Συντάκτης: estagkouraki

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 24.1.2016

index

Βρυξέλλες, 24 Ιανουαρίου 2016

Αγαπημένη μου,

λυπάμαι για την ταλαιπωρία που περνάς κι ελπίζω να την ξεπεράσεις το συντομότερο δυνατόν. Αν και μακριά σου, η σκέψη μου είναι πάντα μαζί σου. Σήμερα σου γράφω έκπληκτη, αλλά και με ανάμεικτα συναισθήματα. Ο λόγος; Πρόκειται για κάτι που μάλλον δεν θα περίμενε να συναντήσει κανείς στην πρωτεύουσα του Βελγίου.

Θες οι θερμοκρασίες, που το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου φροντίζουν για έναν –βάσει ελληνικών δεδομένων- χειμώνα διαρκείας, θες οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, που ως τέτοιοι και λόγω της ‘ξύλινης γλώσσας’ που τους επιρρίπτουν κλπ. χαρακτηρίζονται ως ψυχροί, θα περίμενε κανείς μια γενικότερη ψυχρή ατμόσφαιρα στις Βρυξέλλες. Κακώς!

Μία από τις πρώτες εικόνες που εντυπώθηκαν στο νου μου, ήδη στη διαδρομή από το αεροδρόμιο στο σπίτι, ήταν εκείνη ενός ηλικιωμένου ζευγαριού κρατημένου χέρι-χέρι που περίμενε να διασχίσει το δρόμο. Κάποια στιγμή μάλιστα ο άντρας έσκυψε και φίλησε τη σύντροφό του στο στόμα. «Τι τρυφερό» σκέφτηκα και το θεώρησα μια όμορφη εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, σαν τις εξαιρέσεις που έχω δει και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες. Δεν ξέρω αν συνειδητοποιείς τις συνθήκες, τη σημασία και τις προεκτάσεις αυτής της κίνησης.

Σε πληροφορώ, χθες, σε μία και μόνη μέρα, υπήρξα μάρτυρας τεσσάρων παρόμοιων σκηνών, με ζευγάρια διαφορετικών ηλικιών, ντυσιμάτων και προέλευσης. Πρωί-πρωί στο δρόμο για τη δουλειά ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση ένα ζευγάρι γύρω στα πενήντα που κατά πάσα πιθανότητα πήγαινε κι αυτό στη δουλειά χέρι-χέρι. Κατά το πέρας του μεσημεριανού διαλείμματος (ναι, υπάρχει τέτοιο πράγμα εδώ) ‘έπεσα’ πάνω σε ένα καλοντυμένο ζευγάρι που αποχωριζόταν με ένα πολύ τρυφερό φιλί στη γωνία της οδού Λουξεμβούργου. Στο σχόλασμα, ένιωσα έναν νεαρό να επιταχύνει στο πλάι μου, είδα το πρόσωπό του να φωτίζεται ολόκληρο, και λίγα μέτρα πιο κάτω τον έφτασα, μαζί τώρα με την κοπέλα του. Έτσι όπως ακουμπούσαν ζεστά τα μέτωπά τους, θύμιζαν πιγκουίνους, εστεμμένους με τις φωτογραφίες της Γιουσαφζάι και του Σουλτς που περιβάλλουν την πλατεία εισόδου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Αργότερα, προπορευόταν μπροστά μου ένα άλλο ζευγάρι: εκείνος λευκός (αδύνατο να πεις εθνικότητα στις Βρυξέλλες) εκείνη μαυρούλα. Ξάφνου σταμάτησαν στη μέση του πεζοδρομίου της λεωφόρου, αντάλλαξαν ένα φιλί στο στόμα, και ύστερα συνέχισαν την πορεία τους. Αν αυτά γίνονται εδώ, σκέφτηκα, τότε τι πρέπει να συμβαίνει στη θρυλούμενη πόλη του έρωτα και του φωτός; Τώρα, βέβαια, μετά και το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα, μάλλον αλλού θα είναι στραμμένη η προσοχή του κόσμου.

Όλα αυτά η φίλη σου δεν τα σκέφτηκε ούτε σου τα γράφει από μισανθρωπία. Δεν μπόρεσε όμως να μην την απασχολήσει το γεγονός ότι οι άνθρωποι εδώ έχουν διάθεση για έρωτα και αγάπη ή να μη διερωτηθεί ποιοι είναι οι λόγοι που αυτό συμβαίνει εδώ και όχι στον –περιώνυμο για τον έρωτα– θερμόαιμο Νότο. Ο πατέρας μου είχε πει κάποτε για την εξάσκηση ενός πολύ υπεύθυνου επαγγέλματος ότι για να μπορείς να το εξασκήσεις όπως αρμόζει, θα πρέπει να έχεις λύσει πρώτα το βιοποριστικό σου πρόβλημα. Θα πρέπει να έχεις απαλλαχθεί από κάποιες έγνοιες, ώστε να μπορείς να αφοσιωθείς ανενόχλητος στο λειτούργημά σου. Αυτό, διαπιστώνω, ισχύει για οτιδήποτε πέραν της απλής επιβίωσης και μάλλον εδώ εδράζει η αιτία των ευγενικών, ευδιάθετων και ερωτιάρηδων Βέλγων. Γιατί μπορεί ο έρωτας, η αγάπη και η συντροφικότητα να είναι απαραίτητα στοιχεία της ζωής, όμως στην Ελλάδα του 2016 θεωρούνται ‘τεκμήρια’ του «ευ ζην». Και πέφτει βαρύτατος εκεί ο φόρος, ανεξαρτήτως δε ηλικίας ή ντυσίματος.

Η προβληματισμένη φίλη σου,
Ε.

*Φωτογραφία, κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 20.1.2016

?

Βρυξέλλες, 20 Ιανουαρίου 2016

Φίλη μου,

οι πρώτες μέρες στις Βρυξέλλες περνούν με τα διαδικαστικά. Δεν γνώριζα, δεν είχα συνειδητοποιήσει ούτε φανταστεί πως άνευ 2.500 ευρώ δεν μπορείς καν να υπογράψεις συμβόλαιο και να πάρεις απλώς τα κλειδιά για ένα διαμέρισμα -χώρια τα λευκά είδη, είδη προικός και άλλα είδη. Και μη βάλεις στο νου σου τίποτε πολυτέλειες, αν και –τώρα που το σκέφτομαι– ένα ανεξάρτητο αξιοπρεπές κατάλυμα ίσως να συνιστά χλιδή στο Βέλγιο, ποιος ξέρει; Το δικό μου βρίσκεται πάντως σε κτίριο του 1867, no more no less.

Αντιθέτως, και ομοίως με την Ελλάδα, εξόχως θαυμαστή είναι η ευκολία απόκτησης αριθμού κινητής τηλεφωνίας. Καρτοκινητής για την ακρίβεια. Δεν μπορεί, σκέφτεσαι, κάτι θα έχω παραλείψει. Η διαφορά είναι ότι εδώ έχουν και άλλου είδους καταστήματα, πέρα από αυτά κινητής τηλεφωνίας.

Αυτό όμως που κυρίως έκανε εντύπωση στην πασιονάρια φίλη σου και την χαροποίησε ιδιαιτέρως, πλησιάζοντας εκεί στο ‘Τετράγωνο των Οργάνων’, όπως θα το ονόμαζε (ηχεί σαν «Τρίγωνο των Βερμούδων» ή είναι ιδέα μου;), είναι οι αθλητικοαεροδυναμικές Porsche Carrera. Σιγά το πράγμα θα μου πεις. Για θυμήσου το άλλο το ωραίο του πατέρα μου: «Έτσι μόνο εσείς οι δυο θα σκεφτόσασταν!» Ναι, αλλά ποιες Πόρσε! Πόρσε που τις οδηγούν γυναίκες! Γυναίκες με γούνα και αέρα. Έχω ήδη δει δυο-τρεις. Μπορεί να μην επέλεγα ποτέ αυτό το όχημα (όχι ότι θα μου δινόταν ποτέ η δυνατότητα επιλογής), αλλά βλέποντάς τις νιώθω σαν φίλαθλος ομάδας που βάζει γκολ. Το συμμεριζόμενο πάθος βέβαια δεν σχετίζεται με δυο πόδια που κλωτσούν μια μπάλα για κάμποσα εκατομμύρια ευρώ το χρόνο ούτε με ένα δήθεν ιδανικό, αντιθέτως με μια μακρά ιστορία καταπίεσης κι έναν συνεχή αγώνα αναγνώρισης ή και επιβίωσης. Έτσι, μπερδεύομαι και αδυνατώ να ξεχωρίσω αν βλέπω πράγματι ένα συνωμοτικό μειδίαμα να χαράσσεται στο πρόσωπό μας, εκείνων κι εμένα, ή αν απλώς κι αφελώς το φαντάζομαι.

Φτάνοντας πλέον στις Πύλες του Κοινοβουλίου, λίγο πριν την πλατεία του Λουξεμβούργου, έχει στα δεξιά ένα ιταλικό εστιατόριο. Η ονομασία του, “Senza parole”, μοιάζει με καυστικό υπαινικτικό σχόλιο μπροστά σε έναν χώρο όπου κατεξοχήν δεσπόζει η Λέξη, δομημένη σε Οδηγίες, Εκθέσεις ή και απλές συνομιλίες μεταξύ υπαλλήλων, μα κυρίως στο Διάλογο, πάνω στο ανοιχτό πνεύμα του οποίου βασίζεται η ίδια η ουσία της Ένωσης. Θα προτιμήσω λοιπόν το –εξίσου ιταλικό– άσμα “Parole, parole, parole” της Μίνας, και η ερμηνεία δική σου!

Σε φιλώ,
Έλενα

ΥΓ.: Να μου φιλήσεις τα παιδιά!

*Φωτογραφία, κείμενο: Έλενα Σταγκουράκη

«Γράμμα από τις Βρυξέλλες», 17.1.2016

20160116_125939

Βρυξέλλες, 17 Γενάρη 2016

Καλή μου,

έφτασα πια στην περιλάλητη πρωτεύουσα του Βελγίου. Δεν μπορώ να παραπονεθώ, με υποδέχτηκε ένας ήλιος λαμπρός, παρά τις επανειλημμένες και διαφορετικής προέλευσης προειδοποιήσεις για έναν ακατάπαυστα βροχερό και σκοτεινό ουρανό. Τα δελτία καιρού που συμβουλεύτηκε η φίλη σου και προέβλεπαν θερμοκρασίες υπό του μηδενός αποδείχθηκαν –τύχη αγαθή– επίσης αναληθή.

Μη σου περάσει βέβαια από το μυαλό πως η ηλιοφάνεια συνεπάγεται και συναφείς με τις ελληνικές θερμοκρασίες. Το λευκό μάννα με προϋπάντησε για αρκετή ώρα κατά την προσγείωση. Λευκές εκτείνονταν οι απέραντες πεδιάδες του Βελγίου και η φίλη σου –με τη γνωστή λατρεία της για τα σύμβολα και τα σημεία– παιδευόταν με σημασίες κι ερμηνείες. Σε αποζήτησε εκείνη τη στιγμή. Άραγε πώς θα το ερμήνευες εσύ; Καλό σημάδι το λευκό για μια διαμονή αγνή, ανέφελη κι ευχάριστη ή προάγγελος μιας περιόδου που θα τη στέψει η θλίψη και το πένθος; Και για τα δύο στέκει το λευκό. Και να που η απάντησή σου υπήρξε άμεση –άλλη πάλι αυτή η ικανότητα της φίλης σου να επικοινωνεί νοητά με τους δικούς της–. Ενώ για χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων το λευκό χαλί απλωνόταν κάτω απ’ τα πόδια μου, καθώς πλησιάζαμε στο αεροδρόμιο η γης ξεγυμνώθηκε. Κι όχι μόνο εκεί, αλλά και στα περίχωρα και παντού στην πόλη. Και ήρθε στο νου μου η φράση σου, μόλις δυο βράδια νωρίτερα. «Ό, τι είναι, θα ξεκαθαρίσει γρήγορα». Και ηρέμησα.

Στην έξοδο του αεροδρομίου συνάντησα και την τελευταία βρυξελλιώτικη μόδα: κομάντος σε ζευγαρωτή περιπολία. Καλάσνικοφ ανά χείρας, πιστόλι στη μέση, αλεξίσφαιρο που δεν το διαπερνάει ούτε κανόνι, στολή παραλλαγής, μπότες κι ένα σωρό άλλα μαραφέτια που δεν θέλησα ούτε θα ήμουν σε θέση να αναγνωρίσω. Δεν αισθάνθηκα ούτε στιγμή πιο ασφαλής. Αντιθέτως. Μπήκα κι εγώ σε συναγερμό. Επομένως όχι, δεν οφειλόταν σε έλλειψη εγρήγορσης –και ας μου τα ψάλλεις– που δεν ανταπέδωσα το παιχνιδιάρικο κατά τα άλλα βλέμμα του ενός. Ποιος είπε άλλωστε ότι αληθεύει πως η εξουσία και η στολή έχουν απαραιτήτως αφροδισιακή επίδραση στις γυναίκες;

Σε φιλώ,
Έ.

