Πάντα πολιορκημένοι, πάντα ελεύθεροι

Johann Lorenz II Rugendas (1775-1826), Η Έξοδος του Μεσολογγίου, 1826
Επιχρωματισμένη ακουατίντα, Μουσείο Μπενάκη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Μ Ε Ρ Ο Σ  Α΄

Αν ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν αποτελεί το πρώτο μεγάλο ξέσπασμα του ελεύθερου πια νεοελληνικού πνεύματος, τραγούδι ζωής και πίστης στην ιδέα του ανυπότακτου ανθρώπου, επίτευγμα που χαρακτηρίστηκε δίκαια ως ο «πρώτος γνήσιος καρπός της Ελληνικής φαντασίας, ύστερα από αιώνες μαρασμού της» (Ιάκωβος Πολυλάς), η ύψιστη στιγμή της ποιητικής ιδιοφυίας του Διονυσίου Σολωμού είναι μια σύνθεση η οποία, ημιτελής φαινομενικά, συνιστά το τέλειο έργο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι είναι το κατ’ εξοχήν Ποίημα, αυτό στο οποίο αναδεικνύεται, σε όλο της το βάθος και με όλη της την καθαρότητα, η ουσιώδης, η τραγική αλήθεια του κόσμου: η Ελευθερία. Πέρα όμως από τα τυπικά αισθητικά κριτήρια του τραγικού, πέρα από τον αγώνα εναντίον της Ανάγκης, στο έργο αυτό φανερώνεται και η ελληνική ιδιοσυστασία, που αναγνωρίζει τις χαρές της ζωής, τη φύση, τον έρωτα, την αυταξία της βιωτής, αλλά και που συγχρόνως δεν διστάζει να θυσιάσει τα πάντα χάριν της Ελευθερίας, της θεμελιώδους μυστικής αρμονίας των πάντων. Μια ταπεινή πολιτεία, στο άκρο μιας λιμνοθάλασσας της Ρούμελης που ξανοίγεται στον Κορινθιακό και της τεναγώδους πεδιάδας μεταξύ Αρακύνθου και βουνών της Βαράσοβας, το Μεσολόγγι, όρισε η Μοίρα ως σκηνή αυτής της φανέρωσης. Ας παρακολουθήσουμε πώς υψώθηκε τούτο το μέγα επίτευγμα, πρώτα ως ιστορικό γεγονός (όπως το αποτύπωσε στα απομνημονεύματά του ένας πολεμιστής από την αδούλωτη Χιμάρα της Ηπείρου, ο Σπύρος Μίλιος) και κατόπιν, πώς ο πατέρας της νεοελληνικής ποίησης το απαθανάτισε με το ανυπέρβλητο οικοδόμημα των Ελεύθερων Πολιορκημένων.

*

Παράξενη η τύχη των πόλεων. Πενήντα χρόνια πριν, στα Ορλωφικά, το Μεσολόγγι, η πολιτεία που έμελλε να γίνει ιερή, είχε πυρποληθεί από τους Τουρκαλβανούς και παραμονές της Παλιγγενεσίας δεν είχε ακόμη καλά- καλά συνέλθει. Δεν αριθμούσε πάνω από 800 σπίτια και 4.000 κατοίκους. Παρότι υπήρξαν μεμονωμένα επεισόδια, όπως η επίθεση του οπλαρχηγού του Ζυγού Δ. Μακρή στη Σκάλα, στις 5 Μαρτίου, κατά τουρκικού θησαυρού προοριζόμενου για τη Ναύπακτο, πράξη που μπορεί να θεωρηθεί πρώτο επαναστατικό επεισόδιο, ο σηκωμός εδώ δεν άρχισε αμέσως, όπως στην Ανατολική Στερεά. Δεν υπήρχαν οπλαρχηγοί με την ισχύ ενός Οδυσσέα Ανδρούτσου, το σθένος του Διάκου ή ένας Πανουργιάς. Η εγγύτητα των οθωμανικών στρατιωτικών κέντρων, της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, όπου βρισκόταν ο Χουρσίτ με μεγάλες δυνάμεις για την καταστολή της ανταρσίας του Αλή πασά, οι δυσκολίες επικοινωνίας και συγκοινωνιών, οι μνήμες από την επανάσταση του 1770 και η αναποφασιστικότητα των αρματολών του Βάλτου και του Ξηρόμερου Τσόγκα και Βαρνακιώτη, συνετέλεσαν η Επανάσταση στο Μεσολόγγι ν’ αρχίσει μόλις στις 20 Μαΐου 1821, όταν φάνηκαν τα υδραίικα και τα σπετσιώτικα πλοία και οι Μεσολογγίτες, με επικεφαλής τους προκρίτους Ραζηκότσικα, Παπαλουκά και Καψάλη, πήραν τα όπλα και ύψωσαν την επαναστατική σημαία στο τουρκικό διοικητήριο.

