Συντάκτης: il Notaro

Σεβαστή ὁμήγυρις!

*

Ἀγῶνες πνεύματος
(καί ὁ Μιχαήλ Μητσάκης)

γράφει ὁ ΤΕΤΟΣ ΣΟΥΡΔΟΣ

///
Κεφάλαιο 2

Σεβαστή ὁμήγυρις!

Ἄς θυμηθοῦμε πώς «στήν πολιτεία τοῦ 1850 κεντρικό πρόσωπο εἶναι ὄντως ὁ ποιητής»[1] καί ἄς ἐπανέλθουμε στούς κριτές καί στούς κρινόμενους, στούς διαγωνισμούς καί στούς ἀγωνοθέτες. Τόν θεμέλιον λίθον ἔθεσαν οἱ πανεπιστημιακοί ἀθηναϊκοί διαγωνισμοί. Μέ αὐτούς ἔγινε ἡ πρωταρχή. Ὅλοι σχεδόν οἱ κριτές ὑπῆρξαν καί κρινόμενοι. Κουμανούδης, Παπαρρηγόπουλος, Ραγκαβῆς, Ὀρφανίδης, Βερναρδάκης κ.ἄ. «Ἕνας ἔμπορος τῆς Τεργέστης, ὁ Ἀμβρόσιος Ράλλης, ἀναθέτει στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν τή διεξαγωγή ποιητικῶν διαγωνισμῶν».[2] Τό ἀριστεῖο τοῦ διαγωνισμοῦ θά συνοδεύεται ἀπό χρηματικό ἔπαθλο 1.000 δραχμῶν. Ὑπό τήν προϋπόθεση, βεβαίως, πώς ὁ συντάξας «ἄξιον τί λόγου ποίημα» θά ἐπωμίζεται ὑπόθεση «μή ἀπαδούσης πρός τήν θρησκείαν καί ἐν γένει πρός τήν ἠθικήν».[3] Καί ὅσον ἀφορᾶ τή γλῶσσα, αὐτή πρέπει νά εἶναι «πάντοτε κοσμία καί εὐφραδής».[4] Τουτέστιν, ὁ ποιητής θά μεταχειρίζεται γιά τήν ὑπόθεσίν του ἀποκλειστικά τήν καθαρεύουσα γλῶσσα. Ἡ τελετή τοῦ διαγωνισμοῦ θά λαμβάνει χώρα «τήν 25ην Μαρτίου μηνός, ἡμέραν τῆς Ἑλληνικῆς ἀναστάσεως».[5]

Αὐτοί εἶναι οἱ σημαντικότεροι ἀπό τούς ἑπτά ὄρους πού ὑπαγόρευσε ὁ Ράλλης. Τοιουτοτρόπως, ἡ ποίηση «καθιερώνεται μέ τούς διαγωνισμούς ὡς ἐπίσημος καί ἐθνωφελής θεσμός».[6] Ἐντός τοῦ θεσμοῦ καταλαμβάνουν θέση οἱ πανεπιστημιακοί, δηλαδή οἱ κριτές καί οἱ εἰσηγητές, ὑποστηρίζοντας συνήθως τήν ἀρχαΐζουσα γλῶσσα καί διορθώνοντας τά ὑποβαλλόμενα ποιήματα «ὅπως διορθώνουν τά ἀνορθόγραφα γραπτά τῶν φοιτητῶν τους».[7] Εἰς κάποιαν ἀπόστασιν διατρίβουν οἱ δεκάδες νεαροί ὑποψήφιοι ποιητές ἀνεμίζοντες «προκλητικά τή σημαία τοῦ βυρωνισμού».[8] Ἡ προβαλλόμενη ἀρχικά ἀντίρρηση τοῦ Σπ. Πήλληκα στίς ἀρχαϊστικές γλωσσικές πεποιθήσεις τοῦ ἀγωνοθέτη γρήγορα παίρνει τέλος, ὁ ἴδιος συμβιβάζεται, καί στόν πρυτανικό του λόγο στίς 28/2/1852 ἀνακοινώνει τήν ἐπιστολή τοῦ Ράλλη:

«Ἡ καθαρεύουσα [ἀποκρίνεται ὁ Ράλλης στόν Πήλληκα] δέν εἶναι αὐθαίρετον τί καί νεκρόν ἰδίωμα […] τοῦτο λαλοῦσιν ἐν ταῖς οἰκίαις αὐτῶν ἅπαντες οἱ ὁπωσοῦν παιδεύσεως μετέχοντες».[9]