*Φωτογραφία, κείμενο: ‘Ελενα Σταγκουράκη

Αλέξανδρος Κορδάς: Στον ορίζοντα της τήξης

557630_4114779500877_2021037900_n

του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΚΟΡΔΑ

Πριν δύο χρόνια κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Λυκόφως η Τήξη του Ερέβους, ένα βιβλίο ποίησης, το πρώτο που μας δίνει ο ποιητής Χρήστος Κατρούτσος. Αρχικά λοιπόν, μιλούμε για μια προσπάθεια, άλλοτε επιτυχημένη, άλλοτε λιγότερο επιτυχημένη, αλλά πάντως για μια προσπάθεια που αξίζει της προσοχής μας. Ένα πρώτο ερώτημα τίθεται ήδη εδώ, γιατί η Τήξη του Ερέβους αξίζει την προσοχή μας; Το ερώτημα αυτό είναι οδηγητικό, κι έτσι θα καταπιαστούμε μαζί του κατά το μήκος του κειμένου, με σκοπό να το διαλευκάνουμε, αν όχι να το απαντήσουμε.

Ο τίτλος ενός βιβλίου είναι κάτι απ’ το οποίο οι άνθρωποι συνηθίζουν να πιάνονται με σκοπό να πάρουν μια πρώτη ιδέα γι’ αυτό, μια πρώτη γεύση, όπως λέμε. Ο τίτλος του βιβλίου που συζητούμε μοιάζει, απ’ αυτή τη ματιά, σκοτεινός: τι θα πει δηλαδή «τήξη του Ερέβους»; Ανατρέχοντας στη θεωρία, θυμίζω στον εαυτό μου, και σ’ εσάς, ότι τήξη είναι μια φυσική διαδικασία κατά την οποία ένα στέρεο υλικό μετατρέπεται σε υγρό. Αυτή η διευκρίνηση δυσκολεύει ακόμη περισσότερο τα πράγματα αφού αυτό το οποίο τήκεται είναι το Έρεβος, μια οντότητα κατ’ εξοχήν ποιητική. Ο Ησίοδος, που θα πρέπει πάντοτε να παίρνουμε τη γνώμη του σε τέτοια ζητήματα μας βεβαιώνει ότι το Έρεβος προήλθε από το σμίξιμο του Χάους και της Γαίας και έχει αδελφή του τη Νύχτα. Περιμένουμε λοιπόν ότι μ’ ένα τέτοιο συγγενολόι, το Έρεβος θα πρέπει να ’ναι κάτι αρκετά συγκεχυμένο, κάτι τι, ας πούμε, το άμορφο. Όμως το άμορφο, γινόμενο ρευστό, αποκτά μορφή, είναι πλέον κάτι. Διαβάζοντας την Τήξη του Ερέβους, ένας χείμαρρος λέξεων, πολλές φορές δυσνόητων, μας παρασύρει στις περιδινήσεις του, έτσι που δυσκολευόμαστε να βγάλουμε ένα συμπέρασμα για το τι ακριβώς συμβαίνει.

Στο σημείο αυτό, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να πάρουμε μια απόσταση, και να σταθούμε κριτικά. Να πούμε τι δεν μας αρέσει, κι αφού ταχτοποιήσουμε λίγο αυτό, ίσως να μπορέσουμε ν’ ανακαλύψουμε και τι μας αρέσει, μένοντας έτσι πιστοί στο οδηγητικό μας ερώτημα, που σας υπενθυμίζω ότι ήταν, γιατί η Τήξη του Ερέβους αξίζει την προσοχή μας. Ξεδιπλώνεται λοιπόν, μπροστά μας μια σειρά από προβλήματα, που μας εμποδίζουν να τοποθετήσουμε το βιβλίο στο σωστό του ράφι μέσα στη βιβλιοθήκη του μυαλού μας. Μια πρώτη παρατήρηση, που θα έκανε ένας προσεχτικός αναγνώστης, είναι ότι το βιβλίο δεν έχει υποστεί επιμέλεια: θαυμαστικά και αποσιωπητικά είναι διάσπαρτα παντού, αρκετά ποιήματα είναι μεγαλύτερα απ’ όσο θα έπρεπε, ενώ συχνά βλέπουμε λέξεις βαρύγδουπες και ακατάλληλους συνδυασμούς λέξεων. Όλο αυτό το σκηνικό μας προκαλεί μια κάποια δυσφορία, έτσι που λέμε, τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Περί τίνος πρόκειται; Την εικόνα αυτή επιδεινώνουν κάποια αφηρημένα, αντιποιητικά σχήματα, και κάποιοι ρηχοί συναισθηματισμοί.

Αυτό το πρώτο βραχυκύκλωμα θα πρέπει κανείς να το υπερβεί – δεν είναι υποχρεωτικό βέβαια, μπορεί να πει: εγώ θέλω ένα κείμενο που δεν θα πέφτει λέξη, που κάθε κόμμα θα είναι στη θέση του. Αν κάνουμε όμως ένα βήμα πέρα από τη λογική αυτού που σέρνεται πίσω από κόμματα, θα δούμε κάποιον που προσπαθεί εναγωνίως να φτιάξει την ιδιόλεκτο του, παλεύοντας με το χαρτί. Διότι το χαρτί παρουσιάζει την τάση να θέλει να παραμείνει χαρτί• με όμοιο τρόπο, το ποίημα θέλει να παραμείνει στο χαρτί. Το ποίημα θέλει; πόσο συχνά οι λέξεις μας ξεγελούν; Το ποίημα δεν θέλει, είναι, για την ακρίβεια είναι στο χαρτί. Εκείνος που θέλει είναι ο ποιητής, και αυτό που θέλει είναι να κατοικεί και να κατοικείται από τη γλώσσα, δηλαδή να διαλέγεται: «γιατί μπορεί και μια τελεία/ για να γλυτώσει αφορισμούς που την πληγώνουν/ να κυλιστεί σε καταφύγιο διαλόγου», απόσπασμα από το ποίημα «Σαν άκουσες σημεία των καιρών», όπου γίνεται ένας εύστοχος συγκερασμός ποίησης και σημειωτικής. Ενώ σε επόμενη σελίδα ο ποιητής παλεύοντας ανάμεσα στις παύλες ενός διαλόγου, θα μας πει: «κι ας ζω μες στα χαμηλοτάβανα,/ μα τώρα, έτοιμος να συνθλιβώ,/ μοιάζει η οροφή να χαμηλώνει,/ η μία παύλα να συμπίπτει με την άλλη/ -Ρε μήπως και μονολογώ;/ Μίλα μου κι όρθιος πάλι να σταθώ, πες μου μια Καλημέρα» («Καταφύγιο διαλόγου»). Αυτή η αγωνία για διάλογο, που είναι ακριβώς τόσο μεγάλη όσο η έλλειψή του, μεγαλώνει διαρκώς, καθώς φυσά και ρήμα συναιρείται (…) «σα λόγος συρρικνώνεται μες σε καιρούς πολυγλωσσίας,/ καιρούς που οι ανάσες είναι μετρημένες/ και δεν αποθησαύρισα ούτε μια φυσαλίδα οξυγόνου./ Λίγο κρυμμένο άνεμο που είχα τον παρέδωσα/ σ’ ένα φιλί να παρασύρει τα λόγια τα ξερά/ στα στεγνωμένα μας πνευμόνια/ και μοιάζουμε μπαλόνια άδεια πια/ καθώς απέδρασε το παιδικό μας όνειρο στο μύθο».

Το παραπάνω απόσπασμα από το ποίημα «Μέδουσες και αχινοί», μας θυμίζει αυτή την αρχαϊκή εικόνα της Βαβυλωνίας των γλωσσών, για την οποία μας μιλάει η Βίβλος. Αυτό το αρχέγονο πρόβλημα συνεννόησης μεταξύ των ανθρώπων, έχει παγιοποιηθεί, σχεδόν συστηματοποιηθεί στους δυο αιώνες μαζοποιήσης, ανάμεσα στους οποίους έλαχε να βρεθούμε. «Σ’ αυτή την πυρκαγιά/ Αιώνες τρεις χιλιάδες έλιωσαν/ από σπινθήρα λόγου ξύλινου/ στη νύχτα των κρυστάλλινων ελάτων./ Ρωτώ: τη στάχτη αυτή ποιος θα την κάνει σαπούνι της αηδίας, και παρακάτω: Τι πνιγεροί καιροί/ σα Μέλλον γέμει ενοχών/ και άμποτη κατοπινά με τρικυμία των ενόχων» (από το ποίημα «Στα έλατα δακρύων»). Εδώ ο Κατρούτσος βάζει κυριολεκτικά σ’ ένα τσουβάλι όλες τις πληγές του 20ου αιώνα, τις εκκαθαρίσεις των Ναζί, την προπαγάνδα, τη δική τους και των υπολοίπων, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που τα ονόματα τους ηχούν σαν συμπυκνώσεις στο χώρο του κακού. Το ερώτημα που απηχεί στο συγκεκριμένο ποίημα, είναι εκείνο του Hölderlin, που μετά τον Celan είμαστε καταδικασμένοι να επαναλαμβάνουμε: προς τι να είσαι ποιητής σε σκοτεινούς καιρούς; Δόξα τω Θεώ το ερώτημα απαντάται από μόνο του, στο βαθμό που συνεχίζεται να γράφεται ποίηση. Αλλά ακριβώς σε αυτό συνίσταται η πάλη του ποιητή με το χαρτί, διότι η συνείδηση του ανθρώπου δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι το ποίημα θα παραμείνει ένα αξεδιάλυτο υπόλειμμα λόγου εγγεγραμμένο στο χαρτί κι ως εκ τούτου δεν θα έχει καμία δύναμη μπροστά στη φρίκη που έρχεται από τα έξω.

Αυτό που προτείνει μετ’ επιτάσεως ο Κατρούτσος, τόσο στην Τήξη του Ερέβους, όσο και στα θεωρητικά κείμενα που την ακολούθησαν, είναι μια προσπάθεια διάσωσης της ετερότητας. Πρόταση που δεν την εισηγείται βέβαια ο ίδιος, αλλά που είναι πόρισμα των συζητήσεων που προέκυψαν στην Ευρώπη στα μεταπολεμικά χρόνια, και που στην πατρίδα μας ήρθε μέσα απ’ τα γραπτά των λεγόμενων νεο-ορθοδόξων. Αυτή η σχολή σκέψης έχει επηρεάσει αρκετά το φίλο μας, τόσο, ώστε τόπους τόπους βλέπουμε να υιοθετεί την προβληματική της. Το ζητούμενο είναι, να βρεθεί μια έξοδος από το εγώ στο Άλλο, όπου Άλλο εννοούμε, οτιδήποτε πέραν του εγώ, χωρίς όμως ν’ ακυρώνεται η προσωπική ετερότητα.

Γυρνώντας πάλι απ’ τη δουλειά

μετά το μεροκάματο της άνεργής μου σκέψης,
κλειδιά να ψάχνω που συνέλεγα,
για σπίτι, τ’ αυτοκίνητο, της αγωνίας το ερμάρι.
Τις οδοντώσεις όλες είχα μάθει
μη φτιάξω ένα κλειδί που όλα να τ’ ανοίγει,
το ναι μου ξεκλειδώνοντας,
γιατί το όχι μου ακούστηκε
με σθένος στις καρδιές του ξημερώματος
από λαρύγγι που διαλάμπει πόνος και σιωπή,
μήπως και προσληφθώ σαν έσχατος
στην τήξη του ερέβους.

Το ποίημα αυτό, που το θεωρώ το καλύτερο της συλλογής, μας παρουσιάζει κάτι συγκεκριμένο, έναν άνθρωπο άνεργο, που γυρίζει στο σπίτι του νωρίς το πρωί. Το τι έχει προηγηθεί δεν το ξέρουμε, όπως δεν ξέρουμε και το τι έπεται. Αυτό που γνωρίζουμε είναι ότι ο άνθρωπος αυτός επιστρέφει στο σπίτι του χωρίς να έχει το νου του την εργασία του, ακριβώς επειδή δεν έχει εργασία. Τη στιγμή που γυρίζει το κλειδί της πόρτας, ζυγίζει μέσα του το βάρος της υπαρξιακής αγωνίας. Αυτό που αποφασίζει είναι να σταθεί με ελπίδα μπροστά στο κενό που τον ζυγώνει. Η εναγώνια κραυγή του γίνεται ακουστή απ’ όλες τις καρδιές του ξημερώματος, όλους τους ανθρώπους δηλαδή που όμοια μ’ εκείνον, ζυγίζουν την αγωνία μέσα τους, μόνο και μόνο για να την υπερβούν. Ένα βίωμα μυστικό, που απλώνεται σε κύκλους γύρω από τον άνθρωπο που το εκφράζει, τον άνθρωπο που τυχαίνει να είναι ποιητής. Κι αυτό είναι διπλή ατυχία για κάποιον που θέλει να είναι συνεπής, αφού θα πρέπει διαρκώς να παλεύει ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Την πάλη αυτή ο Χρήστος Κατρούτσος την πραγματεύεται και στο ποίημα «Μετέωρη γραφή»:

Επέστρεψα στη Γη καθώς η σκέψη βάρυνε
και γυμνητεύοντας σε κόσμο πιο πυκνό,
η μνήμη εξερράΓη του άγνωστου πλανήτη,
βρισκόμενος μετέωρα κομμάτια πια να ψυθιρίζουνε
χωρίς βαρύτητα καμιά πατρίδα.
Βαρύτητα δεν έχεις σαν κυνηγάς το όνειρο
και ύπνο βιάζεις στη διαδρομή ως άγρυπνος
σα μάζευες ξερόκλαδα στου άστρου σου τη θράκα
μη σβήσουν προσμονές που σιγοκαίγανε.
Στη διαδρομή που όρθιος πρέπει να σταθείς
ξεχνάς το εισιτήριο να χτυπήσεις,
στην τράπεζα που την αγνή σου πρόθεση τοκίζει
ξεχνάς τη στάση, κοιτάζοντας με τα μισόκλειστα σου μάτια
ημιλιπόθυμα τα κτήρια όπου έσυραν σαν άχρηστο ερμάρι,
ονειροπόλων δώματα, ψηφίδες ουρανού αφήνοντας και πάλι.

