιμνούλα. Καλύτερα να θεωρείς τη ζωή σου μια αξιοσημείωτη περιπέτεια που σου συνέβη. Αυτή είναι και η μοναδική μας συμβουλή προς το παρόν.»

Στον Μάρεκ, επίσης από τη Βαρσοβία: «Έχουμε μια αρχή, ότι όλα τα ποιήματα για την άνοιξη αποκλείονται αυτομάτως. Το θέμα αυτό δεν υπάρχει πια στην ποίηση. Εξακολουθεί, φυσικά, να ευδοκιμεί στην ίδια τη ζωή. Aλλά πρόκειται για δυο ξεχωριστά πράγματα.»

Στον Μπ. Λ. από τα προάστια του Βρότσλαβ: «Ο φόβος για τον άμεσο λόγο, η σταθερή, επίμονη προσπάθεια να εκφράσετε τα πάντα με μεταφορές, η συνεχής ανάγκη ν’ αποδεικνύετε σε κάθε στίχο ότι είστε ποιητής: Αυτές είναι οι ανησυχίες που κατατρύχουν κάθε εκκολαπτόμενο βάρδο. Είναι, ωστόσο, ιάσιμες, αν διαγνωσθούν εγκαίρως.»

Στον Ζμπ. από το Πόζναν: «Κατορθώσατε να στριμώξετε περισσότερες υψήγορες λέξεις σε τρία μικρά ποιήματα από ό,τι οι περισσότεροι ποιητές σε όλη τους τη ζωή. “Πατρίδα”, “αλήθεια” , “ελευθερία” , “δικαιοσύνη”: λέξεις σαν αυτές δεν είναι ανέξοδες. Τις διαρρέουν πραγματικοί ποταμοί αίματος που το μελάνι δεν μπορεί να απομιμηθεί.»

Στον Μιχάλ από το Νόουι Ταργκ: «Ο Ρίλκε απέτρεπε τους νέους ποιητές από τα μεγάλα, σαρωτικά θέματα, αφού είναι τα πλέον δύσκολα και απαιτούν μεγάλη καλλιτεχνική ωριμότητα. Τους συμβούλευσε να γράφουν γι’αυτά που βλέπουν γύρω τους, για το πώς ζουν την κάθε μέρα, για το τι χάθηκε, τι βρέθηκε. Tους ενθάρρυνε να κομίσουν στην τέχνη τους ό,τι μας περιβάλλει: εικόνες ονείρων, αξιομνημόνευτα αντικείμενα  “Αν η καθημερινή ζωή σου μοιάζει φτωχή”, έγραφε, “μη κατηγορείς τη ζωή. Τον ίδιο σου τον εαυτό να κατηγορείς. Απλώς δεν είσαι αρκετά ποιητής ώστε να αντιληφθείς τον πλούτο της”. Ίσως αυτή η συμβουλή να σας φαίνεται κοινότοπη κι εξυπνακίστικη. Γι’ αυτό επικαλεστήκαμε προς υποστήριξή μας έναν από τους πιο εσωτεριστές ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας – παρατηρήστε απλώς πώς εγκωμίασε τα λεγόμενα ποιήματα της καθημερινότητας.»

Στην Ούλα από το Σόποτ: «Έναν ορισμό της ποίησης σε μια πρόταση – εντάξει. Γνωρίζουμε τουλάχιστον πεντακόσιους ορισμούς, αλλά κανένας τους δεν μας δίνει την εντύπωση του ακριβούς και αρκούντως περιεκτικού συγχρόνως. Καθένας τους εκφράζει το γούστο της δικής του εποχής. H έμφυτη επιφυλακτικότητα μας εμποδίζει να επιχειρήσουμε μόνοι μας έναν καινούργιο. Αλλά θυμηθείτε τον χαριτωμένο αφορισμό του Καρλ Σάντμπουργκ: “Ποίηση είναι το ημερολόγιο ενός θαλάσσιου πλάσματος που ζει στη ξηρά και θα επιθυμούσε να πετά”. Ποιος ξέρει αν μια μέρα δεν τα καταφέρει;»

Στον Λ-κ Μπ.-Κ από το Σλουψκ: «Περιμένουμε περισσότερα από έναν ποιητή που συγκρίνει τον εαυτό του με τον Ίκαρο, από όσα αποκαλύπτει μέσα από το μακροσκελές ποίημα που εσωκλείει.  Κύριε Μπ. – Κ., αδυνατείτε να αντιληφθείτε το γεγονός ότι ο σημερινός Ίκαρος ανυψώνεται πάνω από ένα τοπίο διαφορετικό από εκείνο των αρχαίων χρόνων. Βλέπει μεγάλους δρόμους γεμάτους αυτοκίνητα και φορτηγά, αερολιμένες, αεροδιαδρόμους, τεράστιες πόλεις, εκτεταμένα σύγχρονα λιμάνια και άλλα τέτοια πράγματα. Είναι δυνατόν να μην εισβάλει στο αυτί του ώρες ώρες ένας χείμαρρος;»

Στον Τ.Β., Κρακοβία:  «Στο σχολείο δεν αφιερώνεται καθόλου χρόνος –φευ– για την αισθητική ανάλυση των λογοτεχνικών έργων. Επικεντρώνουν στην κεντρική ιδέα και τα ιστορικά συμφραζόμενα. Φυσικά αυτή η γνώση είναι καίριας σημασίας, αλλά ανεπαρκής για οποιονδήποτε επιθυμεί να γίνει καλός ανεξάρτητος αναγνώστης, πόσο μάλλον για κάποιον με δημιουργικές φιλοδοξίες. Οι νεαροί επιστολογράφοι μας συχνά σοκάρονται επειδή τα ποιήματά τους για την ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Βαρσοβίας ή για την τραγωδία του Βιετνάμ μπορεί να μην είναι καλά. Είναι πεπεισμένοι πως οι έντιμες προθέσεις εγγυώνται το ύφος. Αν όμως θέλεις να γίνεις ένας αξιοπρεπής τσαγκάρης δεν αρκεί να ενθουσιάζεσαι με το ανθρώπινο πόδι. Πρέπει να γνωρίζεις για το δέρμα σου, τα εργαλεία σου, να επιλέξεις το σ,ωστό σχήμα κ.ο.κ. Το ίδιο ισχύει και για την καλλιτεχνική δημιουργία.»

Στον κ. Μπρ. Κ. από το Λάσκι: «Τα πεζά ποιήματά σας κυριαρχούνται από τη μορφή του Μεγάλου Ποιητή που δημιουργεί τα σπουδαία έργα του σε κατάσταση  ευφορίας υπό την επήρεια αλκοόλ. Μπορούμε να μαντέψουμε ποιον έχετε κατά νου, αλλά σε τελική ανάλυση τα ονόματα δεν μας απασχολούν. Μάλλον πρόκειται για την εσφαλμένη πεποίθηση ότι το αλκοόλ διευκολύνει τη συγγραφή, ενισχύει τη φαντασία, οξύνει το πνεύμα και υπηρετεί ένα σωρό άλλες χρήσιμες λειτουργίες που βοηθούν την έμπνευση του βάρδου. Αγαπητέ μου κ. Κ., ούτε αυτός ο ποιητής ούτε κανείς άλλος ποιητής που γνωρίζω προσωπικά, και στην πραγματικότητα κανείς άλλος ποιητής δεν έχει γράψει ποτέ τίποτε το σπουδαίο υπό μόνη την επήρεια σκληρών ποτών. Το καλό έργο προκύπτει από την προσεκτική και κοπιώδη νηφαλιότητα χωρίς κανένα εύθυμο βουητό στο κεφάλι. “Έχω ιδέες συνεχώς, μα μετά τη βότκα το κεφάλι μου πονάει”, λέει ο Βισπιάνσκι. Αν ένας ποιητής πίνει, το κάνει ανάμεσα σ’ ένα ποίημά του και στο επόμενό του. Αυτή είναι η σκληρή αλήθεια. Αν το οινόπνευμα προήγε την σπουδαία ποίηση τότε ένας στους τρεις πολίτες της χώρας μας θα ήταν τουλάχιστον Οράτιος. Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι να γκρεμίσουμε ακόμη ένα μύθο. Ελπίζουμε ότι θα ανασυρθείτε αλώβητος από τα συντρίμμια.»

Στον Ε.Λ., Βαρσοβία:  «Μάλλον θα ’πρεπε να μάθεις να αγαπάς σε πεζό λόγο.»

Στον Έσκο από το Σίερατζ: «Η νιότη είναι μια ενδιαφέρουσα περίοδος της ζωής. Αν κάποιος προσθέσει στις δυσκολίες της νιότης και συγγραφικές φιλοδοξίες θα πρέπει να διαθέτει μια εξαιρετικά στέρεη ιδιοσυγκρασία προκειμένου ν’ αντεπεξέλθει. Στα συστατικά της θα πρέπει να περιλαμβάνονται: επιμονή, συνέπεια, πολύ διάβασμα, περιέργεια, παρατήρηση, αποστασιοποίηση από το εγώ, ευαισθησία για τους άλλους, κριτική σκέψη, αίσθηση του χιούμορ και εδραία πεποίθηση ότι ο κόσμος αξίζει α. να συνεχίσει να υπάρχει, και β. καλύτερη τύχη από όση είχε ίσαμε τώρα. Οι δοκιμές που στείλατε φανερώνουν μόνο την επιθυμία σας να γράψετε και καμιά από τις υπόλοιπες αρετές που περιγράφονται ανωτέρω. Έχετε πολλή δουλειά να κάνετε.»

Στην Κάλι από το Λοτζ: «Το “γιατί” είναι η πιο σημαντική λέξη στην γλώσσα αυτού του πλανήτη και, μάλλον, και σ’ αυτή των άλλων γαλαξιών επίσης.»

Στον κ. Παλ-Ζετ από το Σκαρζύσκο Καμιέννα: «Τα ποιήματα που στείλατε υποδηλώνουν ότι αποτυγχάνετε να διακρίνετε τη διαφορά ύφους ανάμεσα στην ποίηση και στην πεζογραφία. Για παράδειγμα το ποίημα με τίτλο “Εδώ”  είναι μια μικρή περιγραφή σε πεζό λόγο ενός δωματίου και της επίπλωσής του. Στην πεζογραφία τέτοιες περιγραφές επιτελούν συγκεκριμένη λειτουργία: στήνουν το σκηνικό για τη δράση που ακολουθεί. Την επόμενη στιγμή οι πόρτες θα ανοίξουν, κάποιος θα μπει και κάτι θα συμβεί. Στην ποίηση η ίδια η περιγραφή “συμβαίνει”. Καθετί γίνεται σημαίνον, έχει νόημα: η επιλογή των εικόνων, η θέση τους, το σχήμα που παίρνουν μέσα στις λέξεις. Η περιγραφή ενός συνηθισμένου δωματίου πρέπει να μετατραπεί μπροστά στα μάτια μας σε εξερεύνηση του δωματίου και το συναίσθημα που εμπεριέχεται στην περιγραφή πρέπει να κοινωνηθεί στους αναγνώστες. Ειδάλλως η πρόζα θα μείνει πρόζα, ανεξαρτήτως του πόσο σκληρά δουλέψατε για να κόψετε τις προτάσεις σας σε σειρές στίχων. Και το χειρότερο, τίποτε δεν συμβαίνει μετά.»

~ . ~

szymborska 2

Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος: Ένα προτεσταντικό μυθιστόρημα

σιμπλι

~. ~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~.~

Hans Jacob Christoffel Grimmelshausen,
Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος,
μετάφραση Γιάννης Κοιλής,
Εξάντας 2017

Το βιβλίο του Χανς Γιάκομπ Κρίστοφελ φον Γκρίμελσχαουζεν Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα, θεμελιώδες έργο της γερμανικής και της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας.

Ιδιαίτερη σημασία έχει για τη νεότερη γερμανική λογοτεχνία και κουλτούρα, την οποία στην ουσία εγκαινιάζει στα μέσα του 17ου αιώνα. Ο Σιμπλικίσιμος μεταφράστηκε τώρα για πρώτη φορά στα ελληνικά χάρη στον ακάματο Γιάννη Κοιλή, στον οποίο οφείλουμε χάριτες όχι μόνο για την απόδοσή του στη γλώσσα μας αλλά και για την ωραία γλώσσα στην οποία τον απέδωσε, σε ένα εξαίρετο κράμα λόγιων και λαϊκών ιδιωμάτων. Ο Κοιλής δούλεψε για πολλά χρόνια με αφοσίωση, και αυτό που μας παρέδωσε είναι ένα υπόδειγμα λογοτεχνικής μετάφρασης, που δε θυσιάζει την ομορφιά για χάρη κάποιας σχολαστικής ακρίβειας, ούτε όμως προδίδει το πρωτότυπο για να εντυπωσιάσει τον Έλληνα αναγνώστη.

Ο Σιμπλικίσιμος είναι πολλά πράγματα και θα μπορούσε κανείς να μιλά ατέλειωτες ώρες γι’ αυτό το μυθιστόρημα: είναι το θεμέλιο της σύγχρονης γερμανικής τέχνης και κουλτούρας, είναι ένα κορυφαίο δείγμα του είδους του πικαρικού μυθιστορήματος, είναι μια συμπυκνωμένη έκφραση του Μπαρόκ ως εποχής και ως καλλιτεχνικού κινήματος, είναι επίσης μια ιστορική μαρτυρία για τον Τριακονταετή Πόλεμο. Ταυτόχρονα είναι –και αυτό θα με απασχολήσει σε τούτη την παρουσίαση– ένα μυθιστόρημα και ένα έργο τέχνης στο οποίο γίνεται πλέον φανερή η επιρροή του προτεσταντισμού.

Την εποχή που γράφει ο Γκρίμελσχαουζεν, δηλαδή τη δεκαετία του 1660, έχουν περάσει εκατόν πενήντα περίπου χρόνια από τη γέννηση του προτεσταντικού simplicissimus_titelκινήματος. Αφότου ο Μαρτίνος Λούθηρος θυροκόλλησε τις ενενήντα πέντε θέσεις του στο ναό των Αγίων Πάντων στη Βιτεμβέργη, τον Οκτώβριο του 1517, η νέα πίστη διαδόθηκε σαν τη φωτιά στα ξερά χόρτα. Ο δέκατος έκτος και ο δέκατος έβδομος αιώνας είναι μια αιματηρή ιστορία θρησκευτικών πολέμων, διώξεων, δογματισμού και μισαλλοδοξίας που προκλήθηκε από την εμφάνιση του προτεσταντισμού και από την ανυποχώρητη αντίδραση της Ρωμαιοκαθολικής Ευρώπης.

Στο μυθιστόρημα του Γκρίμελσχαουζεν λοιπόν έχουμε μια λογοτεχνική έκφραση, θα μπορούσαμε να πούμε, του προτεσταντισμού. Ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να εντοπίσει ένα σωρό προτεσταντικά γνωρίσματα. Και αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την έκφραση θρησκευτικών αντιλήψεων και θεολογικών ιδεών, αλλά και με την ίδια την αντίληψη για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Η κοσμοθεώρηση του Γκρίμελσχαουζεν είναι προτεσταντική ως το μεδούλι.

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την ιδέα περί της ανθρώπινης φύσης. Η φύση του ανθρώπου και η φύση του κόσμου είναι, για τους προτεστάντες, αθεράπευτη κακή. Ο κόσμος κείται εν τω πονηρώ και ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως αμαρτωλός. Και αυτή η κατάσταση δεν μπορεί να αλλάξει. Η προτεσταντική κοσμοθεωρία είναι σκληρή και άτεγκτη. Ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να πολεμά διαρκώς την κακή του φύση και την κακή του επιθυμία, χωρίς ελπίδα να την κατανικήσει, χωρίς ελπίδα να την κάνει καλή. Πρόκειται για την ιδέα της concupiscentia, δηλαδή της αμαρτωλής επιθυμίας που έχει εκ φύσεως ο άνθρωπος, μια ιδέα που ανάγεται στον Αυγουστίνο, αλλά προσλαμβάνει στον Λούθηρο και στους προτεστάντες στοχαστές πολύ αυστηρότερη και σκληρότερη μορφή.

Σύμφωνα […] με τον Λούθηρο, «η ανθρώπινη φύση είναι τόσο κακή, ώστε ακόμα και σ’ αυτούς που έχουν αναγεννηθεί από το Πνεύμα όχι μόνο δεν κατευθύνεται προς το καλό, αλλά και ενεργά αγωνίζεται και πολεμά εναντίον του». Επιπλέον, ο Λούθηρος πιστεύει ότι η αμαρτωλή επιθυμία δεν εξαλείφεται ποτέ και επομένως κανείς ποτέ δεν μπορεί να επιτύχει πλήρως την καθαρότητα της καρδιάς. Όπως παρατηρεί ο Vogel αναφερόμενος στην προτεσταντική κατανόηση της αμαρτίας, «ο άνθρωπος ως άνθρωπος είναι αθεράπευτα αμαρτωλός και το peccatum originis δεν είναι τίποτε άλλο παρά αυτή η πλήρης διαφθορά». Η διαφθορά αυτή, σύμφωνα με τον Λούθηρο, αποτελεί και την κατεξοχήν αμαρτία.

Το ότι ο άνθρωπος παραμένει δια βίου αθεράπευτα αμαρτωλός συνάγεται από το συνολικό έργο του Λούθηρου. Η ανθρώπινη φύση είναι αμαρτωλή σχεδόν εξ ορισμού. Θα μπορούσε ίσως κανείς να ισχυριστεί ότι για τον Λούθηρο είναι αδύνατον να είσαι άνθρωπος, αν δεν είσαι ταυτόχρονα και αμαρτωλός.[i]

Οι προτεσταντικές αντιλήψεις οδηγούν σε μια διαρκή και ανυποχώρητη μάχη με τον κόσμο. Ο προτεστάντης δεν μπορεί να δει τίποτε καλό στον κόσμο, δεν simplicissimus_froemmigkeitμπορεί να συμβιβαστεί με την αμαρτία που βλέπει παντού γύρω του και εντέλει δεν μπορεί να δει με συμπάθεια τον άνθρωπο. Όλοι είναι κακοί και αμαρτωλοί. Τα πάθη δεν είναι ανθρώπινα και συγγνωστά. Είναι αποδείξεις της κακότητας του ανθρώπου, της αθεράπευτης κακότητάς του.

Σε όλο το μυθιστόρημα του Γκρίμελσχαουζεν ακούμε διαρκώς τον ήρωά μας να θρηνεί και να οδύρεται για την κακία των ανθρώπων, για τον αμαρτωλό κόσμο μέσα στον οποίο έχει γεννηθεί, για την απιστία που συναντά αδιάλειπτα μπροστά του. Στο 24ο κεφάλαιο του πρώτου βιβλίου, για παράδειγμα, διαβάζουμε:

Κύριε και Θεέ μου! πόσο παραξενευόμουνα στην αρχή όποτε αντιμετώπιζα από τη μια το νόμο του Ευαγγελίου μαζί με τις άγιες προειδοποιήσεις του Χριστού και από την άλλη έβλεπα το έργο εκείνων που παριστάνανε τους μαθητές και διαδόχους του! Αντί για την ορθή άποψη που πρέπει να έχει κάθε δίκαιος χριστιανός, συνάντησα τόση κενόδοξη υποκρισία και άλλες αναρίθμητες μωρίες σε όλους τους λαϊκούς ανθρώπους ώστε αμφέβαλλα αν είχα μπροστά μου χριστιανούς.[ii]

Το συγκεκριμένο κεφάλαιο είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό για την προτεσταντικότητα του Γκρίμελσχαουζεν. Ήδη ο τίτλος είναι πολύ εύγλωττος: «Ο Σιμπλίκιος μαλώνει τους ανθρώπους και βλέπει είδωλα πολλά στον κόσμο». Το μεγαλύτερο αμάρτημα για την υπερευαίσθητη προτεσταντική συνείδηση είναι, βέβαια, η ειδωλολατρία. Η ισχυρότερη εντολή είναι το «ου ποιήσεις σεαυτώ είδωλον». Έτσι, ο προτεστάντης ανακαλύπτει παντού αμαρτωλά είδωλα και θέλει να τα αποκαθηλώσει, θέλει να αποκαλύψει την υποκριτική χριστιανοσύνη των χριστιανών, οι οποίοι είναι στην πραγματικότητα ειδωλολάτρες.

Όταν κοντά στον ερημίτη μου ακόμα μελέταγα το δρόμο για την αιώνια ζωή, παραξενευόμουνα που ο Θεός είχε απαγορέψει στο λαό του με τόσο μεγάλες τιμωρίες την ειδωλολατρία. Καθότι νόμιζα πως όποιος είχε μια φορά γνωρίσει τον αληθινό και αιώνιο Θεό, αυτός ποτέ ξανά δεν θα λάτρευε και δεν θα προσκύναγε κάποιον άλλον. Με το κουτό μου το μυαλό συμπέρανα λοιπόν ότι αυτή η εντολή ήτανε περιττό και μάταιο που δόθηκε.

Αχ όμως! δεν ήξευρα ο μωρός τι σκεφτόμουνα, αφού, μόλις βγήκα στον κόσμο, κατάλαβα ότι (παρακούγοντας τη λεγάμενη εντολή) κάθε άνθρωπος του κόσμου είχε κι έναν θεό συμπλήρωμα. Ορισμένοι είχανε μάλιστα και παραπάνω από ό,τι οι ίδιοι οι αρχαίοι κι οι παλιοί ειδωλολάτρες.[iii]

Και απαριθμεί στη συνέχεια διάφορες μορφές ειδωλολατρίας που συναντά. Για άλλους θεός είναι το χρήμα, που κρατάνε κλεισμένο στο σεντούκι τους. Για άλλους είναι η εύνοια κάποιου άρχοντα, που αποδεικνύεται τελικά ένας αλήτης 150px-Simplicissimus_Cover_pageσαν κι αυτούς. Για άλλους είναι η φήμη. Για άλλους είναι η ευφυΐα και η γνώση κάποιας τέχνης ή κάποιας επιστήμης, η οποία όμως τους κάνει αλαζόνες. Για άλλους είναι η ικανοποίηση της λαιμαργίας τους, και γι’ αυτό προσφέρουνε διαρκώς θυσίες στον Βάκχο και τη Δήμητρα. Για τους άρρωστους θεός γίνεται ο γιατρός, απ’ τον οποίο περιμένουν άδικα τη σωτηρία. Για άλλους θεότητες είναι οι ωραίες γυναίκες, και τις προσκυνούν μέρα νύχτα. Για κάποιες γυναίκες θεός γίνεται η ομορφιά τους, που τη φροντίζουν με φκιασίδια και κολόνιες. Για άλλους είναι τα ωραία σπίτια που χτίσανε και κατοικούνε. Για άλλους είναι η δουλειά τους, που σε αυτή αφιερώνουν όλες τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Για άλλους είναι η άθλια τροφή, τα σαλιγκάρια και τα βατράχια, που τους κρατάνε στη ζωή. Για άλλους, τέλος, θεός είναι η τέχνη, η ομορφιά και η σπανιότητα ενός έργου.