Πολλές οἱ ἐξαρτήσεις τῶν πανεπιστημιακῶν μέ τούς ἀγωνοθέτες. Ἡ χρονική διάρκεια τοῦ Ράλλειου εἶναι: 1851-1860. Ὁ ἀγωνοθέτης Βουτσινάς, ἀπό τήν Ὀδησσό, ἦταν 27 χρονῶν ὅταν ἀντικατέστησε τόν Ράλλη στούς διαγωνισμούς. «Il avait le mècènat dans le sang».[10] Ἡ χρονική διάρκεια τοῦ Βουτσιναίου ἦταν: 1862-1877. Ἄν θυμᾶμαι καλά, ἀπό τό 1859 προστέθηκαν κι ἄλλοι τρεῖς διαγωνισμοί: τοῦ Τσόκανου, τοῦ Μελά καί τοῦ Ροδοκανάκη. (περισσότερα…)

Καβαφικόν

*

«Με ποιόνα να μιλήσω
κάταμονος μέσα στο σπίτι αυτό;»
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, Απ’ τες Εννιά
Στον Ααρών Μνησιβιάδη

Τι κούφια λόγια ήτανε αυτές οι βασιλείες
Τι πνεύματα αδιάφορα. Τι χαρακτήρες κρύοι
Σαλόνια φιλολογικά – σχεδόν λυκοφιλίες
Οι φαύλοι που ψιθύριζαν το «Πολυκαισαρίη».

Τι θίασος εξαίσιος! Σαν Τρώες μπρος στην πτώση
Παλιά πετσιά που τριγυρνούν σε αμφικτυονίες
Ρήματα της καυχήσεως, εν πάση περιπτώσει
Τα άλλα ήσαν όνειρα και ματαιοπονίες.

Την Μούσα δεν την κυνηγάς. Έρχεται και σε βρίσκει
Για μια στιγμή. Δεν κάθεται εκεί να την αρμέγεις
Δεν αποθνήσκουν οι θεοί. Η πίστις αποθνήσκει
Δεν λιγοστεύ’ η συμφορά όσω και αν την λέγεις.

Ζήτα κι εσύ να μπαλωθείς, σαν βγεις για την Ιθάκη
Πες στωικά: Ας φρόντιζαν. Κι ας μην σε πολυνοιάζει
Σχεδόν απαρηγόρητος πες το παραμυθάκι
Πως καταντά η τέχνη μας σαν τέχνη να μη μοιάζει.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ

*

*

*

Linguaphone αλά γαλλοκορεατικά

*

του BΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Mια Γαλλίδα, κατά τα φαινόμενα αλλά και κατά λεγόμενα, έχει απομείνει στη Σεούλ της Νότιας Κορέας. Το πρόβλημά της είναι ότι έχει ξεμείνει από χρήματα, χωρίς να ξέρουμε πώς και γιατί ακριβώς, και έτσι, αρχίζει μια σειρά από συναντήσεις με ντόπιους με σκοπό να τους διδάξει γαλλικά. Δεν έχει καμιά διδακτική πείρα, και δεν έχει πρόβλημα να το δηλώσει. Δεν εφαρμόζει κάποια πεπατημένη μέθοδο εκμάθησης· εντελώς εμπειρικά και διαισθητικά υιοθετεί μια δική της βιωματική και καταστασιακή προσέγγιση που θέλει να συνδέσει τη γλωσσική έκφραση με τη συναισθηματική εμπειρία ως μιαν ασφαλή βάση για την εκμάθηση της ξένης γλώσσας. Διαισθητικά καταλαβαίνει ότι η γλώσσα δεν είναι μόνο μια στεγνή εγκεφαλική λειτουργία αλλά σχετίζεται με το σώμα, με τη θέση και τη στάση του μέσα στον κόσμο, μέσα στην κοινωνία, καθώς συνδυάζεται πάντα με τις συναισθηματικές ροές που το διαπερνούν. Χρησιμοποιεί μιαν αυτοσχέδια, εμπειροτεχνική μέθοδο που δεν στηρίζεται σε κάποιες θεωρητικές προδιαγραφές. Δεν χρησιμοποιεί καν κάποιο διδακτικό εγχειρίδιο με μικροκειμενικές κοινοτοπίες του στυλ «θα ήθελα, παρακαλώ, ένα εισιτήριο», που μπορούν αβίαστα να καταλήξουν στο ιονεσκικό «το ταβάνι είναι πάνω από το πάτωμα», στον παραλογισμό της κοινοτοπίας δηλαδή που κρύβει η καθημερινή συμβατική επικοινωνία.

