~.~
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑ ~.~
Ένας περιπλανώμενος θίασος είναι το κέντρο γύρω απ’ το οποίο εκτυλίσσεται η δράση στο Θρησκευτικό δράμα του Μπάρυ Άνσγουωρθ. Έξι ηθοποιοί, με το άλογο και το κάρο τους, διασχίζουν την αγγλική ύπαιθρο μέσα στο χειμώνα, κάπου στα τέλη του δέκατου τέταρτου αιώνα.
Τα Χριστούγεννα πλησιάζουν και αυτοί επείγονται να φτάσουν στο Ντάραμ για να δώσουν παραστάσεις ενώπιον μεγάλου κοινού, ώστε να βγάλουν κάποια χρήματα. Είναι πολύ φτωχοί, σχεδόν λιμοκτονούν. Είναι όμως και πολύ ταλαντούχοι. Ιδιαίτερα ο αρχηγός τους, ο Μάρτιν Μπολ. Στην πραγματικότητα, μόνο οι τέσσερις απ’ αυτούς είναι ηθοποιοί. Πέμπτη είναι η Μάργκαρετ, πόρνη και ερωμένη ενός απ’ τους ηθοποιούς, του Στέφανου, η οποία τους βοηθά με το μαγείρεμα, με το μπάλωμα των ρούχων και με τις εισπράξεις κατά τη διάρκεια των παραστάσεων. Έκτος είναι ο αφηγητής και βασικός ήρωας του μυθιστορήματος, ο Νίκολας Μπάρμπερ.
Ο Νίκολας είναι είκοσι τριών ετών. Έχει καλή μόρφωση και ήταν ήδη υποδιάκονος στην επισκοπή του Λίνκολν. Ο επίσκοπός του του είχε αναθέσει να αντιγράψει ένα πολυσέλιδο χειρόγραφο με τα ομηρικά έπη. Ήταν όμως Μάιος, τα πουλιά κελαηδούσαν, τα λουλούδια είχαν ανθίσει και το αίμα του Νίκολας έβραζε. Ήταν μοιραίο λοιπόν να εγκαταλείψει το γραφείο του και τη βαρετή εργασία του αντιγραφέα και να το σκάσει. Στη συνέχεια περιπλανήθηκε, πείνασε, μοίχευσε και έχασε το μανδύα του. Κι έτσι, βρέθηκε μες στο καταχείμωνο να τουρτουρίζει κρυμμένος σ’ ένα σκοτεινό δάσος. Εκεί τον βρίσκουν οι ηθοποιοί και τον παίρνουν μαζί τους, για ν’ αντικαταστήσει ένα μέλος του θιάσου, τον Μπρένταν, που μόλις είχε πεθάνει.
Οι θεατρίνοι φτάνουν σε μια μικρή πόλη και αποφασίζουν να μείνουν για λίγο. Πρέπει να κηδέψουν τον σύντροφό τους και να δώσουν μια παράσταση, ώστε να βγάλουν τα λίγα χρήματα που χρειάζονται για το ταξίδι μέχρι το Ντάραμ. Η εξέλιξη των πραγμάτων όμως θα είναι εντελώς απροσδόκητη και περιπετειώδης. Ανεβάζουν το Έργο του Αδάμ, ένα παραδοσιακό θρησκευτικό μυστήριο. Ενώ όμως η παράσταση είναι καλλιτεχνικά επιτυχημένη, τα έσοδα είναι ελάχιστα. Και καθώς η απόγνωση απειλεί να τους καταπιεί, ο Μάρτιν, ο αρχιθεατρίνος, συλλαμβάνει μια ριζοσπαστική ιδέα: να παραστήσουν ένα έργο με επίκαιρο θέμα. Λίγες μέρες πριν ένα μικρό παιδί είχε δολοφονηθεί και μια κοπέλα συνελήφθη και καταδικάστηκε για το φόνο. Αυτή την πραγματική υπόθεση πρέπει να δραματοποιήσουν, λέει ο Μάρτιν. Τα υπόλοιπα μέλη του θιάσου πείθονται, παίζουν το Έργο του Τόμας Γουέλς και, όντως, οι εισπράξεις αυξάνονται θεαματικά. Ο κόσμος πλημμυρίζει την αυλή του πανδοχείου, όπου γίνονται οι παραστάσεις, για να παρακολουθήσει ένα θέαμα που τους αφορά άμεσα.
Αυτή όμως είναι μόνο η αρχή. Παίζοντας το έργο, οι ήρωές μας θα συνειδητοποιήσουν πως η υπόθεση έχει πολλά κενά και αντιφάσεις. Ο Τόμας Γουέλς δε δολοφονήθηκε απ’ την κοπέλα, που συνεπώς καταδικάστηκε άδικα. Κάποιος άλλος είναι ο φονιάς· αυτός που σκότωσε και άλλα τέσσερα αγόρια λίγο καιρό νωρίτερα. Σιγά σιγά οι ηθοποιοί εμπλέκονται όλο και περισσότερο στα μυστικά τις τοπικής κοινωνίας και η σύγκρουση με τον πανίσχυρο φεουδάρχη γίνεται αναπόφευκτη.
Το μυθιστόρημα του Άνσγουωρθ είναι ένα πραγματικό αριστούργημα· κατορθώνει ν’ απεικονίσει την εποχή της μετάβασης απ’ τον Μεσαίωνα στη Νεοτερικότητα σε όλες της τις πτυχές: πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική. Παρουσιάζει, καταρχάς, την ανατροπή της φεουδαρχικής ιεραρχίας, τις απαρχές της σύγχρονης δημοκρατίας και της λαϊκής εξουσίας. Παρουσιάζει, ακόμα, την ανάδυση της νεωτερικής πόλης, με την αγορά, τους εμπόρους και τους βιοτέχνες της, όπως επίσης και την εμφάνιση της δημόσιας σφαίρας. Παρουσιάζει, τέλος, την εκκοσμίκευση της τέχνης και την απελευθέρωσή της από τα θρησκευτικά δεσμά· τα θέματά της προέρχονται πλέον όχι απ’ την ιερή ιστορία αλλά απ’ τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Ο συγγραφέας μας επιλέγει ως προνομιακό χρονότοπο για να απεικονίσει όλες αυτές τις κοσμογονικές αλλαγές τη θεατρική σκηνή. Οι ήρωές του, οι ηθοποιοί ενός περιπλανώμενου θιάσου, ανεβάζουν ένα σύγχρονο θεατρικό έργο, και όχι ένα θρησκευτικό μυστήριο· δίνουν την παράστασή τους στην πλατεία της πόλης, και όχι στην αυλή του φεουδάρχη· και γίνονται, τελικά, οι αντιπρόσωποι του λαού στην αντιπαράθεσή του με την αυθαιρεσία της εξουσίας, αντί να υπηρετήσουν το αφήγημα των ισχυρών.