Γρήγορα το Μεσολόγγι θα εξελιχθεί σε κέντρο των οπλαρχηγών της Δυτικής Στερεάς αλλά και «στρατηγείο» του δαιμόνιου Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου που έφθασε διά θαλάσσης στις 21 Ιουλίου. Ικανότατος αλλά και φιλόδοξος ο Φαναριώτης πρίγκιπας προσεταιρίστηκε αμέσως προκρίτους και οπλαρχηγούς, όπως ο Δημήτριος Μακρής και ο Ανδρέας Ίσκος, υποσχόμενος τίτλους και αμοιβές, αλλά και τον Αλέξη Νούτσο που ήρθε από την αυλή του Αλή για να προτείνει στους φιλέλληνες αξιωματικούς που έρχονταν στην περιοχή, να… καταταγούν στο στρατό του πασά των Ιωαννίνων προς αντιμετώπιση της πολιορκίας του από τον Χουρσίτ. Χάρη στη μεσολάβηση του Νούτσου ο Μαυροκορδάτος θα επιτύχει να φέρει κοντά του και τους Σουλιώτες, δύναμη σπουδαία στην οποία θα στηρίζεται σταθερά ενώ παράλληλα θα οργανώσει τη συνέλευση που θα ψηφίσει τον Νοέμβρη του 1821 το δικό του πολιτικό σχήμα, τον Οργανισμό της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος.

Δεν ήταν θέση οχυρή το Μεσολόγγι. Ευπρόσβλητο από την ξηρά, προστατευόταν από χαμηλό περιτείχισμα και τάφρο που είχε μόλις 1.20 μ. βάθος και δύο μέτρα πλάτος. Όμως ο Μαυροκορδάτος, για να είμαστε δίκαιοι, ήταν αποφασισμένος να μείνει εκεί και να αγωνιστεί, όπως όλες οι πηγές της εποχής (απομνημονεύματα και αλληλογραφία) πιστοποιούν. Ακόμη και ο αυστηρός κριτής του Σπηλιάδης αναγνωρίζει την ευστοχία των ενεργειών και τις οργανωτικές του ικανότητες στην άμυνα της μικρής πολιτείας που στα τέλη του 1822 θα γνωρίσει την πρώτη πολιορκία. Οπλαρχηγοί, πρόκριτοι και πολιτικοί αποφασίζουν αντίσταση μέχρις εσχάτων, με τον λαό πρόθυμο «να συνεγκαρτερήση μέχρι τέλους». Και πράγματι. Χάρη στις παραπειστικές συνομιλίες, τη συνδρομή του στόλου αλλά και τη γενναία αντίσταση στη μεγάλη τουρκική επίθεση των Χριστουγέννων του 1822, οι πασάδες θα λύσουν την πολιορκία και θα επιστρέψουν στην Ήπειρο.

Αν η πρώτη εκείνη πολιορκία ήταν μια λαμπρή στιγμή ενότητας της Επανάστασης, με Μωραΐτες να μάχονται πλάι στους Ρουμελιώτες, όσα θα επακολουθούσαν, μέχρι την έναρξη της δεύτερης πολιορκίας τον Απρίλιο του 1825, θα ήταν εξόχως θλιβερά. Οι αντιπαραθέσεις που θα εξελιχθούν σε εμφύλια σύγκρουση το 1824, θα οδηγήσουν σε τέλμα την Επανάσταση ενώ οι ελπίδες που γέννησε η έλευση του Βύρωνος στο Μεσολόγγι κι αυτές θα διαψευστούν με τον πρόωρο θάνατό του. Η εμφύλια διαμάχη που θα κορυφωθεί ως τα τέλη του 1824, θα επιτρέψει στον Ιμπραήμ και στον Μεχμέτ Ρεσίτ, τον επονομαζόμενο Κιουταχή, στον Μοριά και στη Ρούμελη αντίστοιχα, να απειλούν με ολοκληρωτικό αφανισμό τον Αγώνα. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή θα υψωθεί και θα δοξαστεί στο Μεσολόγγι η ψυχή του αποφασισμένου να ζήσει ελεύθερο γένους. Ένας πολεμιστής, ο Σπύρος Μίλιος θα αποτυπώσει την αγωνία αυτής της ψυχής με τον πεζό λόγο. Κι ένας ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός, θα χαράξει αισθητικά το μεγαλείο της.