Ζούμε σ’ έναν αιώνα όπου τα όνειρα των επίγειων παραδείσων βαδίζουν πίσω μας, καμιά πατρίδα δεν φαίνεται να έχει βαρύτητα. Οι τράπεζες μάς δεσμεύουν τα όνειρα που χτίσαμε σε μια εποχή ευμάρειας. Μέσα απ’ τους τάφους τους ορισμένοι ψελλίζουν ευχολόγια, άλλοι υπόσχονται να μας φέρουν πίσω αυτά που απωλέσθηκαν, δημοκόποι αισχροί, στηρίζονται σε μια ελπίδα στερημένη από αλήθεια, δηλαδή ακριβώς σ’ ένα ψέμα. Χρέος του ποιητή σ’ ένα τέτοιο κόσμο είναι να γυμνητεύει, όπως ο γέρο-Ηράκλειτος, να γυρίζει ανάμεσα στα παιδιά, να θίγει τα κακώς κείμενα, κρατώντας στη φουχτίτσα του τα ψήγματα των ουρανών, που διέσωσε απ’ την κρίση. Χρέος του ποιητή είναι ν’ ανέχεται τις πτώσεις ώστε μετά πιο δυνατός να μιλά για τ’ άρρητα ρήματα της πραγματικής ελπίδας που βρίσκεται στο πέραν: «Κι ας σκοντάψει τ’ όνειρο/ στην ξηρασία που ’σπειρε η πείρα./ Ας πέσω να ματώσω αγκώνες, γόνατα/ σαν το οδηγώ αφού, γνωρίζω πια,/ παιδί μπορεί και πτήση να φυλά/ και πτώση να ανέχεται…» («Ν’ ανεχτείς την πτώση»).

Νομίζω ότι είναι πλέον εμφανές ότι το έργο για το οποίο μιλούμε, πέρα από τα όποια ελαττώματα και τις αστοχίες του, έχει ένα σπάνιο πλεονέκτημα, εγείρει το ερωτάν. Διότι ο ρόλος του ποιητή, όπως και του φιλοσόφου δεν είναι απλώς να ερμηνεύει τον κόσμο μέσα από εικόνες, αλλά ν’ ανασκαλεύει ερωτήματα. Κι ο ρόλος αυτός έχει πρωτεύουσα κοινωνική σημασία, εφόσον διεγείρει το υποκείμενο ν’ αναστοχαστεί θέσεις και στάσεις που αποδέχεται άκριτα. Αν αντίθετα ο ποιητής ή ο φιλόσοφος τροφοδοτεί με το έργο του τις αγκυλώσεις του υποκειμένου, το εγκαταλείπει έρμαιο στο υπαρξιακό του τέλμα. Στο βαθμό λοιπόν που ο ποιητής δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις, συνεργεί σε αυτό που αποκαλούμε Τήξη του Ερέβους, διάλυση της σκοτεινιάς που τυλίγει το υποκείμενο. Τη δική του μερίδα αυτού του εγχειρήματος ο Χρήστος Κατρούτσος φαίνεται διατεθειμένος να την αναλάβει. Την Τήξη του Ερέβους ακολούθησαν οι δημοσιεύσεις μερικών λεπτοδουλεμένων ποιημάτων και δοκιμίων με έντονο φιλοσοφικό ενδιαφέρον. Το corpus αυτό συνιστά τον ορίζοντα της Τήξης, την ελπίδα ότι μέσα απ’ όλα αυτά κάτι θ’ αναδυθεί.

Ενδεικτική βιβλιογραφία για τον Χρήστο Κατρούτσο

Έντυπη:

Ποίηση, Μανδραγόρας, τεύχος 51,
Κουκούτσι, τεύχος 10

Ηλεκτρονική:

Ποίηση, Ανυπέρβλητο, Μαστίγιο και Μάστιγα, το παιδί της στείρας:
http://poema.gr/poem.php?id=545

Η μοναξιά μου έλος, Οι πιγκουίνοι, Ευλογία αφασίας:
http://frear.gr/?p=4595

Δοκίμιο, Φιλοσοφία και Τέχνη στη γραμμική αντίληψη:
http://poema.gr/dokimio.php?id=388&pid=

Το Πολυτεχνείο Ψυχορραγεί: http://frear.gr/?p=8854

Η δόμηση του χώρου (δομή στο χώρο και διάπλαση του ανθρώπινου χαρακτήρα στην προνεωτερική εποχή): http://www.antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%AF%CE%B1-%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/%CE%AC%CF%81%CE%B8%CF%81%CE%B1/5079-%CE%B7-%CE%B4%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CE%BD%CE%B8%CF%81%CF%8E%CF%80%CE%BF%CF%85-%CE%B1.html

Κριτική, «Σταγόνες από αγκάθι και κεντρί», σημείωμα της Άγγελας Γαβρίλη για το βιβλίο:
http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=PPG1388_2041

Στην Τήξη του Ερέβους, σημείωμα του Μανώλη Σιμιτσάκη:
https://www.goodreads.com/review/show/891229348

THXH_EREVOUS_EXO-500x500

«Αγρίμια κι αγριμάκια μου»

1902052_1382480022021073_1610780076_n

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

“SEXUS”
του Θεοδόση Βολκώφ
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
2015

«Σαν τον Λύκο να διψάω πάντα το αίμα/ κι απ’ τα στήθη σου που γδέρνω να το πίνω»: Οι δύο πρώτοι στίχοι της πιο πρόσφατης ποιητικής συλλογής του Βολκώφ δεν αφορούν μόνο τον έρωτα απέναντι σε ένα ποιητικό Εσύ. Στην πραγματικότητα συνιστούν επίκληση στην ίδια την Ποίηση και τη Ζωή, μια επίκληση γεμάτη πάθος και άσβεστη δίψα, στοιχεία που χαρακτηρίζουν ολόκληρη τη συλλογή.

Μετά την απολαυστικά κωμική και καυστική, αλλά και μαστορικά δουλεμένη συλλογή σονέτων με τις ιστορίες του Pietro Aretino εν έτει 2013, την οποία η κριτική επιδεικτικά αγνόησε, ο Βολκώφ ανακτά το οικείο του ποιητικό πρόσωπο, σοβαρό και στιβαρό, για να γράψει για τον Έρωτα: έναν έρωτα πιστό ή άπιστο, σταθερό ή πρόσκαιρο, πάντως έναν έρωτα σαρκικό, λάγνο και ακόρεστο. Εξού και ο τίτλος της συλλογής, δοσμένος στα λατινικά κατά την προσφιλή συνήθεια του ποιητή. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά: «Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί ―/ πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο» ή αλλού «Αυτή που υποτάσσεται προστάζει,/ της λείας λεία αυτός που κυνηγά. (…)/ το σώμα το αντρίκειο πώς σπαράζει/ και της γυναίκας το κορμί πώς σπαρταρά…».

Ποιητικές συλλογές με θέμα τον έρωτα υπάρχουν πάμπολλες ―πώς αλλιώς, αφού ένα πολύ μεγάλο μέρος της ποίησης μιλά για τον έρωτα και το θάνατο, τα δύο βασικά θέματα που προβληματίζουν τον άνθρωπο. Ούτε και η πρώτη φορά είναι που ο ίδιος ο Βολκώφ καταπιάνεται με το θέμα αυτό, το οποίο ο αναγνώστης του εντοπίζει τόσο στα πρωτόλεια Τραγούδια της ψυχής και της κόρης, όσο και στη μεταγενέστερη Missa Brevis. Επαναλαμβάνεται, λοιπόν, και κοινοτοπεί ο ποιητής; Κάθε άλλο. Ένα στοιχείο που ξεχωρίζει αυτή τη συλλογή από άλλες, είναι η αρρενωπότητά της, ή αλλιώς, το γεγονός ότι περιλαμβάνει μια ποίηση ‘αρσενική’. Τόσο καιρό ακούμε για ‘γυναικεία ποίηση’, έναν όρο που χρησιμοποιείται υποτιμητικά, μην κατορθώνοντας να ορίσει το προφανές: τον διαφορετικό –ούτε ανώτερο ούτε όμως κατώτερο– τρόπο έκφρασης που εκπηγάζει από τον διαφορετικό τρόπο βίωσης της πραγματικότητας, λόγω των συγκεκριμένων βιολογικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών κάθε φύλου. Λέμε, λοιπόν, ότι η ποίηση του Βολκώφ στο Sexus είναι ‘αρσενική’, με την έννοια ότι είναι διαποτισμένη από ένα χαρακτηριστικό καθαρά ανδρικό, παρόλο που σήμερα κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι διαμαρτύρονται ότι έχει ατονήσει ή αναληφθεί έως και αυτό από τη γυναίκα. Το χαρακτηριστικό αυτό δεν είναι άλλο από τον άνδρα-κυνηγό, τον άνδρα-αρχηγό της αγέλης, κατ’ επέκταση ισχυρό και επικρατές αρσενικό, και άρα το αρσενικό με το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής και διαιώνησης του είδους. Ο Βολκώφ γράφει για τον άντρα με τους όρους –βιολογικούς και κοινωνικούς– άλλων θηλαστικών που βρίσκονται ψηλά στην τροφική αλυσίδα, όπως το λιοντάρι ή ο λύκος. Γι’ αυτό, ούτε και η επιλογή του συγκεκριμένου ζώου-alter ego του ποιητή στο πρώτο ποίημα της συλλογής –όπως και σε άλλα– είναι τυχαία. Ομοίως, οι στίχοι «σας έχω όλες με τον τρόπο μου αγαπήσει» ή «ο καθένας θέλει (…) όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί» παραπέμπουν στις αγέλες των λιονταριών όπου το επικρατές αρσενικό λιοντάρι έχει το δικαίωμα γονιμοποίησης όλων των θηλυκών.

Ένα δεύτερο στοιχείο που διακρίνει τη συγκεκριμένη συλλογή από άλλες του είδους και ενυπάρχει ως αντίποδας του ζωικού ενστίκτου που επισημάναμε, είναι η πίστη σε μια δύναμη ανώτερη. Αυτή η δύναμη δηλώνεται στις σελίδες του βιβλίου άλλοτε άμεσα κι άλλοτε έμμεσα, εκφράζοντας τις έντονες υπαρξιακές ανησυχίες του ποιητή. Ήδη στο τέταρτο ποίημα της συλλογής καταλήγει: «Απόψε ο Θεός είναι στα φύλλα». Για το άλμα ώς το «φύλο» με ένα «λ», η προσπάθεια που καλείται να καταβάλει ο αναγνώστης είναι αμελητέα. Έτσι, Θεός ονομάζεται συχνότατα και ο ίδιος ο φτερωτός θεός: «Αδέρφια μου στον Έρωτα, θα σας τ’ ομολογήσω/ αδέρφια μου, στον Έναν μας Θεό θα τ’ ορκιστώ». Πολύ παρακάτω μάλιστα, το ομολογεί ευθέως: «Έτσι θρησκεύομαι –ένορχος, καβάλα» ή «Στο σώμα σου, κτιστέ ναέ ναών, ποιος Άγγελος φιλά ποιον Σατανά και στων κτηνών που σμίγουν το Ωσαννά (…)/ ποιος φίλερως εκμαίνεται Θεός…».

Η προσέγγιση του έρωτα από τον Βολκώφ είναι ρεαλιστική, σχεδόν κατά το αρχαιοελληνικό πρότυπο, εξού και οι σχετικές νότες στους τίτλους «Εκτόρειος ίππος», «Αχιλλέας και Πάτροκλος» κλπ. Εδώ όμως δεν αναφερόμαστε αποκλειστικά στη ρεαλιστική περιγραφή ερωτικών σκηνών, αλλά και στη ρεαλιστική –και κωμικά δοσμένη– αποτύπωση της κοινωνίας του 2015 στο τιτλοφορούμενο ποίημα «Γυναίκες άλλων»: «Θεέ μου, όχι πάλι αυτό» (…) «να κλέβεις έχεις κουραστεί γυναίκες άλλων». Ο ποιητής δεν αρκείται όμως σε ένα ποίημα, αντιθέτως προσθέτει εν είδει επιμέτρου χωριστή ενότητα με τίτλο «Τα μοιχικά», αποτελούμενη από δώδεκα σονέτα, δύο εκ των οποίων λειτουργούν ως πρόλογος και επίλογος της ενότητας και εμφανίζουν ίδια ανάπτυξη.