Το θέμα του Θρησκευτικού δράματος όμως δεν είναι μόνο ο επαναστατικός ρόλος που διαδραμάτισε το θέατρο στην έλευση της νέας εποχής. Ο Άνσγουωρθ μάς λέει και κάτι ακόμα, μας λέει πως το θέατρο και η ζωή, η απεικόνιση της ζωής και η ίδια η ζωή, δεν μπορούν να διαχωριστούν ξεκάθαρα. Η θεατρική σκηνή και ο πραγματικός κόσμος έρχονται σε επαφή, αλληλεπικαλύπτονται, σε μεγάλο βαθμό συμπίπτουν. Οι ήρωές μας αφήνουν την πραγματικότητα να εισβάλει στη θεατρική σκηνή, στην καλλιτεχνική αναπαράσταση. Και στη συνέχεια, αποδεικνύεται πως η θεατρική αναπαράσταση μπορεί να διαμορφώσει την πραγματικότητα.
Τα όρια μεταξύ πραγματικής ζωής και θεατρικού σανιδιού είναι εξαρχής ασαφή, αλλά θολώνουν όλο και περισσότερο, καθώς ξετυλίγεται το μυθιστόρημα. Ο Νίκολας –και μαζί του κι εμείς οι αναγνώστες– υποψιάζεται ότι ο κόσμος είναι θέατρο ήδη απ’ την πρώτη του συνάντηση με τους θεατρίνους, όταν τους βλέπει μαζεμένους γύρω απ’ τον νεκρό σύντροφό τους:
Τους είδα να μαζεύονται γύρω του και να σκύβουν πάνω του μέσα στο τσουχτερό κρύο κι ύστερα ν’ αποτραβιούνται, για να κάνουν χώρο στην ψυχή να περάσει. Ήταν σαν να παίζανε την πράξη του θανάτου για μένα, πράμα παράξενο, γιατί εκείνοι δεν ξέρανε ότι τους βλέπω κι εγώ τότε δεν ήξερα ποιοι ήτανε.[1]
Ενώ οι θεατρίνοι δεν ξέρουν ότι έχουν κοινό και ο Νίκολας δεν ξέρει ότι παρακολουθεί θεατρίνους, εκείνοι μοιάζουν να παίζουν μια παράσταση, την παράσταση του θανάτου, κι αυτός μοιάζει να παρακολουθεί σαν θεατής.
Σιγά σιγά η αρχική εντύπωση του Νίκολας θα ενισχυθεί και θα επιβεβαιωθεί. Οι ηθοποιοί παίζουν διάφορους ρόλους ακόμα και όταν δεν είναι πάνω στη σκηνή. Η ζωή τους έξω από το σανίδι ακολουθεί και αυτή τις οδηγίες κάποιου αόρατου σκηνοθέτη.
Και τότε μου ήρθε σαν έμπνευση ότι όλα τα μέλη αυτού του θιάσου παίζανε ρόλους ακόμη κι όταν ήτανε μόνοι μεταξύ τους. Ο καθένας είχε ένα δικό του κείμενο και οι άλλοι περιμένανε να το πει. Χωρίς αυτό δεν μπορούσε να γίνει συζήτηση, ούτε εδώ μεταξύ μας ούτε πουθενά αλλού στον υπόλοιπο κόσμο. Οι ρόλοι ίσως να διαλεχτήκανε μια φορά κάποτε, ο φανατικός Μάρτιν, Σπρίνγκερ ο ντροπαλός και συναισθηματικός, Στέφανος ο εριστικός, ο Άχυρος ταλαντευόμενος και άγριος, ο Τοβίας με τις παροιμίες του και τη φωνή της κοινής λογικής· όμως ο καιρός αυτής της επιλογής βρισκότανε πέρ’ από τα σύνορα της μνήμης. Τώρα είχα πάρει και γω το ρόλο μου μέσα σ’ αυτό το θίασο. Είχα δικές μου γραμμές να πω.[2]
Και δεν είναι μόνο οι ηθοποιοί· όλοι οι άνθρωποι που συναντά στο εξής ο Νίκολας παίζουν, εκούσια ή ακούσια, κάποιο ρόλο: ο πανδοχέας, ο ιερέας, ο τρελός, ο υφαντής, ο δικαστής. Ακόμα και οι υψηλοί προσκεκλημένοι του άρχοντα είναι υποχρεωμένοι να συμμετάσχουν σε μια ακριβή και μεγαλοπρεπή παράσταση, στην κονταρομαχία, και να παίξουν με πειθαρχία και αυστηρότητα το ρόλο τους.
Όλα αυτά ταιριάζουν, άλλωστε, και από την εμπειρία που έχει ο Νίκολας ως κληρικός:
Η ίδια η Εκκλησία έκανε το Θεό θεατρίνο. Οι ιερείς Τον υποδυόντουσαν μπροστά στην Αγία Τράπεζα και ακόμη έτσι κάνουν, όπως επίσης υποδύονται το Χριστό και την Αγία του Μητέρα και άλλους, για να βοηθήσουν την κατανόησή μας.[3]
Η ιδέα ότι ο κόσμος είναι ένα τεράστιο θέατρο και όλοι εμείς ηθοποιοί είναι πολύ παλιά. Ήδη ο Ιωάννης του Σαλίσμπερυ, στο έργο του Policraticus (περ. 1159), και συγκεκριμένα στο όγδοο κεφάλαιο του τρίτου βιβλίου, που έχει τίτλο «De mundana comedia, vel tragedia» («Περί της κωμωδίας ή τραγωδίας του κόσμου»), γράφει:
[…] comedia est vita hominis super terram, ubi quisque sui oblitus personam exprimit alienam.[4]
[…] κωμωδία είναι η ζωή του ανθρώπου επί της γης, όπου όλοι έχουν ξεχάσει το ρόλο τους και παίζουν κάποιον άλλο.