*

Ήταν Απρίλης του 1825 όταν η πάντα ματωμένη Ελευθερία, που κατά τον Ύμνο της τριγυρνούσε κάθε γωνιά ελληνικής γης πολεμώντας, θα κλειστεί σ’ ένα «αλωνάκι», σε τόπο μικρότατο για να τον καταστήσει μέγα. Το Μεσολόγγι, όπου τυπώθηκε πρώτη φορά το 1825 ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν, θα ήταν κι ο τόπος που οι Έλληνες θα αποδείκνυαν ότι ήσαν άξιοι για τη λευτεριά τους καταβάλλοντας κάθε τίμημα. «Η μικρή γη, έως τότε δίχως δόξα, δίχως όνομα, διά μιας υψώνεται εις το άκρο της δόξας» κι ο νεοελληνισμός, με τον ακρότατο πόνο και αυτοθυσία, καλείται να συνθέσει έναν άλλο ύμνο, ύμνο της βούλησης του παθείν, αίνο του ανθρώπου που αντέχει την ανάβαση στις φοβερές δοκιμασίες των αισθήσεων, με τη γνώση πως θα χάσει τα πάντα μα δεν θα λυγίσει. Ούτε από τη θύμηση περασμένων (της δόξας ή ανθρώπινων δεσμών), ούτε από τα κάλλη της φύσης και της ζωής, ούτε και από αυτή τη βεβαιότητα του θανάτου. Ο νεοελληνισμός θα ανέβει περήφανα το όρος του μαρτυρίου του, με μάτια πάντα ανοιχτά και άγρυπνα, έχοντας «εις τον πάτο της εικόνας πάντα την Ελλάδα και το μέλλον της».

Ας πάρουμε κι εμείς αυτό τον ορεινό δρόμο, με οδηγό πρώτα τα «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου» του Σπυρομίλιου (τα οποία εξέδωσε το 1926, ο συναξαριστής του γένους Γιάννης Βλαχογιάννης), που περιγράφοντας κατ’ αρχάς πώς πολεμιστές και άμαχοι συνέρρεαν στη μικρή τεναγώδη πολιτεία, «χωρίς κανένας να λάβει την ιδέαν να υποκύψη εις τους εχθρούς της πίστεως και της Πατρίδος», σημειώνει (σ. 6):

«Όλοι εν τοσούτω με μίαν ψυχήν με μίαν απόφασιν επροκρίναμεν ν’ αποθάνωμεν με τα όπλα εις τας χείρας κάλλιον εκδικούμενοι και τον εαυτόν μας και την Πατρίδα μας, παρά να κλίνωμε τον αυχένα εις τον βάρβαρον κατακτητήν μας, όστις απανθρώπως μάς εδούλωνεν επί τόσους αιώνας. Εις κανέν μέρος δεν ήτον ασφάλεια, όλοι είχομεν προσηλώσῃ ταις ελπίδαις μας εις τους βραχίονάς μας και εις την βοήθειαν του Υψίστου, όστις χειραγωγών την επανάστασίν μας, επιστήριζεν εις τόσας επικινδύνους περιστάσεις τον δίκαιον αγώνα μας, αυτός εδύνατο και αύθις να μας σώσῃ· ναι, εις τα βάθη της θαλάσσης, κ᾿ εκεί η χειρ σου, Δέσποτα».