Ο στίχος στο Sexus πληροί τις προϋποθέσεις που ο ίδιος ο ποιητής έχει θέσει για την ποίησή του και οι οποίες είναι εμφανείς σε όλες του τις συλλογές. Πρόκειται για στίχο με ένταση και πάθος, με ένα ρωμαλέο σφρίγος που τον διαπερνά είτε περιγράφει την καταστροφή του κόσμου και τη δημιουργία του εξ αρχής (στο Γιουβενάλη) είτε αποδίδει την ηδονή και την πλήρωση της ερωτικής στιγμής (εδώ). Απαραγνώριστο στοιχείο του στίχου αυτού είναι το γεγονός ότι υπακούει στις φόρμες και τα μέτρα που υπαγορεύουν η παράδοση και οι χιλιετίες της λυρικής ποίησης: πάντα στίχος έμμετρος, σχεδόν πάντα ομοιοκατάληκτος, δομημένος συχνότατα σε σονέτα και παραλλαγές τους, αλλά και σε μπαλάντες και πλήθος άλλων μορφών. Τι λέει γι’ αυτό ο ποιητής στον αναγνώστη; «Κι αν θέλεις λόγια που ηχούν σαν πιο μοντέρνα/ πιο σύμφωνα με τους ρυθμούς της εποχής/ στην παραδίπλα σύρε την ταβέρνα/ όμως εδώ καθόλου μη σταθείς». Αφενός ο εκφραστικός Τρόπος, αφετέρου η ειλικρίνεια και η σοβαρότητα με τις οποίες ο Βολκώφ αντιμετωπίζει την ποίηση και το γεγονός της γραφής, μας παραπέμπουν στον Παλαμά. Για τη γέφυρα με το σήμερα φροντίζει εν προκειμένω η θεματολογία του, η οποία μπορεί μεν να είναι διαχρονική, αλλά στον τρόπο έκφρασής της και το εύρος που υπονοεί, συνιστά καθρέφτη της σημερινής πραγματικότητας. Εξάλλου δεν θα μπορούσε να είναι χαρακτηριστικότερη η ύπαρξη των «Μοιχικών».

Με την πιο πρόσφατη ποιητική συλλογή του, ο Βολκώφ, αυτός ο κοσμοκαλόγερος που προτιμά την απομόνωση του γραφείου από τα λογοτεχνικά σαλόνια, αποδεικνύει έμπρακτα ότι συνιστά εξαιρετική περίπτωση και σε ένα άλλο επίπεδο, το πλέον ουσιώδες: είναι φορέας μιας ποίησης συνεπούς και ενιαίας και, προπάντων, είναι φορέας Ποίησης.

Αθήνα, 15 Ιουνίου 2015

sexussexus-2

«Ο τελευταίος των ηρώων»

 

Από το αντάρτικο πόλης στη θέση του Πρώτου Πολίτη της Ουρουγουάης –
ένας συμβιβασμένος επαναστάτης ή ένας οιονεί επαναστατημένος κομφορμιστής;

*

της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Σε συνάντησή του με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ, Ομπάμα, δεν διστάζει να τον συμβουλέψει πως ο λαός του θα έπρεπε να καπνίζει λιγότερο και να μαθαίνει και καμιά ξένη γλώσσα. Σε ομιλία του στα Ηνωμένα Έθνη, προτρέπει τους απεσταλμένους να σταματήσουν να συρρέουν σε ανούσιες και πανάκριβες γενικές συνελεύσεις, οι οποίες επιπλέον δεν ωφελούν σε τίποτα. Κάποιοι τον χαρακτηρίζουν ως τον Νέλσον Μαντέλα της Λατινικής Αμερικής ενθυμούμενοι τα χρόνια που πέρασε στις φυλακές, άλλοι τον κατηγορούν για ευφυολογήματα και διάβρωση της ισπανικής γλώσσας, φτάνοντας ώς το σημείο να του επιρρίπτουν ευθύνη ακόμη και για το στρατιωτικό πραξικόπημα του ’73. Τι ισχύει για τον απελθόντα Πρόεδρο της Ουρουγουάης, Χοσέ Μουχίκα, τον καλούμενον «Πέπε»; Άγιος ή δαίμονας; Ο ίδιος απαντά: «Αν δεν είχα ζήσει όσα έζησα, ίσως να μην ήμουν αυτός που είμαι. Είμαι παιδί της ιστορίας μου».

Ο Χοσέ Αλμπέρτο Μουχίκα Κορντάνο γεννήθηκε το 1935 στο προάστιο Πάσο ντε λα αρένα (αυτολεξεί «Πέρασμα της άμμου») στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης. Με προγόνους βασκικής καταγωγής, μετανάστες στην Ουρουγουάη, και μητέρα ιταλικής καταγωγής, έμεινε ορφανός από πατέρα στα οχτώ του χρόνια. Έκτοτε συνέβαλλε ως παιδί στα έσοδα του νοικοκυριού διανέμοντας ψωμί και πουλώντας κρίνα που έβρισκε στο πίσω μέρος της αυλής του σπιτιού του.

Την εποχή εκείνη η Ουρουγουάη γνώριζε πρωτοφανή ανάπτυξη, προμηθεύοντας μαλλί και βοδινό κρέας στην ταλανισμένη από τους πολέμους Ευρώπη. Ήδη το 1930, η μικρή αυτή χώρα, η οποία ποτέ δεν ξεπέρασε τα 3,5 εκατομμύρια πολίτες, συγκαταλέγονταν μεταξύ των δώδεκα πλουσιότερων χωρών του κόσμου βάσει του κατά κεφαλήν εισοδήματος, γεγονός που έκανε κάποιους να την ονομάζουν «Ελβετία της Λατινικής Αμερικής».

Νέος, τότε, ο Μουχίκα εργαζόταν για τον δημοφιλή αριστερό πολιτικό, Ενρίκε Έρρο, ωστόσο σταθμός στη ζωή και την πορεία του υπήρξε η συνάντησή του με τον Τσε Γκεβάρα στην μετεπαναστατική Κούβα. Στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, ο Τσε έφτασε πλέον ως ήρωας, ως ιδανικό, ως σύμβολο τυπωμένο σε σημαίες και μπλουζάκια, όμως δεν είμαστε σε θέση να υποθέσουμε καν το χάρισμα αυτής της προσωπικότητας, κάτι στο οποίο συναινούν σύντροφοι και αντίπαλοί του, ούτε βέβαια τον αντίκτυπο της γνωριμίας μαζί του, κάτι για το οποίο γράφουν ανεξαιρέτως όλοι όσοι τον γνώρισαν, πολιτικοί, ποιητές, συγγραφείς και καθημερινός κόσμος. Ο Μουχίκα περιγράφει τη συνάντησή του με τον μεγάλο επαναστάτη: «Ήταν ανεπανάληπτος, πρωτοπόρος, και σημάδεψε τα νεανικά μας χρόνια». (περισσότερα…)

Elena Stagkouraki: El Último de los Heroes*

jose_mujica_by_robertobizama-d6zq9kn

De la guerrilla urbana al cargo de Primer Ciudadano del Uruguay– un rebelde comprometido o algo así como un conformista cuasi revolucionario?

por ELENA STAGKOURAKI

En un encuentro que mantuvo con el Presidente de EE.UU., Obama, no duda en aconsejarle que su pueblo debería fumar menos y aprender alguna lengua extranjera. En un discurso en las Naciones Unidas, insta a los delegados a que dejen de asistir a asambleas generales carísimas y sin sentido, que además no benefician en nada. Algunos lo caracterizan como el Nelson Mandela de América Latina, al recordar los años que pasó en la cárcel, otros – políticos en su mayoría – lo acusan por la agudeza de sus palabras y la corrosión de la lengua española, llegando al punto de atribuirle responsabilidad por el golpe de estado militar del ’73. ¿Qué es válido acerca del saliente Presidente del Uruguay José Mujica, al que llaman “Pepe”? ¿Ángel o demonio? Él mismo responde: “Si no hubiera vivido lo que viví, quizás no sería el que soy. Soy hijo de mi historia”.

José Alberto Mujica Cordano nació en 1935 en el suburbio de Montevideo Paso de la Arena. Con antepasados vascos, inmigrantes en Uruguay y madre de ascendencia italiana, quedó huérfano de padre a los ocho años de edad. Desde entonces contribuía como niño en los gastos del hogar repartiendo pan y vendiendo lirios que encontraba en el patio del fondo de su casa. En esa época el Uruguay vivía un crecimiento sin precedentes, abasteciendo de lana y carne vacuna a la Europa atormentada por las guerras. Ya en 1930, este pequeño país, el cual nunca superó los 3,5 millones de habitantes, había sido catalogado como uno de los doce más ricos del mundo, según el ingreso per cápita, por lo cual algunos lo llamaron “la Suiza de América”.

De joven, Mujica trabajó para el famoso político de izquierda entonces diputado nacionalista, Enrique Erro, sin embargo, hito en su vida y su trayectoria constituyó su encuentro con Ché Guevara en la Cuba posrevolucionaria. En Europa y en Grecia, el Che ha llegado a ser casi como un héroe, como un ideal, como un símbolo estampado en banderas y camisetas. Sin embargo, no estamos en condiciones de imaginar siquiera el carisma de esta personalidad, asunto sobre el cual coinciden sus camaradas y opositores, ni por supuesto, el resultado de haberlo conocido, sobre lo cual escriben todos los que lo conocieron, políticos, poetas, escritores y personas en general. Mujica describe su encuentro con el gran revolucionario: “Fue irrepetible, pionero y marcó nuestros años de juventud”.

Alrededor de 1970, el Uruguay ya era otro: inflación, pobreza, estancamiento. En 1962-63 habían precedido manifestaciones fascistas, así como la situación del asilo de la Universidad y su ocupación, similar a la de nuestra Universidad Politécnica en 1973. Con el ideal puesto en el Che Guevara y en Cuba, y dada la fisionomía urbana de Montevideo, Mujica, junto con un grupo de su misma ideología, se volcó a la guerrilla ciudadana, dentro de la organización “Tupamaros”, cuya denominación proviene del nombre del revolucionario peruano del siglo XVIII, Túpac Amaru II. Los tupamaros evitaban el dogmatismo y actuaban según el método de ensayo y error. Se caracterizaban por evitar la violencia, por tener una visión objetiva de la justicia y por el simbolismo-teatralidad de sus acciones. De este modo, ingresarían en el domicilio de un juez infame, sólo para quitarle las armas y una máquina de escribir que más tarde devolverían (junto con una amenaza) ya que la usaba el hijo del juez para sus estudios. Ingresarían en un banco de inversión, propiedad de un ministro del gobierno, para arrebatar no sólo una abultada suma, sino también las listas de las que se rumoreaba que contenían transacciones ilegales, las cuales dejarían en la puerta de la fiscalía para que los culpables pudieran ser juzgados y encarcelados. O incluso, efectuarían una redada en el casino de San Rafael y devolverían las propinas a los trabajadores. Por todo eso, el periódico The New York Times los calificó como “guerrilleros de Robin Hood”. Respecto a su participación en el grupo de los tupamaros, Mujica comentará que fue una reacción frente al hecho de que la mitad del Uruguay pertenecía a mil doscientas familias, las cuales eran consideradas más patriotas, exactamente por eso, por ser propietarias de la mitad de la patria. “Nosotros no queríamos ser filósofos charlatanes de boliche”. Pero el que tiene armas, tarde o temprano las usa. En marzo de 1970, un policía reconoció a Mujica, por lo que ambos empuñaron sus armas. Como resultado, dos policías fueron heridos por los disparos de Mujica que fue a parar a la cárcel herido, ya que recibió seis disparos. Como dirá él mismo décadas después, “a la primavera le siguió el crudo invierno”, tanto en lo personal como en lo colectivo. Fue a la cárcel (de la que logró escapar dos veces) por más de una década y conoció el aislamiento en celdas sin retrete que llevaban a la mayoría hasta la locura. Pero la vida pacífica de Montevideo también fue perturbada por los tupamaros, que cometían secuestros, ataques con bombas y ejecuciones que cambiaron la opinión pública sobre ellos. Los disturbios reinaban y entonces se le encargó al ejército el desmantelamiento y exterminio de los tupamaros, hecho que se cumplió con éxito en menos de un año. Entre los últimos que arrestaron, en agosto de 1972, estaba Mujica, a quien encontraron durmiendo con una ametralladora y una granada de mano. Al año siguiente, en 1973, fue el golpe de estado bajo el gobierno de Juan María Bordaberry. Muchos consideraron responsables a los tupamaros.

Cuando salió de la cárcel con la pelela bajo el brazo y orgulloso por su acervo, Mujica ya no era el mismo. No era que hubiera claudicado o renunciado. Sino que más bien en la cárcel se hizo adulto. Eso es a lo que se refirió cuando habló sobre las revoluciones y los levantamientos: “Me gusta esta energía de juventud y la espontaneidad, pero creo no va dirigir a nada si no madura.” Y esto lo dice la misma persona que hizo estallar fábricas de propietarios extranjeros y que mucho más tarde, como Presidente del Uruguay, los beneficiaría reduciendo impuestos. “Necesariamente tiene que funcionar el capitalismo y necesariamente tienen que aumentar los impuestos para poder afrontar los serios problemas que tenemos. El intento de superar todo eso de una sola vez tendría como resultado que sufran las mismas personas por las que se lucha”. Algunos viejos compañeros lo critican: “Algunos dejaron sus ideales en sus celdas”, dirá Jorge Sabalsa. ¿La respuesta de Mujica? “Algunos de los viejos compañeros no entienden, no ven que cada día luchamos contra los problemas de la gente y no entienden que la vida no es una utopía.”

Prefiriendo la participación activa a la marginación, hecho que les permitió contribuir enérgicamente en el desarrollo político, los tupamaros formaron parte del Parlamento y del “Frente Amplio” en 1989. A pesar de eso, para algunos, como el analista político Adolfo Garcé, parecen estar preparados para recordar de un momento a otro el pasado y actuar de manera oculta. En las elecciones de 1994, los tupamaros consiguieron dos escaños en la Cámara de Diputados, uno de los cuales lo obtuvo Mujica.