Είναι μια επιλογή που, στην Ταξιδιώτισσα του Χονγκ Σανγκ-σου, την ταινία στην οποία αναφερόμαστε, γίνεται συνειδητά ή γίνεται από οκνηρία και ερασιτεχνισμό; Δεν θα το μάθουμε, όπως δεν θα μάθουμε πολλά για το υπόβαθρο της συγκεκριμένης Γαλλίδας. Όπως δεν θα μάθουμε εξάλλου για την επιτυχία ή την αποτυχία της μεθόδου της. Μπορεί οι πρώτες κρούσεις κατά τη διάρκεια των μαθημάτων της να είναι ενθαρρυντικές και να προμηνύουν μια αίσια έκβαση αυτών των διδακτικών επαφών, στηρίζονται όμως κυρίως στην καλή προαίρεση της πρώτης συνάντησης, στην προσήνεια που επιβάλλει η προσέγγιση μεταξύ αγνώστων, μεταξύ ξένων, αλλά και επιπλέον μεταξύ πολιτισμικά αλλοδαπών. Η ταινία θα τελειώσει χωρίς να μας δώσει κάποια πληροφορία για τη συνέχεια των μαθημάτων, για την τύχη τής εν λόγω διδακτικής μεθόδου. Το «άνοιγμα» της πρώτης επικοινωνίας θα μείνει εκκρεμές, θέτοντας τα ζητήματά του, αλλά χωρίς να συνεχίζει ή να επιλύει κανένα.

Δύο πολιτισμοί, δύο νοοτροπίες συμπλησιάζουν χωρίς όμως να προκαλείται η σπίθα της δραματικής σύγκρουσης· οι αντιθέσεις διαφαίνονται κάτω από την επιφάνειά τους όπως οι ύφαλοι κάτω από το νερό. Δεν επιβάλλουν καμιά καθοριστική παρουσία, ακόμη και όταν οι ενήλικοι κορεάτες μαθητές της Γαλλίδας καθηγήτριας, της Ιρίς (Ιζαμπέλ Υπέρ) εκφράζουν απορίες και δισταγμούς για τη μέθοδο της δασκάλας τους, και εμμέσως για τη διδακτική της πείρα και επάρκεια. Εκείνο που κάνει το εμπόδιο αυτό να ξεπεραστεί είναι η αυθεντική ιθαγένεια της ομιλήτριας, που χρησιμοποιεί τη μητρική της γλώσσα, και άρα την κατέχει στο καταδηλωτικό και στο συνδηλωτικό επίπεδο, και επιπλέον ότι είναι φορέας μιας φυσικής και αβίαστης γλωσσικής ταυτότητας που μέσω της ξενότητάς της εγγυάται την αυθεντικότητα της γλωσσικής μάθησης. (περισσότερα…)

Τα Στορίσματα του Χριστοδούλου εν Βόλω

*

Αυτά τα επικλινή κεραμίδια της εκκλησίας σαν πρωινή ομιλία φέγγουν στον ήλιο. Την καταυγάζει σιγά σιγά ολόκληρη.

Και ολοένα απλώνεται η ζωή. Είναι πράσινα δέντρα, είναι δρόμοι, είναι σοκάκια, είναι οι μεγάλες πλατείες, είναι της θάλασσας το αγνάντεμα, είναι η πόλη του Βόλου, μια λεπτή αύρα που φυσάει. Κάπου εδώ είναι ένας ζεστός ηλικιωμένος άνθρωπος που πέρασε τη ζωή του μεταφράζοντας ένα σπουδαίο έργο κι έπιασε μετά ώρες ατέλειωτες, μερόνυχτα να φαντάζεται όλα όσα μετέφρασε, να τα σκιτσάρει, να τα χρωματίζει, να τα συνθέτει και μαζί με το σχέδιο να παρατάσσει μια πλακέτα κειμένου, μια εικόνα απ’ τη ζωή στο φαλαινοθηρικό, μια ζωγραφιά άφατης λεπτότητας και λεπτομέρειας: εδώ ο κανίβαλος, εκεί η φάλαινα, εδώ τα κουπιά, πιο πέρα το καμάκι, αυτός που το κρατά τρυπάει τον αέρα, στέκει σε δεινή ισορροπία μέσα στη βάρκα, ο καπετάνιος τού δίνει εντολές, δεν τον αφήνει σε ησυχία, δεν τον αφήνει να βάλει όλη του τη δύναμη στο καμάκι, να το τινάξει με σφοδρότητα, να σημαδέψει καλά, να πετύχει το λευκό θηρίο, την ψύχωση του Αχαάβ.

Έτσι όπως παρατάσσονται τα σχέδια, εδώ ένα σύννεφο, πιο πέρα η θάλασσα, φαντάσματα-μορφές, εσωτερική εικόνα εγκεφάλου, κρανία γυμνά, δίνες, στρόβιλοι, κύματα θεόρατα που τα σκεπάζουν όλα, ανθρώπινες ψυχές που δεν φαίνονται αλλά γράφεται στο χαρτί η παρουσία τους συμβολικά και μυστηριακά, ένα πλήθος σχήματα που χωρίς να εκφράζουν αμεσότητα, σου μεταδίδουν μια αίσθηση του μυστηρίου της ζωής.