Θεωρώντας (σωστά) την κατάληψη του Μεσολογγίου ως κλειδί για να υποταχθεί όλη η Ρούμελη και στη συνέχεια η απομονωμένη πια Πελοπόννησος, οι Τούρκοι συγκεντρώνουν εδώ την άνοιξη του 1825 όλες τις δυνάμεις τους ενώ έρχεται από τον Μοριά και ο Ιμπραήμ. «Από μέρος μας», διαβάζουμε στον Σπυρομίλιο,

«τυφλωμένοι από τα πάθη και την ιδιοτέλειαν, δεν επράτταμε το ίδιον· δεν εμιμούμεθα τους Τούρκους· κωφοί εις τας φωνάς μας δεν έβλεπον όλοι εις την αυτήν έποψιν το πράγμα· δεν έβλεπον ότι η πτώσις του Μεσολογγίου ήθελε είναι πτώσις της Ελλάδος εις χείριστον του πρώτου ζυγού, ώστε να επροσήλωνεν όλον το Έθνος την προσοχήν του εις την σωτηρίαν του Μεσολογγίου, καταβάλλον πάσαν σπουδήν να συγκεντρωθή εν δυνατόν στρατόπεδον έξω του Μεσολογγίου, ώστε να εξολοθρευθή ο Ρεσίτ Μεχμέτ πασιάς, όταν είχομεν αρμόδιον τον καιρόν, καθώς ημείς το εφωνάζαμε μεγάλη φωνή» (σ. 102).

Αν όμως η Διοίκηση, στα εμφύλια πάθη βυθισμένη, δεν έσπευδε να λάβει μέτρα, όσοι κλείστηκαν στο Μεσολόγγι ήταν αποφασισμένοι:

«Κανείς δεν εψηφούσεν τον θάνατον, είχον αποφασίση να υπερασπισθώσι τας επάλξεις του Μεσολογγίου μέχρι τελευταίας πνοής. Ο κάθ’ Έλλην είχεν άμιλλαν πώς να δώση δείγματα ανώτερα της ανδρείας του άλλου. Όταν λοιπόν τόσαι χιλιάδες άνθρωποι μ’ αισθήματα πατριωτικά, έδωσαν τόσας αποδείξεις της αμετατρέπτου αποφάσεώς των, δεν νικώνται ευκόλως και μάλιστα από τοιούτους εχθρούς. Εφονεύετο ο αδελφός, ο πατέρας ή ο υιός, και ο άλλος τον έθαπτεν αμέσως δίχως να δακρύσῃ διόλου· εις το πλάγι του εφονεύετο ο συναγωνιστής, και αν δεν είχεν αμέσως τότε καιρόν να τον θάψῃ, τον εσκέπαζε με την κάπαν του διά να μη προξενήσῃ το πτώμα του δειλίαν εις άλλους, και ούτως εξηκολούθει το έργον του δίχως να ταραχθή, έως ότου ευκαιρούσε να τον θάψῃ. Εμάνθανεν ότι ο δείνα εφονεύθη εις το δείνα κανονοστάσιον: “Ο Θεός να τον συγχωρήσῃ” ήτον η απάντησις, “επειδή όλοι αυτόν τον δρόμον τρέχομεν!” Άρα τοιούτους ανθρώπους φαντάζεσθε, δυνάμεις της Ευρωπαίας Τουρκίας, της Ασίας και της Αιγύπτου, να δαμάσετε; Πληροφορήσου, Ιμπραχίμ πασιά, από τον συνάδελφόν σου τον Ρεσίτ Μεχμέτ πασιά, πόσα δείγματα του έδωσαν της ανδρείας των, και τότε πείσου ότι και εις σε δεν θα δώσουν ολιγώτερα. Αυτοί οι άνθρωποι έφθασαν να γνωρίσουν ότι είνε απόγονοι των Ελλήνων, ότι αυτή η γης, την οποίαν σεις οικειοποιήθητε τόσους αιώνας διά της ισχύος σας, τους ανήκει κατά κληρονομίαν. Αυτοί οι άνθρωποι έβαλαν κατά νουν να φθάσουν την δόξαν των προπατόρων των και σεις φαντάζεσθε να τους υποδουλώσετε πάλιν, αφ᾿ ου αισθάνθησαν την ελευθερίαν;» (σ. 105-106).