A partir de ahí, Mujica continuará su trayectoria estable y ascendente en la política, hasta las elecciones del 2009, en las que fue electo Presidente de la República, cargo que asumió y ejerció hasta el año 2014. Incluso la ceremonia de su juramento estará a cargo de la Presidenta del Poder Legislativo, esposa y compañera en las ideas, Lucía Topolanski. Topolanski, proveniente de una familia acomodada, fue también miembro de los tupamaros, desarrollando con una actividad intensa. De niña la llamaban “la Flaca”, sin embargo los tupamaros cambiaron su apodo por el de “la Tronca”, porque era fuerte y dura. Se casó con Mujica recién en 2005, después de veinte años de convivencia y trece años que pasaron presos en cárceles diferentes. La Constitución del Uruguay no permite la reelección sucesiva del Presidente de la República, el cual es votado directamente por el pueblo, y así a Mujica lo sucedió Tabaré Vázquez.

En cuanto a su carácter político, Mujica, aclara: “La gente no me votó porque fui tupamaro, pero tampoco oculté mi pasado”. Y en otra oportunidad dijo: “quizás me votaron porque les digo la verdad sin vueltas, aún cuando no les guste”. Un trago amargo similar habrá sentido el día en que fue electo Presidente, al votarse también el rechazo a la anulación de la amnistía a las personas que ejercieron un rol activo durante la dictadura.

El ex Presidente se auto caracteriza como liberal, considerando como máximo desafío y logro, su mezcla de idealismo y pragmatismo. De este modo, el Mujica pragmático considera inútil la lucha contra la globalización e incluso recurre a la siguiente comparación: “Es algo parecido a cuando me miro al espejo y me veo las arrugas: no me gustan, sin embargo son inevitables.” Por otra parte, como explica, el problema de la globalización no es un fenómeno en sí mismo, sino la falta de voluntad política. “La globalización es un error porque es gobernada por el mercado y no por la política. A los gobiernos sólo les importan las elecciones nacionales, de ahí que nadie se ocupe seriamente de los numerosos problemas del mundo. Esto no significa, claro, que sea inevitable que alguien viva en sistemas capitalistas. Si así fuera, no habría confianza en el hombre, que si bien puede tener muchos defectos, tiene también unas posibilidades impresionantes”.

Según Mujica, de lo que nos debemos ocupar principalmente es del aquí y ahora, del tema de la pobreza y mejorar la vida diaria, mientras que por el contrario, la utopía del idealismo de hecho se orienta hacia el futuro. En cuanto a su propia vida, refuta, la calificación de “el Presidente más pobre del mundo” diciendo, en concordancia con Séneca, que pobre no es el que tiene poco, sino el que quiere cada vez más viviendo consumido por el deseo y sin disfrutar la vida. “Cuanto más se rodea alguien de bienes materiales, más tiempo necesita para administrarlos. Por eso nosotros [él y su esposa] vivimos hoy como hace cuarenta años, en el mismo barrio, con las mismas personas y las mismas cosas. Uno no deja de ser una simple persona por el hecho de haber sido electo Presidente.”

De todos modos, estas palabras en el caso del “Pepe” no fueron dichas en el aire aunque generalmente los políticos no logran superar con éxito el obstáculo que los separa de lo deseable y del compromiso asumido. Durante su presidencia, Mujica rechazó todos los honores que se le ofrecieron en razón de su cargo, desde el palacio presidencial hasta el uso de auto oficial con chofer. En vez de eso, permaneció en su simple casa de tres ambientes en una chacra fuera de Montevideo, donde cultiva flores, que luego vende para ganarse la vida. En vez de un lujoso Mercedes Benz con vidrios oscuros maneja su escarabajo azul del ’70 que él mismo, dentro de lo posible, va reparando. Tampoco le teme al tractor, y las fotos suyas sobre este vehículo dan la vuelta al mundo. Más debería uno temerle a lo que él califica como “pobreza espiritual”: “Nuestra vida se ha vuelto más simple, pero esto trae aparejado la falta de creatividad”.

Además, como Presidente, Mujica hizo lo que habría sido suficiente que hubieran hecho los políticos griegos para convencer a su pueblo sobre la necesidad de asumir los sacrificios que impone la crisis actual. Por iniciativa propia, cedió el 90% de su sueldo al sustento de familias monoparentales como consecuencia del abandono del hogar por el cónyuge. “Las mujeres que con mayor frecuencia son víctimas de la discriminación, son las que viven en condiciones de pobreza. La violencia de género se observa principalmente en las clases sociales más bajas. Las niñas pobres, no son bien tratadas por nuestra sociedad”, reconoce Mujica.

Para el ex presidente, el conflicto de las clases sociales es un hecho. “Sí, se trata sin duda de una guerra. Es absurdo que una mujer se refiera a su empleada doméstica como ‘compañera’, desde el momento en que la primera es la jefa y la otra una sirvienta.” De ahí que uno de los objetivos centrales de la presidencia de Mujica fuera la eliminación de las diferencias sociales y el logro de la igualdad. No de la mal interpretada, por la cual todos son iguales, sino la igualdad de oportunidades que es muy importante y dista mucho de existir en su país, aunque también existe en las sociedades de la mayoría de los países, añadiríamos nosotros.

Las reformas progresistas durante su gobierno hicieron popular a Mujica en todo el mundo, aunque él no se sienta tan entusiasmado por el progreso logrado. “Es posible que estas reformas obedezcan al sentido de justicia y respeto de los derechos humanos, sin embargo la causa del problema sigue siendo y no es otra que el conflicto entre las clases sociales”. El Uruguay ha aprobado recientemente la ley que despenaliza el aborto hasta la décimo segunda semana del embarazo, así como también el matrimonio entre homosexuales. Sin embargo, el Presidente comenta sencillamente que la homosexualidad “es un fenómeno tan viejo como la humanidad. Lo ideal es que cada uno vivía como quiera”.

Vernazza, asesor de Mujica, comentó que en los cuarenta años de su carrera nunca antes había conocido a una persona tan flexible y de tan amplia capacidad de adaptación. Mujica lo había contratado para que normalizara la situación y que las empresas no amenazaran con abandonar el país en caso de que ganara las elecciones. Fue Vernazza quien asesoró al Presidente en el cuidado de su apariencia y lo convenció a peinarse y a usar camisa. De este modo, aunque sin llegar a un total acuerdo con sus ideas y sus costumbres, Mujica adoptó una imagen que le aseguró el cargo de Presidente.

En el futuro, el ex Presidente sueña con crear una escuela agraria para jóvenes, ya que “de joven luché por mejorar el mundo y no tuve hijos”. Reservamos para el final la frase que pronunció el hijo del juez aquel, en cuya casa habían irrumpido los tupamaros (incluso en las elecciones presidenciales votó al intruso de aquel entonces): “Quizás debería haber alimentado alguna amargura respecto a él. Sin embargo, es el único maestro que enseña a cumplir la ley”. No se trata de poca cosa, si se tiene en cuenta la terrible dificultad para encontrar un caso similar en Grecia. En cuanto a aquellos que habiendo llegado hasta este punto del texto, se apresuran a encontrar similitudes entre Mujica y recientes falsos héroes –menores y mayores de edad- en Grecia, les aseguramos que no han comprendido este texto en lo más mínimo.

* Según título del documental de Emir Kusturika sobre la vida de José Mujica “El último héroe de la política” (“The last hero of politics”).

******************************************

Adriana Lissidini

Con el motivo de nuestra ocupación con el caso del ex-Presidente José Mujica, comunicamos con la embajadora de la República Oriental del Uruguay en Atenas, señora Adriana Lissidini, quien tuvo la gentileza de contestar nuestras preguntas.

E.S.: Después de dos años en Grecia, ¿en qué características cree usted que coinciden y en cuáles se distinguen los uruguayos de los griegos? Me refiero a elementos de su carácter como pueblo y de su cultura.

A.L.: Como afirmación general diría que existe una afinidad espiritual entre los pueblos griego y uruguayo, una similar forma de pensar y sentir que hace que se puedan entender con facilidad, más allá de los diferentes idiomas. El papel de la familia es central en ambos países. Culturalmente los uruguayos nos hemos formado admirando la Grecia clásica y entre otros aspectos quisiera destacar que somos grandes entusiastas del teatro. La principal diferencia entre ambos pueblos radica en el papel de la religión, que es inseparable del ser griego, mientras que en Uruguay, el laicismo es una característica dominante.

E.S.: En este momento Grecia pasa por una de las crisis más pesadas de su historia y gran parte de los griegos es pesimista. ¿Cuál es la situación contemporánea del Uruguay?

A.L.: Uruguay ha estado creciendo en forma ininterrumpida desde el año 2003, en la década 2003-2013 creció un promedio de 5,2%. Ello se debió a los buenos precios de sus más importantes productos de exportación (carne, granos, madera, celulosa), al desarrollo de otros sectores estratégicos como el turismo, la tecnología de la información, las finanzas, logística y transporte, construcción, entre otros; por una importante inversión extranjera así como por el aumento de la demanda interna.

E.S.: ¿Conoce usted al Presidente Mujica? En caso que sí, ¿cuál es su impresión de él? A.L.: No lo he tratado personalmente. Mi impresión es la de la mayoría de la población: se trata de una persona inteligente, honesta, que vive como predica y por sobre todas las cosas que ha trabajado en pro del arte de convivir.

E.S.: ¿Qué le pareció Mujica durante su mandato como Presidente? ¿Cree usted que el pueblo del Uruguay se quedó contento con él?

A.L.: Mujica terminó su mandato con un porcentaje altísimo de aprobación de su gestión: 68 %, creo que ello responde a su pregunta sin necesidad de ningún agregado.

E.S.: En nuestro texto intentamos dar una respuesta a la pregunta que resulta de las dos opiniones opuestas sobre el Presidente Mujica, es decir, si se trata de un revolucionario desistido o de un conservador de ropa revolucionaria. ¿Cuál es su opinión?

A.L.: Yo lo describiría como una persona que supo mantener sus sueños de juventud al tiempo de adaptarlos a la realidad posible. La preocupación por los más necesitados ha continuado siendo el principal motor de su vida. Quisiera recordar que dona el 90% de su sueldo a distintos proyectos, entre ellos un plan de viviendas para personas humildes. Si ser revolucionario es atreverse a examinar vías diferentes para la solución de problemas, su decisión de legalizar la producción, venta y consumo de marihuana es una medida revolucionaria, siendo el Uruguay el primer país en el mundo en atreverse a probar este nuevo camino.

E.S.: ¿En qué se diferencia su mandato en Grecia de sus funciones en otros países del mundo? ¿Qué aspira usted a conseguir en el tiempo que le queda en Grecia?

A.L.: Hasta ahora todos mis mandatos han sido diferentes entre sí, mi primera sede fue la Misión del Uruguay ante las Naciones Unidas, es decir un puesto multilateral. Mi segundo destino diplomático fue en la Embajada en Roma, que me dio mi primera experiencia consular y el tercero fue Cónsul General en Nueva York en el que el énfasis estaba en la atención a la comunidad compatriota.

En Grecia entonces, tuve la oportunidad por primera vez de ejercer como Embajadora de mi país. Esto me ha dado una responsabilidad mucho mayor a la que tuve antes, al mismo tiempo me ha brindado la oportunidad de tratar directamente con autoridades del país en nombre del Uruguay. Llegué a Grecia en un período muy particular, agosto de 2012, poco después de la asunción de gobierno de Samarás, por lo que he vivido intensamente una situación inédita en la zona euro, que al margen del drama social que encierra, es un punto de inflexión sin precedentes en la historia europea.

En el tiempo que me queda en Grecia, una de mis aspiraciones es contribuir al conocimiento por parte del pueblo griego de aspectos culturales de mi país. Por ello, la Embajada está apoyando este año la publicación y traducción al griego de la obra de nuestra poetisa Idea Vilariño; de la edición de un número especial sobre literatura uruguaya por parte de una revista literaria griega, así como la puesta en escena en Atenas de una obra de teatro sobre la vida de Sócrates, basada en un texto de un escritor uruguayo.

E.S.: Por favor, un mensaje para los lectores de la revista Neo Planodion, es decir para los ciudadanos griegos.

A.L.: A los ciudadanos griegos les digo que aunque muy lejanos geográficamente, los uruguayos nos sentimos muy cerca, no sólo por los motivos afectivos y culturales que expresé anteriormente, sino porque Uruguay ha sufrido durísimas crisis económicas que lo han puesto al borde del abismo en más de una oportunidad. Sin embargo, hemos logrado salir de las mismas con una confianza renovada en nosotros mismos. Como uruguaya deseo todo lo mejor a un pueblo que tanto ha dado al mundo.

Έλενα Σταγκουράκη: «Επικό θέατρο» στο Παλλάς

newego_LARGE_t_248161_106503997

«Επικό θέατρο» στο Παλλάς

Της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Ο κύκλος με την κιμωλία»
του Μπέρτολντ Μπρεχτ
σκην. Κων/νος Μαρκουλάκης
Θέατρο Παλλάς
Μάιος 2015

«Τυφλοί στο μεγαλείο τους, λες και θα είναι αιώνιοι»: ο Μπρεχτ καταδικάζει την κοντόφθαλμη εξουσία, όποια και αν είναι αυτή, σε ένα έργο που –όπως το σύνολο των έργων του– είναι αιώνιο και πάντα επίκαιρο. Ο ίδιος βέβαια έβλεπε, και δεν αρνήθηκε ποτέ να πληρώσει το τίμημα αυτής του της ικανότητας και επιλογής.