Και λίγο παρακάτω εξυμνεί εκείνους τους ενάρετους ανθρώπους που
[…] de alto virtutum culmine theatrum mundi despiciunt ludumque fortunae contemnentes nullis illecebris impelluntur ad vanitates et insanias falsas.[5]
[…] παρακολουθούν το θέατρο του κόσμου απ’ την υψηλή κορυφή των αρετών και περιφρονούν το παιχνίδι της τύχης και δεν ελαύνονται από κανένα θέλγητρο στις ματαιότητες και στις ψευδείς μανίες.
Περίπου τρεις αιώνες αργότερα, ο Έρασμος γράφει στο Μωρίας εγκώμιόν του (1511):
Porro mortalium vita omnis quid aliud est, quam fabula quaepiam, in qua alii aliis obtecti personis procedunt, aguntque suas quisque partes, donec choragus educat e proscenio? Qui saepe tamen eumdem diverso cultu prodire iubet, ut qui modo Regem purpuratum egerat, nunc servulum pannosum gerat. Adumbrata quidem omnia, sed haec fabula non aliter agitur.[6]
Κι έπειτα; Μα τι άλλο είναι η ζωή του ανθρώπου, από μια κωμωδία όπου μπαίνεις προστατευμένος πίσω απ’ τη μάσκα και παίζεις το ρόλο σου, ώσπου να σε βγάλει έξω απ’ τη σκηνή ο χορηγός; Αυτός, άλλωστε, συχνά ζητάει από τον ίδιο ηθοποιό να παίξει πολύ διαφορετικούς ρόλους: ένας που φορούσε τη βασιλική πορφύρα ξαναφαίνεται με κουρέλια δούλου. Ώστε όλα είναι πλαστά; Και βέβαια! Μα η κωμωδία της ζωής δεν παίζεται διαφορετικά![7]
Η απεικόνιση του κόσμου ως θεάτρου γίνεται τόπος της Αναγέννησης και του Μπαρόκ. Ο Σαίξπηρ θα παρομοιάσει ξανά και ξανά στα έργα του τον κόσμο με θεατρική σκηνή. Στο Όπως σας αρέσει (1599), για παράδειγμα, διαβάζουμε:
All the world’s a stage,
And all the men and women merely players:
They have their exits and their entrances;
And one man in his time plays many parts […][8]
Όλος ο κόσμος είναι μια θεατρική σκηνή
κι όλοι οι άνθρωποι, άντρες, γυναίκες, ηθοποιοί:
βγαίνουνε με το θάνατο, μπαίνουν με τη ζωή
και κάθε άνθρωπος στο βίο του παίζει ρόλους πολλούς […][9]
Και στον Έμπορο της Βενετίας, την ίδια περίπου εποχή (1596-1599):
I hold the world but as the world, Gratiano:
A stage where every man must play a part […][10]
Για μένανε, Γκρατιάνο, ο κόσμος είν’ αυτό που είναι:
σκηνή όπου ο καθένας μας πρέπει το ρόλο του να παίξει […][11]
Και λίγα χρόνια μετά, το 1634, θα κυκλοφορήσει το έργο του Πέδρο Καλντερόν δε λα Μπάρκα που έχει τον εύγλωττο τίτλο El Gran Teatro del Mundo (Το μεγάλο θέατρο του κόσμου).
Ο Νίκολας Μπάρμπερ λοιπόν εγκαταλείπει τη ζωή της ησυχίας και τον θεωρητικό βίο, την «υψηλή κορυφή των αρετών», για την κωμωδία της ζωής, για τις «ματαιότητες» και τις «ψευδείς μανίες» του κόσμου τούτου. Ξεντύνεται τα ρούχα του μοναχού και του κληρικού, και μαζί τους τον σοβαρό και μονοδιάστατο ρόλο του, και αποφασίζει να γίνει ηθοποιός, δηλαδή ένας άνθρωπος δίχως σταθερή ταυτότητα, αναγκασμένος να υποδύεται πάντα το ρόλο κάποιου άλλου. Έτσι, ο Νίκολας βγαίνει απ’ το περίκλειστο, οργανωμένο και ιεραρχημένο σύμπαν του Μεσαίωνα στον ανοιχτό, άναρχο και δημοκρατικό κόσμο των Νέων Χρόνων.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΙΝΑΚΟΥΛΑΣ
~.~
Σ η μ ε ι ώ σ ε ι ς
[1] Μπάρυ Άνσγουωρθ, Θρησκευτικό δράμα, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, Νεφέλη, Αθήνα 1997, σελ. 13.
[2] Ό.π., σελ. 56.
[3] Ό.π., σελ. 74.
[4] Ioannes Saresberiensis, Policraticus, sive De nugis curialium et vestigiis philosophorum [Πολυκρατικός ή Σχετικά με τις μικρότητες των αυλικών και τα ίχνη των φιλοσόφων], 488d.
[5] Ό.π., 493d.
[6] Desiderius Erasmus Roterodamus, Laus stultitiae, 29.
[7] Έρασμος, Μωρίας εγκώμιον, μτφρ. Στρατής Τσίρκας, Ηριδανός, Αθήνα 1970, σελ. 67.
[8] Πράξη 2, Σκηνή 7.
[9] Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, Όπως σας αρέσει, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, Κέδρος, Αθήνα 51994, σελ. 60.
[10] Πράξη 1, Σκηνή 1.
[11] Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Ο έμπορος της Βενετίας, στο Τα αριστουργήματα, μτφρ. Ερρίκος Μπελιές, Το Βήμα, Αθήνα 2016, τόμ. 3, σελ. 488.