Αυτά είναι τα Στορίσματα του Α. Κ. Χριστοδούλου, αποτυπωμένα με βάση το μυθιστόρημα του Χέρμαν Μελβίλ Μόμπυ-Ντικ ή Η φάλαινα, καθώς τα εκθέτει στο Κέντρο Τέχνης του Βόλου «Ντε Κίρικο».

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

*

*

*

Φίλιππος Μελάγχθων, Ευγλωττίας εγκώμιο

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το Ευγλωττίας εγκώμιο παρουσιάστηκε το 1523 από τον Φίλιππο Μελάγχθωνα, στενό συνεργάτη του Λούθηρου, στο πανεπιστήμιο της Βιτεμβέργης, όπου δίδασκε Ελληνικά από το 1518. Στην παράδοση του αντισχολαστικού ανθρωπισμού του Βάλλα, του Αγκρίκολα και του Έρασμου, η declamatio του Μελάγχθωνα εξαίρει τον ρόλο των ανθρωπιστικών σπουδών, και ιδιαιτέρως της ρητορικής, στην κατάκτηση της καλλιέργειας και τη διασφάλιση του πολιτισμένου βίου.

Ο Μελάγχθων αρχικά αμφισβητεί τον δογματικό διαχωρισμό ευγλωττίας και ορθής έκφρασης. Το να εκφράζεται κανείς σωστά δεν είναι η βάση στην οποία επιστοιβάζεται απλώς, ως πολυτέλεια σχεδόν, η δεινότητα λόγου, η «ευγλωττία». Τουναντίον, το να εκφράζεται κανείς σωστά συνδέεται άρρηκτα με την ευγλωττία, την ουσία της οποίας ο Μελάγχθων συνοψίζει στον όρο elegantia, ήτοι τη μεθοδική και έντεχνη καλαισθησία γλώσσας και νοήματος.

Την κατάκτηση της καλαισθησίας καθιστούν δυνατή η μελέτη, η μίμηση και η κριτική κατανόηση του λόγου των κλασικών συγγραφέων. Ύψιστα πρότυπα λόγου θεωρεί ο Μελάγχθων τους ποιητές (πρωτίστως) μα και τους ιστορικούς της αρχαιότητας. Εξυμνεί μάλιστα ιδιαιτέρως την πρακτική εξάσκηση στην παραγωγή λόγου, έναντι της παθητικής υπαγόρευσης και απομνημόνευσης.

Η αμέλεια των ανθρωπιστικών σπουδών και η άγνοια της αρχαίας γραμματείας σηματοδοτούν γενικευμένη αμάθεια και πρωτογονισμό. Τα βέλη του στρέφει ο Μελάγχθων κυρίως στον σχολαστικισμό, ο οποίος ευνόησε την παρανόηση των αυθεντικών νοημάτων του Ευαγγελίου και τη διαστροφή της θεολογίας σε ανυπόφορη τιποτολογία. Με την αναζωογόνηση της μελέτης της υψηλής γραμματείας, δίνεται επιτέλους η ευκαιρία να αποκατασταθεί η ενδεδειγμένη τάξη (ordo) της μάθησης: στην ευγλωττία θα στηριχθούν αξιόπιστα οι δεσπόζουσες επιστήμες της φιλοσοφίας, της νομικής και της θεολογίας.

~.~

ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΜΕΛΑΓΧΘΩΝ

Ευγλωττίας εγκώμιο  [1]

Ακριβώς όπως ο Ησίοδος θρηνεί που οι θνητοί αγνοούν πόση ωφέλεια μπορεί να κρύβουν η μολόχα και ο ασφόδελος[2] –ωσάν να ήταν άχρηστα βότανα– έτσι θρηνούμε κι εμείς, κι όχι για πρώτη φορά, που οι νέοι αγνοούν πόση σημασία έχουν οι τέχνες του λόγου στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης καλλιέργειας. Τούτες, βέβαια, φαινομενικά δεν παρέχουν καμία ωφέλεια από εκείνες τις οποίες είθισται να επικροτούν τα πλήθη, κι όμως, η χρησιμότητά τους για τους ανθρώπους ξεπερνά οποιαδήποτε άλλη. Γιατί δεν υπάρχει τίποτα, πουθενά, στο σύνολο των πραγμάτων, που να προσφέρει μεγαλύτερη ευεργεσία στους θνητούς από αυτήν την κατηγορία τεχνών. Ωστόσο, καθώς οι νέοι αγνοούν τη σπουδαιότητά τους, το αποτέλεσμα είναι να τις περιφρονούν και να τις απαξιώνουν, χάνοντας το κίνητρο να αφιερώσουν τον κόπο που απαιτείται για να εκπαιδευθούν κατάλληλα σε αυτές. Είναι εξαιρετικό να σε αποκαλούν φιλόσοφο, υπέροχο να ακούς έναν νομομαθή, και αυτές τις μέρες κανένας τίτλος δεν προκαλεί περισσότερο τον έπαινο του πλήθος από εκείνον του θεολόγου· αλλά τις τέχνες του λόγου όλοι τις καταφρονούν, όπως καταφρονούσαν άλλοτε τους Μεγαρείς[3]. (περισσότερα…)