Ο κύκλος με την κιμωλία, έργο πλέον κλασικό της παγκόσμιας δραματουργίας, γράφτηκε το 1944 και ανέβηκε στο θέατρο του Μπρεχτ, το Berliner Ensemble, το 1954. Η κύρια υπόθεση αφορά μια εξέγερση που οδηγεί στην αντικατάσταση του Κυβερνήτη Αμπασβίλλι, τη σύλληψή του και την άτακτη φυγή της συζύγου και των αυλικών του. Μες στην αναμπουμπούλα, η αυτάρεσκη σύζυγος, Νατάλια, ξεχνά πίσω το γιο της και διάδοχο, Μιχαήλ Αμπασβίλλι, τον οποίο σώζει και παίρνει μαζί της η υπηρέτριά της, Γρούσα. Μετά από πολλές περιπέτειες και κακουχίες, η Γρούσα καταφέρνει να σώσει και να μεγαλώσει το μωρό, ώσπου πάλι «οι καιροί αλλάζουν και οι ελπίδες των λαών ξεσπάνε», οπότε η βιολογική μητέρα θυμάται ξανά και διεκδικεί το γιο της. Ποια από τις δύο γυναίκες λογίζεται για μάνα του Μιχαήλ; Γύρω από αυτόν τον κεντρικό άξονα που παραπέμπει στην ανάλογη κρίση του Σολομώντα της Παλαιάς Διαθήκης, αναπτύσσεται πλήθος επιμέρους ιστοριών και επεισοδίων, τα οποία συμβάλλουν αφενός στην εξωτερίκευση των μηνυμάτων που επιθυμεί να εκφράσει ο Μπρεχτ, αφετέρου στο είδος θεάτρου, το οποίο πρέσβευε, όχι άλλο από το «επικό θέατρο» („episches Theater”).

Υπενθυμίζουμε ότι ο Μπρεχτ ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον συγκεκριμένο όρο, καθώς και κύριος εκπρόσωπος του θεάτρου αυτού, ενός θεάτρου που δίνει έμφαση όχι τόσο στην υπόθεση και την έκβασή της, αλλά στον τρόπο αφήγησής της αυτόν καθαυτόν. Έτσι, χρησιμοποιώντας διάφορα μέσα, από την περίφημη «αποστασιοποίηση» („Verfremdung“) ώς τα διαφορετικά είδη και μέσα αναπαράστασης (μιμική, λεζάντες, βίντεο κλπ), ένα συγκεκριμένο σύστημα άρθρωσης και κίνησης, τη μουσική κ.ά., στόχευε στην πλήρη και αυτοτελή εξιστόρηση των επιμέρους επεισοδίων. Ο Μπρεχτ υπενθύμιζε στο θεατή του ότι παρακολουθεί θέατρο και όχι μια αληθινή ή αληθοφανή ιστορία, στην οποία θα πρέπει να συμμετέχει και να συμπάσχει. Αντιθέτως, γνωρίζοντας τις διάφορες παραμέτρους, το κοινό όφειλε να λαμβάνει αντικειμενική στάση απέναντι στα τεκταινόμενα και να τα κρίνει έξωθεν.

Αυτά τα χαρακτηριστικά και αυτό το είδος θεάτρου σεβάστηκε πλήρως και απέδωσε στην ολότητά του και με τρόπο θαυμαστό ο Μαρκουλάκης ως σκηνοθέτης της παράστασης, εκφράζοντας όχι τόσο το γράμμα, όσο το πνεύμα του Μπρεχτ. Έτσι, λαμβάνοντας δημιουργικές πρωτοβουλίες, όπως για παράδειγμα την παρουσίαση του ποιητή/αφηγητή ως ανάπηρου σε καροτσάκι –καίριο μήνυμα, στο οποίο πιθανότατα να συμφωνούσε σήμερα ο Μπρεχτ– μένει πιστός στο μπρεχτικό θέατρο και το ύφος του. Το παιχνίδι των σκιών πίσω από το πανί, οι εικόνες της Γρούσας που τρέχει στο βουνό ή περνάει τη γέφυρα, η σκηνή με τον ετοιμοθάνατο και ύστερα λουόμενο Γιουσούφ, η σκηνή της υστερικής αναχώρησης της Νατάλιας Αμπασβίλλι, αλλά και η απόδοση των ξέχωρων χαρακτηριστικών στοιχείων σε καθέναν από τους κύριους χαρακτήρες, αποδεικνύουν τη μαεστρία ενός σκηνοθέτη, ο οποίος είναι σε θέση να δημιουργήσει σεβόμενος και εκμεταλλευόμενος σωστά το υλικό που έχει στα χέρια του, είτε πρόκειται για το έργο είτε για το είδος του θεάτρου είτε για τους ηθοποιούς.

Τη μετάφραση του Κύκλου με την κιμωλία υπογράφει ο Οδυσσέας Ελύτης και τη μουσική του ο Μάνος Χατζιδάκις. Πρόκειται για μετάφραση έξοχη και άκρως ποιητική, η οποία –ομοίως– μένει πιστή κυρίως στο πνεύμα του Μπρεχτ. Σημειώνουμε εδώ ότι ο Ελύτης δεν μετέφρασε το έργο απευθείας από το γερμανικό πρωτότυπο, αλλά από τα γαλλικά, ενώ τους στίχους των τραγουδιών τούς δημιούργησε εξ αρχής ώστε να συμβαδίζουν με τη μουσική του Χατζιδάκι και την ελληνική ταυτότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, μένει πιστός στο πνεύμα του Μπρεχτ, κάτι που τόσο ως γνώστες του Μπρεχτ όσο και γερμανομαθείς μπορούμε να επιβεβαιώσουμε. Η δε μουσική του Χατζιδάκι είναι τόσο μοναδικά χατζιδακική και παραμυθένια, τόσο θαυμαστά ταιριαστή με το έργο. Ελύτης και Χατζιδάκης γίνονται η ελληνική εκδοχή του ζεύγους Μπρεχτ-Βάιλ, δείχνοντας στο σημερινό κοινό πώς θα πρέπει να ήταν το θέατρο την εποχή των Μεγάλων του θεάτρου, της ποίησης και της μουσικής, την εποχή του Κουν, του Γκάτσου, του Θεοδωράκη κλπ. Ευτυχώς, η σκηνοθεσία του Μαρκουλάκη αξιοποίησε στο έπακρο αυτό το θησαυρό και του επέτρεψε να ακουστεί.

Η ομάδα των ηθοποιών πλαισιώνει αρμοστά το έργο. Ξεχωρίζει βέβαια η υπέροχη, συγκινητική και ανθρώπινη, ερμηνεία της Μαρίας Πρωτόπαπα στον πρωταγωνιστικό ρόλο της Γρούσας, μια ερμηνεία τόσο δική της και ταυτόχρονα τόσο αριστοτεχνικά δοσμένη. Εξαιρετικός στο ρόλο του ποιητή/αφηγητή ο δωρικός Δημήτρης Λιγνάδης και απολαυστικά κωμικός ο Κώστας Κορωναίος στους ρόλους του Γιουσούφ και του Πρίγκιπα Κασμπέκι. Λαμπρά υστερική η Ελισάβετ Μουτάφη ως Νατάλια Αμπασβίλλι και έκτακτος ο Γιώργος Παπανδρέου ως ‘γομάρι’ και ως Σωβά.

Τα σκηνικά της Λίλης Πεζανού, με τις τριγύρω σκαλωσιές και τις ολοένα εκ νέου διαμορφούμενες μεταλλικές κατασκευές, σέβονται την επιταγή του Μπρεχτ για εμφανή σκηνικά και συνιστούν διάφανο και έξυπνο φόντο για την εξέλιξη της υπόθεσης. Τα κοστούμια της ίδιας αποτυπώνουν με γλαφυρή παραστατικότητα το ποιόν του κάθε χαρακτήρα.

Τι κρατάμε από αυτήν την παράσταση, την οποία ευχαρίστως θα ξαναβλέπαμε;

«Κανένα πράγμα δεν είναι κανενός – ή, αν όχι,
τότε είναι σίγουρα ’κεινού που το ’χει
μεράκι του, και τ’ αγαπάει και το γνωρίζει.
Ένα παιδάκι ανήκει σ’ όποιον το φροντίζει,
τ’ αμάξι ανήκει στον προσεχτικό οδηγό,
μην τύχει και το ρίξει στο γκρεμό…»

Αθήνα, 17.5.2015

Μια βραδιά στον κήπο με γεύση Ουρουγουάης

11174242_837614929650494_6894667617987636952_o

Το περιοδικό ΝΕΟ ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ, με καλεσμένη του την Ουρουγουανή εκδότρια και κριτικό λογοτεχνίας Άννα Ινές Λάρρε Μπόρχες, σας προσκαλεί σε μια ευχάριστη βραδιά στην αυλή, με ποίηση και μουσική της Ουρουγουάης.

Γνωρίζετε ότι το τάνγκο δεν είναι αργεντίνικης, αλλά ουρουγουανικής επινόησης; Γνωρίζετε ακόμη ότι στην Ουρουγουάη υπάρχει η γενιά του ’45 –αντίστοιχη με τη δική μας γενιά του ’30–, με εκπροσώπους της από τον πασίγνωστο Μάριο Μπενεντέτι έως λιγότερο γνωστούς σε μας ποιητές, συγγραφείς και κριτικούς;

Γι’αυτά θα μιλήσουμε το βράδυ της Τετάρτης, 20 Μαίου, στην αυλή της Favela (Αρτεμισίου 4, στο Γκάζι), με μουσική τάνγκο από τον Herman Mayr και απαγγελία ποιημάτων από τη Λένα Καλλέργη (ποιήτρια), τη Νάνα Παπαδάκη (ηθοποιό) και την Έλενα Σταγκουράκη (μεταφράστρια).

Προλογίζει η Άννα Ινές Λάρρε Μπόρχες και ο διευθυντής του Νέου Πλανοδίου, Κώστας Κουτσουρέλης.

Τετάρτη, 20 Μαίου, στις 20.00μμ, στη Favela (Αρτεμισίου 4, στο Γκάζι -σταθμός μετρό «Κεραμεικός»)

Σας περιμένουμε!

Έλενα Σταγκουράκη: «Να αντέξεις είναι το ζητούμενο»…

ImageHandler.ashx

«Να αντέξεις είναι το ζητούμενο»*

Της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

«Ο γυάλινος κόσμος»

του Τένεσι Ουίλιαμς

σκην. Ελένη Σκότη

Θέατρο Εμπορικόν

Μάιος 2015

«Κάτω απ’ αυτήν την ηρεμία…» σχολιάζει η Αμάντα Γουίνγκφιλντ, αφήνοντας ημιτελή τη φράση της. Με την αναζήτηση αυτής ακριβώς της αλήθειας πέρα από τα φαινόμενα καταγίνεται το έργο που καθιέρωσε τον Ουίλιαμς. Μόνο που, για να την αντικρίσει κανείς και να την παραδεχτεί ξεστομίζοντάς την, χρειάζεται θάρρος και αντοχή, χαρακτηριστικά που δε διαθέτουν όλοι –ή που ίσως δεν επιθυμούν να διαθέτουν.

Ο γυάλινος κόσμος, κλασικό πλέον έργο του παγκόσμιου δραματολογίου, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1944 στο Σικάγο, αποσπώντας διθυραμβικές κριτικές. Έκτοτε γνωρίζει πολυάριθμες παραστάσεις κάθε χρόνο ανά τον κόσμο. Γραμμένο με ιδιαίτερη μαεστρία, πυκνότητα νοήματος, συμβολισμό, αλλά και χώρο για ελευθερίες, το έργο επικεντρώνεται στη ζωή μιας τριμελούς οικογένειας μετά την εγκατάλειψή της από τον πατέρα. Με τρόπο χειρουργικό και σχεδόν δίχως να γίνεται αντιληπτό από τον ίδιο, ο αναγνώστης-θεατής γίνεται μάρτυρας τριών διαφορετικών κόσμων, τους οποίους ενώνει μονάχα το γεγονός ότι συνυπάρχουν κάτω από την ίδια στέγη. Έτσι, ό,τι σημαίνουν για την κόρη τα γυάλινα αντικείμενα, σημαίνει για τον γιο η ποίηση και για τη μητέρα οι αναμνήσεις του παρελθόντος. Η ευθραυστότητα του γυαλιού δεν χαρακτηρίζει μόνο τις φιγούρες της Λώρας, αλλά και τη δραστηριότητα του Τομ στον αντιποιητικό κόσμο της αποθήκης όπου εργάζεται και τις μνήμες της Αμάντας από μια εποχή για πάντα χαμένη. Σε μια πραγματικότητα με μέγα ζητούμενο την επιβίωση, τόσο φυσική –λόγω της Μεγάλης Κρίσης που εξουθένωσε τις ΗΠΑ–, όσο –κυρίως– ψυχική, οι χαρακτήρες καταφεύγουν στους δικούς τους παράλληλους κόσμους προκειμένου να αντέξουν. Και αλίμονο, όταν η πραγματικότητα αποφασίσει να τους υπενθυμίσει την ύπαρξή της.

Η σκηνοθετική απόδοση της Σκότη στέκεται στο ύψος του έργου και δεν αφήνει τις σκηνοθετικές ελευθερίες που αυτό επιτρέπει ανεκμετάλλευτες. Κυρίως πρόκειται για τον πολλαπλό ρόλο του Τομ, ο οποίος εν προκειμένω, πέρα από αφηγητής και πρόσωπο του έργου, παίζει κάποτε και ρόλο σκηνοθέτη. Αυτή η πολλαπλότητα του ρόλου του Τομ ίσως δικαιολογεί κάπως το γεγονός ότι ο γιος παρουσιάζεται ασπρομάλλης και μεγαλύτερος ηλικιακά από τη μητέρα του, κάτι που παρ’ όλ’ αυτά, ξενίζει αρκετά το θεατή. Αν το παραβλέπει, αυτό οφείλεται κυρίως στη θαυμαστή συμβολή του Καταλειφού που τον υποδύεται.