Ο Γκρίμελσχαουζεν, ως συνεπής προτεστάντης, καταδικάζει όλες αυτές τις μορφές ειδωλολατρίας, συνολικά και ριζικά. Δεν κάνει διακρίσεις και λεπτούς διαχωρισμούς, αφού η κάθε μορφής ειδωλολατρία απομακρύνει τον άνθρωπο από την ορθή λατρεία προς τον αληθινό Θεό.[iv]

Ο ανεικονισμός και η εικονοκλασία συνδέονται βέβαια στενά με τον μεσσιανισμό και με το πάθος για αλλαγή του ανθρώπου ακόμα και με τη βία. Στον Σιμπλικίσιμο, όπως και σε όλα τα προτεσταντικά έργα, συναντάμε την «πουριτανική απέχθεια των εικονοκλαστικών ζηλωτισμών εμπρός στην ανθρώπινη φύση», τον «φυγάνθρωπο ανεικονισμό» που συναντάμε ήδη στον αρχαίο ιουδαϊσμό, στον μωαμεθανισμό, στους Βυζαντινούς εικονομάχους.

Το κοινό νήμα εδώ είναι ο μεσσιανισμός και το κοσμικό του σύστοιχο, ο ουτοπισμός: Για όλα αυτά τα ρεύματα της θρησκευτικής ή αισθητικής σκέψης ο άνθρωπος θεωρείται απλό μεταβατικό στάδιο, προοριζόμενο να υπερβαθεί είτε στο Επέκεινα είτε εντός της Ιστορίας. Αυτό είναι που καθιστά την παρούσα ενθαδική του μορφή ανάξια απεικονίσεως ή και όλως διόλου εξαλειπτέα. Για όλους αυτούς τους ζηλωτισμούς, κοσμικούς ή θρησκευτικούς, η ανθρώπινη μορφή ως έχει αποτελεί σε τελική ανάλυση σκάνδαλο. Και η εικονοκλασία, η θραύση της, είναι το λογικό επακόλουθο.[v]

Στον Σιμπλικίσιμο λοιπόν, όπως και σε όλα τα εικονομαχικά έργα, υπάρχει και μια σκοτεινή όψη: η άρνηση και η απόρριψη του ανθρώπινου προσώπου. Είναι teufel-fabelwesen-grimmelshausen-gr.jpgχαρακτηριστικό πως το μυθιστόρημα ξεκινά με την εκπαίδευση του Σιμπλίκιου από έναν ερημίτη σε πλήρη απομόνωση, μακριά από τους ανθρώπους, και τελειώνει πάλι με την απομόνωσή του, όταν γίνεται και ο ίδιος ερημίτης. Ο μόνος τρόπος για να αποφύγει ο άνθρωπος την αμαρτία και το κακό είναι, για τον Γκρίμελσχαουζεν, η απάρνηση του κόσμου και η απομάκρυνση από τους ανθρώπους.

Το σπουδαίο βιβλίο του Γκρίμελσχαουζεν λοιπόν, αυτό το «έργο που κοχλάζει από ζωή, που μιλάει στον ενικό με το θάνατο και το διάβολο» όπως γράφει ο Τόμας Μαν, είναι και μια λογοτεχνική έκφραση του προτεσταντισμού, της αρνησικοσμίας και της εικονομαχίας των Μεταρρυθμιστών. Είναι, επομένως, και ένα γέννημα της εποχής του, της σκληρής, αιματηρής ιστορίας που γέννησε τον σύγχρονο κόσμο. Και αυτό το χαρακτηριστικό του το κάνει ακόμα πιο επίκαιρο και ωφέλιμο για μας σήμερα.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

~  .  ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

[i] π. Δημήτριος Μπαθρέλλος, Ίδε ο άνθρωπος. Το δόγμα της αναμαρτησίας του Χριστού, Εν πλω, Αθήνα 2017, σελ. 93-94.
[ii] Hans Jacob Christoffel von Grimmelshausen, Σιμπλίκιος Σιμπλικίσιμος, μτφρ. Γιάννης Κοιλής, Εξάντας, Αθήνα 2017, σελ. 100.
[iii] Ό.π., σελ. 102-103.
[iv] Βλ. Carlos M. N. Eire, War against the Idols. The Reformation of Worship from Erasmus to Calvin [Πόλεμος εναντίον των ειδώλων. Η μεταρρύθμιση της λατρείας από τον Έρασμο μέχρι τον Καλβίνο], Cambridge University Press, Κέιμπριτζ 1986, όπου παρουσιάζεται λεπτομερώς η εξέλιξη της προτεσταντικής αντίληψης για την ειδωλολατρία της μεσαιωνικής Εκκλησίας, η σφοδρή επίθεση στα σύμβολα και τις εικόνες της, και η προπαγάνδιση των εικονοκλαστικών προτεσταντικών ιδεών στις μεγάλες μάζες του λαού.
[v] Κώστας Κουτσουρέλης, «Τα δήλα και τα άδηλα του Χρήστου Μποκόρου», στο Για τον Χρήστο Μποκόρο. Πέντε ομιλίες, Μουσείο Μπενάκη / Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2017, σελ. 42-43.

Τι απέγινε ο καπετάν Άβερης

αβερης 3

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~.~

Το 1724 τυπώθηκε στο Λονδίνο από τον εκδότη Τσαρλς Ρίβινγκτον ένα βιβλίο που έμελλε να έχει τεράστια επίδραση στη λογοτεχνία και στη μυθολογία των επόμενων αιώνων.

Ο τίτλος του βιβλίου ήταν A General History of the Robberies and Murders of the most Notorious Pyrates, ήτοι Γενική ιστορία για τις ληστείες και για τα φονικά που κάνανε οι πιο ξακουσμένοι κουρσάροι. Αμέσως μόλις κυκλοφόρησε έγινε bestseller και επανεκδόθηκε ξανά και ξανά, παραμένοντας στην κορυφή της λίστας των ευπώλητων για πολλά χρόνια. Ως συγγραφέας του βιβλίου δηλωνόταν κάποιος Captain Charles Johnson αγνώστων λοιπών στοιχείων. Όπως αποδείχτηκε αργότερα, επρόκειτο για ψευδώνυμο. Έγιναν μάλιστα πολλές απόπειρες να προσδιοριστεί ο πραγματικός συγγραφέας, αλλά εις μάτην. Για μεγάλο διάστημα πιστευόταν ότι είναι ο Ντάνιελ Ντεφόε, ο συγγραφέας του Ροβινσώνα Κρούσου. Αυτή την άποψη διατύπωσε το 1934 ο Τζον Ρόμπερτ Μουρ, διακεκριμένος μελετητής του Ντεφόε, και επικράτησε μέχρι το 1988, οπότε αβερης 1ανατράπηκε από τους Φέρμπανκ και Όουενς στο βιβλίο τους Η κανονικοποίηση του Ντάνιελ Ντεφόε.[1] Η πραγματική ταυτότητα του μυστηριώδους Τζόνσον, δημιουργού του σύγχρονου μύθου των πειρατών, εξακολουθεί να μας διαφεύγει.

Ο Κάρολος Τζόνσον λοιπόν είναι αυτός που δημιούργησε ουσιαστικά με το βιβλίο του την εικόνα των κουρσάρων που όλοι έχουμε στο νου μας. Η εικόνα που ιστόρησε, μια εικόνα μεταξύ μύθου και πραγματικότητας, επηρέασε όλη την κατοπινή λογοτεχνία. Επηρέασε, για παράδειγμα, καθοριστικά, όπως το ομολογεί και ο ίδιος, τον Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον όταν έγραφε το Νησί των θησαυρών.

Το βιβλίο του Τζόνσον είναι μια συλλογή βιογραφιών των γνωστότερων πειρατών της εποχής του. Και την ονομάζει με αυτοπεποίθηση ιστορία, επιμένοντας ότι μιλά για πραγματικά γεγονότα και όχι για φανταστικά παραμύθια. Αισθάνεται βέβαια υποχρεωμένος να απολογηθεί που γράφει την ιστορία ανθρώπων ανήθικων και εγκληματιών, που κάθε άλλο παρά μπορούν να χρησιμεύσουν για πρότυπα χρηστής συμπεριφοράς:

I presume we need make no Apology for giving the Name of a History to the following Sheets, though they contain nothing but the Actions of a Parcel of Robbers. It is Bravery and Stratagem in War which make Actions worthy of Record; in which Sense the Adventures here related will be thought deserving that Name. Plutarch is very circumstantial in relating the Actions of Spartacus, the Slave, and makes the Conquest of him, one of the greatest Glories of Marcus Crassus; and it is probable, if this Slave had liv’d a little longer, Plutarch would have given us his Life at large. Rome, the Mistress of the World, was no more at first than a Refuge for Thieves and Outlaws; and if the Progress of our Pyrates had been equal to their Beginning; had they all united, and settled in some of those Islands, they might, by this Time, have been honoured with the Name of a Commonwealth, and no Power in those Parts of the World could have been able to dispute it with them.

Δε νομίζω πως είναι ανάγκη ν’ απολογηθούμε που δίνουμε το όνομα της ιστορίας στις σελίδες που ακολουθούν, παρότι δεν περιέχουν τίποτ’ άλλο παρά τις πράξεις ενός τσούρμου ληστών. Είναι η γενναιότητα και η πανουργία στον πόλεμο που κάνουν τις πράξεις άξιες καταγραφής· με αυτή την έννοια οι περιπέτειες που αφηγούμαστε εδώ θα αποδειχτούν ότι αξίζουν αυτό το όνομα. Ο Πλούταρχος αφηγείται με μεγάλη λεπτομέρεια τις πράξεις του δούλου Σπάρτακου, και αναδεικνύει τη νίκη επ’ αυτού ως μία απ’ τις ενδοξότερες πράξεις του Μάρκου Κράσσου· και είναι πιθανό, αν αυτός ο δούλος είχε ζήσει λίγο περισσότερο, ο Πλούταρχος να μας είχε αφηγηθεί τη ζωή του εκτενώς. Η Ρώμη, η Αφέντρα του Κόσμου, δεν ήταν αρχικά παρά ένα καταφύγιο για κλέφτες και παρανόμους· και αν η εξέλιξη των πειρατών μας ήταν ίδια με το ξεκίνημά τους, αν είχαν συνασπιστεί όλοι μαζί και είχαν εγκατασταθεί σε κάποιο από κείνα τα νησιά, μπορεί, μέχρι σήμερα, να είχαν τιμηθεί με το όνομα μιας Κοινοπολιτείας, και καμία Δύναμη σε κείνα τα μέρη του κόσμου δε θα μπορούσε ν’ αντιπαρατεθεί μαζί τους.[2]

Στην Ελλάδα είχαμε τη μεγάλη τύχη να μεταφραστεί το βιβλίο του Τζόνσον από τον Φώτη Κόντογλου. Το μετέφρασε στο υπέροχο ιδίωμά του, με μεγάλο μεράκι, το 1936, όταν βρισκόταν στη Μονεμβασιά.[3]

αβερης 5.jpg 6Οι ιστορίες των πειρατών που αφηγείται ο Τζόνσον είναι ιστορίες τυχοδιωκτισμού και παρανομίας. Οι ήρωές του παραβαίνουν το νόμο και βγαίνουν έξω από τα όρια της θεσμισμένης κοινωνικής ζωής. Φεύγουν από την πατρική γη στην άγνωστη θάλασσα κι από την οργανωμένη κοινωνία της Αγγλίας στις πρωτόγονες φυλές της Αφρικής και της Αμερικής. Αυτή η έξοδός τους όμως στην παρανομία και στη βαρβαρότητα είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Όσοι προσπαθήσουν να επιστρέψουν θα αποτύχουν οικτρά.

Ας πάρουμε το παράδειγμα του καπετάν Άβερη, όπως ωραία αποδίδει στα ελληνικά ο Κόντογλου τον Captain Every. Ο Άβερης είναι ο διασημότερος από τους πειρατές όλων των εποχών. Γεννήθηκε το 1659 στην Αγγλία, όπου και πέθανε μάλλον το 1699. Η πειρατική του καριέρα ήταν πολύ σύντομη. Πρέπει να κράτησε περίπου δύο χρόνια, από το 1694 μέχρι το 1696. Σημαδεύτηκε όμως από μια εντυπωσιακή πειρατεία: μαζί με τους συντρόφους του πλιατσικολόγησε τον εμπορικό στόλο του Μεγάλου Μογγόλου. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσει τεράστια φήμη και να διαδοθούν σημεία και τέρατα για τα κατορθώματά του. Ο Τζόνσον τα περιγράφει πολύ γλαφυρά:

 Απ’ αυτούς τους ατρόμητους τυχοδιώκτες, κανένας δε στάθηκε στον καιρό του πιο φημισμένος από τον Άβερη […] Ολάκερη η Ευρώπη ήξερε πως στάθηκε ικανός ν’ ανεβεί στο βασιλικό αξίωμα, να κάνει ένα νέο βασίλειο, να μαζέψει αρίφνητα πλούτη και να πάρει γυναίκα την κόρη του Μεγάλου Μογγόλου, που την έπιασε σκλάβα μέσα σ’ ένα καράβι της Ινδίας πώπεσε στα χέρια του. Μαζί της έκανε κάμποσα παιδιά, που ζούσανε όλα σε βασιλικιά πολυτέλεια· έχτισε κάστρα, κατάστησε αποθήκες, και κυβερνούσε πολλά και δυνατά καράβια, με ναύτες και πολεμιστές άξιους και παλληκάρια, απ’ όλες τις φυλές του κόσμου. Έδινε προσταγές στους καπετάνιους των καραβιών του και στους φρούραρχους που βαστούσανε τα κάστρα του, κι όλοι τους τόνε τιμούσανε για αφέντη τους […]

 Αυτά όμως ήταν ψέματα τα πιο πολλά, που τα γεννούσε το μυαλό τ’ ενός και τ’ αλλουνού για να τα πιστεύουνε οι άλλοι και να φχαριστιούνται. Τον καιρό που ακούστηκε πως ο Άβερης είχε γίνει βασιλιάς, αυτός δεν είχε μηδέ πεντάρα στην τζέπη του. Τότες που λέγανε πως είχε αρίφνητο θησαυρό στο Μαδαγάσκαρ, αυτός βρισκότανε στην Αγγλία πεθαμένος από την πείνα.[4]

Ο Άβερης επέστρεψε, καθώς φαίνεται, στην πατρίδα του ινκόγκνιτο. Από εκεί και πέρα όμως τα ίχνη του χάνονται. Σύμφωνα με τον Τζόνσον, δεν μπόρεσε να πουλήσει τα διαμάντια που είχε κλέψει και πέθανε τελικά μέσα στην απόλυτη φτώχια.

 Μέσα σε λίγο καιρό κατάλαβε ο Άβερης πως η ζωή του κιντύνευε με το να θέλει να πουλήσει τα διαμάντια. Μπορούσε νά ’βρει το μπελά του. Αφού σκέφτηκε καλά, αποφάσισε να μπιστευτεί σε κάποια πρόσωπα που αβερησ 4κατοικούσανε στο Μπρίστολ, και γι’ αυτή τη δουλειά τράβηξε να πάει στην Αγγλία. Σαν έφταξε στο Ντίβονσαρ, έστειλε κ’ ειδοποίησε έναν φίλο του να ανταμώσουνε σε μια πολιτεία λεγόμενη Μπάϊντφορ. Μείνανε σύμφωνοι πως το πιο σίγουρο ήτανε να δώσουνε τα διαμάντια στους έμπορους, που ήτανε άνθρωποι πλούσιοι και τιμημένοι στον κόσμο, ώστε να μη βάλει κανένας υποψία. Ο Άβερης […] τους έδωσε τα πράματα, δηλαδή τα διαμάντια και κάτι μαλαματένιες κούπες, αφού πριν να τα δώσει πήρανε όρκο όλοι τους πως θα δουλέψουνε τίμια. Του δώσανε κάτι λίγα λεφτά για το καθημερινό του και φύγανε.

 Ο Άβερης άλλαξε τ’ όνομά του και ζούσε φτωχικά στο Μπάϊντφορ. Τίποτα δεν ξέρει κανένας για το πώς ζούσε και πόσον καιρό πέρασε σ’ αυτό το μέρος […] Τα λεφτά του είχανε σωθεί και δε φανήκανε ολότελα οι εμπόροι πού ’χε μπιστευτεί το έχει του. Τους έγραψε ένα γράμμα, και μετά πολλά τού στείλανε κάτι λίγα χρήματα που μόλις του φτάξανε για να πληρώσει τα χρέη του. Δεν είχε καλά καλά ν’ αγοράσει μήτε ένα κομμάτι ψωμί, και για να τό ’χει και κείνο τον έπαιρνε ο διάβολος. Κουρασμένος από κείνη τη ζωή, γύρισε πίσω στο Μπρίστολ για ν’ ανταμώσει τους εμπόρους, αυτοί όμως, αντίς για λεφτά, του ’πανε να καθήσει ήσυχα, γιατί αλλιώς θα τον καταδίνανε στην εξουσία. Οι εμπόροι ήταν στη στεριά κουρσάροι παινεμένοι σαν που ήτανε κι ο Άβερης στη θάλασσα […]

Σαν έφταξε το μαχαίρι στο κόκκαλο, αποφάσισε να πάει στο Μπρίστολ για να εκδικηθεί τους κλέφτες, χωρίς να λογαριάζει τι θ’ απογίνει. Μπήκε μέσα σ’ ένα καράβι απλός ναύτης και πήγε στο Πλύμουθ, κι από κει με τα πόδια στο Μπάϊντφορ. Εκεί πέρα κάθησε λίγες μέρες κ’ ύστερα αρρώστησε και πέθανε, δίχως πεντάρα, αφού δεν βρήκανε απάνω του για να πληρώσουνε  κείνον πώκανε την κάσα του.

 Έγραψα όσα μπόρεσα να μάθω, λίγο πολύ, βάσιμα, γι’ αυτόν τον άνθρωπο, και ξεχώρισα την καθαρή ιστορία του από τα παραμύθια για τις δόξες του.[5]

Ο θάνατος του Άβερη παραμένει μέχρι σήμερα μυστήριο. Πολλοί έψαξαν, μετά τον Τζόνσον, να βρουν τι πραγματικά συνέβη και ποια ήταν η κατάληξη του πιο φημισμένου κουρσάρου όλων των εποχών, αλλά κατέστη αδύνατο.[6]

Ο βίος και η πολιτεία του Άβερη εντυπωσίασαν βαθιά τον Κόντογλου. Αποφάσισε λοιπόν να ξαναφηγηθεί την ιστορία του λίγα χρόνια αργότερα, στο βιβλίο Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι. Εδώ υπάρχει ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Ο κουρσάρος Άβερης ο λεγόμενος Μπεν», όπου η ιστορία του Τζόνσον παραλλάσσεται και εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία. Και βέβαια ο Κόντογλου παίρνει την ελευθερία να γράψει με το δικό του τρόπο πάνω στο υπόστρωμα της ιστορίας του Τζόνσον. Εδώ το τέλος του Άβερη περιγράφεται ως εξής:

Αυτός είχε φτάξει στο μεταξύ στην Αγγλία, και ξεμπαρκάρισε σ’ ένα απόμερο λιμάνι, δίχως να τον καταλάβει κανένας. Οι λίγοι σύντροφοι, πούχε μαζί του, σκορπίσανε. Η εξουσία έβαλε χέρι απάνω σ’ έναν δυο από δαύτους. Αλλά ο αρχηγός χάθηκε. Είπανε πως γύριζε από τόπο σε τόπο σαν περιπλανώμενος Εβραίος, σέρνοντας εκείνο το καταραμένο το σακκούλι με τα πετράδια που αβερης 5τον βάραινε σα νάτανε μυλόπετρα. Στο τέλος βρέθηκε ολότελα απένταρος, κι’ απεφάσισε να τα πουλήσει. Μα τον έβαλε στο χέρι ένα άλλο τομάρι, και με το σήμερα και με το αύριο του τάφαγε. Μπορούσε να κάνει και τίποτα; Ο άλλος τον φοβέριζε πως θα του περνούσε στο λαιμό τη γραβάντα.

 Βλέποντας πως δεν τάβγαζε πέρα με τους κουρσάρους της στερηάς, καταστάλαξε σ’ ένα λιμάνι και κοιμότανε στα σκουπίδια. Για να ψωμοφάγει ζητιάνευε από πόρτα σε πόρτα. Σε λίγο πέθανε, δίχως ν’ ανοίξει το στόμα του. Δεν τον έμελλε τόσο η πείνα, όσο τον έπνιγε το παράπονο να καταντήσει ζητιάνος, αυτός π’ ανατάραζε σαν Ποσειδώνας τις θάλασσες με το καμάκι του, αυτός, ο ξακουσμένος βασιληάς του Μαδαγασκάρ.[7]

Ο Κόντογλου κρατάει για το τέλος αυτή την ωραιότατη προσθήκη στην αρχική ιστορία: ο Άβερης δε στεναχωριέται τόσο για την πείνα όσο για την παρακμή του, για τον υποβιβασμό του, από βασιλιάς των θαλασσών, από αληθινός Ποσειδώνας, έγινε ένας φτωχός και περιφρονημένος ζητιάνος· αντί για την απέραντη ελευθερία των ωκεανών αποκλείστηκε στη φτωχή και στενή στεριά της πατρίδας του. Αυτή η λυρική απόδοση της πτώσης του ήρωά του κάνει την ιστορία του Κόντογλου τόσο όμορφη, της προσδίδει βάθος και τραγικότητα.

Πριν από την ιστορία του Άβερη, στη σελίδα 86 των Φημισμένων αντρών, υπάρχει μια προσωπογραφία του περιβόητου πειρατή, ιστορημένη από τον Κόντογλου. Η προσωπογραφία είναι φτιαγμένη σύμφωνα με τον τρόπο της βυζαντινής αβερης 7αγιογραφίας. Γύρω από το κεφάλι του Άβερη διαβάζουμε την επιγραφή «Ερρίκος Άβερης, ο επιλεγόμενος Μπεν, ο βασιληάς του Μαδαγάσκαρ», ενώ η λεζάντα γράφει: «Φαντασία, η χειρ Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως. 1940». Το πρόσωπο του Άβερη μας κοιτάζει ανφάς, ενώ το σώμα του στέκεται προφίλ. Το ντύσιμο και ο οπλισμός του ανακαλούν εικόνες στρατιωτικών αγίων, όπως ο άγιος Δημήτριος ή ο άγιος Γεώργιος. Πίσω του βλέπουμε τη θάλασσα και στον ορίζοντα ένα ιστιοφόρο. Το πρόσωπο του πειρατή δεν είναι οργισμένο ή άγριο, δεν προκαλεί φόβο ή ταραχή. Αντίθετα, όπως ακριβώς τα πρόσωπα των βυζαντινών αγίων, είναι ήμερο και γαλήνιο.