Πώς τρεντάρει ο Μιγιαζάκι

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

Ακούγεται πια κλισέ, μα δεν υπάρχει αμφιβολία· ζούμε σε κόσμο αμείλικτης επιτάχυνσης. Εκείνο που σήμερα συνιστά προμετωπίδα του ντισκούρσους, αύριο θα έχει κιόλας ξεπεραστεί. Μεθαύριο ό,τι έχει απομείνει απ’ αυτό θα σκονίζεται σε μία του ψηφιακού κόσμου σκοτεινή γωνιά. Γι’ αυτόν τον λόγο, εκφράσεις όπως η χρησιμοποιηθείσα παραπάνω («προμετωπίδα του ντισκούρσους») εξαλείφονται ταχέως –και, με μια νομοτέλεια σαν ιστορική, δικαίως: Αδυνατώντας να περιγράψουν επαρκώς το παρόν, βυθίζονται αργά στη λήθη και αντικαθίστανται από άλλες μεγαλύτερης ακρίβειας. Η λέξη που αναζητάμε εδώ είναι το «τρεντάρω». Τρεντάρω σημαίνει είμαι ταχύκαυστος. Υπάρχω, όχι μόνο γνωρίζοντας ότι θα αντικατασταθώ· υπάρχω ώστε να αντικατασταθώ. Προμετωπίδες έχουν τα βιβλία –τα βιβλία όμως (και δη τα χάρτινα) έχουν την τάση να επιμένουν σε μια κατάσταση του είναι, καταλαμβάνοντας χώρο σε βιβλιοθήκες και, κυρίως, στο ανθρώπινο πνεύμα. Το ίδιο συμβαίνει, ευρύτερα, με την πραγματική τέχνη. Εν προκειμένω, μιλάμε για την τέχνη του Χαγιάο Μιγιαζάκι.

Ο Χάρτμουτ Ρόζα στο δοκίμιο του Επιτάχυνση και αλλοτρίωση αναφέρει πως ο σκοπός του είναι να θέσει ερωτήσεις ώστε «η κοινωνική φιλοσοφία και η κοινωνιολογία να επανασυνδεθούν με τις εμπειρίες των ανθρώπων στις κοινωνίες της ύστερης νεωτερικότητας». Πάνω ακριβώς στο πρόθημα «επανα-» μπορούμε να διακρίνουμε τον βηματισμό της σκέψης και του καλλιτεχνικού οράματος του Μιγιαζάκι. Γιατί, αν στοχαστές όπως ο Ρόζα θέτουν ως προτεραιότητα τη μορφοποίηση μιας Κριτικής Θεωρίας του παρόντος μέσα στα αυστηρά πλαίσια της διάγνωσης του, είναι στοχαστές όπως ο Ιάπωνας σχεδιαστής που την ανάγκη της επανασύνδεσης της τέχνης με την παροντική ζωή την τοποθετούν ακριβώς στην ευθεία αμφισβήτηση της τελευταίας. Αναμφίβολα, μέρος της ίντριγκας που προέκυψε με τον πρόσφατο κατακλυσμό του παγκόσμιου ιστού από φωτογραφίες επεξεργασμένες υπό το χαρακτηριστικό στιλ του Στούντιο Ghibli οφείλεται στον περιβόητο αντιμοντερνισμό του επικεφαλής του, αλλά και στις αντινομίες που αναδύονται δια της σύμφυσης του φαινομένου με την όλη καλλιτεχνική φιλοσοφία που διέπει τα έργα του στούντιο [1]. (περισσότερα…)

Γεώργιος Πισίδης, Στον αυτοκράτορα Ηράκλειο

*

Προλεγόμενα – Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Ποίημα εγκωμιαστικό για τον αυτοκράτορα Ηράκλειο (610-641), με θέμα τις πολεμικές επιτυχίες του έναντι των Περσών και των Αβάρων, αλλά και την ανατροπή του προηγούμενου αυτοκράτορα, Φωκά, στα τέλη του 610. Το στιχούργημα, όπως και συμβαίνει και σε άλλα του Πισίδη για τον Ηράκλειο, κατασκευάζει την εικόνα του ιδανικού Βυζαντινού αυτοκράτορα: Είναι ο εκλεκτός και το όργανο του Θεού, μία ακριβής αποτύπωση του Χριστού, καθώς και ένας ευσεβής, δραστήριος και ικανός πολεμιστής. Σε ποιητικό επίπεδο, ο Πισίδης έφερε τη μεγάλη αλλαγή στη βυζαντινή λογοτεχνία, καθώς αυτός πρώτος επέβαλε τη χρήση του ιαμβικού τριμέτρου του αρχαίου δράματος στη βυζαντινή ποίηση, καταφέρνοντας να τερματίσει την πρωτοκαθεδρία του ομηρικού μέτρου που ίσχυε μέχρι τότε. Στους επόμενους αιώνες οι Βυζαντινοί λόγιοι τον θεωρούν σταθερά ως τον κορυφαίο ποιητή του δικού τους «λογοτεχνικού κανόνα».