Στην παράσταση, αυτός ο τελευταίος δεν είναι παρά ένας πραγματικός έφηβος, με κίνηση και έκφραση εφήβου, απλά με άσπρα μαλλιά. Άλλωστε, κατ’ επιταγή των γονιδίων, πόσοι και πόσοι νέοι δεν έχουν λευκά μαλλιά. Η Θέμις Μπαζάκα, ως Αμάντα Γουίνγκφιλντ, καταπληκτική! Πρόσωπο, σώμα και κίνηση μιλούν από μόνα τους για να αποδώσουν μια γυναίκα τόσο υπέροχα καταπιεστική και τρυφερή, ονειροπόλα και πραγματίστρια, σωστή –θα λέγαμε– Ελληνίδα μάνα. Η παράσταση κυλάει γύρω της, με την ίδια στο επίκεντρο. Η Στέλλα Βογιατζάκη θαυμαστά ιδανική για το ρόλο της Λώρας, τόσο που δεν ξέρουμε αν πρέπει να επαινέσουμε περισσότερο τη διανομή ή την ερμηνεία της: αλαβάστρινη, εύθραυστη, αφελής, ένας σπάνιος μονόκερος η ίδια. Ο αεράτος Κωνσταντίνος Γώγουλος στο ρόλο του Ο’ Κόνορ προσωποποιεί αρμοστά την αδυσώπητη πραγματικότητα, προσφέροντας την αντίστιξη στον αδύναμο και θλιβερό κόσμο των Γουίνγκφιλντ.

Η μετάφραση του Δήμου Κουβίδη έχει ως αποτέλεσμα ένα κείμενο ποιητικό, με μπρίο και φρεσκάδα. Τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη εξαιρετικά μες τη λιτότητά τους, δίνοντας έμφαση στην οικονομική δυσχέρεια και την ευθραυστότητα. Καλοί οι φωτισμοί της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, αν και θα χρειάζονταν κάπως γοργότερα αντανακλαστικά, και αρκετά αναμενόμενη η ηχητική επένδυση του Σταύρου Γασπαράτου.

«Είμαι ακόμη κατάπληκτη απ’ τη ζωή» αναφωνεί η Αμάντα Γουίνγκφιλντ, δίνοντας έτσι φωνή στη σκέψη του θεατή. Πριν από κάποια χρόνια, ο Γυάλινος κόσμος θα αντιμετωπιζόταν ίσως ως ένα έργο Αμερικανού συγγραφέα, συγκεκριμένης εποχής και ξένης πραγματικότητας. Και τώρα, στην Αθήνα του 2015, αποζητά ξάφνου αγωνιωδώς ο καθένας μας το γυάλινο κόσμο που θα τον ανακουφίσει. Όσο δεν χάνεται η επαφή με την πραγματικότητα, πρόκειται για κάτι θεμιτό. Εξάλλου, αυτό το τελευταίο έρχεται να μας θυμίσει ο Τένεσι Ουίλιαμς.

* Στίχος της Κικής Δημουλά

Αθήνα, 8 Μαίου 2015

ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΕΛΕΝΗ ΣΚΟΤΗ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΤΑΛΕΙΦΟΣ - ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ ΘΕΑΤΡΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟΝ

ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ
ΕΛΕΝΗ ΣΚΟΤΗ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΤΑΛΕΙΦΟΣ – ΘΕΜΙΣ ΜΠΑΖΑΚΑ
ΘΕΑΤΡΟ ΕΜΠΟΡΙΚΟΝ

Μα να συνηθίσει, τι;

17845

Της ΕΛΕΝΑΣ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

Η σπηλιά με τα βεγγαλικά
της Ζέφης Δαράκη
Εκδόσεις Νεφέλη
2014

«Επειδή το χέρι σου/ έσφιγγε το τέλος της ζωής μες στο δικό μου/ Επειδή όσα ζήσαμε παγώνουν σιγά σιγά/ το χρόνο των ποιημάτων που δεν τα ενδιαφέρει η αθανασία/ αλλά το πώς θα διαπλεύσουμε αυτή τη σχισμή/ του παγερού ρίγους που μας διασχίζει»: Γι’ αυτό και όχι γι’ άλλο γράφει η Δαράκη την πιο πρόσφατη ποιητική της συλλογή, που φέρει ρητή την αφιέρωση στον προσφάτως εκλιπόντα σύντροφό της –και σπουδαίο ποιητή– Βύρωνα Λεοντάρη και αφορμάται από το γεγονός του χαμού του.

Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες, ακολουθούμενες από ένα μοναδικής λυρικότητας κατευόδιο εν είδει επιμέτρου. Έτσι η ποιήτρια πορεύεται από τον πρώτο τρόμο της απώλειας, στην ουσία του ίδιου του γεγονότος και το χαμό του Εσύ, στην περιδιάβαση ύστερα περασμένων εικόνων, σκέψεων, αναμνήσεων, τόπων και προσώπων σαν απόσταγμα μιας μοιρασμένης ζωής σε μια προσπάθεια αναχαίτισης της λήθης, ώς τον απόηχο τέλος του γεγονότος, της όποιας ‘συμφιλίωσης’ με αυτό και της πορείας πλέον της ίδιας ως «μισοφαγωμένου κατόπτρου».

«Με τυλίγει με ξετυλίγει ο τρόμος/ και μη ρωτάς γιατί η νύχτα/ ένας μεγάλος μαύρος λεκές είναι η νύχτα / Από τότε που ξενιτεύτηκε τ’ όνειρο,/ ο μοναδικός μου Αναγνώστης χάθηκε/ με κείνο το κουρελιασμένο παλτό και/ το αποτσίγαρο του βιαστικού ουρανού στα χείλη». Εκκινώντας λοιπόν τρομοκρατημένη από το ερώτημα «Είναι κανείς εδώ;» καταπιάνεται με την αναζήτηση της απάντησης. Μια ολόσωμη σκιά θα της αποκριθεί από μια γωνιά του δωματίου, σκιά που η ίδια αλλού ονομάζει «βιολί για πάντα κλειδωμένο», «δραπέτη», «απόκρημνο έρωτα», «περίτεχνο γλυπτό σε δάσος», «μάτια που λάμπουν», «ερώτημα», και βέβαια «ουρανό», μα πάνω απ’ όλα «όνειρο»: δεν είναι άλλη, από τη σκιά του Βύρωνα.

Του Βύρωνα που «ήταν πάντα λυπημένος ήταν/ βαθύτατα λυπημένος και δεν ευτύχησε στη ζωή δεν ευτύχησε/ Έμενε ξάγρυπνος τις περισσότερες φορές έβλεπε όνειρα,/ καταρράκτες ονείρων Ξυπνούσε κοίταζε γύρω του/ τ’ απόνερα των ονείρων/ Οι πιο πιστοί του αγορητές περιγελούσαν το ένδον ρίγος,/ οριστικά σχεδόν το αποκλείανε».

Κι εκείνη, να αναθυμάται περασμένους περιπάτους, ολοένα διερωτώμενη: «Γιατί συναινώ/ με τόσο άνεμο ζωής/ σε μακρινούς περιπάτους/ δίχως συνάντηση/ σε νοερούς διαλόγους…». Θα καταλάβει και η ίδια πως επιμένει σε αυτό, θαρρείς αφηρημένα, και θα πει: «Η λύπη/ δεν είναι πάντα μια άλλη πατρίδα/ που ξενιτεύει την ψυχή/ Είναι ίσως/ κι ένα παλιό σκαρί ξαναβαμμένο στον ουρανό του/ Είναι το πιο απόμακρο χαμόγελο/ ενός αφηρημένου ανθρώπου/ αφηρημένου, από όσα/ του έχουν συμβεί». Ας μην φανεί αμείλικτος λοιπόν ο αναγνώστης, κι ας σκύψει τρυφερά πάνω από αυτήν την «αναδίπλωση της ψυχής/ επάνω στα σημάδια της…» Ας κάνει ησυχία για να ακούσει την ποιήτρια και ας κατανοήσει την απόγνωσή της όταν του εκμυστηρεύεται: «Σαν μια αμάθητη κοπέλα η ποίηση/ δε θα μπορέσει ποτέ/ να περιστρέψει από τον καρπό του χεριού/ το χρυσό μήλο/ που είναι/ ένα ευτυχισμένο ημερόνυκτο ζωής/ Θα μάθει όμως με τρεμάμενα δάχτυλα/ ν’ αγγίζει το χρυσό μήλο Ν’ αποκαλύπτεται/ κρυβόμενη/ και στον Όφι και/ στον Κηπουρό».

Στο οδυνηρό αυτό ταξίδι της συνειδητοποίησης, αμείλικτοι παραστάτες στέκονται οι καθρέφτες (ή κάτοπτρα) και τα είδωλά τους, καθρέφτες που προσωποποιούνται και περιγελούν εχθρικοί την ποιήτρια και την κατάσταση που βιώνει. Ανάλογος είναι και ο ρόλος των φαρδιών φορεμάτων, των χαμένων ρούχων και των παλιών ντουλαπών. Διαρκές είναι και το παιχνίδι του σκοταδιού με το φως –σύμβολα πολλαπλά στη Σπηλιά της Δαράκη–, φως που κάποτε σημαίνει τον σύντροφο-ποιητή ο οποίος διέλυε «σαν οξύ το βουρκωμένο σκοτάδι του κόσμου».

Η σπηλιά με τα βεγγαλικά είναι γραμμένη σε στίχο ελεύθερο, με εξίσου ελεύθερη μορφή, η οποία υπαγορεύεται στην ποιήτρια από τον ειρμό των σκέψεών της. Η γλώσσα της είναι καθημερινή, με απρόσμενους συνδυασμούς λέξεων και ένα ύφος θρηνητικό, δίχως όμως συναισθηματισμούς, παρά με την επιβλητική υποβλητικότητα της απώλειας, της αδυναμίας και της βαθιάς θλίψης. Η συλλογή συνιστά την προσπάθεια εξωτερίκευσης μιας εσωτερικότητας δομημένης με τρόπο λυρικό, με άλλα λόγια μια άναρθρη κραυγή και την προσπάθεια έκφρασής της. Η μεγάλη αναμέτρηση λοιπόν της ποιήτριας είναι εκείνη με τη βουβή σιωπή που μεταξύ άλλων την ονομάζει «το αμίλητο», «το άλεκτο», «το σιωπηρό», «το ανέκφραστο», «το ανείπωτο».

Μπροστά σε αυτό το αμείλικτο Αμίλητο, εμείς δεν μπορούμε παρά να αισθανόμαστε αιδώ, όπως και για την αφελή μας προσπάθεια να κάνουμε κάτι γι’ αυτό, επεμβαίνοντας στη βαθιά, απόλυτα ανθρώπινη και συνάμα θαυμαστά υπερκόσμια συνομιλία της ποιήτριας με τον «μοναδικό της Αναγνώστη».

Αθήνα, Μάρτιος 2015

Greece – The 5th Woman Scream in Verse; A Summary

(The video was created by Georgia Panakia for Eleni Galani’s poem which closed the Festival)

The 5th Woman Scream Festival was celebrated with great success in Greece last March. With more than 10 events and a variety of arts (poetry, theatre, cinema, etc) in the Greek capital and the periphery, the 5th Woman Scream conveyed the message of non-violence towards women of every nationality and background. Below you will find a small but characteristic selection of what was read and took place in Greece during the Festival.

– Dimitra Christodoulou (Woman Scream’s special guest in Athens)

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ

«Όλα έμαθες να τρέχεις να τα πεις,
Τα καταδίδεις στη συνείδησή σου
Σαν να ‘σουν του θεού το τσιράκι.
Γυναίκα που έχασε αγάπη γιου,
Για ν’ ανοίξει λογαριασμό στην Άγια Τράπεζα,
Να, έτσι, φαίνεται, θα σε θυμούνται.»

ΦΙΛΟΦΡΟΝΗΣΗ

Με τα κυκλάμινα των ματιών της,
Τη θύελλα της επιδερμίδας της,
Ήρθε η ψυχρούλα του πρωινού και κάθισε
Πάνω στις νέες μου ρυτίδες.

11054436_804176219662874_2517101640141245021_n

(Woman Scream opening at Instituto Cervantes in Athens)

– Nektaria Mendrinou (Woman Scream’s special guest in Kissamos/Crete)

ΔΕ ΣΑΣ ΛΕΩ ΚΑΤΙ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ
Τι ήξερα για εκείνη;
Το όνομά της πρώτα
και την ηλικία της,
Ρόζυ και εικοσιδύο,
το «Ροζαλία»
ξεχασμένο στα χαρτιά
και σε αλλοτινές προσφωνήσεις
μητρικές.

Τι ήξερα για εκείνη;
Χαμογελαστή
με κελαρυστή φωνή
και υπέροχο χιούμορ,
γέμιζε η συντροφιά της
απογεύματα αναδουλειάς.

Ερχόταν συχνά πυκνά
στο φαρμακείο,
η καλύτερη πελάτισσά μου
σε προϊόντα μέικ απ
και μακιγιάζ,
πάντα απογεύματα
και πιάναμε κουβέντα
«ευχήσου να ‘ναι αγόρι!»
έλεγε, ακουμπώντας το χέρι
στην κοιλιά της.

Τι ήξερα για εκείνη;
Λίγες γνώσεις Αγγλικών,
μεροκάματα στα τουριστικά
και ο ελεύθερος χρόνος της
δοσμένος όλος
σε τσόχινα λουλούδια
και πάνινα κουκλάκια «πανέμορφα»,
«αλήθεια το λες;
Γιατί ο Κωστής εκνευρίζεται
όταν με βλέπει με τις βελόνες»
και γέλαγε.