Για τον Κόντογλου, ο Άβερης και οι άλλοι πειρατές δεν ήταν πάντα εγκληματίες. Συχνά ήταν άνθρωποι που αγωνίζονταν με τον δικό τους τρόπο για τη δικαιοσύνη, όπως γράφει στον μικρό πρόλογο του έργου του. Και γι’ αυτό μπορεί να ωφεληθεί κανείς διαβάζοντας το βίο και τα έργα τους.

Πολλοί από τους ανθρώπους πούνε γραμμένοι εδώ μέσα είνε κακούργοι και ληστές, αλλά, όπως γίνεται συχνά, να πηγαίνει το καλό μαζί με το κακό, έτσι κ’ η ζωή αυτουνών των ανθρώπων έχει κάτι τις το ασυνήθιστο και φχάριστο, που δεν πρέπει να το περιφρονά ο καλός άνθρωπος. Αν βγάλεις κατά μέρος τα γεννημένα τέρατα, οι περισσότεροι από τους άλλους ήτανε πλάσματα κατατρεγμένα και βασανισμένα, που κάνανε ό,τι κάνανε για να πολεμήσουνε την αδικία, κατά τη δική τους την ιδέα.[8]

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] P.N. Furbank και W.R. Owens, The Canonisation of Daniel Defoe, Yale University Press, Νιου Χέιβεν και Λονδίνο 1988.
[2] Captain Charles Johnson, A General History of the Pyrates, Λονδίνο 1724, σελ. 3-4. Η μετάφραση του παραθέματος έγινε από μας.
[3] Το ενδιαφέρον του Κόντογλου για τους πειρατές και το μύθο τους είναι πολύ παλιό: το πρώτο βιβλίο που γράφει, ο Πέδρο Καζάς, είναι μια πειρατική περιπέτεια, ενώ λίγο αργότερα μεταφράζει το Νησί των θησαυρών του Στήβενσον και κάποιες σελίδες από τον Ροβινσώνα Κρούσο. Από αυτά τα αναγνώσματά του οδηγήθηκε, όπως φαίνεται, και στο βιβλίο του Τζόνσον.
[4] Κάρολος Τζόνσον, Οι φημισμένοι κουρσάροι, μτφρ. Φώτης Κόντογλου, Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988, σελ. 13-14.
[5] Ό.π., σελ. 22-24.
[6] Βλ. David Cordingly, Under the Black Flag. The Romance and the Reality of Life Among the Pirates [Υπό τη μαύρη σημαία. Μυθοπλασία και πραγματικότητα της ζωής ανάμεσα στους πειρατές], Random House, Νέα Υόρκη 2006, σελ. 38-39.
[7] Φώτης Κόντογλου, Φημισμένοι άντρες και λησμονημένοι, «Αστήρ» – Αλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Αθήνα 1987, σελ. 92.
[8] Ό.π., σελ. 29.

 

άβερης 2

Ο Γ. Πατίλης και τα κολίμπρια της Γραφής

patilis-giannis-02

Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ ~ . ~

Εσύ κοιμάσαι
Και μένα το φεγγάρι
Με κοροϊδεύει

Γ. ΠΑΤΙΛΗΣ, Εικόνες από μια νέα

Συναντώντας κανείς σήμερα τον Γιάννη Πατίλη, αντικρίζει έναν ευγενή, μειλίχιο άνθρωπο, με γλυκό χαμόγελο. Μόνο εκείνοι που θα προσέξουν την απροειδοποίητη αστραπή μες στο βλέμμα του ίσως κατορθώσουν να ψυχανεμιστούν το ακαταλάγιαστο πνεύμα που ανέκαθεν ασφυκτιούσε στη στενότητα της μονάδας, αποζητώντας τη λύτρωση στο πλήθος των ειδών και οδών δημιουργίας.

Είναι το πνεύμα του απερχόμενου καθηγητή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ισόβιου φιλολόγου, του ποιητή και δοκιμιογράφου, του συνεκδότη λογοτεχνικών περιοδικών και του επί τριακονταετίας εκδότη και διευθυντή του Πλανόδιου, του ανθρώπου εκείνου που, όχι μόνο προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα του διαδικτύου, αλλά και το χρησιμοποίησε προκειμένου να πρωτοπορήσει στον τομέα του μικροδιηγήματος στον ελληνικό χώρο. Πάνω και πέρα απ’ όλα όμως, πρόκειται για τον-απαλλαγμένο από τη συνήθη μικρότητα-πνευματικό άνθρωπο που, με τα αισθητήρια όργανά του σε εγρήγορση, απλόχερα παραχωρεί έδαφος σε κάθε νέα και νεαρή δημιουργική φωνή, ώστε, εφόσον το αξίζει –και σε αυτό ο Πατίλης παρέμεινε αμετακίνητος–, να ριζώσει.

Τον Πατίλη είχα την αγαθή τύχη να τον γνωρίσω το 2010, ως νεαρή τότε μεταφράστρια, άρτι αφιχθείσα στην Αθήνα από τη Χαϊδελβέργη, όπου –κατά τρόπο ειρωνικό ή διορθωτικό– με επέστρεψε η ζωή. Εκείνον τον καιρό ο Πατίλης nikopoulou-patilis-istoriesbonsai14-anthologia-200dpiέστηνε μαζί με τη ζωγράφο και ποιήτρια Ηρώ Νικοπούλου το ιστολόγιο Ιστορίες Μπονζάι, ως αποκλειστική πλατφόρμα μικροδιηγήματος και αναζητούσε συνεργάτες που θα ήταν πρόθυμοι να στηρίξουν το εγχείρημα. Σήμερα, η ηλεκτρονική αυτή σελίδα έχει οδηγήσει μέχρι στιγμής σε τέσσερις έντυπες ανθολογίες, παντρεύοντας την παραδοσιακή, έντυπη έκφραση, με την μοντέρνα, διαδικτυακή. Παραμένει δε ανεκτίμητη πλατφόρμα διαλόγου και ανταλλαγής, καθώς ελληνικά μικροδιηγήματα μεταφράζονται σε ξένες γλώσσες κι αντιστρόφως. Αυτό που μου είχε προκαλέσει τότε μεγάλη εντύπωση, ήταν η ευσυνειδησία, η υπευθυνότητα και η ευαισθησία, με τις οποίες ο Πατίλης αντιμετώπιζε το νέο αυτό μέσο, το οποίο –αντιθέτως– δε διακρίνεται για την προσοχή στις λεπτομέρειες. Το γεγονός ότι ήμουν και η ίδια διαχειρίστρια ιστολογίου (κοινώς, μπλόγκερ), βοήθησε να γίνει ένας ουσιαστικός διάλογος που δεν αφορούσε μόνο το τεχνικό κομμάτι, αλλά κυρίως τα θέματα του αναγνωστικού κοινού, των συμμετεχόντων, του είδους της επιδιωκόμενης επικοινωνίας και συνδιάλεξης, των απαιτήσεων του μέσου, ακόμη και της ίδιας της αναγκαιότητας ή μη του εγχειρήματος. Από την πρώτη εκείνη κουβέντα, καλούμενη να απαντήσω σε ερωτήματα, τα οποία δεν με είχαν πολυαπασχολήσει κατά τη δημιουργία του δικού μου ιστολογίου (και ας είχε παραπλήσιο στόχο και συναφές περιεχόμενο), είδα να ορθώνεται μπροστά μου η τεράστια εμπειρία ενός ανθρώπου που σμιλευόταν εδώ και δεκαετίες στο χώρο των εκδόσεων και του οποίου η βαθειά γνώση στο μετερίζι του έντυπου περιοδικού, όχι μόνο δεν τον εμπόδιζε στην ενασχόληση με το νέο αυτό μέσο, αλλά προσέφερε και ό,τι θετικό είχε να προσφέρει.

Τότε, γνώριζα επίσης το Πλανόδιον, αλλά αγνοούσα ότι η πορεία του Πατίλη στον έντυπο περιοδικό τύπο ούτε είχε ξεκινήσει το 1986, με την έναρξη κυκλοφορίας του, ούτε είχε εξαντληθεί σε αυτό. Αντιθέτως, είχε προηγηθεί μια περίοδος planodion51-color21.jpgεντονότατης αναζήτησης, κατά την οποία ο Πατίλης είχε επιχειρήσει την από κοινού ίδρυση και έκδοση των περιοδικών Το δέντρο, Κριτική και κείμενα και Νήσος. Σήμερα, διαθέτοντας την παρακαταθήκη των 52 τευχών και 12 τόμων του Πλανόδιου από τα 26 χρόνια αδιάλειπτης κυκλοφορίας του ως έντυπου περιοδικού, μπορεί κανείς να κατανοήσει το λόγο που ο ιδρυτής και εκδότης του αποχώρησε από προηγούμενες απόπειρες του είδους. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι ο Πατίλης δόθηκε στο Πλανόδιον ψυχή τε και σώματι, και μάλιστα με την κυριολεκτική έννοια της φράσης. Είναι από τους λίγους -τους ελάχιστους- του χώρου που, όχι μόνο ασχολήθηκε προσωπικά με την επιλογή και τη διαμόρφωση του περιεχομένου του περιοδικού, αλλά καταγίνηκε με το ίδιο πάθος –ως λάτρης της παραδοσιακής τυπογραφίας και θιασώτης του ιστορικού τονισμού– με την απτή, υλική υπόσταση του εντύπου, από τη μελετημένη χρήση γραμματοσειράς, αρχιγραμμάτων και κοσμημάτων μεταξύ των κειμένων, μέχρι τη σελιδοποίηση και την επιλογή χαρτιού εκτύπωσης. Πρόκειται για μια εξαιρετικά απαιτητική εργασία, για την οποία δεν διαθέτει κανείς εύκολα την υπομονή, την επιμονή, το μεράκι και τη μαστοριά που αποδεδειγμένα κατέθεσε ο Πατίλης στο Πλανόδιον. Και όμως, ο Πατίλης δεν επένδυσε στο περιοδικό αυτό μόνο το «τεχνικό» του know-how, αλλά και το ανθρώπινο.

Πολύ πριν ασχοληθώ με τις μεταποικιοκρατικές σπουδές (postcolonial studies) και τις –όπως έχουν αποδοθεί– «σπουδές των υποδεέστερων» (subaltern studies), με τις οποίες ασχολούμαι σήμερα, έχοντας πλέον αποκτήσει ένα θεωρητικό υπόβαθρο για να μπορώ να το κρίνω, το Πλανόδιον υπήρξε βήμα αξιοζήλευτο – όχι επειδή ήδη στο 16ο τεύχος του ασχολήθηκε με τον Σαΐντ. Στο Πλανόδιον βρήκαν βήμα τόσο άνδρες, όσο και γυναίκες, τόσο καταξιωμένες φωνές της σύγχρονης ελληνικής διανόησης, όσο και αναδυόμενες, τόσο η (νεο)ελληνική σκέψη, όσο και η εκτός των συνόρων (και όχι απαραιτήτως εισαγόμενη). Εδώ ακριβώς είναι που ξεχώριζε το Πλανόδιον: στις σελίδες του υπήρχε πάντα χώρος για εκείνην/ον που κατάφερνε με το λόγο της/του να κερδίσει το ενδιαφέρον του απαιτητικού εκδότη, γεγονός που καθιστούσε την ειλικρίνεια της φωνής το υπ’ αριθμόν ένα κριτήριο επιλογής – όχι το ‘‘όνομα’’ ή τις συστάσεις, όπως ίσχυε αλλού. Αυτό το μάθημα, μέσω του δικού του, συνεπούς παραδείγματος, ο Πατίλης το έδωσε όχι μόνο σε μένα, αλλά σε όλους, όσοι επιλέγουν να το λάβουν υπόψη τους και να το ακολουθήσουν. Θυμάμαι πόσο σημαντικό ήταν και για τον Κωνσταντίνο Πουλή, στις συζητήσεις μας για τη διαμόρφωση του Νέου Πλανόδιου.

Έχοντας γνωρίσει τον Πατίλη ως εκδότη του Πλανόδιου και συνδιαχειριστή στις Ιστορίες Μπονζάι, συνέχισα το μακρύ ταξίδι της γνωριμίας μου με αυτήν την πολυσχιδή προσωπικότητα μέσα από την ποίηση που έγραψε. Με εξέπληξε το ΕΞΩΦΥΛΛΟ02.jpgπρόσωπο του ποιητή Πατίλη, τόσο του νεότερου, όσο και του ύστερου. Με κέρδισε ευθύς αμέσως η διεισδυτική κριτική ματιά του, η –κάθε άλλο παρά αφ’ υψηλού– ειρωνεία του και ο έντονα σατιρικός, καυστικός του τόνος, τον οποίο ένιωθα να υποβόσκει ακόμη και στα πιο «μετριοπαθή» του ποιήματα. Έβλεπα εκείνη τη ζωηρή σπίθα στο μάτι του δημιουργού, ακόμη και την ώρα που τοποθετούσε στο χαρτί τις απαλότερες των λέξεων. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέχθηκε το συγκεκριμένο χάικου ως μότο του παρόντος κειμένου. Ναι μεν παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό ως κρίκος ενός συνόλου «ερωτικών» χάικου, αλλά μπορεί να διαβαστεί με τρόπο πολύ διαφορετικό και έτσι χρησιμοποιήθηκε εδώ. Ο Πατίλης δεν ξέρει μόνο να σατιρίζει, αλλά και να αυτοσαρκάζεται, ακόμη και όταν είναι ένας από τους λίγους που παραμένουν ξυπνητοί. Χαρακτηριστική ήταν η αντίδρασή του, όταν, σε εκδήλωση του Κύκλου Ποιητών το 2014, του εκμυστηρεύτηκα τον ενδοιασμό μου να απαγγείλω το ποίημά μου «Ίσως να γίνομαι άδικη, δεν το αποκλείω», δίνοντάς του να διαβάσει τον σατιρικό μου λίβελο εναντίον των ποιητών με τον εξιλεωτικό τίτλο. «Αυτό έπρεπε να διαβάσεις!» αναφώνησε, αλλά –καλώς ή κακώς– ήταν πλέον αργά.

Μία ακόμη έκπληξη, ανάμεικτη με μπόλικο θαυμασμό, ήταν εκείνη που ένιωσα μαθαίνοντας για την άρνηση του Πατίλη το 2012 να δεχτεί το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας ως «τιμητική διάκριση για τη συμβολή του στη νεοελληνική λογοτεχνία». Συνεπής –και πάλι– στα πιστεύω του, είχε δηλώσει:

Είναι γνωστή από πολλά χρόνια τώρα η θέση μου για τα λογοτεχνικά βραβεία και τις σχετικές τιμητικές διακρίσεις. Για λόγους θεωρητικούς, παιδαγωγικούς και σε πολλές περιπτώσεις ηθικούς, είμαι αντίθετος με κάθε βραβείο που απονέμεται σε μη μετρήσιμες αντικειμενικώς αξίες, όπως είναι οι καλλιτεχνικές. Το καλλιτεχνικό έργο (και ως τέτοιο θεωρώ διασταλτικά και την εργασία μου στο Πλανόδιον) μπορεί να το κρίνει μόνο το πρόσωπο και όχι ο θεσμός, γιατί μόνο το πρόσωπο μπορεί να επικοινωνήσει με το έργο. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχτώ την παραπάνω «τιμητική διάκριση» του Υπουργείου.

Κατόπιν όλων αυτών, θα κατανοεί ίσως ο αναγνώστης του παρόντος κειμένου –και ο ίδιος ο Πατίλης που το είχε απορία– γιατί τον συσχετίζω με τον άλλο σπάνιο του είδους, τον Δημήτρη Αρμάο, όταν μιλώ για «πνευματικούς πατέρες». Τον Αρμάο τον έχασα –τον χάσαμε όλοι– πρόωρα, πριν προλάβω να μάθω όσα θα ήθελα από την αστείρευτη γνώση, εμπειρία και ανθρωπιά του – όχι ότι η γνώση έχει τέλος ή ότι αρκεί μια ζωή. Από τον Πατίλη έμαθα όσα ενδεικτικά κατέθεσα εδώ, με αυτά τα «κολίμπρια της Γραφής»*και πολλά άλλα﮲ όμως, συγκριτικά με όσα έχει προσφέρει, δεν έχω μάθει ακόμη τίποτε.

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

αλκοόλ

* Η φράση από το ποίημα του Πατίλη «Calibri. Ωδή σε μια γραμματοσειρά» (Αποδρομή του αλκοόλ, Ύψιλον 2012).

Ένας χαλκέντερος περιοδικάκιας

Patilis, Yiannis-02 (El. Mylona, Santorini, Pascha 1982), τμήμα

 

 

 

Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη. ~. ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~ . ~.  

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~.~

Ο Γιάννης Πατίλης είναι γνωστός για το ποιητικό του έργο, για την πολυετή υπηρεσία του ως καθηγητής στη Μέση Εκπαίδευση, αλλά και για μια άλλη εξίσου σημαντική ιδιότητά του: για πολλά χρόνια υπήρξε εκδότης λογοτεχνικών περιοδικών.

Το γνωστότερο και σπουδαιότερο δημιούργημά του είναι το περιοδικό Πλανόδιον, που εκδιδόταν συνεχώς από το 1986 μέχρι το 2012 (συνολικά 52 τεύχη). Προηγουμένως ο Πατίλης είχε συμμετάσχει και σε αρκετές άλλες προσπάθειες: ήταν συνεκδότης του περιοδικού Το Δέντρο στα πρώτα του τεύχη (1978) και συνεκδότης των βραχύβιων περιοδικών Νήσος: Μουσική και Ποίηση (1983-1985) και Κριτική και κείμενα (1984-1985). Η αγάπη του για τα λογοτεχνικά περιοδικά διατηρεί, ως φαίνεται, τη θερμότητά της μέχρι σήμερα. Το 2013 εξέδωσε το βιβλίο του Μικρός Τύπος: Το λογοτεχνικό περιοδικό, στο οποίο περιλαμβάνονται σύντομα κείμενα για το ζήτημα γραμμένα σε διάφορες περιόδους. Επίσης, τον τελευταίο καιρό έχει αφοσιωθεί με ζήλο, όπως μαθαίνουμε, στην ψηφιοποίηση ενός μεγάλου αριθμού περιοδικών, προσφέροντας ανεκτίμητη υπηρεσία στους αναγνώστες και τους μελετητές τού Μικρού Τύπου.

P01-001-T01-Cheimonas1986-Eksofyllo.jpgΟ Πατίλης ανήκει σε μια γενιά δραστήριων και χαρισματικών πνευματικών ανθρώπων που από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και μέχρι σήμερα έστησαν και έτρεξαν υψηλού επιπέδου λογοτεχνικά περιοδικά. Η τελευταία τριακονταετία, αν την κοιτάξουμε μακροσκοπικά, ήταν μια περίοδος άνθισης του Μικρού Τύπου, με ευεργετικές συνέπειες για την πνευματική ζωή του τόπου. Μπορούμε να αναφέρουμε ως παραδείγματα, εκτός από το Πλανόδιον του Γιάννη Πατίλη, τον Εκηβόλο του Βασίλη Διοσκουρίδη (1978-1997), την Ποίηση και την Ποιητική του Xάρη Bλαβιανoύ (1993 μέχρι σήμερα), τη Νέα Εστία της περιόδου Σταύρου Ζουμπουλάκη (1998-2012). Κοινό γνώρισμα αυτών των περιοδικών ήταν ότι ελέγχονταν από δραστήριους και αφοσιωμένους ανθρώπους, που είχαν το χάρισμα να συγκεντρώνουν γύρω τους λογοτέχνες και κριτικούς υψηλού επιπέδου, να παραγγέλνουν κείμενα και να ανοίγουν συζητήσεις. Εκτός από τη δημοσίευση της ελληνικής παραγωγής, αυτά τα περιοδικά έδιναν βάρος στην παρουσίαση της ξένης λογοτεχνίας, της κριτικής και θεωρίας της λογοτεχνίας, της σύγχρονης φιλοσοφίας και σκέψης. Φρόντιζαν για τη μετάφραση σημαντικών κειμένων, ενθάρρυναν το διάλογο γύρω από κρίσιμα ζητήματα, ενθάρρυναν την κριτική, ακόμη και την πολεμική αντιπαράθεση.

Τα περιοδικά που προαναφέραμε έκλεισαν πρόσφατα τον κύκλο τους ή συνεχίζουν να κυκλοφορούν. Είναι, επομένως, πολύ νωρίς ακόμα για να εκτιμηθεί και να αξιολογηθεί η συνεισφορά τους και ο ρόλος τους στην πνευματική ζωή του τόπου. Τα καλά και τα στραβά τους θέλουν χρόνο και μελέτη για να εντοπιστούν και να περιγραφούν. Και δεν KritikiKaiKeimena-01-(Cheimonas1984)-00-Eksofyllo, κομμ.μπορεί να αποτιμηθεί πλήρως η συνεισφορά τους αν δεν ενταχθούν μέσα στο ιστορικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν. Όσον αφορά το Πλανόδιον, μια πρώτη καταγραφή και αποτίμηση έγινε πρόσφατα από τη Δήμητρα Χαλούλου στη μεταπτυχιακή της εργασία Το περιοδικό Πλανόδιον (τεύχη 1-49): Αναλυτική καταγραφή των συνεργατών, ειδολογική ταξινόμηση και κριτική αποτίμηση.[1] Διαβάζοντας κανείς τους πίνακες των συνεργατών του Πλανοδίου που έχει καταρτίσει η ερευνήτρια, δεν μπορεί παρά να θαυμάσει τον αριθμό και την ποιότητα των λογοτεχνών, κριτικών και δοκιμιογράφων που πέρασαν από τις στήλες του περιοδικού.