κινήματος. Αφότου ο Μαρτίνος Λούθηρος θυροκόλλησε τις ενενήντα πέντε θέσεις του στο ναό των Αγίων Πάντων στη Βιτεμβέργη, τον Οκτώβριο του 1517, η νέα πίστη διαδόθηκε σαν τη φωτιά στα ξερά χόρτα. Ο δέκατος έκτος και ο δέκατος έβδομος αιώνας είναι μια αιματηρή ιστορία θρησκευτικών πολέμων, διώξεων, δογματισμού και μισαλλοδοξίας που προκλήθηκε από την εμφάνιση του προτεσταντισμού και από την ανυποχώρητη αντίδραση της Ρωμαιοκαθολικής Ευρώπης.
μπορεί να συμβιβαστεί με την αμαρτία που βλέπει παντού γύρω του και εντέλει δεν μπορεί να δει με συμπάθεια τον άνθρωπο. Όλοι είναι κακοί και αμαρτωλοί. Τα πάθη δεν είναι ανθρώπινα και συγγνωστά. Είναι αποδείξεις της κακότητας του ανθρώπου, της αθεράπευτης κακότητάς του.
σαν κι αυτούς. Για άλλους είναι η φήμη. Για άλλους είναι η ευφυΐα και η γνώση κάποιας τέχνης ή κάποιας επιστήμης, η οποία όμως τους κάνει αλαζόνες. Για άλλους είναι η ικανοποίηση της λαιμαργίας τους, και γι’ αυτό προσφέρουνε διαρκώς θυσίες στον Βάκχο και τη Δήμητρα. Για τους άρρωστους θεός γίνεται ο γιατρός, απ’ τον οποίο περιμένουν άδικα τη σωτηρία. Για άλλους θεότητες είναι οι ωραίες γυναίκες, και τις προσκυνούν μέρα νύχτα. Για κάποιες γυναίκες θεός γίνεται η ομορφιά τους, που τη φροντίζουν με φκιασίδια και κολόνιες. Για άλλους είναι τα ωραία σπίτια που χτίσανε και κατοικούνε. Για άλλους είναι η δουλειά τους, που σε αυτή αφιερώνουν όλες τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους. Για άλλους είναι η άθλια τροφή, τα σαλιγκάρια και τα βατράχια, που τους κρατάνε στη ζωή. Για άλλους, τέλος, θεός είναι η τέχνη, η ομορφιά και η σπανιότητα ενός έργου.
χαρακτηριστικό πως το μυθιστόρημα ξεκινά με την εκπαίδευση του Σιμπλίκιου από έναν ερημίτη σε πλήρη απομόνωση, μακριά από τους ανθρώπους, και τελειώνει πάλι με την απομόνωσή του, όταν γίνεται και ο ίδιος ερημίτης. Ο μόνος τρόπος για να αποφύγει ο άνθρωπος την αμαρτία και το κακό είναι, για τον Γκρίμελσχαουζεν, η απάρνηση του κόσμου και η απομάκρυνση από τους ανθρώπους.
ανατράπηκε από τους Φέρμπανκ και Όουενς στο βιβλίο τους Η κανονικοποίηση του Ντάνιελ Ντεφόε.
Οι ιστορίες των πειρατών που αφηγείται ο Τζόνσον είναι ιστορίες τυχοδιωκτισμού και παρανομίας. Οι ήρωές του παραβαίνουν το νόμο και βγαίνουν έξω από τα όρια της θεσμισμένης κοινωνικής ζωής. Φεύγουν από την πατρική γη στην άγνωστη θάλασσα κι από την οργανωμένη κοινωνία της Αγγλίας στις πρωτόγονες φυλές της Αφρικής και της Αμερικής. Αυτή η έξοδός τους όμως στην παρανομία και στη βαρβαρότητα είναι ένας δρόμος χωρίς επιστροφή. Όσοι προσπαθήσουν να επιστρέψουν θα αποτύχουν οικτρά.
κατοικούσανε στο Μπρίστολ, και γι’ αυτή τη δουλειά τράβηξε να πάει στην Αγγλία. Σαν έφταξε στο Ντίβονσαρ, έστειλε κ’ ειδοποίησε έναν φίλο του να ανταμώσουνε σε μια πολιτεία λεγόμενη Μπάϊντφορ. Μείνανε σύμφωνοι πως το πιο σίγουρο ήτανε να δώσουνε τα διαμάντια στους έμπορους, που ήτανε άνθρωποι πλούσιοι και τιμημένοι στον κόσμο, ώστε να μη βάλει κανένας υποψία. Ο Άβερης […] τους έδωσε τα πράματα, δηλαδή τα διαμάντια και κάτι μαλαματένιες κούπες, αφού πριν να τα δώσει πήρανε όρκο όλοι τους πως θα δουλέψουνε τίμια. Του δώσανε κάτι λίγα λεφτά για το καθημερινό του και φύγανε.
τον βάραινε σα νάτανε μυλόπετρα. Στο τέλος βρέθηκε ολότελα απένταρος, κι’ απεφάσισε να τα πουλήσει. Μα τον έβαλε στο χέρι ένα άλλο τομάρι, και με το σήμερα και με το αύριο του τάφαγε. Μπορούσε να κάνει και τίποτα; Ο άλλος τον φοβέριζε πως θα του περνούσε στο λαιμό τη γραβάντα.
αγιογραφίας. Γύρω από το κεφάλι του Άβερη διαβάζουμε την επιγραφή «Ερρίκος Άβερης, ο επιλεγόμενος Μπεν, ο βασιληάς του Μαδαγάσκαρ», ενώ η λεζάντα γράφει: «Φαντασία, η χειρ Φωτίου Κόντογλου Κυδωνιέως. 1940». Το πρόσωπο του Άβερη μας κοιτάζει ανφάς, ενώ το σώμα του στέκεται προφίλ. Το ντύσιμο και ο οπλισμός του ανακαλούν εικόνες στρατιωτικών αγίων, όπως ο άγιος Δημήτριος ή ο άγιος Γεώργιος. Πίσω του βλέπουμε τη θάλασσα και στον ορίζοντα ένα ιστιοφόρο. Το πρόσωπο του πειρατή δεν είναι οργισμένο ή άγριο, δεν προκαλεί φόβο ή ταραχή. Αντίθετα, όπως ακριβώς τα πρόσωπα των βυζαντινών αγίων, είναι ήμερο και γαλήνιο.