///

Στον αυτοκράτορα Ηράκλειο, που ήρθε από την Αφρική
και ανέβηκε στον θρόνο, και κατά του αυτοκράτορα Φωκά

Τα λόγια δεν αρκούν για να σε περιγράψουν·
ο Θείος Λόγος όρισε ψηλά να στέκεις
εκεί που ο λόγος τούτος ο ρευστός δεν φτάνει.
Πολλοί σ’ υμονολογούν, το βλέπω, βασιλιά μου,
δεινοί πολεμιστές, καβάλα στα άλογά τους,
που δεν διακρίνονται για το σοφό μυαλό τους
κι ο χαρακτήρας τους θεϊκή σκευή δεν έχει.
Όμως σ’ εμένα φαίνεται σωστό να υμνήσω
τη φρόνηση, την οδηγό της θείας ψυχής σου.
Από ψηλά την έλαβες για πανοπλία
κι έτσι στις Ιερές Γραφές τον νου σου στρέφεις· (περισσότερα…)

Νυχτερινές περιπέτειες

*

Ἔχω ἕνα ξύλινο κρεββάτι ποὺ ὅλο τρίζει
–ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ πρὸ πάντων– μὰ ἀγνοῶ
ἂν στοὺς θορύβους ἔχω τοῖχο στεγανό·
ὁ γείτονάς μου, μοῦ ’χει πεῖ, δὲν ροχαλίζει,

ἀλλὰ οὔτε κι ἄκουσα ποτὲ ἀπὸ δίπλα κρότους.
Ἔλα ποὺ ὡστόσο κι ἡ ἠρεμία μ’ ἐνοχλεῖ –
ἀφοῦ δὲν ἔχω κἂν μιὰν ἔνδειξη ἁπαλὴ
ἐὰν μ’ ἀκούει μέσ’ ἀπ’ τὴ σιγὴ τοῦ σκότους…

Πολὺ τὸ σκέφτομαι. Ἡ ἔγνοια δὲν μ’ ἀφήνει,
τὶς νύχτες πλέον δὲν μπορῶ νὰ κοιμηθῶ.
Μ’ αὐτὶ στημένο προσπαθῶ ν’ ἀφουγκραστῶ
ἂν μ’ ἀφουγκράζεται κι αὐτὸς μὲς στὴ γαλήνη. (περισσότερα…)

Το δικό μου Πιστεύω

*

λευκὸς ἀφρὸς ἀπ᾽ ἀθανάτου χροὸς ὤρνυτο

Ποτέ δεν πίστεψα σ’ έναν Θεό πατέρα
που όλους μάς έπλασε δήθεν απ’ το μηδέν
και μας μεγάλωσε με «μη» στυφά και «δεν»
για να μας δείχνουν λέει τον δρόμο νύχτα-μέρα.

Ούτε στη Φύση είδα ποτέ μου τη μητέρα
που τάχα κόπτεται για μας ανέκαθεν·
«θεία μας» την έλεγε ο Καρούζος, «σκαιά» ο Βερλαίν,
κι ας παίρνει πόζα στο Ιερό σαν Πλατυτέρα.

Σε μια πιστεύω Δύναμη, μια Εξουσία:
στου ευνουχισμένου τ’ Ουρανού τη θεία σπορά
που ενώνει μέσα της σφιχτά ηδονή και βία.
Ξέρει Εκείνη τι ποθούμε· μας υψώνει,
κι ακριβοδίκαιη και φιλάνθρωπη μετά
δίχως καθόλου να διστάσει μας σαρώνει.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*

*

*

 

Τάσος Πορφύρης, 1931-2025

*

«Ο τόπος στην ποίηση του Πορφύρη βιώνεται ως τραύμα αλλά και ως ίαση. Πικρή και γλυκιά η επιστροφή της μνήμης στον τόπο, το χρόνο, τους ανθρώπους, αναμετρά τις απώλειες, αλλά την ίδια στιγμή τις επουλώνει ανασυστήνοντας τη μαγική γεωγραφία του παρελθόντος. Στην ποίηση του Πορφύρη συναντάς, με την απλή, την άνετη κουβέντα της περιγραφής, έναν κόσμο που δεν είναι παλιός, αλλά μόνιμος: τη μνημειακή ομορφιά της φύσης, τον καημό των εσαεί ξενιτεμένων και αυτών που τους περιμένουν, τα χαμένα χνάρια των νεκρών του πολέμου, των θυμάτων της προόδου που προχωρά σε νέες ερειπώσεις και προσπερνά την διαρκέστερη κάτω από τον ουρανό ανάγκη του ανθρώπου για ομορφιά και αλήθευση μέσα στη σχέση με τον άλλον.»