Η σπουδαιότερη όμως συνεισφορά του Πλανοδίου είναι, κατά την άποψή μας, η παρουσίαση στο ελληνικό κοινό σημαντικών συγγραφέων και κειμένων από άλλες λογοτεχνίες, όπως επίσης και η μετάφραση κριτικών και θεωρητικών κειμένων, που περιλαμβάνονταν στη στήλη «Θέματα» κάθε τεύχους. Εδώ διαβάζουμε, για παράδειγμα, μεταφράσεις έργων του Μπρόντσκι (τχ. 8), του Γουίτμαν (τχ. 9), του Πάουντ (τχ. 12), του Μοντάλε (τχ. 17), του Μπέκετ (τχ. 18), του Τσέλαν (τχ. 40), της Αχμάτοβα (τχ. 45), του Αρτώ (τχ. 49) και πολλών άλλων. Διαβάζουμε επίσης σπουδαία δοκίμια, όπως τα δοκίμια του Όσιπ Μαντελστάμ στο τεύχος 30. Διαβάζουμε, τέλος, και δύσκολα θεωρητικά κείμενα συγγραφέων όπως ο Αντόρνο και ο Μπένγιαμιν (τχ. 23), ο Άουερμπαχ (τχ. 34), ο Μπαχτίν (τχ. 38), ο Λούκατς (τχ. 39).

patilisgiannis-mikrostypos-tologotechnikoperiodiko-theoriaaskiseis-01Χωρίς λογοτεχνικά περιοδικά η πνευματική ζωή ενός τόπου είναι μοιραία καχεκτική και απομονωμένη. Τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι η αναπνοή της: τη φέρνουν σε επαφή με τις άλλες λογοτεχνίες, με το μεγάλο κόσμο της φιλοσοφίας και των ιδεών. Τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι ο φυσικός χώρος των ιδεολογικών ζυμώσεων και αντιπαραθέσεων, αν θέλουμε να γίνονται δημόσια και ανοιχτά, και όχι πίσω από κλειστές πόρτες. Είναι επίσης ο φυσικός χώρος για την παρουσίαση της λογοτεχνικής δημιουργίας. Ενίοτε είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία· το διήγημα, για παράδειγμα, ως είδος απαιτεί την κυκλοφορία περιοδικών για να υπάρξει. Οφείλουμε λοιπόν χάριτες στον Γιάννη Πατίλη που αφιέρωσε το ταλέντο και την ενεργητικότητά του στη δημιουργία και τη μακροχρόνια κυκλοφορία του Πλανοδίου. Και εκφράζουμε την ελπίδα να μεταλαμπαδεύσει τη θερμή του αγάπη για τον Μικρό Τύπο σε νέους ταλαντούχους εκδότες.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

[1] Ηλεκτρονική δημοσίευση: http://nemertes.lis.upatras.gr/jspui/handle/10889/4645 (προσπελάστηκε 28.12.2017).

Πρὸς μιὰ ποιητικὴ τοῦ “σπασμένου”

196_-YiannisPatilis-Aidipsos 2

Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~.~

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ ~.~

Γιάννης Πατίλης,
Τὸ σπασμένο εἶναι πιὸ ἀνθεκτικό,
Gutenberg-Σύρτις 2016

Ὑπάρχουν κάτι μικρὰ πουλιά, ποὺ ἀνοίγουν τρύπες μέσα στὶς πιὸ βαθειὲς κουφάλες τῶν δέντρων· καὶ καθὼς πιστεύουν ὅτι τὸ ράμφος τους εἶναι προικισμένο μὲ τερἀστια δύναμη, ὕστερα ἀπὸ κάθε χτύπημα πηγαίνουν ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ τοῦ δέντρου νὰ βεβαιωθοῦν ὅτι δὲν τὸ τρύπησαν πέρα γιὰ πέρα

ΛΙΧΤΕΝΜΠΕΡΓΚ

Εἶναι λογῆς ποιητικές, εἶναι καὶ λογῆς ποιητές, θὰ λέγαμε, παραφράζοντας τὴν ὲμβληματικὴ μυριβήλεια ἔναρξη στὴ νουβέλα Ὁ Βασίλης ὁ Ἀρβανίτης. Καὶ εἶναι λογῆς οἱ ποιητικὲς, γιατὶ ὑπάρχουν λογῆς ποιητές, χωρὶς βέβαια αὐτὸ νὰ ἀποκλείει τὸ ἐνδεχόμενο νὰ εἶναι λογῆς οἱ ποιητὲς ἕνεκα τῆς ὑπάρξεως λογιῶν-λογιῶν ποιητικῶν.

Ἐπ’ οὐδενὶ δὲν θά ’πρεπε νὰ ὑπάρχει ποιοτικὴ διαφοροποίηση τῶν δύο τάσεων, ἂν καὶ σίγουρα ἡ ἀπαιτητικὴ κριτικὴ ἀναζητᾶ ἐκείνους τοὺς ποιητὲς ποὺ διὰ τοῦ ἔργου τους καταφέρνουν νὰ ἀφήσουν ἕνα τόσο ἰσχυρὸ στίγμα, τὸ ὁποῖο θὰ εἰσηγεῖται μὲ τὴ σειρά του μιὰ ὁλόκληρη ποιητική, ἤτοι ἕνα καθαρόαιμο (;) ποιητικὸ σύμπαν, ἤτοι ἕνα ποιητικὸ σύστημα. Ἡ ποιητικὴ φυσιογνωμία τοῦ Γιάννη Πατίλη καὶ ἡ σύνολη στάση του ἀπέναντι στὰ νεοελληνικὰ γράμματα, θέματα τὰ ὁποῖα τροφοδοτοῦν τὸ παρὸν κείμενο, ἀμφιρρέπουν ἀνάμεσα στὶς δύο παραπάνω τάσεις, χωρὶς αὐτὸ νὰ σημαίνει ὅτι λειτουργοῦν ἀλληλοαποκλειστικά· τουναντίον, ἡ μία τάση συμπληρώνει εὐεργετικὰ τὴν ἄλλη καὶ ἐπιτείνει τὴν παραπάνω θέση περὶ μιᾶς δημιουργίας ἑνὸς καινοῦ ποιητικοῦ συστήματος.

Ἔπειτα ἀπὸ μιὰ σχεδὸν πεντηκονταετὴ πορεία στὰ γράμματα, ὁ ποιητής, κριτικός, ἐκδότης περιοδικῶν ἐντύπων, φιλόλογος Γιάννης Π. Πατίλης –ἀναφέροντας ἁπλῶς λίγες ἀπὸ τὶς φανερὲς/δημόσιες ἰδιότητές του, ἀποσιωπώντας τὸν ἀλληλογράφο, ἡμερολογιογράφο, διορθωτή, ἐπιμελητή, ψηφιοποιητή, ἀρχειονόμο Πατίλη– γίνεται φανερὸ ὅτι σκορπίζεται (μὲ τὴ θετικὴ σήμανση τοῦ “σκόρπιου”) σὲ μιὰ πολυεπίπεδη φυσιογνωμία τῆς μεταπολεμικῆς/μεταδικτατορικῆς/μεταπολιτευτικῆς λογιοσύνης. Μιὰ φυσιογνωμία ἡ ὁποία χαρίζει ἀποσπάσματα τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας ἄλλοτε ὡς ποιητής, ἄλλοτε ὡς κριτικός, ἄλλοτε ὡς ἱδρυτὴς καὶ διαχειριστὴς περιοδικῶν ἐντύπων ὅπως: Τὸ Δέντρο, Κριτικὴ καὶ κείμενα, Νῆσος, Ἀνεπαισθήτως, Πλανόδιον (αἰσίως καὶ τοῦ ἰστοτόπου Ἱστορίες Μπονζάι: Ἡ αἰσθητικὴ τοῦ μικροῦ, τὸν ὁποῖον συνδιευθύνει μαζὶ μὲ τὴν εἰκαστικὸ καὶ συγγραφέα Ἠρὼ Νικοπούλου). Ἡ πολυεπίπεδη αὐτὴ πορεία, ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετη στὴ μακροδομή της, ἀποσπασματικὴ στὴ μικροδομή της, ἀκριβῶς ὅπως οἱ ἰμπρεσιονιστικοὶ πίνακες ποὺ ὅσο ἀπομακρύνεται κανεὶς θαυμάζει τὸ ἀποτέλεσμα, ὅσο πλησιάζει ὅμως ἐντοπίζει τὶς χρωματικὲς ψηφίδες ποὺ τοὺς συναποτελοῦν, ἐπιχειρήθηκε νὰ συνοψιστεῖ στὸ δοκίμιό του μὲ τίτλο Τὸ σπασμένο εἶναι πιὸ ἀνθεκτικό. Στίχοι καὶ σκέψεις γιὰ τὴν ἡλικία τῶν ἐρειπίων ποὺ κυκλοφόρησε στὰ τέλη τοῦ 2016, ἀπὸ τὸ ὁποῖο κι ἀφορμᾶται τὸ κείμενό μας.

to-spasmeno-einai-pio-anthektikoΤὸ δοκίμιο αὐτὸ συνοψίζει τοὺς βασικοὺς ἄξονες τῆς ποιητικῆς φυσιογνωμίας τοῦ Γιάννη Πατίλη, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ μᾶς περιορίζει στὴν ἀπόπειρά μας νὰ προβοῦμε σὲ ἕναν εὐρύτερο προβληματισμὸ γύρω ἀπὸ τὴ συνολικὴ ἐμπειρία τῆς ἐμπλοκῆς του στὰ γράμματα καὶ στὸ σύμπαν ποὺ αὐτὰ δημιουργοῦν καὶ κινοῦν. Ἁπλούστερα, ἤδη ἐκ προοιμίου ὁ Πατίλης ξεκαθαρίζει τὴ θέση του ἀπέναντι στὸν ἀναγνώστη γράφοντας στὶς πρῶτες του ἀράδες ὅτι: «Κάθε ποιητὴς μεταφέρει στὴν ποίησή του τὴν δική του μερικὴ ἐμπειρία τοῦ Κόσμου». Καλῶς. Ὡστόσο, ἡ προκαταρκτικὴ αὐτὴ θέση ποὺ χαράζει μιὰ ποιητικὴ Ποιητικὴ (ἂς ἐπιτραπεῖ ὁ φαινομενικὸς σολοικισμὸς), σηματοδοτεῖ τὴν ἴδια στιγμὴ μιὰ στάση ἀπέναντι στὸν Κόσμο τὸν ἴδιο. Ξεφεύγει, ἑπομένως, ἀπὸ τὴν ποιητικὴ Ποιητικὴ καὶ ὑψώνεται στὴν Ποιητική· σκέτα.

Διὰ τοῦτον ἀκριβῶς τὸ λόγο, πῶς θὰ μπορούσαμε νὰ μείνουμε στὸν ποιητὴ Πατίλη καὶ νὰ ἀρθρώσουμε ἕναν λόγο γιὰ τὸ ἀπόσπασμα στὸ ποιητικὸ ἔργο του καὶ μόνον, ὅταν ἡ παραπάνω ἀναφερθείσα «μερικὴ ἐμπειρία τοῦ Κόσμου» του περιλαμβάνει τὴν ἐνασχόληση μὲ ἕναν εὐρύτερο κύκλο ἀσχολιῶν ποὺ διαμορφώνουν τὸ χαλκέντερο γραμματολογικό του πορτραῖτο; Πῶς γίνεται νὰ δοῦμε τὴν ἀποσπασματικὴ φύση τῶν πραγμάτων μένοντας ἀποκλειστικὰ στὴν ποιητική του παραγωγή; Μ’ ἄλλα λόγια, πῶς νὰ καταφέρει νὰ ἐντοπίσει κανεὶς τὸ ἀρχετυπικὸ ἀπόσπασμα, ἐντὸς τοῦ ἀποσπάσματος ποὺ ἀποτελεῖ ἡ ποιητικὴ πράξη ἀποκομμένη ἀπὸ τὸ σύνολο τῶν δραστηριοτήτων ἑνὸς πολυμήχανου ἀνθρώπου; Ὁ Λίχτενμπεργκ, μιᾶς ποὺ τὸν παραθέσαμε παραπάνω, ἀναφέρει σὲ ἕναν ἀφορισμό του: «Εὔκολο εἶναι νὰ κάνεις τέτοιες ἐρωτήσεις, ἀλλὰ δύσκολο εἶναι νὰ ἀπαντήσεις σὲ αὐτές». Τουτέστιν, τὰ εὔλογα αὐτὰ ἐρωτήματα ἀναμένουν τὴν ἀπάντησή τους.

Γιὰ τὴν οἰκονομία τοῦ κειμένου, μιᾶς καὶ μιὰ ἐπιχειρηματολογία ἐν σχέσει μὲ τὰ παραπάνω ἐρωτήματα φαντάζει ἀνέφικτη ἐπὶ τοῦ παρόντος, θὰ μπορούσαμε νὰ ἐκλάβουμε τὴν πρόταξη τῆς ποιητικῆς ταυτότητας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Πατίλη, ὄχι μὲ τὴν πρόθεση νὰ σηματοδοτηθεῖ ὡς ἡ πλέον σημαίνουσα, διότι ἔτσι θὰ ἀδικοῦταν ἡ ὑπόλοιπη πορεία του, ἀλλὰ ὡς ἡ πλέον περιεκτική, ὅσον ἀφορᾶ στὴν ἀντιστοιχία της μὲ τὴν ἔννοια τοῦ ἀποσπάσματος. Ἑπομένως, ἡ ποίηση τοῦ Πατίλη γίνεται ὁ πίνακας ἐκεῖνος ὅπου μπορεῖ κανεὶς νὰ δεῖ τὴ σύνολη γραμματολογική του φυσιογνωμία, ἐνῶ οἱ χρωματικὲς ψηφίδες τοῦ πίνακα συναπαρτίζονται ἀπὸ ποιήματα, σημειώματα τοῦ ἐκδότη, κριτικές, ἐξώφυλλα καὶ μακέτες, γραμματοσειρὲς καὶ κοσμήματα, συνεντεύξεις, ἡμερολογιακὲς ἐγγραφές, γράμματα, μαίηλ, χειρόγραφα, ἔντυπα καὶ ψηφιακὰ ἀρχεῖα, ἰστοτόπους, φωτογραφίες κ.ο.κ. Ἔτσι κι ὁ ἴδιος γνωρίζοντας ὅτι μιὰ μικροσκοπικὴ ἐξέταση θὰ ὁμοίαζε μὲ δουλειὰ μικροβιολόγου ποὺ προσπαθεῖ νὰ ξεχωρίσει σὲ καλάθια τὰ κύτταρα μιᾶς αἱμοκαλλιέργειας, συνοψίζει τὴν ἐμπειρία σὲ τρεῖς ἑνότητες: Πολιτικὸς βίος, Ἔρως, Ποίηση.

~ · ~ 

Στὸ κέντρο καί τὼν τριῶν κατηγοριῶν τοποθετεῖται ἡ ἀποσπασματικὴ φύση τῶν πραγμάτων. Τὸ ἀπόσπασμα, τὸ fragmentum, τὸ σπασμένο, τὰ ἐρείπια, τὸ θραῦσμα, ἡ ψηφίδα, ὅλα αὐτὰ γίνονται τὰ δομικὰ ὑλικὰ τοῦ ἔργου τοῦ Πατίλη. Προσοχή, ὅμως! Τὰ δομικὰ αὐτὰ ὑλικὰ μένουν αὐτούσια, ὡς ἔχουν, δίχως φτιασιδώματα καὶ λειάνσεις. Δὲ συναρμόζονται μὲ τρόπο τέτοιον ποὺ νὰ (ἀνα)κατασκευάζουν ἕνα Ὅλον. Οἱ θραυσματικὲς αὐτὲς ὑπάρξεις, ἀποκομμένες ἀπὸ τὸ μυθοποιημένο (ὄχι ὅμως καὶ τὸ ἱστορικό/πραγματολογικό) περικείμενο, τοποθετοῦνται στὸ κέντρο κάθε ποιήματος καὶ γίνονται οἱ σημαίνουσες στιγμὲς ποὺ πλάθουν ἕνα σύμπαν ἀσυνέχειας, ἐντὸς τοῦ ὁποίου κινοῦνται τὰ ποιητικὰ ὑποκείμενα τοῦ Πατίλη. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ ἐρείπια καὶ τὰ θραύσματα ἀπεκδύονται τὸ παρελθόν τους· δὲν τὸ ἀπαρνοῦνται, δὲν τὸ διαγράφουν, ἁπλῶς τὸ παραμερίζουν μὲ σκοπὸ νὰ πρωταγωνιστήσουν στὴν καθαρὴ μορφὴ τοῦ παρόντος τους μέσα στὸ ποίημα. Παράλληλα, ὁ ἐρειπιώνας ποὺ τροφοδοτεῖ τὴν ποίηση τοῦ Πατίλη παύει νὰ εἶναι ἡ στενὴ κατηγορία τοῦ χώρου (λ.χ. Ἑλλάδα, ἀθηναϊκὸ ἱστορικὸ κέντρο, Πατήσια, Νέο Ἡράκλειο)· τὸ ἐρείπιο, τὸ ἀπόσπασμα προκύπτουν ἔπειτα ἀπὸ μιὰ ἐπίμοχθη ἀναζήτηση τοῦ ἐλάσσονος, τοῦ χθαμαλοῦ, τῆς χαμηλόφωνης ἔκφρασης τῆς ζωῆς καὶ τῆς καθεμέρας.

Μὲ ἄλλα λόγια, τὸ θραῦσμα στὴν ποίηση τοῦ Πατίλη λειτουργεῖ ὡς ἀρχεῖο. Ὁ Πατίλης ἀρχειοθετεῖ τὴν ἐμπειρία μέσα στὰ ποιήματά του, δίνοντας ἀκριβῶς τὴν προοπτική τοῦ ἀρχείου ποὺ δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τὴ μελλοντική του ὕπαρξη· διότι αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ταυτότητα τῆς ἔννοιας τοῦ ἀρχείου. Τὰ πάντα κεῖνται ὡς ἁπλὲς ὑπάρξεις, εἴτε λειτουργικὰ ἁρμοσμένες στὴν πραγματολογική τους συνθήκη, εἴτε ξεκρέμαστες, χτυπητές, ἄλλες. Ἡ χρήση τους στὴν Τέχνη ἀποτελεῖ μιὰ ἀρχειοθέτηση· εἰδικότερα, ἡ χρήση τῶν ὑπάρξεων ποὺ βιώνουν τὴν ἑτερότητά τους, ἄρα ἐκείνων ποὺ ἀποσπῶνται ἀπὸ τὸ λειτουργικὸ Ὅλον. Ἅπαξ καὶ κάτι ἀρχειοθετηθεῖ, τότε παύει νὰ φέρει ἐντός του τὸ παρελθὸν ὡς διάσταση καὶ διανοίγεται ὡς δυνατότητα στὸ μέλλον. Ἕνα μέλλον εὐεπίφορο στὸ ὄραμα μιᾶς νέας ζωῆς μακριὰ ἀπὸ μεταφυσικὲς προσδοκίες: τὸ μέλλον τῆς ἑρμηνείας. Ἡ ἑρμηνεία αὐτὴ εἶναι ἀνοικτὴ σὲ ὅλους, ἀφοῦ ἀκόμα κι αὐτὴ “σκορπίζεται” σὲ ὅσους θέλουν (κι ἑνίοτε σὲ ὅσους μποροῦν) νὰ τὴν ἀναλάβουν. Αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία γίνεται –τελικὰ– ἡ κινούσα αἰτία τῆς συγγραφῆς.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΤὸ ἔργο τέχνης εἶναι ἡ γέφυρα ἀνάμεσα σὲ δύο ἀποσπασματικὲς ἐμπειρίες: στὴν ἀποσπασματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἀναγνώστη καὶ στὴ διπλὰ ἀποσπασματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ συγγραφέα. Ὁ Πατίλης ἐπισημαίνει σχετικά: «Θὰ τονίσω, ὅμως, ἐμφατικὰ πὼς μὲ κανέναν τρόπο δὲν θεωρῶ τὸν Ἑαυτό μου αὐθεντικὸ διερμηνευτὴ τῶν στίχων μου. Τὸ λέω αὐτὸ ὄχι ἀπὸ πρόθεση νὰ κολακέψω τὰ ἀναφαίρετα δικαιώματα τοῦ ἀναγνώστη στὴν ἑρμηνεία ἑνὸς ποιήματος, ὅσο ἀπὸ βαθιά μου πεποίθηση πὼς τὸ ἔργο τέχνης εἶναι ἀποτέλεσμα συνεργασίας τοῦ καλλιτέχνη μὲ ἄλλες δυνάμες ποὺ ξεπερνοῦν, συχνὰ κατὰ πολύ, τὴν αὐτεπίγνωση ἢ καὶ τὴ βούλησή του». Οἱ δυνάμεις αὐτὲς φρονοῦμε ὅτι βρίσκονται στὴ σφαίρα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς ἀποσπασματικότητας ποὺ αὐτὴ κομίζει, στὴν ἐπαφὴ μὲ τὸ γραμματολογικὸ παρελθὸν καὶ στὴ σχέση μὲ τὸν ἀναγνώστη. Ἡ τριελκυστίνδα αὐτὴ, στὸ μέσο τῆς ὁποίας βρίσκεται ὁ ποιητής, δίνει αὐτὸ τὸ “συν” ποὺ ἔρχεται νὰ κολλήσει μπροστὰ ἀπὸ τὸ “γράφω”.

Ὁ συγγραφέας, λοιπόν, ταξινομεῖ κι ἀρχειοθετεῖ ἕνα σύμπαν ἀποσπασμάτων μὲ τρόπο τέτοιο ποὺ νὰ μὴν μπορεῖ ἔπειτα νὰ τὰ ἐπανεντοπίσει. Πλάθει τὴ δική του ποιητικὴ τοῦ σπασμένου, ἐντασσόμενος στὴ μοντερνιστικὴ παράδοση ποὺ ἔφερε τὸ θραῦσμα ξανὰ στὸ προσκήνιο, ξεφεύγοντας ὅμως κι ἀπὸ τὴ δεσποτεία της καὶ ἀναποδογυρίζοντας τὴ νέα ἠθικὴ ποὺ αὐτὴ ἐπεδίωξε νὰ ἐπιβάλλει ὡς ἄλλος Δούρειος Ἵππος (ἰδεολογικὴ φόρτιση, ἐθνικισμός, ἐθνομηδενισμός, ἐθνοκαπηλεία). Δὲν εἶναι ἡ ὑψηλὴ μοντερνιστικὴ εὐταξία αὐτὸ ποὺ ὁ Πατίλης ἐπιδιώκει, οὔτε ὅμως κι ἡ πρωτοποριακὴ ἀταξία. Οἱ ὅροι προσέγγισης τοῦ ἔργου του δὲν μποροῦν νὰ τοποθετηθοῦν κάτω ἀπὸ τὶς στεγανοποιητικὲς αὐτὲς κατηγοριοποιήσεις. Ὅπως ἡ στιγμὴ ὑπάρχει μόλις γιὰ λίγο κι ἔπειτα σβήνει, ἔτσι καὶ τὸ ἐρείπιο παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ζεῖ μέσα στοὺς αἰῶνες χαρίζει μόλις μιὰ στιγμή του στὴν ποίηση. Στιγμὲς-ἐρείπια συγκεντρώνει ὁ Πατίλης καὶ τὶς καταστερίζει στὰ ποιήματά του. Στιγμὲς ποὺ ζεῖ ὄχι μόνο μὲ τὴν ἰδιότητα τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ μὲ ὅλες τὶς παραπάνω ποὺ ἀναφέραμε καὶ μὲ ἄλλες τόσες: τοῦ ἄντρα, τοῦ υἱοῦ, τοῦ συζύγου, τοῦ πατέρα, τοῦ φίλου, τοῦ συνεργάτη, τοῦ δασκάλου, τοῦ ὁδηγοῦ, τοῦ κουβαλητῆ κ.τ.ρ. Στιγμὲς θραυμαστικὲς ποὺ μέσα στὴν ἀποσπασματικότητά τους ἐμπεριέχουν τὸ ζεστὸ ἀπόθεμα μιᾶς πολυπρισματικῆς ἐμπειρίας ποὺ περιμένει τὸν συστηματικὸ της ἐρευνητὴ ποὺ θὰ ἐπανασυγκολλήσει τὰ ψηφία ποὺ αὐθόρμητα ὁ Πατίλης σκόρπισε στὸ δάπεδο τοῦ ἔργου του· ἄλλως, ποὺ θὰ ἐπανασυγκολλήσει τὸ δεξί ἄνω ἄκρο του, μὲ τὸ ὁποῖο κατέστρωσε τὸ σύστημα τῆς ποιητικῆς του.