Τι ήξερα για εκείνη;
«Άτυχο το καημένο»
μου ‘πε κάποτε
μια ηλικιωμένη πελάτισσα
αφότου αποχαιρετίστηκαν στην πόρτα μου,
«καλόψυχο
μα άτυχο»
και έμαθα
για την ορφάνια από μάνα
και για τα μεθύσια
του πατέρα
«αχ, τι να λέμε, παιδί μου,
περασμένα είναι αυτά
μα δεν ματίζεται
το ριζικό τ’ανθρώπου…»

Έπειτα
έμαθα για το φονικό
«εξ αμελείας»
ο Κωστής,
σε ανάδοχους γονείς
ο γιος,

ξέρω,
δε σας λέω
κάτι καινούργιο.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Αυτή η απόφαση
είναι οριστική

θα μανταλώσω
τις πόρτες,
θα καλύψω
τα παράθυρα

γνώμες προσωπικές
θα αποσιωπήσω,
επιθυμίες βαθύτερες
θα απαρνηθώ

με φωνή άχρωμη
θα τελειοποιήσω
συζητήσεις κοινότυπες,
για τον καιρό,
για τις ιώσεις των παιδιών,
για το δέσιμο των γλυκών

θα πάψω να ονειρεύομαι
το διαφορετικό,
να αποζητώ
τα εις εαυτόν,
όσο λιγότερο
με θυμάμαι
τόσο ευκολότερα
θα κυλάει ο χρόνος
μέσα σε αυτή
την καθημερινότητα
όπου μέγα ζητούμενό της
είναι πια
η ομοιομορφία,
η επίτευξη
των ρόλων’

ναι, η απόφασή μου
αυτή
θα σταθεί αμείλικτη
με ό,τι από εμένα
θελήσει
να υψωθεί,
με όποια πτυχή
του χαρακτήρα μου
επιχειρήσει
να με αποσπάσει
από την κοινώς αποδεκτή
κανονικότητα

θα απλοποιήσω
τις ημέρες,
θα με κλειδώσω
μέσα στους τέσσερις τοίχους
«καλημέρα-
-καληνύχτα-
-μαμά-
-βάρδια απογευματινή»

και εάν,
όπως προβλέπουν
οι ψυχολόγοι,
η απόφαση αυτή
γυρίσει κάποτε
εναντίον μου,

με λίγη τύχη
χρόνια αρκετά
θα ‘χουν ως τότε κυλίσει

«γερνάει και ιδιοτροπιάζει»
θα λένε
οι αγαπημένοι μου.

DSCN3568

(Woman Scream Festival in Chania, Crete)

– Elsa Korneti

2.

Αν μπορούσαν μόνο να ιππεύσουν
ένα ουράνιο τόξο
τότε θα γλίτωναν από κάθε λύπη και κάθε συμφορά δυστυχία
και δεν θα φύτρωναν ποτέ πια μαύρα λουλούδια
στα όνειρά τους
Τα κορίτσια της Υεμένης παντρεύονται νωρίς
Τα κορίτσι της Υεμένης πεθαίνουν νωρίς
Την πρώτη νύχτα του γάμου
Από έναν έρωτα χωρίς έρωτα
Πνιγμένες στο αίμα της μήτρας και του υμένα
Θύματα φονικής διάτρησης
Θύματα φονικών παιδόφιλων συζύγων

3.

Η μαύρη μπούρκα
είναι η ολόσωμη στολή
της γυναίκας δοχείο
o ναός του σώματός της
όπου περίτεχνα κρύβει
ένα πηγάδι αστείρευτες επιθυμίες
και τη μοίρα της υποταγής της
Να μπορούσε μόνο να γύριζε
στην τρύπα του κόλπου
της ένα κλειδί
να τον σφαλούσε
ώστε κανένας και τίποτα πια
να μην την ακουμπούσε

Η ανάδυση από ένα
πλυντήριο ονείρων
δεν αργεί
Κάποτε από τον λήθαργό της
θα ξυπνήσει
φορώντας
τα γαμψά τακούνια
της λεοπάρδαλης

11073304_469596496527775_545989284901018267_o

– Kleopatra Lymperi

Η ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ

Ο άνθρωπος που από μέσα τρέμει, συνήθως
σφάλει. Φτιάχνει εξουσία για να σταθεί στον
εαυτό του, φτιάχνει φυλακές για τους άλλους
απ’ έξω σκληραίνει, παγώνει
– η κραυγή της γυναίκας θα τον βρει.

Ο άνθρωπος που σφάλει, γράφει πράξεις σαν
γλιστερά μαστίγια, γίνεται λύκος
δαγκώνει το ίδιο του το κορμί, τα χέρια τα πόδια
την καρδιά το συκώτι τα νεφρά,
(δαγκώνει τη μάνα του•
έτσι τη νικά : με τα δόντια )
– η κραυγή της γυναίκας θα τον βρει.

Ο άνθρωπος που από μέσα τρέμει δεν θέλει να
δείχνει την ήττα τον τρόμο
ταΐζει με ζωντανό κρέας τα σκυλιά του
τα στέλνει κυνήγι
– πάντα οι εξουσίες χρειάζονται
άγρια ζωή, άγρια τροφή.
(Από τις εξουσίες αυτές κάποτε θα κυλήσει το δάκρυ του
εσωτερικού μου άνδρα, εκείνου που θα δει το
σφάλμα – λέει η γυναίκα.)

Στο μεταξύ, η γυναίκα είναι ο ελπίζων ο
ελεών εαυτός, ο πάλιν ερχόμενος μετά δόξης
σε ελαιώνες μαζεύει το ασήμι της αγάπης
μες τον καρπό ελιά αφήνει τα δόντια της
να δαγκώσουν το νόημα ενός ωραίου πτηνού που
γράφει με θηλές και ράμφη
την ελεύθερη πτήση.

Ασθμαίνουσα η αγάπη παίρνει τη γυναίκα
να πάνε εδώ κι εκεί, τη βάζει να βαδίζει
από δω από κει, σε ουρανό και Γη
βόσκοντας τ’ αρνιά της, τους σκύλους
τους λύκους.
Ενδεχομένως η αγάπη ονομάζεται γυναίκα
(το ‘χω δει να συμβαίνει)
όμως
πάντα μια γυναίκα έχει έναν άντρα από
μέσα, στην πιο βαθιά φυλακή της τον
δένει, τον ντύνει, τον λούζει
είναι ον διπλό αυτή, από άντρα κι από γυναίκα
– επομένως, ποιος αγαπά;

Ο άνδρας που από μέσα τρέμει, έχει από μέσα
μια γυναίκα που τρέμει. Το κορμί του
άντρα ιδρώνει, απ’ έξω μοιάζει
σαν κάποιος που κόβει, τρώει, ματώνει
στο μεγάλο τραπέζι
(οι μασέλες του οι εξουσίες του
σφυροδρέπανα ή θεριστές
στο μεγάλο τραπέζι της ματαιότητας)
– η κραυγή της γυναίκας θα τον βρει.

Ο άνδρας που από μέσα τρέμει, συνήθως
σφάλει. Ψάχνει τη γυναίκα σε όλη τη
σφαίρα Γη , της ρίχνει τα δίχτυα του
(δηλαδή, τη λέξη υποταγή)
της ρίχνει μια τίγρη, έναν πάνθηρα, μια κατσαρίδα
έναν πύθωνα, μια αλεπού, μια
σφίγγα.
Για όλα αυτά, κάποτε θα
κυλήσει το δάκρυ της εσωτερικής του γυναίκας
όταν κι εκείνος θα έχει πονέσει πολύ.

11059809_460352144118877_1853318018127399160_o

– Yorgos Stergiopoulos (He translated from English the following two poems)

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟΣ ΠΟΝΟΣ (Dahabo Ali Muse)

Κι αν μιλήσω για την γαμήλιά μου νύχτα:
Περίμενα το χάδι, το γλυκό φιλί, μιαν αγκαλιά και λίγο αγάπη.
Όχι, ποτέ!
Με περίμενε μόνο ο πόνος, δεινά και δυστυχία.
Ξαπλωμένη στο νυφικό κρεβάτι, βογκώντας σαν το πληγωμένο
Ζώο, θύμα του γυναικείου πόνου.
Το πρωί, με περίμενε ο εμπαιγμός.
Η μητέρα μου αναφωνεί:
Ναι, είναι παρθένα.
Μες στους φόβου την αρπαγή,
Σαν ο θυμός μου καταλάβει το κορμί,
Όταν με το μίσος γίνουμε σύντροφοι
Τότε δέχομαι την γυναικεία συμβουλή, γιατί είναι μόνο γυναικείος πόνος,
Και μου λένε πως ο γυναικείος πόνος χάνεται σαν κάθε τι γυναικείο.
Το ταξίδι συνεχίζει, ή κι ο αγώνας συνεχίζει
Όπως λένε οι σύγχρονοι ιστορικοί.
Καθώς ο αγνός δεσμός του γάμου ωριμάζει
Κι υποτάσσομαι κι η θλίψει υποχωρεί.
Η κοιλιά μου γίνεται μπαλόνι
μιαν αχτίδα ευτυχίας θα φανεί
μιαν ελπίδα, ένα καινούργιο μωρό, μια καινούργια ζωή!
Αλλά αυτή η ζωή η καινούργια, θέτει σε κίνδυνο την δική μου την ζωή,
Η γέννηση ενός μωρού, θάνατος για μένα και καταστροφή.
«Τρεις γυναικείες λύπες» τις έλεγε η γιαγιά μου.
«Η μέρα της περιτομής, του γάμου η νύχτα και του παιδιού η γέννηση, είναι η τριπλή
γυναικεία θλίψη.
Μόλις η γέννα εκραγεί, κλαίω για βοήθεια, καθώς η ταλαιπωρημένη σάρκα θα σχιστεί.
Κανένα οίκτο, σπρώξε! Λένε αυτοί.
Είναι μόνο γυναικείος πόνος!
Και τώρα κάνω έκκληση:
Έκκληση για την χαμένη αγάπη, για όνειρα σπασμένα
Για το δικαίωμα στην ζωή σαν ένας άνθρωπος ολόκληρος.
Κάνω έκκληση σε όλους τους ειρηνικούς ανθρώπους να προστατεύσουν και να υποστηρίξουν
Να ανατείνουν ένα χέρι βοηθείας στ’ αθώα, μικρά κορίτσια που κακό δεν έκαναν κανένα
Υπάκουα σε γονείς και πρεσβυτέρους, μόνο ξέρουν να χαμογελούν.
Μυείστε τες σ’ ένα κόσμο αγάπης,
Κι όχι σ’ ένα κόσμο γυναικείου θρήνου.

10388089_460125690808189_500531700367459295_n

ΥΠΟΦΕΡΟΥΝ (Chris Smith, Hemel Hempstead)

Υποφέρουν οι αθώοι
Που, κακό, δεν κάνουν πουθενά
Τα μάτια κλείνουν, κι έπειτα
Δεν ανήκουν, ποτέ ξανά

Υποφέρουν τα παιδιά
Σε άγριο κόσμο μεγαλώνουν
Κίνδυνος μέσα στην χαρά τους
Αυτό, μονάχα τους, βιώνουν

Υποφέρει κι η γυναίκα
Που συγκατοικεί με το βιασμό
Πού να πάει, πώς να ξεφύγει
Από το γεγονός αυτό.

Υποφέρει κι ο άντρας
Κρίνεται απ’ του δέρματος το χρώμα
Στο διαφορετικό, καταραμένος
αμαρτία του γιατί είναι αυτό ακόμα;

Υποφέρει κι ο ποιητής
Που βρίσκει τις λέξεις να τα πει
μια θλίψη να τα καταγράψει
μα αθωότητα καμιά, σ’ άλλη της μορφή.

10985306_458781920942566_7297327559938384773_n

– Eleni N. Galani (With her following poem ended the 5th Woman Scream Festival in Greece)

ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΜΕ ΨΥΧΗ ΚΗΠΟΥ

Υπάρχουν γυναίκες με ψυχή κήπου
ανθίζουν, μαραίνονται, φυλλορροούν, αιμορραγούν,
αναπαράγονται
με κιρκαδική ροή, με αυτιστική πλήξη
μέχρι να σβηστούν οριστικά ως
τον αφανισμό τους

κι αν τις ρωτήσεις το ίδιο θα έκαναν από την αρχή
οι γυναίκες με την ψυχή κήπου
θα πρόσφεραν τον εαυτό τους γύρη τροφή στα
λεπιδόπτερα
να γέρνουν ξένοι πάνω τους να γεύονται γεννήτορες να
γεννούν να γίνονται εραστές ξενιστές
της καταστροφής τους

έτσι περιμένουν καρτερικά χωρίς ποτέ να παραπονεθούν
αγκιστρωμένες στη ζωή
ρίζες τραχιές
οι γυναίκες με την ψυχή κήπου

ζουν για τη θαυμαστική στιγμή που τα χρώματα
προσπερνούν
που τα φτερά ξεδιπλώνονται
και η λεπίδα του πόθου επικρεμάται
κοφτερή,
δαμόκλειος των εραστών η αποδημία

Poster Grito de Mujer 2015 (Greek)

Further links:

http://www.haniotika-nea.gr/ichiro-ochi-sti-via-kata-ton-ginekon/

https://www.youtube.com/watch?v=JBvE41HiKOw

http://www.haniotika-nea.gr/ginekia-kravgi-provlimatismos-ke-magia/

http://www.mikrocosmos.gr/elenastagkouraki/

https://www.facebook.com/media/set/?set=a.804175169662979.1073741870.175899199157249&type=1&__mref=message_bubble