Αυτήν την απόφαση είχαν κατά νουν οι πολιορκημένοι ενώ η αβελτηρία της Διοίκησης, «ήτις παρέσταινε το Έθνος» (σ. 109) θα τους ανάγκαζε να στείλουν εξαμελή επιτροπή στο Ναύπλιο (ανάμεσά τους κι ο Σπυρομίλιος), για να ζητήσει ενίσχυση, στρατιωτική και οικονομική. Πάνε λοιπόν και αντικρίζουν άφωνοι φατρίες να ραδιουργούν εν όψει της νέας εθνοσυνέλευσης αντί να εκμεταλλευτούν το γεγονός ότι ο Ιμπραήμ είχε περάσει στη Ρούμελη. Χιλιάδες στρατιώτες, όχι στα μέτωπα αλλά στην Αργολίδα, να έχουν λάβει θέσεις μάχης περιμένουν να συγκληθεί η εθνοσυνέλευση. Διαβάζουμε πάλι στον Σπυρομίλιο (σ. 112):

«Ημείς ηρχόμεθα από τον πόλεμον διά να ζητήσωμεν τον τρόπον τού να νικήσωμεν τον εχθρόν της πατρίδος, ολίγον φροντίζοντες διά τας εσωτερικάς φιλαρχίας, διότι δεν μας εφαίνετο αυτός ο αρμόδιος καιρός τούτων, ενώ ο εχθρός επαπείλει την ύπαρξίν μας. Διά τούτο βεβαιώνετο ο καθείς ότι ούτε Κωλεττισταί ήμεθα, ούτε Μαυροκορδατισταί, ούτε καμμίας άλλης φατρίας, ειμή Έλληνες πατριώται. Πλην, όταν το Έθνος ευρίσκεται εις κόμματα, η αδιαφορία δεν προξενεί καλόν, αλλά μάλιστα βλάβην· και ιδού πραγματικώς τι μετά ημέρας εσυνέβη· αφού επληροφορήθησαν τω όντι ότι δεν εμελετούσαμε να ενισχύσωμεν κανέν κόμμα, αδιαφόρεσαν όλα τα κόμματα απ᾿ ημάς κι ενώ τους ωμιλούσαμε διά το Μεσολόγγιον όλοι έλεγαν το “ναι, έχετε δίκαιον”, αλλά δεν εσύμπραττον υπέρ αυτού με ζήλον· ενώ αν είχομεν εγκολπωθή εν κόμμα, και επομένως με τον ψήφον του Μεσολογγίου ενισχύετο, αυτό το κόμμα ήθελε ήτο ο προστάτης του Μεσολογγίου».

Η συνέχεια του Σπυρομίλιου (σ. 113-114) ακόμη πιο αποκαρδιωτική:

«Όταν εφθάσαμεν ημείς, η σπουδαρχία ήτον εις την ακμήν της· όσοι είχαν κάποιαν σημασίαν, όλοι ενεργούσαν και εσπούδαζον πώς να συστήσουν τον εαυτόν τους εις τας νέας θέσεις· εκ τούτου επομένως ενέργειαι και αντενέργειαι. Ως σπουδαιότερον αντικείμενον θεώρουν την Εθνικήν Συνέλευσιν παρά τον εχθρόν όστις επαπείλει το Μεσολόγγιον και οπού η πτώσις του κατ᾿ αυτόν τον τρόπον ήτον άφευκτος κι επομένως μετά της πτώσεως του Μεσολογγίου εκινδύνευεν να δουλωθή η πατρίς. Αλλά, κατά δυστυχίαν, μεταξύ εις τα διάφορα κόμματα εκείνης της περιόδου ήτο και εν, το οποίον επεθύμει την πτώσιν του Μεσολογγίου και όλης της Στερεάς Ελλάδος, ώστε να δυνηθή ευκόλως ν᾿ αποκατασταθή η Πελοπόννησος εν πριγκηπάτον ως τα της Μολδοβλαχίας, και επομένως ο κομματάρχης ο πρίγκηψ! Είχομεν και τοιούτους ιδιοτελείς, οίτινες εθυσίαζον την δόξαν του Έθνους διά την ιδιοτελή φιλαρχίαν τους, καθώς είχομεν και άλλους οίτινες Ελλάδα εννόουν την Πελοπόννησον μόνον!».