έστηνε μαζί με τη ζωγράφο και ποιήτρια Ηρώ Νικοπούλου το ιστολόγιο
εντονότατης αναζήτησης, κατά την οποία ο Πατίλης είχε επιχειρήσει την από κοινού ίδρυση και έκδοση των περιοδικών Το δέντρο, Κριτική και κείμενα και Νήσος. Σήμερα, διαθέτοντας την παρακαταθήκη των 52 τευχών και 12 τόμων του Πλανόδιου από τα 26 χρόνια αδιάλειπτης κυκλοφορίας του ως έντυπου περιοδικού, μπορεί κανείς να κατανοήσει το λόγο που ο ιδρυτής και εκδότης του αποχώρησε από προηγούμενες απόπειρες του είδους. Δεν είναι υπερβολή να ειπωθεί ότι ο Πατίλης δόθηκε στο Πλανόδιον ψυχή τε και σώματι, και μάλιστα με την κυριολεκτική έννοια της φράσης. Είναι από τους λίγους -τους ελάχιστους- του χώρου που, όχι μόνο ασχολήθηκε προσωπικά με την επιλογή και τη διαμόρφωση του περιεχομένου του περιοδικού, αλλά καταγίνηκε με το ίδιο πάθος –ως λάτρης της παραδοσιακής τυπογραφίας και θιασώτης του ιστορικού τονισμού– με την απτή, υλική υπόσταση του εντύπου, από τη μελετημένη χρήση γραμματοσειράς, αρχιγραμμάτων και κοσμημάτων μεταξύ των κειμένων, μέχρι τη σελιδοποίηση και την επιλογή χαρτιού εκτύπωσης. Πρόκειται για μια εξαιρετικά απαιτητική εργασία, για την οποία δεν διαθέτει κανείς εύκολα την υπομονή, την επιμονή, το μεράκι και τη μαστοριά που αποδεδειγμένα κατέθεσε ο Πατίλης στο Πλανόδιον. Και όμως, ο Πατίλης δεν επένδυσε στο περιοδικό αυτό μόνο το «τεχνικό» του know-how, αλλά και το ανθρώπινο.
πρόσωπο του ποιητή Πατίλη, τόσο του νεότερου, όσο και του ύστερου. Με κέρδισε ευθύς αμέσως η διεισδυτική κριτική ματιά του, η –κάθε άλλο παρά αφ’ υψηλού– ειρωνεία του και ο έντονα σατιρικός, καυστικός του τόνος, τον οποίο ένιωθα να υποβόσκει ακόμη και στα πιο «μετριοπαθή» του ποιήματα. Έβλεπα εκείνη τη ζωηρή σπίθα στο μάτι του δημιουργού, ακόμη και την ώρα που τοποθετούσε στο χαρτί τις απαλότερες των λέξεων. Αυτός είναι και ο λόγος που επιλέχθηκε το συγκεκριμένο χάικου ως μότο του παρόντος κειμένου. Ναι μεν παρουσιάστηκε στο αναγνωστικό κοινό ως κρίκος ενός συνόλου «ερωτικών» χάικου, αλλά μπορεί να διαβαστεί με τρόπο πολύ διαφορετικό και έτσι χρησιμοποιήθηκε εδώ. Ο Πατίλης δεν ξέρει μόνο να σατιρίζει, αλλά και να αυτοσαρκάζεται, ακόμη και όταν είναι ένας από τους λίγους που παραμένουν ξυπνητοί. Χαρακτηριστική ήταν η αντίδρασή του, όταν, σε εκδήλωση του Κύκλου Ποιητών το 2014, του εκμυστηρεύτηκα τον ενδοιασμό μου να απαγγείλω το ποίημά μου «Ίσως να γίνομαι άδικη, δεν το αποκλείω», δίνοντάς του να διαβάσει τον σατιρικό μου λίβελο εναντίον των ποιητών με τον εξιλεωτικό τίτλο. «Αυτό έπρεπε να διαβάσεις!» αναφώνησε, αλλά –καλώς ή κακώς– ήταν πλέον αργά.

Ο Πατίλης ανήκει σε μια γενιά δραστήριων και χαρισματικών πνευματικών ανθρώπων που από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και μέχρι σήμερα έστησαν και έτρεξαν υψηλού επιπέδου λογοτεχνικά περιοδικά. Η τελευταία τριακονταετία, αν την κοιτάξουμε μακροσκοπικά, ήταν μια περίοδος άνθισης του Μικρού Τύπου, με ευεργετικές συνέπειες για την πνευματική ζωή του τόπου. Μπορούμε να αναφέρουμε ως παραδείγματα, εκτός από το Πλανόδιον του Γιάννη Πατίλη, τον Εκηβόλο του Βασίλη Διοσκουρίδη (1978-1997), την Ποίηση και την Ποιητική του Xάρη Bλαβιανoύ (1993 μέχρι σήμερα), τη Νέα Εστία της περιόδου Σταύρου Ζουμπουλάκη (1998-2012). Κοινό γνώρισμα αυτών των περιοδικών ήταν ότι ελέγχονταν από δραστήριους και αφοσιωμένους ανθρώπους, που είχαν το χάρισμα να συγκεντρώνουν γύρω τους λογοτέχνες και κριτικούς υψηλού επιπέδου, να παραγγέλνουν κείμενα και να ανοίγουν συζητήσεις. Εκτός από τη δημοσίευση της ελληνικής παραγωγής, αυτά τα περιοδικά έδιναν βάρος στην παρουσίαση της ξένης λογοτεχνίας, της κριτικής και θεωρίας της λογοτεχνίας, της σύγχρονης φιλοσοφίας και σκέψης. Φρόντιζαν για τη μετάφραση σημαντικών κειμένων, ενθάρρυναν το διάλογο γύρω από κρίσιμα ζητήματα, ενθάρρυναν την κριτική, ακόμη και την πολεμική αντιπαράθεση.
μπορεί να αποτιμηθεί πλήρως η συνεισφορά τους αν δεν ενταχθούν μέσα στο ιστορικό, ιδεολογικό και πολιτικό πλαίσιο στο οποίο γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν. Όσον αφορά το Πλανόδιον, μια πρώτη καταγραφή και αποτίμηση έγινε πρόσφατα από τη Δήμητρα Χαλούλου στη μεταπτυχιακή της εργασία Το περιοδικό Πλανόδιον (τεύχη 1-49): Αναλυτική καταγραφή των συνεργατών, ειδολογική ταξινόμηση και κριτική αποτίμηση.