ΘΕΩΝΗ ΚΟΤΙΝΗ, «Ένας θαλερός ποιητής», ΝΠ, 30.10.2024

Στη μνήμη του εκλιπόντος, αναδημοσιεύουμε εδώ τρία ποιήματα από τα Παιδιά της Νεμέρτσκας, εκτενές κείμενο αυτοβιογραφικό του ποιητή (Νέο Πλανόδιον, τχ, 7, χειμώνας 2023).

(περισσότερα…)

Η τελευταία προσευχή

*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Ο Χρήστος, ένας παλιός φίλος, έλεγε πως μόνον η αγάπη μπορεί να ακυρώσει τον κίνδυνο της οριστικής εκμηδένισης και του οριστικού αποχωρισμού που επιφέρει ο θάνατος.

Αγιογράφος στο επάγγελμα διατηρούσε ένα μικρό εργαστήριο χωμένο σ’ ένα δρομάκι της λιμενικής ζώνης. Γνωριστήκαμε τυχαία σε μια έκθεση ζωγραφικής– ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το «τυχαία». Είχα μπει στον χώρο της έκθεσης ένα βράδυ κυνηγημένος από τη μοναξιά και τα προβλήματά μου. Με είχε δει που στεκόμουν μπροστά σε έναν πίνακα του Χριστού – μια καλλιτεχνική απεικόνιση, όχι αυστηρά αγιογραφική. «Τι πιστεύεις;» με ρώτησε χαλαρά λες και γνωριζόμασταν χρόνια. «Τον Υιό τον εκτιμώ, με τον Πατέρα έχω πρόβλημα» απάντησα. Χαμογέλασε συγκρατημένα. Συστηθήκαμε και με προσκάλεσε στο εργαστήριό του.

Βρισκόμασταν δυο τρεις φορές την εβδομάδα. Πίναμε καφέ και μιλούσαμε με τις ώρες. Εκείνα τα χρόνια ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίον μπορούσα να κάνω μια κουβέντα πέρα από τα καθιερωμένα, να μιλήσω για λογοτεχνία και για τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου. Όποια και αν ήταν η αφετηρία των συζητήσεων μας, καταλήγαμε να μιλάμε για το μυστήριο της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στον κόσμο, για την προέλευση και τον σκοπό της, για το ίδιο το κοσμικό αίνιγμα, καθώς και για τις μεταφυσικές και ηθικές διαστάσεις του θανάτου. Πάντα σχεδόν ο Χρήστος οδηγούσε την κουβέντα στο θέμα του τέλους. Λίγο πριν γνωριστούμε είχε χάσει τη γυναίκα του. Παθιασμένος με την τέχνη του και ακούραστος αναγνώστης, προσπαθούσε με τη δημιουργία και τον στοχασμό να διαχειριστεί τον πρόωρο θάνατο της.

«Αυτοί που αγαπήθηκαν αληθινά θα ξαναβρεθούν» έλεγε. Στο ισχνό, ασκητικό του πρόσωπο έβλεπα το πάθος ενός ανθρώπου που ήταν σίγουρος για την ιδέα του αλλά και την ελπίδα που γεννά η απώλεια και το πένθος.

Ο Χρήστος έψαχνε και διάβαζε με πάθος. Σε μια γωνιά του εργαστηρίου υπήρχε ένα τραπεζάκι φορτωμένο με βιβλία, αποκόμματα εφημερίδων και εκτυπώσεις κειμένων που έβρισκε στο διαδίκτυο. Ανάμεσά τους υπήρχαν πρόσφατες μελέτες για τη σχέση του ανθρώπινου εγκεφάλου με τη συνείδηση την ώρα του θανάτου. Ο Χρήστος μιλούσε με ενθουσιασμό για τα αποτελέσματα των ερευνών από σοβαρούς και αξιόπιστους επιστήμονες – ήταν και αυτός ένας τρόπος να πιαστεί από κάπου.