Ἂς κλείσουμε τὸ κείμενό μας μὲ μιὰ τέτοια στιγμὴ-ἐρείπιο κι ἂς ἀφήσουμε τὸν ἀναγνώστη νὰ πάρει τὴν εὐρετική μας ἀνάγνωση καὶ νὰ περιηγηθεῖ στοὺς κήπους αὐτοῦ τοῦ ποιητικοῦ συστήματος, ἐπιχειρώντας μὲ τὴ σειρά του νὰ τὸ ἐπαναναγνώσει καὶ (γιατὶ ὄχι;) νὰ διαρθρώσει κι αὐτὸς ἐκ νέου ἕνα δικό του:

Ἴσως ἴσως
μικρὸ ζωύφιο ἴσως
ὅταν πέσαν στὸ ἴσως
τὸ ἀπόγευμα ὁ καιρὸς τὸ βλέμμα τὰ μαλλιά
Μπερδεύτηκαν τὰ λόγια κι οἱ προθέσεις
σὲ μιὰ μικρὴ διαδρομὴ στὴν Προποντίδος πρὸς τὴν Καλλίπολη
Κι ἦταν τόσο καλὰ σ’ αὐτὸ τὸ πράγμα
καὶ τρέκλιζαν σὰ νά ’χαν πιεῖ αὐτὰ τὰ οὖζα
μαζὶ μ’ ὅλους τοὺς δρὀμους καὶ τὰ φῶτα
ποὺ γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ σ’ εἶχαν μισήσει
Μεγάλη Βεβαιότητα Σκοτώστρα

(“7”, Ἀκτὴ Καλλιμασιώτη καὶ ἄλλα ποιήματα, 2009)

ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

 

Ο Καρούζος του Πατίλη

NikosKarouzos-GiannisPatilis-Ntoltse-28-04-1988 τμήμα 2Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΞΑΝΘΟΥ ΜΑΪΝΤΑ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Το βιβλίο του Γιάννη Πατίλη Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής Νίκος Καρούζος αποτελεί ένα σύγχρονο Αισθητικό Δοκίμιο, όπου μέσα σε περίπου 100 σελίδες ο συγγραφέας καταθέτει  ένα πλήρες σύνολο προτάσεων, κατηγορήματα ύψους, ώστε να γίνει δυνατή η ανάλυση και διερεύνηση του δύσκολου έργου του Νίκου Καρούζου.

Και αυτό ο Γιάννης Πατίλης το επιτυγχάνει με τον πλέον εντελή τρόπο. Συγχρόνως η δύναμη αυτού του δοκιμιακού έργου είναι τέτοια, ώστε μπορούμε αβίαστα να προβλέψουμε ότι στο μέλλον θα αποτελεί σημαντικό βοήθημα στην ανάλυση και μελέτη της ποίησης.

Από τα αξιόλογα σημεία ακτινοβολίας του έργου, που παράγουν ένα ευρύτατο φάσμα αισθητικών καταθέσεων, θα εστιάσω την προσοχή μου, στο παρόν large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990κείμενο, μόνο σε ένα. Ο Γιάννης Πατίλης χρησιμοποιεί ως βοήθημα στην ανάλυση του έργου του Νίκου Καρούζου το Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου. Ένα έργο λοιπόν, της ύστερης αρχαιότητας που κρατάει την αξία του αναδεικνύεται στις ημέρες μας, δηλαδή στην εποχή του ύστερου μοντερνισμού, ως επίκαιρο αισθητικό δοκίμιο. Στην αναμέτρηση αυτή και στην πορεία ανάλυσης του σύγχρονου έργου, το αρχαίο δοκίμιο εμφανίζει επάρκεια και πληρότητα;

Φαίνεται πως χρειάστηκε η ψηλάφηση ενός τόσο στιβαρού σύγχρονου ποιητικού έργου και ο κατάλληλος ιχνηλάτης-ερευνητής για να αναδειχθεί μέσα στο μεγάλο έργο της αρχαιότητας η αδυναμία. Έτσι ο Γιάννης Πατίλης στα περί ύψους κατηγορήματα του Λογγίνου προτείνει μια νέα διάσταση του υψηλού. Ας την παρακολουθήσουμε από τον ίδιο.  Είναι το τέλος του κεφαλαίου του με τον τίτλο “Σώμα” από την εισαγωγή του βιβλίου.

Συγγραφέας του πρώτου χριστιανικού αιώνα, πατώντας και με τα δυο του πόδια στον παγανιστικό κόσμο και βαθιά ριζωμένος στην καλύτερη πνευματική του παράδοση, ο λαμπρός σε κριτική φιλολογική σκέψη και πολιτική σοφία δημιουργός του Περί Ύψους δεν παραλείπει να θεολογεί. Μολοντούτο, το αυτονόητο και αδιαμφισβήτητο από τον ίδιο κύρος της πολιτιστικής του αγωγής και παράδοσης, και η πιθανότατη απουσία σχετικής προσωπικής εμπειρίας και διαίσθησης για τα νέα τεκταινόμενα του καιρού του, δεν του επέτρεψαν να αντιληφθεί μια νέα διάσταση του υψηλού που μόλις γεννιόταν γύρω του: αυτήν που, όπως στον συγκλονιστικό πίνακα του Σαλβαδόρ Νταλί, αντικρίζει στραμμένη προς τα κάτω με συντριβή, την τραγωδία του ανθρώπου από το ύψος της αγωνίας του Σταυρού.

Είναι λοιπόν ο τρόπος του ποιητή και στοχαζόμενου ανθρώπου Νίκου Καρούζου. Είναι η συνάντησή του με το πνευματικό σημείο Χριστός καθώς και το χερουβικό μέρος της ταυτότητάς του. Συγχρόνως είναι η δυναμική ανάλυση του Γιάννη Πατίλη που δίνουν στο Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου νέα διάσταση. Μια αναγκαία διόρθωση λεπτής υφής.

ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Παρέμβαση κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

 

1494_10

Μια ολοκληρωμένη ανάγνωση

bbf581ccfa08606a8d93e77ef8a17de7_400x400Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Ἡ ἐργασία αὐτὴ τοῦ Γιάννη Πατίλη ἔρχεται σὲ μιὰ ἐποχὴ γόνιμης ἀναζήτησης γιὰ τὴν οὐσία τῆς ποίησης, τουλάχιστον γιὰ ὅσους νιώθουν ὅτι αὐτὴ δὲν ἐξαντλεῖται στὴν αὐτοαναφορικότητα καὶ στὴν δῆθεν τόλμη τῆς ἀτομικῆς «ἔκθεσης».

Εἶναι μιὰ ἐργασία γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ συχνὰ ἔνιωθε λίγη τὴ γλώσσα γιὰ νὰ ἐκφράσει τὸν ἐσωτερικό του πόνο. Γιὰ ἕναν ποιητὴ ποὺ μὲ τὸν τρόπο του ἔδειξε ὅτι θὰ παραμένει ἀστείρευτη ἡ πηγὴ τῆς ποιήσεως καθὼς δὲν ὑπάρχει ἡ τελευταία λέξη, ἡ τελειωτικὴ λέξη γιὰ τὸ ἀρχέγονο ταξίδι τῆς ζωῆς, τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου.

Ὅταν παρουσίασε ὁ Γιάννης Πατίλης τὴν ἐργασία του αὐτὴ στὸ Ἵδρυμα Τάκης Σινόπουλος ἄκουσα κάποιον ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο νὰ ψιθυρίζει φεύγοντας: «ἀκούσαμε γιὰ τὸν χριστιανὸ Καροῦζο, ἀλλὰ γιὰ τὸν ποιητὴ Καροῦζο δὲν ἀκούσαμε τίποτα». Αὐτὸ ποὺ ὁ ἐν λόγῳ ἀκροατὴς ἐξέλαβε ὡς ἀδυναμία, θεωρῶ ὅτι εἶναι τὸ δυνατὸ σημεῖο τῆς ἐργασίας τοῦ Πατίλη. Ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἀνθολογία ποὺ σήμερα παρουσιάζουμε σκύβει μὲ ἐπιμέλεια καὶ ἀγάπη πάνω στὸ σῶμα τῆς ποίησης τοῦ Καρούζου καὶ τὴν ἀναλύει διεξοδικὰ ὡς ὁμότεχνος ἀλλὰ καὶ ὡς φιλόλογος ὥστε νὰ μὴν καταφεύγει σὲ μιὰ ἐπιπόλαιη ἀνθολόγηση «πιασάρικων» ἀκροτήτων τοῦ ποιητῆ, ἀλλὰ ἀναδεικνύοντας τὴν ἀρχὴ ποὺ συνέχει αὐτὴ τὴν ἀτίθαση ποίηση. Καὶ ἀντιλαμβάνεται ὅτι αὐτὸ ποὺ κινεῖ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου εἶναι ἡ ἀνάγκη του νὰ ὑπερβεῖ τὰ ὅρια τῆς γλώσσας προκειμένου νὰ ἀποκαλύψει τὴ «συνέχεια τῆς ἐλευθερίας τοῦ προσώπου πρὸς τὴν ἐλευθερία τοῦ θεοῦ» (Μεταφυσικὲς ἐντυπώσεις ἀπ’ τὴ ζωή ὣς τὸ θέατρο, βλ. ἐδῶ Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 259)· ἔτσι δὲν ἀποφεύγει νὰ ὀνομάσει μὲ τὸ ὄνομά της τὴν προσήλωση τοῦ Καρούζου –μὲ τὸν δικό του τρόπο– στὸν Χριστὸ καὶ τὴν Ὀρθοδοξία, δὲν τὴν ἀποσιωπᾶ ὅπως συνηθίζεται στὶς μέρες μας, ποὺ προβάλλεται ὡς μιὰ οὐδέτερη ἀτομικότητα στὰ πλαίσια τῆς πολυπολιτισμικῆς ὁμογενοποίησης.

Ἡ ποίηση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι παρὰ τὸ «ὁμολογεῖν τῇ ἀληθείᾳ», μόνο ποὺ τὸ μερίδιο τῆς ἀλήθειας ποὺ ἀναλογεῖ στὸν καθένα μας εἶναι προσωπικὸ καὶ ἀνεπανάληπτο καὶ ὁ λόγος της λέγεται πολλαχῶς. Ὁ καθένας μὲ τὰ δικά του karouzosim1λόγια. Ἔτσι κι ὁ Καροῦζος μὲ τὴ «μορφικὴ ἀκαταστασία του», ποὺ διακρίνει ὁ συγγραφέας (σ. 19), ἐπιχειρεῖ νὰ ἀποτυπώσει τὴ «μαστορικὴ τῆς ἀγωνίας» του («Ὀχυρούμενος μὲ τ’ ἀστέρια», Τὰ ποιήματα Β΄, Ἴκαρος, 1994, σ. 220), μιᾶς ἀγωνίας ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ καθὼς μαρτυρεῖ ὁ τίτλος τῆς πρώτης του συλλογῆς, ἀπὸ τὴν ἐμμονή του στὴν ἐπαναστατικὴ διάσταση τῆς ἀγάπης, ἀπὸ τὸ οἰκουμενικὸ ἄνοιγμά του ἀπὸ τὸν Τρότσκι μέχρι τὸν Βούδα, ἀπὸ τὰ ἀγγελικὰ φτερὰ ποὺ θέλει νὰ φορέσει στὸν χωματένιο ἀρουραῖο. Αὐτὴ ἡ μορφικὴ ἀκαταστασία κατὰ τὸν Γιάννη Πατίλη ἀνάγεται στὴν «ἐξωτερικῶς ἀσύμβατη» μὲ τὴν ἀριστερή του τοποθέτηση προσήλωσή του στὸν Χριστό (σ. 20). Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἱστορικὰ ὁ συνδυασμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι καθόλου ἀσύμβατος –παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἐπιμένουν νὰ τὸν θεωροῦν τέτοιο– καθὼς ὑπάρχει μιὰ ἐνδιαφέρουσα παράδοση «χριστιανικῆς ἀριστερᾶς» ἢ «χριστιανικοῦ ἀναρχισμοῦ» στὴν Εὐρώπη ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. Ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπίπεδο πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ ἡ ὅποια ἀντίφαση αἴρεται ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπαναστατικότητα δὲν εἶναι ἕνας ἐωσφορικὸς κοσμοδιορθωτισμὸς ἀλλὰ μιὰ πηγαία δίψα δικαιοσύνης καὶ φιλαλληλίας.

Οἱ δύο αὐτὲς ἀλληλένδετες κατὰ τὸν Πατίλη πλευρὲς ἀναδεικνύονται καὶ στὴν ἐν πολλοῖς ἀρνητικὴ κριτικὴ τοῦ Λορεντζάτου γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου. Κριτικὴ αὐστηρὴ τὴν ὁποία ἀντιμετωπίζει μὲ ἀνάλογη αὐστηρότητα καὶ ὁ Γιάννης Πατίλης. Ὁ Ζήσιμος Λορεντζάτος στὸ ἕνα καὶ μοναδικὸ κριτικὸ δοκίμιό του γιὰ τὴν ποίηση τοῦ Καρούζου («Ἕνα αὐστηρὸ ἑλληνικὸ ποίημα. ’’Οἱ βράχοι τῆς Ὕδρας’’ Νίκου Καρούζου» στὸ Μελέτες, τ. Γ΄, Δόμος, 1999, σ. 369-383) πράγματι χαρακτηρίζει γενικὰ τὴν ποίησή του «ἀκόκκαλη» καταλογίζοντάς του μιὰ «μύχια τρέλα» ποὺ ἐλαττώνει «τὴν ἀντίστασή του στὰ γιουρούσια τῶν λέξεων», δηλαδή «στὶς ἀσυνάρτητες διαδοχικὲς εἰκόνες ἢ συνειρμούς, δίχως εἱρμό» (ὅ.π., σ. 369). Στὸ σημεῖο αὐτὸ βλέπουμε νὰ συμπίπτει καὶ ἡ κριτικὴ τοῦ Τάκη Σινόπουλου ὅταν τὸ 1964 σὲ κριτικό του σημείωμα γιὰ τὸν Ὑπνόσακκο μιλάει γιὰ «μάζες ποιητικὲς σὲ κατάσταση περίπου πρώτου ὑλικοῦ, ποὺ φιλοδοξοῦν ἴσως, ἀλλὰ δὲν καταφέρνουν νὰ ὁλοκληρωθοῦν σὲ ποίημα» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 23).

Δὲν εἶναι ἀνυπόστατη ἡ ἀπορριπτικὴ κριτικὴ τοῦ Λορεντζάτου – ἀλλὰ καὶ τοῦ Σινόπουλου. Πολλοὶ εἶναι αὐτοὶ ποὺ ξεχωρίζουν στὸν Καροῦζο λαμπροὺς στίχους, ἀλλὰ σπανίως ἕνα ὁλοκληρωμένο ποίημα. Ὡστόσο, ὁ Λορεντζάτος εἶναι ἀπὸ τοὺς πρώτους –ὁ πρῶτος μᾶλλον– ποὺ ἀνέδειξε ἐδῶ σ’ ἐμᾶς τὸ «The poetry does not matter» τοῦ Ἔλιοτ, τονίζοντας ὅτι αὐτὸ ποὺ ἔχει σημασία δὲν εἶναι ἡ ποίηση ἀλλὰ ἡ πνευματικὴ ὁδός (τὸ ’’tao’’ ἐπισημαίνει ὁ ἴδιος), τῆς ὁποίας ὁδοῦ ἡ τέχνη εἶναι τὸ μέσον (γιὰ περισσότερα βλ. «Διόσκουροι», ὅ.π., π.χ. στις σ. 14 , 43, 332) ὥστε νὰ μὴν ἀναγνωρίζει στὸν Καροῦζο πὼς πιὸ μύχια κι ἀπὸ τὴν τρέλα του εἶναι ἡ δίψα του γιὰ αὐτὴν τὴν καινοφανὴ ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ. Ὅταν μάλιστα μὲ μιὰ πρόχειρη ματιὰ διαπιστώνει κανεὶς προφανεῖς συμπτώσεις καὶ συγγένειες.

Γράφει, φέρ’ εἰπεῖν ὁ Λορεντζάτος: «Τίποτα δὲν μπορεῖ νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος δίχως τὸ κορμί του. Ἀκόμα μήτε καί –ἀφοῦ πεθάνει– νὰ ἀναστηθεῖ» (Collectanea, σ. 145). Κι ὁ Καροῦζος: «Νά ’σαι διανοούμενος, ἔστω. Νά ’σαι ὅμως μὲ τὴ σάρκα σου» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 251). Ὡστόσο, ὀφείλουμε νὰ ἀναγνωρίσουμε ὅτι χρωστᾶμε στὸν Ζήσιμο Λορεντζάτο τὴν ἀνάδειξη τῆς «λιγόλογης ἀλήθειας τοῦ Καρούζου» («Ἕνα αὐστηρὸ ἑλληνικὸ ποίημα», ὅ.π., σ. 383): «Θέλει δύστυχο χῶμα ἡ ἐλιά»… Ἀρκεῖ αὐτό.

Ἂς ἐπιστρέψουμε στὸν Πατίλη, ἡ κριτικὴ ματιὰ τοῦ ὁποίου παραμερίζει αὐτὴ τὴν μορφικὴ ἀκαταστασία τὴν ὁποία θεωρεῖ πλέον ὡς ἀναμενόμενο ἀπότοκο τῆς ὑπαρξιακῆς ἀγωνίας καὶ τοῦ βιώματος. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσει κανεὶς ὅτι αὐτὸ εἶναι ἕνας κανόνας ἀπαράβατος. Ἀπεναντίας, ἡ large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990μορφὴ καὶ ἡ ἀρχιτεκτονικὴ τοῦ ποιήματος ἀνέδειξαν συχνὰ τὴν ἀγωνία καὶ τὸ βίωμα μὲ τρόπο ἀποτελεσματικὸ ὥστε νὰ μᾶς δώσουν ποιήματα ποὺ νίκησαν τὸν χρόνο. Ἀλλὰ στὸν Καροῦζο, ἔτσι συνέβη. Αὐτὸς ὑπῆρξε ὁ τρόπος του. Κι ὁ Πατίλης μέσα ἀπὸ αὐτὸν τὸν ρηξικέλευθο –καὶ ἀνισόρροπο πολλὲς φορές– προσωπικὸ τρόπο τοῦ ποιητῆ ἀνέδειξε τὸ στοιχεῖο τοῦ Ὑψηλοῦ, ὁδηγώντας τὴ ματιά μας στὴν πηγὴ τῆς ἔμπνευσής του. Καὶ ἡ πηγὴ τῆς ἔμπνευσής του εἶναι ἔξω ἀπὸ τὴ γραπτὴ ποίηση. Βρίσκεται, ὅπως γράφει ὁ ἴδιος ὁ ποιητής, στὴν «ἀνυποταξία τοῦ Θεοῦ» (Χερουβεὶμ Ἀρουραῖος, σ. 24). Κι ὁ Θεὸς εἶναι ἡ ἀγάπη ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν «ἀγαπητικὴ» κοινωνία καὶ γι’ αὐτὸ ἐμμένει στὴν κοινοκτημοσύνη τῶν ἀγαθῶν καὶ στὴν ἀταξικὴ κοινωνία. Γι’ αὐτὸ βλέπει στὴν νύχτα τῆς Κροστάνδης τὸ «ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινὰ» τῶν Ἀποστόλων, γι’ αὐτὸ εἶναι στραμένος στὴ Μέλλουσα Πόλιν, τὴν ἀναστάσιμη, ποὺ ἐμπεριέχει καὶ ὐπερβαίνει ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ ὁράματα. Αὐτὴ ἡ ἀναζήτηση τῆς ἀγαπητικῆς κοινωνίας ὁδηγεῖ τὸν Καροῦζο νὰ κινεῖται ἀπὸ τὸν ὐπόγειο ἀρουραῖο στὶς φρικαλέες κατσαρίδες καὶ τὰ ἄλαλα μερμήγκια, κι ἀπὸ κεῖ στὴ διαρκὴ ἐπανάσταση ὣς τὴ διαρκὴ συγγνώμη τοῦ Ἰησοῦ.

Ἡ έργασία τοῦ Γιάννη Πατίλη ἀπαντᾶ εὐρύτερα στοὺς σημερινοὺς προβληματισμοὺς γιατὶ ἀναδεικνύει τὴ βασικὴ ἀρχὴ ὅτι ἡ ποίηση ἀποκτᾶ νόημα καὶ περιεχόμενο ὅταν συνταυτίζεται μὲ μιὰ εὐρύτερη πνευματικὴ στάση τοῦ ποιητῆ. Κι ὅτι ἡ μορφὴ τῆς ποίησης δὲν μπορεῖ νὰ καθορίζεται ἀπὸ ἕνα φιλολογικὸ ἐνδιαφέρον, ἀλλὰ ἡ «μύχια τρέλα» της –γιὰ νὰ διαστρεβλώσω λίγο τὴ φράση τοῦ Λορεντζάτου– εἶναι ὅ,τι δίνει ὑπόσταση καὶ στὴν ὅποια μορφή. Προσωπικά, καὶ κλείνω μ’ αὐτὸ,  ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἡ ἀνθολόγηση τοῦ Πατίλη μὲ προέτρεψαν νὰ δῶ ἐξ ἀρχῆς τὴν ποίηση τοῦ Νίκου Καρούζου, καὶ μὲ βοήθησαν ὥστε νὰ μοῦ ἀποκαλυφθεῖ ὡς μία νέα ἀνάγνωση – καὶ γι’ αὐτὸ τὸν εὐχαριστῶ.

ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

 

Ξανακοιτάζοντας τον Νίκο Καρούζο

ΓΙΑΝΝΗΣ-ΠΑΤΙΛΗΣ-ΛΙΜΑΝΙ-ΜΥΤΗΛΙΝΗΣ-1988-ΜΑΡΤΙΟΣΤη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Ευχαριστώ τον Γιάννη Πατίλη γιατί μας έδωσε την ευκαιρία να ξαναδούμε την περίπτωση Καρούζου. Χρειάζεται κάθε τόσο να ξαναβλέπουμε και, θα έλεγα, να ξανασυναντούμε και να συνομιλούμε ξανά με τα έργα που άφησαν σημάδια στο πέρασμά τους, είτε έγιναν κοινωνικά αποδεκτά είτε όχι.