Χωρίς λογοτεχνικά περιοδικά η πνευματική ζωή ενός τόπου είναι μοιραία καχεκτική και απομονωμένη. Τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι η αναπνοή της: τη φέρνουν σε επαφή με τις άλλες λογοτεχνίες, με το μεγάλο κόσμο της φιλοσοφίας και των ιδεών. Τα λογοτεχνικά περιοδικά είναι ο φυσικός χώρος των ιδεολογικών ζυμώσεων και αντιπαραθέσεων, αν θέλουμε να γίνονται δημόσια και ανοιχτά, και όχι πίσω από κλειστές πόρτες. Είναι επίσης ο φυσικός χώρος για την παρουσίαση της λογοτεχνικής δημιουργίας. Ενίοτε είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τη δημιουργία· το διήγημα, για παράδειγμα, ως είδος απαιτεί την κυκλοφορία περιοδικών για να υπάρξει. Οφείλουμε λοιπόν χάριτες στον Γιάννη Πατίλη που αφιέρωσε το ταλέντο και την ενεργητικότητά του στη δημιουργία και τη μακροχρόνια κυκλοφορία του Πλανοδίου. Και εκφράζουμε την ελπίδα να μεταλαμπαδεύσει τη θερμή του αγάπη για τον Μικρό Τύπο σε νέους ταλαντούχους εκδότες.
Τὸ δοκίμιο αὐτὸ συνοψίζει τοὺς βασικοὺς ἄξονες τῆς ποιητικῆς φυσιογνωμίας τοῦ Γιάννη Πατίλη, χωρὶς ὅμως αὐτὸ νὰ μᾶς περιορίζει στὴν ἀπόπειρά μας νὰ προβοῦμε σὲ ἕναν εὐρύτερο προβληματισμὸ γύρω ἀπὸ τὴ συνολικὴ ἐμπειρία τῆς ἐμπλοκῆς του στὰ γράμματα καὶ στὸ σύμπαν ποὺ αὐτὰ δημιουργοῦν καὶ κινοῦν. Ἁπλούστερα, ἤδη ἐκ προοιμίου ὁ Πατίλης ξεκαθαρίζει τὴ θέση του ἀπέναντι στὸν ἀναγνώστη γράφοντας στὶς πρῶτες του ἀράδες ὅτι: «Κάθε ποιητὴς μεταφέρει στὴν ποίησή του τὴν δική του μερικὴ ἐμπειρία τοῦ Κόσμου». Καλῶς. Ὡστόσο, ἡ προκαταρκτικὴ αὐτὴ θέση ποὺ χαράζει μιὰ ποιητικὴ Ποιητικὴ (ἂς ἐπιτραπεῖ ὁ φαινομενικὸς σολοικισμὸς), σηματοδοτεῖ τὴν ἴδια στιγμὴ μιὰ στάση ἀπέναντι στὸν Κόσμο τὸν ἴδιο. Ξεφεύγει, ἑπομένως, ἀπὸ τὴν ποιητικὴ Ποιητικὴ καὶ ὑψώνεται στὴν Ποιητική· σκέτα.
Τὸ ἔργο τέχνης εἶναι ἡ γέφυρα ἀνάμεσα σὲ δύο ἀποσπασματικὲς ἐμπειρίες: στὴν ἀποσπασματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ ἀναγνώστη καὶ στὴ διπλὰ ἀποσπασματικὴ ἐμπειρία τῆς ἑρμηνείας τοῦ συγγραφέα. Ὁ Πατίλης ἐπισημαίνει σχετικά: «Θὰ τονίσω, ὅμως, ἐμφατικὰ πὼς μὲ κανέναν τρόπο δὲν θεωρῶ τὸν Ἑαυτό μου αὐθεντικὸ διερμηνευτὴ τῶν στίχων μου. Τὸ λέω αὐτὸ ὄχι ἀπὸ πρόθεση νὰ κολακέψω τὰ ἀναφαίρετα δικαιώματα τοῦ ἀναγνώστη στὴν ἑρμηνεία ἑνὸς ποιήματος, ὅσο ἀπὸ βαθιά μου πεποίθηση πὼς τὸ ἔργο τέχνης εἶναι ἀποτέλεσμα συνεργασίας τοῦ καλλιτέχνη μὲ ἄλλες δυνάμες ποὺ ξεπερνοῦν, συχνὰ κατὰ πολύ, τὴν αὐτεπίγνωση ἢ καὶ τὴ βούλησή του». Οἱ δυνάμεις αὐτὲς φρονοῦμε ὅτι βρίσκονται στὴ σφαίρα τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς ἀποσπασματικότητας ποὺ αὐτὴ κομίζει, στὴν ἐπαφὴ μὲ τὸ γραμματολογικὸ παρελθὸν καὶ στὴ σχέση μὲ τὸν ἀναγνώστη. Ἡ τριελκυστίνδα αὐτὴ, στὸ μέσο τῆς ὁποίας βρίσκεται ὁ ποιητής, δίνει αὐτὸ τὸ “συν” ποὺ ἔρχεται νὰ κολλήσει μπροστὰ ἀπὸ τὸ “γράφω”.