«Πολλές έρευνες δείχνουν ότι ασθενείς που ήταν κλινικά νεκροί μετά από ανακοπή καρδιάς και με κάποιον τρόπο επανήλθαν, περιέγραφαν με λεπτομέρειες όσα γίνονταν γύρω τους, τις συνομιλίες των γιατρών και γενικά ότι είχαν επίγνωση του περιβάλλοντος όση ώρα ήταν νεκροί. Πρόκειται για συγκλονιστικό εύρημα, για μια επιστημονική απόδειξη ότι η συνείδηση είναι ξεχωριστή από τον εγκέφαλο και ότι συνεχίζει να λειτουργεί και μετά τον θάνατο». (περισσότερα…)

Μαντινάδα: Το “ρυθμικά σκεπτόμενο αίσθημα” της κοινότητας

*

Ο νους μου τα βουνά κρατεί  # 1
Γράφει ο Γιάννης Ματθαιουδάκης

Η λαϊκότητα της κρητικής υπαίθρου συνομιλεί με τον λόγιο, υψηλό στοχασμό για τα μεγάλα ζητήματα της καρδιάς και του κόσμου. Φιλόσοφοι και μαντιναδολόγοι κάθονται μαζί, στο ίδιο λιτό κρητικό τραπέζι. Η στήλη αφορά την περίπτωση της Κρήτης, αλλά στην οικουμενική της διάσταση. «Κάθε πολιτισμός ωστόσο είναι δυνάμει όλοι οι πολιτισμοί», δηλαδή βαθύριζες εκδηλώσεις λαϊκής ποίησης όπως π.χ. το ηπειρώτικο μοιρολόι, η ιταλική βιλανέλα, το μαλαϊκό παντούμ, το περσικό ρουμπάι. Στη μεταβατική εποχή μας, οι κοινές αναφορές, ο συλλογικός βίος, η αίσθηση του μέτρου και του ιερού, αμφισβητούνται από τις «διαλυτικές πνοές» ενός μαζικού, άρρυθμου, δήθεν εξορθολογιστικού τρόπου ζωής. Η μαντινάδα δεν μένει ανεπηρέαστη.

///

Ο νους μου τα βουνά κρατεί και μες τα δάση μπαίνει
κι όντε πετά στον ουρανό στα βάθη κατεβαίνει
Β. ΚΟΡΝΑΡΟΣ, Ερωτόκριτος
Στέκομαι μπροστά στο ψηλότερο βουνό μου και μπροστά στο μακρύτερο ταξίδι μου: γι΄αυτό πρέπει να κατέβω πιο βαθιά απ’ όσο κατέβηκα ποτέ… Αυτός είναι ο κίνδυνος μου: το ότι το βλέμμα μου ρίχνεται προς τα ύψη και το χέρι μου κρατιέται και στηρίζεται στα βάθη.
Φ. ΝΙΤΣΕ, Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα

Ο έρωντάς σου τη ζωή την έκαμε καντάδα
και τραγουδεί τα κάλλη σου σε κάθε μαντινάδα!

Η «μαντινάδα» είναι λατινική λέξη και σημαίνει τραγούδι του πρωινού. Εμφανίζεται ως όρος ήδη από την αρχή της Ενετοκρατίας για να περιγράψει το ομοιοκατάληκτο δίστιχο σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, αναπτύχθηκε και χρησιμοποιήθηκε στις ποιητικές συνθέσεις λόγιων ποιητών κατά τη μεσαιωνική περίοδο της ενετοκρατίας (Σαχλίκης, Δελλαπόρτας) και τελειοποιήθηκε στην αναγεννησιακή περίοδο του νησιού από τους Χορτάτση, Μπεργαδή, Τρωίλο, Φώσκολο και Κορνάρο.[1] Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ποιητές αυτοί αν και λόγιοι, με επιρροές από ιταλικά πρότυπα και μοτίβα της εποχής, συνέθεσαν τα έργα τους στο κρητικό ιδίωμα, αξιοποιώντας λαϊκά θέματα της Κρήτης. Μια θαυμαστή συνέργεια προφορικότητας και εγγραμματοσύνης. Αυτό καταδεικνύει ότι ο «ορίζοντας των προσδοκιών» τους, κατά την κριτική θεωρία[2], ήταν να διαβαστούν και να εκτιμηθούν αυτά τα έργα από το κοινό του νησιού.

Άλλαξαν γλώσσα κι έθιμα της Κρήτης οι Λατίνοι,
οι Αρκολέοι οι τωρινοί λέγονταν πρώτα Ursini,
Saturi οι Χορτάτσηδες, Columni οι Κολόνες,
Κλάδοι οι Ramuli γίνανε εδώ και κάτι αιώνες,
παλιότερα οι Μελισσηνοί λέγονταν Vespasiani,
οι Agliati είν’ πια Σκορδίληδες, Βλαστοί οι Papiniani.[3]

Τα διαμορφωτικά ίχνη της μαντινάδας ανάγονται ακόμη πιο πίσω στα βάθη του χρόνου, ως συνέχεια του αρχαίου κώμου και της ευρύτερης ελληνόφωνης ποιητικής παράδοσης. Ο Πρεβελάκης περιγράφει τη μαντινάδα με τον όρο «αρχαϊκή ρίμα». (περισσότερα…)