Προ καιρού έστειλα στην Καθημερινή ένα κείμενο με τίτλο «Δυο λόγια για το τίποτα». Εκεί παραλλήλιζα ένα στίχο του Ρεμπώ που άρεσε στον Λορεντζάτο να τον αναφέρει κάθε τόσο –Je est un autre, το εγώ είναι ένας άλλος– και μια διατύπωση του Καρούζου από συνέντευξή του. Ο Λορεντζάτος για πρώτη φορά στα Collectanea (αρ. 497) που εκδόθηκαν μετά την εκδημία του σχολιάζει το στίχο του Ρεμπώ γράφοντας:

Στην τέχνη πρέπει από το τίποτα (που είσαι εσύ) να φτάσεις στο παν (που εκεί δεν είσαι πια εσύ). Θα μπορείς τότε να λες –και να το καταλαβαίνεις αυτό που λες– μαζί με το Rimbaud: «Je est un autre«. (σ. 252)

Τι λέει ο Καρούζος σχετικά με αυτά; Σε μια παλιά εξαιρετική συνέντευξη (Η λέξη, Φλεβάρης 1981, σ. 127-131), που τη βρήκα κάπου στα συρτάρια μου και την θυμήθηκα, καταθέτει μια ανάλογη εξομολόγηση:

Αυτό είναι το πραγματικό τίποτε που το είχε και ο Ιησούς και ο Σωκράτης, στο βαθμό που το είχε ο καθένας. Κι εγώ αισθάνομαι να μπαινοβγαίνω στο τίποτε. Αυτή τη στιγμή κουβεντιάζουμε. Δεν είμαι στο τίποτε τώρα. Είμαι στο κάτι. Και το κάτι αυτό λέγεται συνομιλία, λέγεται προβληματισμοί πάνω στην ποίηση. Όταν όμως φύγω από δω, θα μπω στο τίποτε αμέσως. Αυτό μου φέρνει τα κύματα, να γράφω ποιήματα. Γιατί αν δεν είσαι στο τίποτε και είσαι στο κάτι, τότε θα φαμπρικάρεις […] Η πραγματική αίσθηση της ζωής είναι το τίποτε. Υπάρχουν άνθρωποι που βλέπουν ένα ηλιοβασίλεμα και είναι έτοιμοι να το καταβροχθίσουν, να το αποσπάσουν από τον ουρανό και να το περάσουν στο πεπτικό τους σύστημα. Το τίποτε δεν είναι να μην χαρείς τη ζωή, είναι να μην την φοδράρεις με το βίωμα της κτητικότητας, που τελικά γίνεται αρπακτικότητα.

Στην ίδια συνέντευξη αναφέρει ότι: «ποίηση είναι να φτάσεις να γίνεις ο σιωπών λέγων, ο λέγων δια της σιωπής, ο σιωπών δια του λόγου, διότι πρέπει να είσαι πάντα στο τίποτε». Για να συμπληρώσω τώρα αυτό που είπα για το «Τίποτα» πηγαίνω σε σημείωση του βιβλίου που παρουσιάζουμε, όπου ο Καρούζος, μιλώντας με τον φιλόλογο Μπελεζίνη, αναφέρει το «έμφωτο τίποτα» το οποίο –λέει– «το διδάχτηκα σε μεγάλες δόσεις κι απ’ την Ελλάδα κι απ’ το Βυζάντιο (μυστική ορθοδοξία) και βέβαια κι απ’ την ασιατική συνολικά σκέψη» (σ. 85-86).

large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990Ο τίτλος του βιβλίου του Πατίλη προέρχεται από το ποίημα του Καρούζου «Οξυφρένεια» της συλλογής του Αντισεισμικός τάφος του 1984 : «Λησμονώντας νοητά και αδιανόητα / υπογράφω σήμερα: Χερουβείμ Αρουραίος». Αφήνω λέει την περιοχή των νοητών, αφήνω αυτά που κατανοούνται και αυτά που δεν συλλαμβάνονται. Αφού λοιπόν γίνει αυτό και τα παραδώσει στη λήθη, βάζει την παραπάνω υπογραφή. Τι είναι ο Χερουβείμ Αρουραίος; Είναι ο συνδυασμός του αγγελικού στοιχείου όχι απλώς με το χθόνιο, αλλά με το υπο-χθόνιο. Τί λέει δηλ. ο Καρούζος; Είμαι μέσα στο σχήμα του αγγέλου που έρχεται από ψηλά και του αρουραίου που ζει κάτω στη γη, κινείται στα σκοτεινά και ανήλιαγα μέρη: έτσι είναι η ψυχή μου. Αυτά επιβεβαιώνονται από στίχους όπως του ποιήματος «Σύντομον»:

Τραγουδώ τους πεσμένους προπάτορες
Είμαι των άστρων ο σκύλος
Με τα μάτια κοιτάζω ψηλά
Με τα χέρια γιορτάζω τη λάσπη.

Ωστόσο, στο θέμα της υπογραφής θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν και το σχόλιο του Πατίλη στη σ. 33 όπου λέει ότι ο Καρούζος εισάγει στα ίδια του τα ποιήματα –την περίοδο μετά το 1980– αυτοσχόλια αυτομεμπτικά που, καθώς γράφει, «φτάνουν τα όρια της απροσχημάτιστης αυτολοιδωρίας». Σκέφτομαι λοιπόν μήπως πρέπει και αυτό να ληφθεί υπ’ όψιν για την κατανόηση της υπογραφής Χερουβείμ Αρουραίος.

Η περίπτωση του Καρούζου είναι δύσκολη και δυσανάγνωστη. Γι’ αυτό η εισαγωγή του Πατίλη αποκτά μεγαλύτερη αξία. Ο συγγραφέας κινήθηκε σε πολλά επίπεδα επειδή έτσι κινείται και ο Καρούζος. Αλλιώς ούτε τον ακολουθείς, ούτε τον παρακολουθείς. Αλλά κινήθηκε και στις διαφορετικές κριτικές προσεγγίσεις που έγιναν κατά καιρούς και μάλιστα από ομοϊδεάτες κατά κάποιο τρόπο του Καρούζου, όπως ο Λειβαδίτης και ο Λεοντάρης. Σπεύδω τώρα να αναφερθώ στο ποίημα «Οι βράχοι της Ύδρας», που ο Ζ. Λορεντζάτος χαρακτήρισε «ένα αυστηρό ελληνικό ποίημα», θεωρώντας μάλιστα ότι αυτό είναι το μοναδικό αληθινό ποίημα του Καρούζου. Ο Λορεντζάτος, τον οποίο έτυχε να συναναστραφώ για πολλά χρόνια, ήταν βέβαια ένας εστέτ, που λέει ο Πατίλης, εστέτ της λέξης θα έλεγα, αλλά ήταν και άνθρωπος μεγάλης εποπτείας και απόλυτος στις κρίσεις του, είχε κάτι σαν σύνδρομο του «απόλυτου κριτή» βάζοντας ωστόσο –πρέπει να του το αναγνωρίσουμε– τον πήχη πολύ ψηλά. Επόμενο είναι συχνά να αδικεί πρόσωπα και ποιήματα. Θα συμφωνήσω λοιπόν με τη διατύπωση του Γιάννη Πατίλη ότι «παραβαίνει τον στοιχειώδη κριτικό κανόνα που λέει ότι για να δώσουμε το άριστα σε ένα έργο αξιολογούμε με βάση τα κριτήρια που μας υποβάλλει το είδος της λογοτεχνίας και του λογοτέχνη που έχουμε μπροστά μας» (σ. 21). Μα και αν δεν συμφωνήσει κανείς ολότελα με αυτή τη διατύπωση, πρέπει να ακούσει τη διευκρίνιση του ίδιου του Καρούζου σε σχέση με τον Σολωμό, στον οποίο κάπως παρέπεμπε ο Λορεντζάτος προτού κρίνει το ποίημα του Καρούζου. Ιδού τι λέει:

Ο Σολωμός έδωσε μεγάλη και ολέθρια σημασία στην προτεραιότητα, για να το πούμε έτσι, της διάνοιας […] ότι πρέπει πρώτα ο νους να συλλάβει και έπειτα η καρδιά να ζεσταθεί με του νου τις συλλήψεις. Εκεί είναι που έγινε το χαντάκωμα […] Κατά την ταπεινή μου αντίληψη [] η προτεραιότητα για την ποίηση ανήκει στο βίωμα.

Ο Καρούζος λοιπόν αντιστρέφει τον κανόνα του Σολωμού. Αυτή η αντιστροφή έχει μεγάλη σημασία για τα ποιητικά πράγματα. Λέει και άλλα ο Καρούζος, που μας τα μεταφέρει ο Πατίλης, αλλά θα αναφέρω μονάχα τη φράση «Η παρορμητική γραφή είναι η δύναμη της αυθεντικότητας». Αυτό παραπέμπει στο «τίποτα» για το οποίο σας μίλησα στην αρχή. Και θέλω εδώ να προσθέσω, ή μάλλον να παραλληλίσω με, ανάλογες διατυπώσεις άλλων ποιητών. Του Χαίλντερλιν:

Το μυαλό δεν έχει πνευματική ομορφιά, είναι σαν τον υπηρέτη που φτιάχνει από χοντρά ξύλα το φράχτη, όπως τον είχαν προστάξει … Όλη η δουλειά του μυαλού δεν είναι παρά έργο ανάγκης […] Ο νους δεν έχει την ομορφιά του πνεύματος, της καρδιάς, είναι σαν τον φύλακα που ο νοικοκύρης έχει βάλει πάνω στους δούλους.

(Υπερίων ή ο ερημίτης στην Ελλάδα, μτφρ. Λ. Γκεμερέυ)

Του Ρίλκε:

Αφήστε κάθε εντύπωση, κάθε σπόρο συναισθήματος να ωριμάζει μέσα σας, στο σκοτάδι, στο χώρο του ανείπωτου, του υποσυνείδητου, όπου δεν φτάνει η νόησή σας· και, με βαθιά ταπεινοσύνη κι υπομονή, προσμείνετε την ώρα που θα γεννηθεί ένα καινούργιο φεγγοβόλημα. Αυτό και μόνο, θα πει «ζω την τέχνη»: είτε απλός πιστός της είσαι, είτε δημιουργός.

(Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μτφρ. Μ. Πλωρίτης)

Καταγραφή 2Η παραπάνω διατύπωση του Καρούζου μάς βάζει μπροστά στο ζήτημα που αφορά τους σημερινούς και δη νεώτερους ποιητές αλλά και γενικά καλλιτέχνες. Ποιο είναι το τα ζήτημα; Η προτεραιότητα της τεχνικής. Το βάρος σήμερα δίνεται στην «τεχνική αρτιότητα» και προσυπογράφω πλήρως τη φράση του Καρούζου που αναφέρει ο Πατίλης ότι «μπορεί να παρουσιάσει κανείς ένα κείμενο τεχνικής αρτιότητας αλλά να έχει καταστραφεί το αυθεντικό στοιχείο της παρόρμησης» (σ. 22). Κάπως συμπερασματικά, θα έλεγα εδώ ότι ο άνθρωπος-ποιητής, που ρίχνει το βάρος στην παρορμητική γραφή, ή σε αυτό το «τίποτα» που είπαμε πριν, είναι ένας απολύτως πιστός στην άλλη διάσταση, σε αυτό που λένε οι αρχαίοι υπέρλογο ή σε αυτό που ονομάζει ή υπονοεί ο Καρούζος με τις παρακάτω λέξεις ή στίχους:

Ουράνιο αίσθημα (σ. 115)

Περιμένω καθώς ο καρπός στο δέντρο (σ. 117)

Έχουμε στην καρδιά μας ένα σήμαντρο.
Τα μανταρίνια είναι κίτρινος Χριστός μες στις αυλές (σ. 119)

Έτσι μου δόθηκε ξανά την ώρα κείνη
Απ’ το πολύ-πολύ μικρό
Αχειροποίητη η απεραντοσύνη (σ. 139)

Όταν δίνεις ένα φιλί στο εικονοστάσι
Φιλάς τη ζωή,
Κι αυτό φτάνει (σ. 146)

Υπάρχει ένα σημείο, μάλιστα είναι το Σημείο, καθώς λέει ο Πατίλης, το οποίο μπορεί να συνοψίζει μια άλλη διατύπωση του Καρούζου που προέρχεται, όπως γράφει ο συγγραφέας από συλλογή του ’55 με τον τίτλο αυτό –Σημείο– και η οποία λέει:

η ποίηση είναι λόγος εν μέθη, καθώς ο πρωτεύων άνθρωπος είναι χρόνος εν Χριστώ. Γι’ αυτό κι οι λέξεις ομοιάζουν με κλυδωνιζόμενα πράγματα και τα νοήματα χάνονται στο βάθος της φωνής ατέλειωτα (σ. 25)

Αφήνω να αιωρούνται αυτά τα λόγια και προχωρώ πιο κάτω. Ο Γιάννης Πατίλης αναφέρεται στην περίοδο μετά το ’79 ονομάζοντάς την «ύστατη ακραία φάση της μάχης» με αυτό που λέει ο Καρούζος το «πρόβλημα το άλυτο με οποιαδήποτε έκφραση». Και προσθέτει ο Πατίλης:

τώρα πια, κάτω από βαρύτερες και απτότερες σκιές θανάτου, σηματοδοτώντας ένα εντονότερο αδιέξοδο, ή καλύτερα: μια ισχυρότερη ποιητική πιστοποίησή του και ταυτοχρόνως μια βαθύτερη εκφραστική ανυποληψία προς τη «γραπτή»-ποίηση, την ποίηση πια τη γραπτή τη δική του.

Και στη σημείωση της ίδιας σελίδας παρατίθεται ένα πεντάστιχο του Καρούζου από επιστολή του που λέει:

Ρε φίλε Νίκο
με τις λέξεις έχω τελικά
μια τέτοια ευχέρεια
όπου εμένα δεν μου λένε
ΤΙΠΟΤΑ.

Ξανά το τίποτα. Άλλο τίποτα αυτό. Αλλά είναι άλλο; Ή είναι αυτό το τίποτα, ως υπέρβαση των αισθητών, ως ακραία υπαρξιακή αναζήτηση νοήματος πέρα από τα γήινα αλλά και τα ποιητικά και τα γλωσσικά πράγματα (που αντιστοιχεί στο στίχο του «Ποιά είν’ εμένα η συχνότητά μου στο απόλυτο;»), που τον οδηγεί σε μια τέτοια στάση; Τη στιγμή που μέσα του –παρά τη σχέση του χερουβείμ με τον ουρανό ή, αν θέλετε, τη σταθερή αναφορά στο πρόσωπο του Χριστού (του Σημείου που είπε πιο πριν ο Πατίλης– χαίνει η άβυσσος του θανάτου, όπως διαβάζουμε στους στίχους:

Νύχτα και μέρα τήκεσαι
Οι λέξεις τίποτα δεν εκφράζουν (σ. 115)

Ακέραια μόνο
Σε κατάκοιτη θέληση
Με πανικό σαν πίδακα στο στήθος (σ. 116)

Θάνατος αλλάζει τη φωνή μας (σ. 128)

Καινούργιο φέρετρο η καινούργια μέρα (σ. 136)

Αλλά και όπως διαβάζουμε στο απόσπασμα του Καρούζου της σ. 69 της εισαγωγής του Πατίλη, όπου λέγονται τα εξής άκρως αποκαλυπτικά:

Όλα της ζωής ανήκουν στο θάνατο. Πώς να το κάνουμε; Κατά συνέπεια είναι ένα γεγονός που θα συμβεί σε όλους μας, και με απασχολεί, πρέπει να ομολογήσω, παρά πολύ και σχεδόν ολάκερη τη ζωή μου μ’ απασχόλησε. Και βέβαια είναι και μέσα στην ποίησή μου συνέχεια ο θάνατος. Αν είχα αγιάσει θα είχα τελειώσει με τον θάνατο. Αλλά εκείνοι που αγιάζουν είναι ελάχιστοι και δεν τους ξέρει κανείς. Εγώ είμαι στην κοινωνία, στις αδυναμίες, στις επιθυμίες, στις ορέξεις, και ο θάνατος βιωματικά θα’ λεγα με λιανίζει.

Στα λεγόμενα αυτά υπάρχουν αντιφάσεις. Γιατί εάν ο ίδιος είναι από την μεριά της κοινωνίας και των επιθυμιών κλπ., ο άλλος που αγιάζει ποιος είναι; Ο αναχωρητής; Γιατί; Ο Καρούζος τι είναι; Δεν είναι μέσα στο κατοικητήριο της ποίησής του –όπως την ξέρουμε– αναχωρητής και έγκλειστος, και μοναξιασμένος και έρημος και περιθωριακός; Ωστόσο, η ομολογία αυτή δεν καταργεί ούτε τη διάσταση του Χερουβείμ ούτε τη συσχέτισή της με το ΣημείοΧριστός, που γράφει ο Πατίλης, αλλά ούτε με τις ανατολικές παραδόσεις. Ο Πατίλης τα σχετικά με τον βουδισμό και το Ζεν τα συνδέει με την απόσβεση του εγώ και σωστά. Χωρίς να σημαίνει αυτό ότι στη χριστιανική παράδοση και δη την ορθόδοξη, μας ενδιαφέρει η διόγκωση του εγώ ή η σταθεροποίησή του.

Έχω όμως εδώ μια ένσταση. Σχολιάζοντας ο Γιάννης Πατίλης τα σχετικά με το θάνατο στον Καρούζο και ενώ λέει, πολύ σωστά, ότι δεν αποτελούν «απλό Καταγραφή 4διανόημα ή υλικό ήρεμου στοχασμού αλλά σχεδόν καθημερινό αγωνιώδες βίωμα» (σ. 69), ρίχνει το βάρος στην ανάγκη «πνευματικής παρηγόρησης ή θεραπείας». Μας βάζει μπροστά σε ερωτήματα του τύπου «η ποίηση μπορεί να βοηθήσει;» ή «να κατανικήσει το φόβο του θανάτου;». Καθώς συμπληρώνει ότι ο Καρούζος πίστευε πως αυτό «με τα ποιήματα δεν κατανικιέται», βρίσκει ότι «προσπάθησε να ανακουφίσει την πιεστική παρουσία του». Η ένστασή μου λοιπόν είναι ότι η σχέση του Καρούζου με τον Χριστό ή ταυτόχρονα και με τις ανατολικές παραδόσεις –τουλάχιστον από μια στιγμή και ύστερα– δεν είναι μονάχα παρηγοριά και ανακούφιση. Εάν μάλιστα ισχύει αυτό που λέει ο Λεοντάρης για τη συλλογή Υπνόσακκος, ότι δηλαδή η ποίηση –στην περίπτωση του Καρούζου– «υπάρχει εξ αρχής στον ποιητή τον ταυτισμένο με τον Ιησού, που προβάλλεται σαν ιδανικό πρότυπο ποιητικής ύπαρξης» (με αναφορά στο στίχο του Καρούζου «γιατί δεν υπάρχει απόσταση ώς του Χριστού το σώμα»), αυτή η ταύτιση –αν είναι ταύτιση– δεν μπορεί να είναι απλώς παρηγοριά και ανακούφιση. Και τούτο γιατί Χριστός σημαίνει πρώτα πρώτα σταύρωση κι ύστερα ανάσταση. Και ο Καρούζος τη σταύρωση την είχε ζήσει στο πετσί του.

Ας πω τώρα μερικά καταληκτικά πράγματα. Ο Νίκος Καρούζος κινείται σ’ ένα τεντωμένο σκοινί. Ακροβατεί. Από κάτω χαίνει η άβυσσος ή ο θάνατος. Κι όσο κι αν ενεργεί μέσα στην ποιητική περιοχή, αυτή η περιοχή δεν τον ενδιαφέρει έξω από τη βαθύτερη υπαρξιακή διάσταση του ανθρώπου, την αναφορά στον Χριστό και την απελευθέρωση από τη γλώσσα και τις λέξεις της. Για ποιό λόγο όμως; Για να πλησιάσει αυτό που κάπου ονομάζει «αρτιότητα του ανθρώπου ή θέωση».

Λέω δηλαδή ότι, παρά τη λεκτική θρυμματοποίηση νοημάτων και σημασιών (ίσως αυτό που ο Πατίλης λέει «εκρηκτική φυγόκεντρη λεκτική πολυσημία και νοηματική πολυσημασία», σ. 33) που συμβαίνουν συχνά στα ποιήματά του –αν και δεν συμβαίνει μονάχα αυτό, αλλά και το εντελώς αντίθετο–, ο Νίκος Καρούζος κυνηγάει, όσο κι αν μπορεί να φαίνεται παράξενο τόσο στους πιστούς όσο και στους άπιστους, την ελευθερία του Θεού –είτε το γράφει με κεφαλαίο είτε με μικρό–, ελευθερία όμως που λέει ότι αποκαλύπτεται μέσα από την ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου (δες σ. 27).

Και στην περίπτωση αυτού του κυνηγητού έρχονται στο προσκήνιο και το μυστήριο, και ο Θεός και το θαύμα της ζωής και του θανάτου και η Αγάπη, αλλά και η γλώσσα στη διάσταση που θέλει τώρα αυτός ο κυνηγός του θεού, δηλαδή την μυθική διάσταση. Στη σ. 27 διαβάζουμε σε κείμενο του Καρούζου:

Κι έρχομαι να πω τώρα πως ο μύθος υποτάζοντας τη γλώσσα μάς δωρίζει την έσχατη ανωτερότητα της γλώσσας, εξαίρει το μυστήριο, λαμπρύνει την ανυποταξία του θεού μες τον κόσμο, λέει το θαύμα της ζωής και του θανάτου.

Ποιός κατοικεί κάπου εδώ κοντά, τον οποίο μάλιστα έχει σε εκτίμηση ο Καρούζος; Μα ο Πεντζίκης. Ο οποίος με τη σειρά του γράφει στην Πραγματογνωσία:

Έχει λοιπόν μεγάλη σημασία η αναζήτηση των ενσπαρμένων στο σώμα μας από τρεις χιλιάδες χρόνια πιο μπροστά ομηρικών μύθων με την ειλικρινή φόρτισή τους με αγάπη […] Παράλληλα προς την λογική αντικειμενικά πραγματικότητα, υφίσταται μια άλλη, που κατά τρόπο μυστικό υπεισέρχεται στη διάπλαση του σώματός μας, πραγματοποιούμενη με τη σωρεία των μυθικών γνώσεων που νομίζουμε ότι διαψεύδονται.

Ο Πεντζίκης για να υπερβεί τη διάσταση υποκειμένου-αντικειμένου ζητά τη μέθεξη και ζητά τον μύθο ως αλήθεια και ως αποκάλυψη ντυμένη την Αγάπη. Το ανάλογο ζητά και ο Καρούζος. Αλλά η περίπτωσή του είναι πολύ διαφορετική γιατί είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την αγωνία και με την αίσθηση του θανάτου.