κείμενο, μόνο σε ένα. Ο Γιάννης Πατίλης χρησιμοποιεί ως βοήθημα στην ανάλυση του έργου του Νίκου Καρούζου το Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου. Ένα έργο λοιπόν, της ύστερης αρχαιότητας που κρατάει την αξία του αναδεικνύεται στις ημέρες μας, δηλαδή στην εποχή του ύστερου μοντερνισμού, ως επίκαιρο αισθητικό δοκίμιο. Στην αναμέτρηση αυτή και στην πορεία ανάλυσης του σύγχρονου έργου, το αρχαίο δοκίμιο εμφανίζει επάρκεια και πληρότητα;
Τη χρονιά που μας φεύγει, ο Γιάννης Πατίλης, ποιητής, κριτικός και εκδότης του ιστορικού λογοτεχνικού περιοδικού Πλανόδιον (1986-2012), συμπλήρωσε τα εβδομήντα του έτη. Με την ευκαιρία του πρόσφατου βιβλίου του για τον Νίκο Καρούζο, αλλά όχι μόνο, το Νέο Πλανόδιον του αφιερώνει την τελευταία αυτή εβδομάδα των αναρτήσεων του 2017 – αναγνώριση ελάχιστη ανεξαγόραστης οφειλής. Γράφουν κατά σειρά και ανά ημέρα από τα Χριστούγεννα έως την Πρωτοχρονιά οι Κώστας Κουτσουρέλης, Σωτήρης Γουνελάς, Άγγελος Καλογερόπουλος, Ξάνθος Μαϊντάς, Θανάσης Γαλανάκης, Γιώργος Πινακούλας και Έλενα Σταγκουράκη.
λόγια. Ἔτσι κι ὁ Καροῦζος μὲ τὴ «μορφικὴ ἀκαταστασία του», ποὺ διακρίνει ὁ συγγραφέας (σ. 19), ἐπιχειρεῖ νὰ ἀποτυπώσει τὴ «μαστορικὴ τῆς ἀγωνίας» του («Ὀχυρούμενος μὲ τ’ ἀστέρια», Τὰ ποιήματα Β΄, Ἴκαρος, 1994, σ. 220), μιᾶς ἀγωνίας ποὺ ὁρίζεται ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Χριστοῦ καθὼς μαρτυρεῖ ὁ τίτλος τῆς πρώτης του συλλογῆς, ἀπὸ τὴν ἐμμονή του στὴν ἐπαναστατικὴ διάσταση τῆς ἀγάπης, ἀπὸ τὸ οἰκουμενικὸ ἄνοιγμά του ἀπὸ τὸν Τρότσκι μέχρι τὸν Βούδα, ἀπὸ τὰ ἀγγελικὰ φτερὰ ποὺ θέλει νὰ φορέσει στὸν χωματένιο ἀρουραῖο. Αὐτὴ ἡ μορφικὴ ἀκαταστασία κατὰ τὸν Γιάννη Πατίλη ἀνάγεται στὴν «ἐξωτερικῶς ἀσύμβατη» μὲ τὴν ἀριστερή του τοποθέτηση προσήλωσή του στὸν Χριστό (σ. 20). Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἐπισημάνουμε ὅτι ἱστορικὰ ὁ συνδυασμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι καθόλου ἀσύμβατος –παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι πολλοὶ ἐπιμένουν νὰ τὸν θεωροῦν τέτοιο– καθὼς ὑπάρχει μιὰ ἐνδιαφέρουσα παράδοση «χριστιανικῆς ἀριστερᾶς» ἢ «χριστιανικοῦ ἀναρχισμοῦ» στὴν Εὐρώπη ἀλλὰ καὶ ἰδιαίτερα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν 19ο αἰ. Ἀλλὰ καὶ σὲ ἐπίπεδο πνευματικοῦ προσανατολισμοῦ ἡ ὅποια ἀντίφαση αἴρεται ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπαναστατικότητα δὲν εἶναι ἕνας ἐωσφορικὸς κοσμοδιορθωτισμὸς ἀλλὰ μιὰ πηγαία δίψα δικαιοσύνης καὶ φιλαλληλίας.
Η παραπάνω διατύπωση του Καρούζου μάς βάζει μπροστά στο ζήτημα που αφορά τους σημερινούς και δη νεώτερους ποιητές αλλά και γενικά καλλιτέχνες. Ποιο είναι το τα ζήτημα; Η προτεραιότητα της τεχνικής. Το βάρος σήμερα δίνεται στην «τεχνική αρτιότητα» και προσυπογράφω πλήρως τη φράση του Καρούζου που αναφέρει ο Πατίλης ότι «μπορεί να παρουσιάσει κανείς ένα κείμενο τεχνικής αρτιότητας αλλά να έχει καταστραφεί το αυθεντικό στοιχείο της παρόρμησης» (σ. 22). Κάπως συμπερασματικά, θα έλεγα εδώ ότι ο άνθρωπος-ποιητής, που ρίχνει το βάρος στην παρορμητική γραφή, ή σε αυτό το «τίποτα» που είπαμε πριν, είναι ένας απολύτως πιστός στην άλλη διάσταση, σε αυτό που λένε οι αρχαίοι υπέρλογο ή σε αυτό που ονομάζει ή υπονοεί ο Καρούζος με τις παρακάτω λέξεις ή στίχους:
διανόημα ή υλικό ήρεμου στοχασμού αλλά σχεδόν καθημερινό αγωνιώδες βίωμα» (σ. 69), ρίχνει το βάρος στην ανάγκη «πνευματικής παρηγόρησης ή θεραπείας». Μας βάζει μπροστά σε ερωτήματα του τύπου «η ποίηση μπορεί να βοηθήσει;» ή «να κατανικήσει το φόβο του θανάτου;». Καθώς συμπληρώνει ότι ο Καρούζος πίστευε πως αυτό «με τα ποιήματα δεν κατανικιέται», βρίσκει ότι «προσπάθησε να ανακουφίσει την πιεστική παρουσία του». Η ένστασή μου λοιπόν είναι ότι η σχέση του Καρούζου με τον Χριστό ή ταυτόχρονα και με τις ανατολικές παραδόσεις –τουλάχιστον από μια στιγμή και ύστερα– δεν είναι μονάχα παρηγοριά και ανακούφιση. Εάν μάλιστα ισχύει αυτό που λέει ο Λεοντάρης για τη συλλογή Υπνόσακκος, ότι δηλαδή η ποίηση –στην περίπτωση του Καρούζου– «υπάρχει εξ αρχής στον ποιητή τον ταυτισμένο με τον Ιησού, που προβάλλεται σαν ιδανικό πρότυπο ποιητικής ύπαρξης» (με αναφορά στο στίχο του Καρούζου «γιατί δεν υπάρχει απόσταση ώς του Χριστού το σώμα»), αυτή η ταύτιση –αν είναι ταύτιση– δεν μπορεί να είναι απλώς παρηγοριά και ανακούφιση. Και τούτο γιατί Χριστός σημαίνει πρώτα πρώτα σταύρωση κι ύστερα ανάσταση. Και ο Καρούζος τη σταύρωση την είχε ζήσει στο πετσί του.