Θα κλείσω την παρουσίαση διαβάζοντας ένα απόσπασμα της εισαγωγής του Πατίλη, που παίρνοντας αφορμή τη συλλογή Ποιήματα (1961) και το εκεί ποίημα με τίτλο «Μένουσα Πόλις» γράφει τα ακόλουθα:

Έχοντας ως πηγή το παύλειο «ου γαρ έχομεν ώδε μένουσαν πόλιν, αλλά την μέλλουσαν επιζητούμεν» (Εβρ. 13, 14), ο ποιητής Νίκος Καρούζος συγκροτεί τους δύο κόσμους του, αυτούς μεταξύ των οποίων και μαζί τους διήλθε βασανιστικά μετέωρος ολόκληρη τη ζωή του: την Μένουσα πόλιν, εκείνη την υπαρξιακή της φθοράς και του θανάτου είτε την πολιτική της εξουσίας και της εκμετάλλευσης του ανθρώπου, και, σε πλήρη αντιστοιχία πάλι ανάμεσά τους, την Μέλλουσα πόλιν των κομμουνάριων της αταξικής κοινωνίας και εκείνην της εν Χριστώ αναστάσεως και ενώσεως πάντων: τις πόλεις που βαθύτατα πόθησε πέρα από κάθε πίστη για το εφικτό ή όχι της πραγματοποίησής τους ή και για την ύπαρξή τους την ίδια! (σ. 52)

Ο Καρούζος –το ξαναβλέπουμε αυτό σήμερα χάρη στην εργασία του Πατίλη– ανοίγει δρόμο για να σταθούμε ξανά με μεγάλη προσοχή στο ζήτημα της σχέσης Πίστης, Ποίησης, Ελευθερίας και Αγάπης. Αυτά τα τέσσερα θα έλεγα ότι είναι μονίμως καταδιωκόμενα από το κυρίαρχο πνεύμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

Ομιλία κατά την παρουσίαση του βιβλίου στις Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 21.12.2017

~ . ~

IMG_9956

Καρουζικά Προλεγόμενα

Patilis, Yiannis (Fotografia DimitrisGeros)

Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.

~ . ~

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ  ~ . ~

Γιάννης Πατίλης (εισαγωγή-ανθολόγηση),
Χερουβείμ Αρουραίος: Ο ποιητής
Νίκος Καρούζος (1926-1990),
Ίδρυμα Τ. Σινόπουλος – Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2017

Οι ανθολογίες είναι έργο συλλογικό. Ανθολόγοι και ανθολογούμενοι συμβάλλουν από κοινού στο τελικό αποτέλεσμα, με διαφορετικό τρόπο ο καθένας. Σπανίως όμως αυτό το αποτέλεσμα έχει σημασία παραπλήσια δι’ έκαστο των  συμβαλλομένων μερών.

Στην Ελλάδα, παρότι το είδος έχει ρίζες απ’ τους καιρούς της Παλατινής, γενικά η δουλειά των ανθολόγων υποτιμάται, ίσως γιατί και εκδοτικά δεν προβάλλεται. Οι σημαντικοί ποιητές την αποφεύγουν. Με την εξαίρεση τη Χαμηλή φωνή του Μανόλη Αναγνωστάκη και Τ’ αγαπημένα του Μιχάλη Γκανά, δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα άλλο παράδειγμα όπου η ανθολογική δουλειά ενός σημαντικού ποιητή να αποτελεί κομμάτι αξιόλογο, συμπλήρωμα αναγκαίο για την κατανόηση και του δικού του έργου. Τις Ανθολογίες του Αποστολίδη ή του Πολίτη, του Παπύρου ή του Σοκόλη, τις επιμελήθηκαν ώς επί το πλείστον μη ποιητές. Και όσο για τους περιλαμβανόμενους εκεί, δεν ξέρω αν οφείλουν κάτι στους ανθολόγους τους – το πολύ ίσως κάποιοι ελάσσονες εξ αυτών. Αντιθέτως, σε μια ξενόγλωσση ανθολογία όπως εκείνη των Κήλυ-Σέρραρντ, Voices of Modern Greece, του Μεταπολέμου χρωστούν μεγάλο μέρος της επιτυχίας τους εκτός Ελλάδος ποιητές κορυφαίοι όπως ο Καβάφης, ο Ελύτης και ο Σεφέρης,

Απ’ όλες τις πλευρές στο εξωτερικό τα πράγματα έχουν αλλιώς. Οι ανθολογίες εκεί, γενικές ή ειδικές, θεματικές ή μορφικές, έχουν μεγάλο βάρος, αποτελούν, και κυκλοφοριακά, το κύριο μέσο διάδοσης της ποίησης. Και είναι κυρίως ποιητές οι πρωτουργοί τους. Βιβλία ανθολογικά όπως το κλασσικό Μουσείο της μοντέρνας ποίησης του Χανς Μάγκνους Εντσενσμπέργκερ (Museum der modernen Poesie) ή η πιο πρόσφατη Επινόηση της ποίησης του Ραούλ Σροττ (Erfindung der Poesie), για να μείνω στον γερμανόφωνο χώρο, αποτέλεσαν σταθμούς στην πρόσληψη εκεί της νεωτερικής και της αρχαίας και μεσαιωνικής ποίησης αντίστοιχα. Και είχαν εξαιρετική απήχηση. Το Μουσείο του Εντσενσμπέργκερ κυκλοφορεί αδιαλείπτως από το 1960.

large_20171112010536_cherouveim_arouraios_o_poiitis_nikos_karouzos_1926_1990Ίσως παρόμοιες διαπιστώσεις ώθησαν και τον Γιάννη Πατίλη να προτείνει στο Ίδρυμα Σινόπουλου την σειρά «Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης». Γνώμονας κεντρικός αυτού του εξαιρετικά φιλόδοξου, του μοναδικού για τα ελληνικά δεδομένα εκδοτικού σχεδίου που στο πλήρες του ανάπτυγμα θα περιλάβει πενήντα περίπου τόμους, είναι, θυμίζω, ότι «ποιητές ανθολογούν ποιητές». Και ο όγδοος τόμος της σειράς, Χερουβείμ Αρουραίος – Ο ποιητής Νίκος Καρούζος (1926-1990), ο φροντισμένος από τον ίδιο τον Πατίλη, είναι οπωσδήποτε το έμπρακτο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο ανθολόγος βλέπει την αποστολή της σειράς, αλλά και ευρύτερα το ανθολογείν.

Χωρίς άλλες περιστροφές, να πω ότι το βιβλίο αυτό είναι και για τους δύο συντελεστές του σημαντικό – για τον ανθολόγο και για τον ανθολογούμενο εξίσου. Το γεγονός δεν είναι αυτονόητο, και αυτό ακριβώς το καθιστά αξιοσημείωτο – θα προσπαθήσω να εξηγήσω με λίγα λόγια γιατί. Για τον ανθολόγο Γιάννη Πατίλη το βιβλίο αυτό είναι σημαντικό επειδή δι’ εκείνου συμπληρώνεται και, προσώρας, αποκορυφώνεται το δοκιμιακό-κριτικό έργο της ωριμότητάς του. Ο Καρούζος του, από κοινού με την ανθολογία του Αργύρη Χιόνη, την οποία επιμελήθηκε στην ίδια αυτή σειρά, αλλά και με το μικρότερο δοκίμιό του για τον Δημήτρη Αρμάο και το προσωπικότερο και σημαδιακό Το σπασμένο είναι πιο ανθεκτικό –όλα βγαλμένα την τελευταία διετία– φέρνουν στο προσκήνιο έναν άλλο Πατίλη. Πλάι στον ποιητή και τον εκδότη του Πλανόδιου, ιδιότητες με τις οποίες είχε ταυτιστεί επί δεκαετίες, μας δείχνουν πλέον σαφώς περιγεγραμμένο και το πρόσωπο του μελετητή και ερμηνευτή της λογοτεχνίας μας, εν ολίγοις τον λεπταίσθητο δοκιμιογράφο και τον στιβαρό κριτικό που ψυχανεμιζόμασταν στα κείμενά του των προηγούμενων δεκαετιών. Με εξαίρεση μια ομιλία του περί γλώσσας, απ’ όλα αυτά μέχρις ώρας έχουμε θησαυρισμένα μόνο εκείνα που αφορούν το ειδικό θέμα του μικρού, λογοτεχνικού, τύπου.

Εν μέρει αστειευόμενος και εν μέρει σοβαρολογώντας, έχω πει στον Πατίλη ότι η περίπτωσή του μοιάζει μ’ εκείνην του Σεφέρη. Καθώς το ογκώδες πεζογραφικό έργο του έρχεται –και θα συνεχίσει κατ’ ελπίδα να έρχεται!– όλο και περισσότερο στη δημοσιότητα, η αρχική εικόνα του ολιγογράφου και του σπανιογράφου ξεθυμαίνει και τη θέση της παίρνει μια άλλη συνθετότερη, που αποζητά επιτακτικά με τη σειρά της μια ανανεωμένη και συνθετότερη αποτίμηση. Την ώρα που οι περισσότεροι ποιητές της γενιάς του, αλλά και πολλοί νεώτεροί του, έχουν δώσει πια ό,τι είχαν να δώσουν και αναπαύονται λίγο-πολύ στις δάφνες τους, ο Πατίλης εμμένει στον λόγο και τη δύναμή του, και με κέφι νεανικό δίνει διαρκώς το παρών στην αφετηρία γραμμή, έτοιμος να διανύσει καινούργιες, και ενίοτε δύσβατες, διαδρομές. Με το παράδειγμά του έτσι εμπνέει, συμπαρασύρει και εμάς τους άλλους, τους συχνά δυσκίνητους και ολιγοβήματους. Πόσους ανθρώπους των γραμμάτων μας του δικού του αναστήματος έχουμε τέτοιους;

~ . ~

Τώρα, σε ό,τι αφορά τον ανθολογούμενο η σημασία αυτού του τόμου γίνεται νομίζω προφανής και γι’ αυτόν που θα διατρέξει διαγωνίως τα περιεχόμενά του. Τόσο μεγάλος είναι ο πλούτος των ιδεών που ο Πατίλης επιστρατεύει για να συλλάβει αυτό το δύστροπο και δυσερμήνευτο έργο, και τόσο αρμονισμένες αυτές οι ιδέες με τις ανθολογικές επιλογές του.

Θέλω να σταθώ λίγο στο σημείο αυτό, της δυσκολίας του Καρούζου. Εκδηλώσεις θαυμασμού απέναντι στα ποιητικά του επιτεύγματα δεν μας έλειψαν ποτέ – και ζώντος ακόμη του ιδίου. Πολλοί είναι όσοι τον αποκάλεσαν μείζονα ή τον συγκατέταξαν στη χορεία των ολίγων και των εκλεκτών. Ενίοτε μάλιστα και με τρόπο όλως διόλου απροσδόκητο. Ο Ηλίας Λάγιος, λ.χ., προκειμένου να υποστηρίξει το αμφισβητούμενο από κάποιους μέγεθος του Κωστή Παλαμά τον συγκρίνει κάπου με τον Καρούζο. Ναι μεν ο Δωδεκάλογος και η Φλογέρα είναι ποιήματα αποτυχημένα, γράφει, όμως «Τέτοιου ύψους αποτυχίες έχουμε γνωρίσει στην ποίησή μας μόνον από τους μείζονες ποιητές. Ο Σικελιανός στον Αλαφροΐσκιωτο και στις Πέντε Συνειδήσεις, ο Ελύτης στο Άσμα ηρωικό και πένθιμο και στο Άξιον εστί, ο Καρούζος στην Νεολιθική νυχτωδία στην Κρονστάνδη»… Έτσι εν παρόδω, περίπου παρεμπιπτόντως όπως όταν υπενθυμίζει κανείς τα αυτονόητα, ο Λάγιος συγκατατάσσει στη χορεία των «Δικαίων», όπως τους αποκαλεί αλλού, τον Νίκο Καρούζο με τον Διονύσιο Σολωμό, χορεία από την οποία εξαιρεί πολλούς, μεταξύ άλλων και τον Κωνσταντίνο Πέτρου Καβάφη.

Προφανώς υπάρχει ένα χάσμα εδώ. Τα αυτονόητα δεν είναι και τόσο αυτονόητα φαίνεται. Μείζων ή σπουδαίος ή κορυφαίος ποιητής ο Καρούζος, έστω. Όμως γιατί; Τι ακριβώς εκόμισε εις την τέχνη; Σε τι συνίσταται ειδικά και συγκεκριμένα το ποιητικό του κατόρθωμα; Σ’ αυτά τα ερωτήματα, η κριτική μας μέχρι τούδε έχει αποδειχθεί ιδιαιτέρως φειδωλή, θα έλεγα ώς και φτωχή.

Αυτό το έλλειμμα έρχεται ακριβώς να καλύψει η εκατοντασέλιδη εισαγωγική μελέτη του Πατίλη. Και αντεπεξέρχεται στην πρόκληση με τον εμβριθέστερο τρόπο. Δεν είναι εδώ ο τόπος και ο καιρός να αναφερθώ στο εγχείρημά του εν εκτάσει. Θέλω όμως να σταθώ, έστω επιλεκτικά, σε λίγα απ’ τα πολλά ζητήματα που θίγει.

Ο Πατίλης εξηγεί πειστικότατα, αισθητικά αλλά και ψυχολογικά, το κομβικό πρόβλημα της ποίησης του Καρούζου, αυτή την εκφραστική «διάχυση» που Καταγραφήχαρακτηρίζει ιδίως το όψιμο έργο του. Πράγματι, το πρωτείο του βιώματος έναντι της διανοίας που ο Καρούζος συνειδητά προκρίνει, τον οδηγεί συχνά στην παραμέληση της επεξεργασίας του μεμονωμένου ποιήματος, κάνει ακόμη και τους λαμπρούς στίχους του να φαντάζουν αποσπασματικοί, «απομεινάρια ερμιάς και μεγαλείου» μες σ’ ένα σύνολο που δίνει την εντύπωση του ανολοκλήρωτου. Η σημασία που προσδίδει ο Καρούζος στο στοιχείο το βιωματικό τον φέρνει εγγύτερα στους ρομαντικούς, που καθώς έδιναν το προβάδισμα στο ξεχείλισμα του συναισθήματος δεν είναι τυχαίο ότι επίσης κατηγορήθηκαν για εκφραστική διάχυση. Την ίδια στιγμή, τον απομακρύνει από τους περισσότερους σημαντικούς μας ποιητές που δίνουν προτεραιότητα στη σφιχτοδεμένη, εδραία μορφή, άρα και στη διάνοια– οι υψηλές μορφοπλαστικές επιδόσεις ως γνωστόν είναι πάντοτε προϊόν διανοητικό, προκύπτουν από μια μακρά, επίμονη και συνειδητή επεξεργασία της βιωματικής πρώτης ύλης. Στην καρουζική ποιητική ίσως μπορεί κανείς να δει μια προτύπωση της μεταμοντέρνας opera aperta, του ανοιχτού έργου. Ο ίδιος πάντως είχε πλήρη επίγνωση του πράγματος, το ζήτημα τον είχε απασχολήσει και θεωρητικά, όπως δείχνει τεκμηριωμένα ο Πατίλης.

Καίριες είναι οι επισημάνσεις του ανθολόγου για τη δυσπιστία του Καρούζου απέναντι στις δυνατότητες​ της γλώσσας και της έκφρασης. Με αυτές ο Πατίλης τον εντάσσει οργανικά σε μια μακρά παράδοση της νεωτερικότητας, τον λεγόμενο γλωσσικό σκεπτικισμό, που ειδικά στη λογοτεχνία αφορμάται από τον Χόφμανσταλ και την Επιστολή του Λόρδου Τσάντος. Αποκαλυπτική, και απολύτως εύστοχη, είναι η εξέταση του καρουζικού έργου υπό το πρίσμα της έννοιας του Υψηλού και της λογγίνειας παράδοσης, της τόσο λίγο αξιοποιημένης από τη νεοελληνική κριτική. Εξίσου γόνιμη, η αλληλοσυσχέτιση του πολιτικού και του μεταφυσικού Καρούζου, η προβληματική γύρω από την μένουσα και την μέλλουσα πόλη, η αναγωγή ακόμη και του «αναρχισμού» του ποιητή στις πηγές της χριστιανικής του πνευματικότητας. Η τρέχουσα, και τριμμένη, εικόνα του «καταραμένου» και του «μποέμ» αποκτά έτσι το αναγκαίο της αντιστάθμισμα.

Γενικά, με τις λεπτές διακρίσεις του ο Πατίλης ξεμπλέκει πολλά μπερδεμένα νήματα. Ο αναγνώστης ξαναβρίσκει στις παρατηρήσεις του και δικές του διαισθητικές εντυπώσεις, διατυπωμένες εδώ για πρώτη φορά με τόση διαύγεια. Το μελέτημά του φέρνει στην επιφάνεια έναν ποιητή όχι μόνο σύνθετο –πράγμα που γνωρίζαμε–, αλλά και πολύ περισσότερο συμπαγή και συνεπή πνευματικά απ’ όσο ήμασταν σε θέση έως πρότινος να παραδεχθούμε, μας εισάγει ιδεωδώς στον εντελώς ιδιαίτερο κόσμο του. Και επειδή όταν μιλάμε για ιδεώδη εισαγωγή στο έργο ενός ποιητή, εδώ σε μας κατά νου έχουμε κυρίως ένα αξεπέραστο πρότυπο, τα σολωμικά «Προλεγόμενα» του Ιακώβου Πολυλά, δεν υπερβάλλω νομίζω ισχυριζόμενος ότι ο Πατίλης έγραψε τα καρουζικά «Προλεγόμενα» που μας έλειπαν – ένα δοκίμιο δηλαδή αφετηριακό, θεμελιώδες για όλους όσοι πρόκειται ν’ ασχοληθούν με το έργο του Καρούζου στο μέλλον. Και για να γίνει κατανοητή η σημασία του πράγματος, αρκεί κανείς να αναρωτηθεί: πόσοι ποιητές μας μεταπολεμικοί, και όχι μόνο, είχαν παρόμοια τύχη;

Στα γραφόμενα του Πατίλη νιώθει κανείς φυσικά και τη δόνηση του ερμηνευτή του αλληλέγγυου, του ομόδοξου σε πολλά με τον ερμηνευόμενο. Αλλά πάντα έτσι γίνεται με τις πράγματι σημαντικές κριτικές δουλειές, ο κριτικός μιλά κι αυτός εκ βαθέων για τον κρινόμενο, πότε συγκλίνοντας και πότε αποκλίνοντας από εκείνον.

~ . ~

Δεν θα επιμείνω στα άλλα ενδιαφέροντα, ενίοτε και καινοτόμα, που το βιβλίο του Πατίλη περιλαμβάνει. Η συμπερίληψη αποσπασμάτων από τα πεζά κείμενα του Καρούζου (δοκίμια, συνεντεύξεις, ημερολόγιο) ανήκει σ’ αυτά, όπως και η σταχυολόγηση ενός μεγάλου αριθμού αποσπασμάτων από τα ποιήματα. loretzatos2Κλείνοντας, θέλω μόνο να σχολιάσω ακροθιγώς την αναφορά του στο γνωστό δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου για τον ποιητή, στο οποίο ο Πατίλης αφιερώνει μερικές μεστές όσο και ερεθιστικές σελίδες. Συμφωνώ φυσικά μαζί του όταν διαπιστώνει ότι ο Λορεντζάτος διαβάζει τον Καρούζο με κριτήρια προδιαμορφωμένα. Όχι όμως εντελώς όταν αποφαίνεται ότι δι’ αυτού του τρόπου, καταπώς άλλοτε ο Δημαράς απέναντι στον Παπαδιαμάντη, ο Λορεντζάτος «παραβαίνει τον στοιχειώδη κριτικό κανόνα που λέει ότι για να δώσουμε το άριστα σε ένα έργο αξιολογούμε με βάση τα κριτήρια που μας υποβάλλει το είδος της λογοτεχνίας και του λογοτέχνη που έχουμε μπροστά μας». Ο κανόνας αυτός ισχύει, αλλά μόνον στο πλαίσιο των αισθητικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας, η οποία προτάσσει το δικαίωμα του δημιουργού να αυτοπραγματώνεται και να επινοεί τον εαυτό του κάθε φορά εκ του μηδενός και εκ νέου. Ο Λορεντζάτος όμως αφορμάται από μιαν αντίληψη περί ποιήσεως προ-, ή και αντι-νεωτερική, από μια στάση που επειδή είναι ριζικά αντιατομοκεντρική, δεν αποδέχεται την εξατομίκευση των αισθητικών αξιών επί τη βάσει των υποκειμενικών προθέσεων και επιθυμιών του εκάστοτε δημιουργού.

Γι’ αυτήν την αντίληψη, που είναι στην ουσία η κλασσική αντίληψη για την κοινωνική σημασία της τέχνης και τη σχέση δημιουργού-κοινού, τα είδη και τα κριτήρια της λογοτεχνίας θεσπίζονται δεσμευτικά, αν όχι εξ αντικειμένου και a priori, πάντως από μια ευρεία διϋποκειμενικότητα, την κοινότητα των αναγνωστών. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά τον 18ο αιώνα ο μεγάλος Σάμιουελ Τζόνσον: «από τον κοινό αναγνωστικό νου, τον αδιάφθορο από τις προκαταλήψεις των λογίων, τον πέρα απ’ όλα τα λεπτεπίλεπτα κατεβατά και τους δογματισμούς της πολυμάθειας, πρέπει να απονέμεται εντέλει κάθε ποιητική τιμή». Δεν είναι συνεπώς ο ποιητής, ο καλλιτέχνης αυτεξούσιος, αυταποτιμώμενος και αυτοτελής: πιο πάνω από αυτόν στέκουν άλλοι, ανώτεροι κριτές. Ας θυμηθούμε εδώ και τις απόψεις που εξέφρασε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος στον διάλογό του με τον Γιώργο Σεφέρη στα τέλη της δεκαετίας του 1930.