Ίσως παρόμοιες διαπιστώσεις ώθησαν και τον Γιάννη Πατίλη να προτείνει στο Ίδρυμα Σινόπουλου την σειρά «Δύο αιώνες ελληνικής ποίησης». Γνώμονας κεντρικός αυτού του εξαιρετικά φιλόδοξου, του μοναδικού για τα ελληνικά δεδομένα εκδοτικού σχεδίου που στο πλήρες του ανάπτυγμα θα περιλάβει πενήντα περίπου τόμους, είναι, θυμίζω, ότι «ποιητές ανθολογούν ποιητές». Και ο όγδοος τόμος της σειράς, Χερουβείμ Αρουραίος – Ο ποιητής Νίκος Καρούζος (1926-1990), ο φροντισμένος από τον ίδιο τον Πατίλη, είναι οπωσδήποτε το έμπρακτο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ο ανθολόγος βλέπει την αποστολή της σειράς, αλλά και ευρύτερα το ανθολογείν.
χαρακτηρίζει ιδίως το όψιμο έργο του. Πράγματι, το πρωτείο του βιώματος έναντι της διανοίας που ο Καρούζος συνειδητά προκρίνει, τον οδηγεί συχνά στην παραμέληση της επεξεργασίας του μεμονωμένου ποιήματος, κάνει ακόμη και τους λαμπρούς στίχους του να φαντάζουν αποσπασματικοί, «απομεινάρια ερμιάς και μεγαλείου» μες σ’ ένα σύνολο που δίνει την εντύπωση του ανολοκλήρωτου. Η σημασία που προσδίδει ο Καρούζος στο στοιχείο το βιωματικό τον φέρνει εγγύτερα στους ρομαντικούς, που καθώς έδιναν το προβάδισμα στο ξεχείλισμα του συναισθήματος δεν είναι τυχαίο ότι επίσης κατηγορήθηκαν για εκφραστική διάχυση. Την ίδια στιγμή, τον απομακρύνει από τους περισσότερους σημαντικούς μας ποιητές που δίνουν προτεραιότητα στη σφιχτοδεμένη, εδραία μορφή, άρα και στη διάνοια– οι υψηλές μορφοπλαστικές επιδόσεις ως γνωστόν είναι πάντοτε προϊόν διανοητικό, προκύπτουν από μια μακρά, επίμονη και συνειδητή επεξεργασία της βιωματικής πρώτης ύλης. Στην καρουζική ποιητική ίσως μπορεί κανείς να δει μια προτύπωση της μεταμοντέρνας opera aperta, του ανοιχτού έργου. Ο ίδιος πάντως είχε πλήρη επίγνωση του πράγματος, το ζήτημα τον είχε απασχολήσει και θεωρητικά, όπως δείχνει τεκμηριωμένα ο Πατίλης.
Κλείνοντας, θέλω μόνο να σχολιάσω ακροθιγώς την αναφορά του στο γνωστό δοκίμιο του Ζήσιμου Λορεντζάτου για τον ποιητή, στο οποίο ο Πατίλης αφιερώνει μερικές μεστές όσο και ερεθιστικές σελίδες. Συμφωνώ φυσικά μαζί του όταν διαπιστώνει ότι ο Λορεντζάτος διαβάζει τον Καρούζο με κριτήρια προδιαμορφωμένα. Όχι όμως εντελώς όταν αποφαίνεται ότι δι’ αυτού του τρόπου, καταπώς άλλοτε ο Δημαράς απέναντι στον Παπαδιαμάντη, ο Λορεντζάτος «παραβαίνει τον στοιχειώδη κριτικό κανόνα που λέει ότι για να δώσουμε το άριστα σε ένα έργο αξιολογούμε με βάση τα κριτήρια που μας υποβάλλει το είδος της λογοτεχνίας και του λογοτέχνη που έχουμε μπροστά μας». Ο κανόνας αυτός ισχύει, αλλά μόνον στο πλαίσιο των αισθητικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας, η οποία προτάσσει το δικαίωμα του δημιουργού να αυτοπραγματώνεται και να επινοεί τον εαυτό του κάθε φορά εκ του μηδενός και εκ νέου. Ο Λορεντζάτος όμως αφορμάται από μιαν αντίληψη περί ποιήσεως προ-, ή και αντι-νεωτερική, από μια στάση που επειδή είναι ριζικά αντιατομοκεντρική, δεν αποδέχεται την εξατομίκευση των αισθητικών αξιών επί τη βάσει των υποκειμενικών προθέσεων και επιθυμιών του εκάστοτε δημιουργού.

Ο Δον Κιχώτης του ζητάει τότε να πει μια ιστορία, για να τον ψυχαγωγήσει και για να περάσει η νύχτα ευχάριστα. Ο Σάντσο αρχίζει να αφηγείται μια ιστορία για ένα ερωτευμένο ζευγάρι, που ορκίζεται μάλιστα πως είναι αληθινή, αλλά σύντομα αναγκάζεται να τη σταματήσει, καθώς ξεχνάει τη συνέχειά της. Και τότε ξεκινάει μια νέα περιπέτεια. Έρχεται αντιμέτωπος με μια καινούργια εσωτερική σύγκρουση, πιο επώδυνη και πιο δύσκολη στη διαχείρισή της σε σχέση με όσες είχαν προηγηθεί.
Η συνοδεία του Καρνάβαλου-Σάντσο, οι στρατιώτες του, τρώνε, πίνουν, τραγουδούν, παίζουν ζάρια και χαρτιά. Αντίθετα, οι ακόλουθοι της Σαρακοστής-Δον Κιχώτη είναι αφοσιωμένοι στη νηστεία και στην ελεημοσύνη προς τους φτωχούς ζητιάνους και τους αρρώστους. Η συνοδεία του Καρνάβαλου αποτελείται από κοιλαράδες με παρδαλά ρούχα, η ακολουθία της Σαρακοστής από ανθρώπους με προσεγμένο παρουσιαστικό και ευπρεπή εμφάνιση.