Ως θιασώτης αυτής της κλασσικής, προνεωτερικής αντίληψης περί τέχνης, πολλώ δε μάλλον ως αντίμαχος της νεωτερικότητας σε όλες της σχεδόν τις εκδοχές (πολιτική, οικονομία, θρησκεία), ο Λορεντζάτος είναι επομένως συνεπής όταν κρίνει (και επικρίνει) τον Καρούζο. Η ασυνέπεια εδώ, παραδόξως, βαραίνει τον ποιητή. Και την συναντούμε όχι μόνο στο δικό του έργο, αλλά και σ’ εκείνο πολλών άλλων κορυφαίων ποιητών και καλλιτεχνών του μοντερνισμού, από τον Τ. Σ. Έλιοτ ώς τον Αντρέι Ταρκόφσκι, που ήταν συγχρόνως και σφοδροί επικριτές των πολιτικοκοινωνικών συνθηκών της εποχής μας. Γιατί πώς είναι συμβατό κανείς, από τη μια μεριά να απορρίπτει βίαια «εξελικτισμούς και μόδες», την «Πρόοδο που πρόωρα σκουριάζει», τον «αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας», όλα απότοκα της ναρκισσιστικής χειραφέτησης του ατόμου από το σύνολο· και από την άλλη, να οικοδομεί το έργο του με υλικά παρμένα ακριβώς από αυτόν τον εξημμένο ατομικισμό: την ακραία καινοθηρία, την «καταπληκτική εκκεντρικότητα» (η φράση είναι του Τσάτσου), τη ρήξη με την παράδοση, το διογκωμένο εγώ του νεωτερικού καλλιτέχνη; Γιατί βέβαια όλα αυτά τα γνωρίσματα τα ξανασυναντούμε ένα προς ένα (και) στο έργο του Νίκου Καρούζου…

«Τόσο πολλά ερωτήματα», καταπώς θα ’λεγε και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ… Και δεν είναι από τις μικρές προσφορές αυτή του Πατίλη, ότι με το βαθυστόχαστο τούτο βιβλίο μάς δίνει λαβή να τα θέσουμε.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

~ . ~

ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ- ΓΡΑΠΤΑ ΠΑΡΑΓΚΑΣ 1

 

 

 

 

Πώς ο Σάντσο Πάντσα βρέθηκε μπλεγμένος σε μια πολύ δύσοσμη υπόθεση

donquixotedali19

~.~

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~. ~

Σύμφωνα με την αφήγηση του Θερβάντες, μια νύχτα ο Δον Κιχώτης και ο Σάντσο Πάντσα είχαν την ατυχία να βρεθούν σ’ ένα σκοτεινό δάσος. Θα μπορούσαν να κατασκηνώσουν έξω απ’ αυτό και να ξενυχτήσουν εκεί, αλλά ήταν διψασμένοι, και η δίψα τους τους ανάγκασε να προχωρήσουν μέσα στο δάσος σε αναζήτηση νερού. Όπως θα δούμε στη συνέχεια, αυτή η απόφασή τους αποδείχτηκε μοιραία. Μπήκαν λοιπόν στο δάσος και πλησίασαν εκεί που άκουγαν βουή νερού. Ξαφνικά όμως άρχισε ν’ ακούγεται κι ένας άλλος χτύπος, πιο δυνατός, που τους τρόμαξε και τους έκανε να παγώσουν.

[…] πήραν τ’ ανηφόρι για το λιβάδι στα τυφλά, μια που το σκοτάδι της νύχτας δεν τους άφηνε να δουν τίποτα· μα δεν θα ’χαν κάνει διακόσια βήματα όταν έφτασε στ’ αυτιά τους μια βουή νερού, σαν να έπεφτε από ψηλά κι απότομα βράχια. Πολύ τους χαροποίησε ο αχός, αλλά, καθώς στάθηκαν ν’ αφουγκραστούν από πού ερχόταν, άκουσαν ξάφνου κι άλλο βρόντο, που τους έπνιξε τη χαρά για το νερό, ιδίως στον Σάντσο, που ήταν από φυσικού του φοβητσιάρης και λιγόψυχος. Κι αυτό που άκουσαν ήταν κάτι ρυθμικοί χτύποι, ανάκατα μ’ έναν ήχο σαν κλαγγή σίδερων κι αλυσίδων που, με τη συνοδεία του μανιασμένου ρόχθου του νερού, θα είχαν παγώσει το αίμα οποιασδήποτε άλλης καρδιάς πλην αυτής του Δον Κιχότε.[1]

Όπως θα μάθαιναν το επόμενο πρωινό, ο ρυθμικός χτύπος προερχόταν από τα μαντάνια ενός νερόμυλου. Μέσα στη νύχτα όμως οι δύο ήρωές μας δεν μπορούσαν να το καταλάβουν. Ο μυστηριώδης ήχος, το σκοτάδι κι η ερημιά τούς είχαν τρομοκρατήσει εντελώς.

Αυτή […] τη θεοσκότεινη νύχτα βρήκαν κι εκείνοι να χωθούν ανάμεσα σε κάτι ψηλά δέντρα που τα φύλλα τους, έτσι όπως τ’ ανασάλευε το αεράκι, θρόιζαν ανατριχιαστικά και σιγανά, με αποτέλεσμα όλα μαζί, η ερημιά, η τοποθεσία, το σκοτάδι, η βουή του νερού κι ο ψίθυρος των φύλλων, να τους προκαλούν φρίκη και τρόμο, πολύ περισσότερο όταν είδαν πως ούτε οι χτύποι έπαυαν ούτε ο αέρας έπεφτε ούτε η μέρα ερχόταν, συν το ότι δεν είχαν ιδέα πού βρίσκονταν.[2]

Ο Δον Κιχώτης όμως ήταν, όπως ξέρουμε, εντελώς ατρόμητος. Δήλωσε με θάρρος στον Σάντσο ότι για τέτοιες περιστάσεις είναι πλασμένοι οι γενναίοι ιππότες κι ετοιμάστηκε να εφορμήσει ενάντια στον κίνδυνο. Μάταια προσπάθησε ο Σάντσο να του αλλάξει γνώμη. Ο αφέντης του ήταν αμετάπειστος: ήθελε να μπλεχτεί σε αυτή τη νέα περιπέτεια και να αντιμετωπίσει τον άγνωστο εχθρό. Τι να κάνει λοιπόν ο Σάντσο; Μηχανεύτηκε γρήγορα έναν τρόπο για να τον παγιδέψει και να τον κρατήσει κοντά του.

Βλέποντας ο Σάντσο πως η απόφαση του αφεντικού του ήταν τελεσίδικη, καθώς και πόσο λίγο έπιαναν τα δάκρυα, οι συμβουλές και τα παρακάλια του, αποφάσισε να βάλει μπροστά την πονηριά του και, αν τα κατάφερνε, να τον κάνει να περιμένει ώς το πρωί· την ώρα, λοιπόν, που έσφιγγε τα λουριά του αλόγου, πήρε το καπίστρι του γαϊδάρου του κι έδεσε όμορφα όμορφα και χωρίς να γίνει αντιληπτός τα δυο πισινά πόδια του Ροθινάντε, έτσι που, σαν έκανε να ξεκινήσει ο δον Κιχότε, δεν τα κατάφερε, αφού το άλογο μόνο με πηδηματάκια μπορούσε να κινηθεί.[3]

Ανάγκα και θεοί πείθονται, και ο Δον Κιχώτης δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο παρά να περιμένει την αυγή, αφού ο Ροσινάντης στάθηκε αδύνατο να υπακούσει τη διαταγή του αφεντικού του και να τον πάει στο μέρος όπου ακουγόταν ο τρομακτικός ήχος.

Κόντευε ν’ απελπιστεί ο Δον Κιχότε, και όσο περισσότερο κέντριζε με τα σπιρούνια το άλογο τόσο λιγότερο κατάφερνε να το κουνήσει· και, μην έχοντας υποψιαστεί τη δεσιά, θεώρησε προτιμότερο να ηρεμήσει και να περιμένει είτε να ξημερώσει είτε να ξεκουνήσει ο Ροθινάντε, αποδίδοντας το πάθημά του σε οτιδήποτε άλλο εκτός από την πονηριά του Σάντσο […][4]

Ο τρόμος του Σάντσο όμως, αντί να κοπάσει, μεγάλωνε όλο και περισσότερο κατά τη διάρκεια της νύχτας. Τόσο πολύ φοβόταν, ώστε κόλλησε πάνω στο αφεντικό του, όπως τα μικρά παιδιά που αγκαλιάζουν τους γονείς τους.

[…] πηγαίνοντας κοντά του, έπιασε με το ’να χέρι το μπροστοκούρβι της σέλας και με τ’ άλλο το πισινό ξυλίκι, έτσι που βρέθηκε, κι έμεινε, ν’ αγκαλιάζει τον αριστερό μηρό του αφεντικού του, μην τολμώντας να ξεμακρύνει σπιθαμή από το πλάι του: τέτοιος φόβος τον είχε πιάσει με τους χτύπους, που ακόμα βροντοβολούσαν.[5]

salvadordalí donquixoteΟ Δον Κιχώτης του ζητάει τότε να πει μια ιστορία, για να τον ψυχαγωγήσει και για να περάσει η νύχτα ευχάριστα. Ο Σάντσο αρχίζει να αφηγείται μια ιστορία για ένα ερωτευμένο ζευγάρι, που ορκίζεται μάλιστα πως είναι αληθινή, αλλά σύντομα αναγκάζεται να τη σταματήσει, καθώς ξεχνάει τη συνέχειά της. Και τότε ξεκινάει μια νέα περιπέτεια. Έρχεται αντιμέτωπος με μια καινούργια εσωτερική σύγκρουση, πιο επώδυνη και πιο δύσκολη στη διαχείρισή της σε σχέση με όσες είχαν προηγηθεί.

Εκείνη την ώρα, θες η πρωινή ψύχρα, γιατί ξημέρωνε πια, θες επειδή ο Σάντσο είχε φάει τίποτα ευκοίλιο το βράδυ, ή επειδή ήταν της φύσης –και μάλλον αυτό πρέπει να γίνει πιστευτό–, ένιωσε την επιτακτική ανάγκη να κάνει εκείνο που κανένας άλλος δεν θα μπορούσε να κάνει αντί γι’ αυτόν· μα είχε τρυπώσει τέτοιος φόβος στην καρδιά του που δεν κοτούσε να ξεμακρύνει μήτε όσο ένα μαύρο μισοφέγγαρο νυχιού απ’ το πλευρό του αφεντικού του. Ούτε όμως μπορούσε να διανοηθεί ότι δεν θα έκανε αυτό που του είχε έρθει· κι έτσι, αυτό το οποίο έκανε, χάριν ειρήνης και ομονοίας, ήταν ν’ αποτραβήξει το δεξί του χέρι, που ήταν γραπωμένο στο πισινό ξυλίκι της σέλας του Δον Κιχότε, και, όμορφα κι αθόρυβα, να λύσει το κορδόνι που συγκρατούσε μοναχό το κοντοβράκι του, το οποίο, μόλις ξεδέθηκε, γλίστρησε παρευθύς και του έμεινε κατεβασμένο γύρω από τους αστραγάλους σαν περδούκλι· κατόπιν, ανασήκωσε όσο καλύτερα μπόρεσε την πουκαμίσα του και εξέθεσε στον καθαρό αέρα τα οπίσθιά του, που δεν ήταν δα απ’ τα μικρότερα.[6]

Το πρόβλημα όμως που είχε να αντιμετωπίσει ο Σάντσο δεν μπορούσε να λυθεί τόσο εύκολα, διότι ανέκυψαν νέες δυσκολίες:

Αφού έγινε κι αυτό, το σημαντικότερο, όπως νόμισε, για να λυτρωθεί από κείνη τη φοβερή σφίξη και την αγωνία, τον βρήκε άλλη μεγαλύτερη, όταν σκέφτηκε πως δεν θα μπορούσε ν’ ανακουφιστεί χωρίς θόρυβο και κρότο, κι άρχισε να σφίγγει τα δόντια και να μαζεύει τους ώμους, κρατώντας την αναπνοή του όσο περισσότερο γινόταν· αλλά, παρ’ όλες αυτές τις προφυλάξεις, στάθηκε τόσο άτυχος ώστε του ξέφυγε στο τέλος ένας μικρός θόρυβος, αρκούντως διαφορετικός από εκείνον που τόσο φόβο του προξενούσε. Τον άκουσε ο δον Κιχότε και είπε:

«Τι μούρμουρο είναι αυτό, Σάντσο;»

«Δεν ξέρω, αφεντικό», απάντησε εκείνος. «Τίποτα καινούργιο θα ’ναι πάλι, γιατί οι περιπέτειες κι οι κακοτυχίες φέρνουνε πάντα η μια την άλλη».[7]

Η επόμενη προσπάθεια του Σάντσο στέφεται με μεγαλύτερη επιτυχία όσον αφορά το ζήτημα του ήχου, αλλά με μικρότερη όσον αφορά το ζήτημα της οσμής. Και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να γίνει αντιληπτός τώρα από το αφεντικό του.

Δοκίμασε ξανά την τύχη του, αυτή τη φορά με τόση επιτυχία, που λευτερώθηκε χωρίς άλλο θόρυβο και φασαρία από το φορτίο που τόσο τον είχε βαρύνει. Μα καθώς ο δον Κιχότε είχε την αίσθηση της όσφρησης εξίσου ανεπτυγμένη με αυτήν της ακοής και τον Σάντσο τόσο κοντά, σάμπως ραμμένο πάνω του, που οι αναθυμιάσεις ανέβαιναν σχεδόν σε ευθεία γραμμή, ήταν αναπόφευκτο κάποιες να φτάσουν στα ρουθούνια του· και μόλις έφτασαν, έσπευσε να τα συντρέξει, πιάνοντας σφιχτά τη μύτη του με τα δυο δάχτυλα και λέγοντας με κάπως ένρινη φωνή:

«Έχω την εντύπωση, Σάντσο, ότι σ’ έχει πιάσει μεγάλος φόβος».

«Αλήθεια είναι», απάντησε ο Σάντσο, «αλλά πώς και το προσέχετε τώρα περισσότερο από κάθε άλλη φορά;»

«Γιατί τώρα μυρίζεις περισσότερο από κάθε άλλη φορά, και μάλιστα όχι άμπαρι», απάντησε ο δον Κιχότε.

«Μπορεί να ’ναι κι έτσι», είπε ο Σάντσο, «μα δε φταίω εγώ, αλλά η ευγένειά σας, που με τραβολογάει τέτοιες ανάκουστες ώρες σε τέτοιους ερημότοπους».

«Πήγαινε τρία τέσσερα βήματα παραπίσω, φίλε μου», είπε ο δον Κιχότε εξακολουθώντας να κρατάει τη μύτη του, «και στο εξής να είσαι πιο προσεκτικός με την αφεντιά σου και με το σεβασμό που οφείλεις στο πρόσωπό μου· γιατί αυτή την προπέτεια, τα πολλά πάρε δώσε που έχω μαζί σου την καλλιέργησαν».

«Βάζω στοίχημα», αποκρίθηκε ο Σάντσο, «ότι η ευγἐνειά σας πιστεύει πως έκανα κακά πράγματα που δε θα ’πρεπε».

«Ας μη σκαλίσουμε καλύτερα αυτό το δύσοσμο θέμα, φίλε μου Σάντσο», απάντησε ο δον Κιχότε.[8]

Μετά απ’ αυτές τις επικίνδυνες περιπέτειες, ξημερώνει σιγά σιγά και οι δυο ήρωές μας ετοιμάζονται επιτέλους να ξεκολλήσουν από εκείνο το μέρος και να συνεχίσουν την περιπέτεια που άφησαν στη μέση.

Με τέτοιες και άλλες παρόμοιες κουβέντες πέρασαν τη νύχτα αφέντης κι υπηρέτης· αλλά όταν είδε ο Σάντσο ότι φώτιζε ολοταχώς, με πολλή δεξιοσύνη έλυσε τον Ροθινάντε κι έδεσε το κοντοβράκι του. Μόλις βρέθηκε ελεύθερος ο Ροθινάντε, μ’ όλο που δεν ήταν διόλου ζωηρός από φυσικού του, φαίνεται πως ζωντάνεψε κι άρχισε να χτυπάει το έδαφος με την οπλή του, αφού αναπηδήματα στα πισινά του πόδια (και να μας συμπαθάει) δεν ήξερε να κάνει. Βλέποντας, λοιπόν, ο δον Κιχότε ότι ο Ροθινάντε σαλεύει επιτέλους, το πήρε για ευοίωνο προμήνυμα και πίστεψε πως είχε έρθει η ώρα να ριχτεί σ’ εκείνη την τρομερή περιπέτεια.[9]

fbe2a581b2bfff0c3855458e311544ed--don-quixote-salvador-dali

~ . ~

Τούτο το κωμικό επεισόδιο που μόλις είδαμε, όπως και άλλα παρόμοια που μπορεί να διαβάσει κανείς στο βιβλίο του Θερβάντες, έχουν ιδιαίτερη σημασία. Στην αναγεννησιακή λογοτεχνία, στα έργα του Βοκάκιου, του Ραμπελαί, του Θερβάντες, η αίσθηση του κωμικού δημιουργείται με τον υποβιβασμό και την προσγείωση. Εδώ τα υψηλά χαμηλώνουν, οι υπερήφανοι ταπεινώνονται, τα πάνω έρχονται κάτω. Ο υποβιβασμός επιτυγχάνεται ιδιαίτερα με τη σκατολογία και τη βωμολοχία. Στη θέση του κεφαλιού (που δηλώνει το πάνω), και των υψηλών διανοητικών ενασχολήσεών του, τοποθετούνται τώρα τα οπίσθια και τα γεννητικά όργανα (που δηλώνουν το κάτω), με τις χαμηλές σωματικές λειτουργίες τους.[10]

Στο θερβαντικό μυθιστόρημα το πάνω εκπροσωπείται από τον Δον Κιχώτη και το κάτω από τον Σάντσο Πάντσα. Ο Δον Κιχώτης εκφράζει το υψηλό τόσο με την εμφάνιση όσο και με το χαρακτήρα του: Εξωτερικά είναι ψηλός και λεπτός, και έτσι εκτείνεται εις ύψος, κατακόρυφα, τείνει προς τα πάνω. Εσωτερικά είναι πάντα σοβαρός και αυστηρός, προσηλωμένος σε ηθικές αρχές και αγνά αισθήματα. Ο Σάντσο, αντίθετα, είναι ο κωμικός διπλός του Δον Κιχώτη, αντίθετος σε όλα από αυτόν. Με την εμφάνιση και το χαρακτήρα του εκφράζει το ταπεινό και χαμηλό. Αντίθετα με την ψηλόλιγνη φιγούρα του Δον Κιχώτη, αυτός είναι κοντός και χοντρός. Το ίδιο το όνομά του (panza) σημαίνει στα ισπανικά «κοιλιά». Δεν εκτείνεται σε ύψος αλλά σε πλάτος, οριζόντια, πέφτει προς τα κάτω. Ως προς τις ψυχικές ιδιότητες, είναι καταδεκτικός και γελαστός, δεν οδηγείται από ιδανικά αλλά από την ανάγκη της καθημερινής επιβίωσης. Η κάθοδος από το ύψος του Δον Κιχώτη στο χάμω του Σάντσο προκαλεί διαρκώς κωμικές καταστάσεις κάθε είδους.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι δύο ήρωές μας, με την κραυγαλέα αντίθεσή τους ως προς το ύψος και το πάχος τους, εκφράζουν τους δύο αντίθετους πόλους τη μεσαιωνικής και αναγεννησιακής κοσμοθεωρίας και της κοινωνικής ζωής. Ο Δον Κιχώτης εκπροσωπεί την ιεραρχία και την τάξη, το πνεύμα της νηστείας και της υποταγής στην κατεστημένη κοινωνική δομή. Είναι το αντίστοιχο της Σαρακοστής των λαϊκών παραδόσεων, μιας γυναίκας αυστηρής και αποστεωμένης που κουνάει το δάχτυλο και διατυπώνει συνεχώς απαγορεύσεις. Αντίθετα, ο Σάντσο εκπροσωπεί την ανατροπή και την αταξία, το πνεύμα του καρναβαλιού και της εύθυμης αποδόμησης. Αντιστοιχεί στον βασιλιά Καρνάβαλο, στον λαϊκό ήρωα που τρώει, πίνει, χορεύει, διασκεδάζει, που επιτρέπει και δεν απαγορεύει.

Κατά μία έννοια, οι δυο αντίπαλοι μονομάχοι στον διάσημο πίνακα του Πίτερ Μπρέγκελ Μάχη ανάμεσα στον Καρνάβαλο και τη Σαρακοστή είναι ο Σάντσο και ο Δον Κιχώτης: ο πρώτος, στ’ αριστερά του πίνακα, πάνω σ’ ένα βαρέλι, κραδαίνει για όπλο μια σούβλα, ο δεύτερος στα δεξιά, εφορμά με το φτυάρι του φούρναρη. don-quixote-and-the-windmills.jpg!HDΗ συνοδεία του Καρνάβαλου-Σάντσο, οι στρατιώτες του, τρώνε, πίνουν, τραγουδούν, παίζουν ζάρια και χαρτιά. Αντίθετα, οι ακόλουθοι της Σαρακοστής-Δον Κιχώτη είναι αφοσιωμένοι στη νηστεία και στην ελεημοσύνη προς τους φτωχούς ζητιάνους και τους αρρώστους. Η συνοδεία του Καρνάβαλου αποτελείται από κοιλαράδες με παρδαλά ρούχα, η ακολουθία της Σαρακοστής από ανθρώπους με προσεγμένο παρουσιαστικό και ευπρεπή εμφάνιση.

Στα πρόσωπα του Δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάντσα ο Θερβάντες αποδίδει τις δυο όψεις του ίδιου ανθρώπου, του μεσαιωνικού και αναγεννησιακού Ευρωπαίου. Οι δύο ήρωες είναι οι δύο ζωές του: η αυστηρή, νηστήσιμη και πειθαρχημένη, απ’ τη μία πλευρά, η αχαλίνωτη, αρτύσιμη και οργιαστική, από την άλλη. Ο αγέλαστος Δον Κιχώτης, που πνευματοποιεί και εξιδανικεύει τα πάντα, που αντιστρατεύεται τη σάρκα και τις κατώτερες σωματικές λειτουργίες, έχει ανάγκη το άλλο του μισό, το απαραίτητο συμπλήρωμά του, τον Σάντσο Πάντσα, που σωματοποιεί και υλικοποιεί, που ζει σωματικά: τρώει, πίνει, συνουσιάζεται, χορεύει, παίζει και γελάει.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ

εικονογράφηση Σαλβαδόρ Νταλί

~ . ~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα. Μέρος Ι: Ο ευφάνταστος ιδαλγός Δον Κιχότε ντε λα Μάντσα, μτφρ. Μελίνα Παναγιωτίδου, Εστία, Αθήνα 2009, σελ. 247.
[2] Ό.π.
[3] Ό.π., σελ. 250-251.
[4] Ό.π., σελ. 251.
[5] Ό.π., σελ. 252.
[6] Ό.π., σελ. 256-257.
[7] Ό.π., σελ. 257.
[8] Ό.π., σελ. 257-258.
[9] Ό.π., σελ. 258.
[10] Να σημειωθεί ότι ο υποβιβασμός εμφανίζεται και στα άλλα είδη της αναγεννησιακής τέχνης. Σε πολλούς πίνακες του Πίτερ Μπρέγκελ, για παράδειγμα, όπως στο Τοπίο με την πτώση του Ικάρου, θεματοποιείται η πτώση, η κατακρήμνιση, η κάθοδος.

~ . ~

El_ingenioso_hidalgo_don_Quijote_de_la_Mancha