Αυτή ήταν η «Διοίκησις» του Ναυπλίου την ώρα που το Μεσολόγγι πολεμούσε τον Τούρκο και την πείνα. Κι όταν μετά μυρίων βασάνων η επιτροπή επιτυγχάνει να ληφθεί απόφαση για την εκποίηση εθνικής γης ώστε να βρεθούν κάποια χρήματα προς ενίσχυση των πολιορκούμενων, αντί για συγκέντρωση των αναγκαίων ποσών σε μετρητά, η εκποίηση των κτημάτων θα γίνει μέσω ομολογιών σε οπαδούς της Διοίκησης ώστε αρκετοί απ’ αυτούς να γίνουν κτηματίες με ανύπαρκτα κεφάλαια. Τι κι αν έπεφταν στο Μεσολόγγι, στα χέρια των Τούρκων στρατηγικής αξίας νησίδες της λιμνοθάλασσας, το Βασιλάδι, ο Ντολμάς, ο Πόρος, το Ανατολικό. Στο Ναύπλιο, καθόλου «δεν εβιάζοντο, αλλ’ εφρόντιζαν μάλλον διά τας ιδιοτελείας των, άλλοι διά να αισχροκερδίζουν και άλλοι να έμβωσιν εις τα πράγματα και άλλοι ηύραν αρμοδίαν ώραν να γενούν κτηματίαι», όπως γράφει ο Σπυρομίλιος (σ. 118). Ως πότε όμως 3.500 μαχητές θα αντέκρουαν την ορμή δύο τουρκικών στρατιών; Βοήθεια δεν φαινόταν από πουθενά και η πείνα θέριζε. Η παντελής έλλειψη τροφίμων οδηγούσε σε σφαγή αλόγων, μουλαριών, γαϊδουριών και οι πολιορκημένοι έφτασαν να τρέφονται με αρμυρίκια, γάτες και σκυλιά. Ο υποσιτισμός και οι αρρώστιες κατέβαλλαν τους αγωνιστές και η αδυναμία των ελληνικών πλοίων να διασπάσουν τον τουρκικό κλοιό για να ανεφοδιάσουν την πολιτεία, οδήγησε οπλαρχηγούς και πρόκριτους, τις πρώτες ημέρες του Απριλίου του 1826, στην μεγάλη απόφαση της Εξόδου.

Η Έξοδος ορίστηκε να γίνει το βράδυ του Σαββάτου του Λαζάρου, πριν ξημερώσει η Κυριακή των Βαΐων, 10 προς 11 Απριλίου. Οι περίπου 600 τραυματίες και ασθενείς αποφασίστηκε να μεταφερθούν σε οχυρωμένα σπίτια κι εκεί να μείνουν για να πεθάνουν πολεμώντας: «Τα παράθυρα να μας αφήσετε μοναχά ανοικτά και ώρα καλή σας! Ο Θεός να μας ανταμώση στον άλλο κόσμο». Με αυτά τα λόγια τούς αποχαιρέτισαν οι ανήμποροι και οι λαβωμένοι. Σύμφωνα με το σχέδιο της Εξόδου οι πολιορκημένοι θα χωρίζονταν σε τρία τμήματα. Τα δύο πρώτα θα ήταν οι μάχιμοι υπό τους Δ. Μακρή και Νότη Μπότσαρη που θα έβγαιναν από τις γέφυρες της Λουνέτας και του Ρήγα ενώ το τρίτο (με τους Μεσολογγίτες και τα γυναικόπαιδα υπό την προστασία 200 στρατιωτών και με επικεφαλής τους Ραζηκότσικα και Δεληγιώργη) θα έβγαινε από τις γέφυρες Μονταλαμπέρτ και Στουρνάρη. Ως χώρος συνάντησης ορίστηκε η μονή του Αγίου Συμεών.

Το δειλινό της 10ης Απριλίου οι ένοπλοι άρχισαν να μαζεύονται στις προσδιορισμένες θέσεις εξόρμησης. Κατά τις 6:30 ακούστηκε πάνω από τον Ζυγό, όπως είχε συμφωνηθεί, η ομοβροντία του σώματος που είχε φθάσει από τη Δερβέκιστα για αντιπερισπασμό, αλλά η ισχύς της ομοβροντίας ήταν τόσο αδύναμη που σκόρπισε απογοήτευση. Το ακόμη χειρότερο όμως ήταν ότι το σχέδιο της εξόδου είχε προδοθεί από Τούρκο που ζούσε στο Μεσολόγγι, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις του εχθρού να έχουν ήδη στήσει ενέδρες, όταν σιωπηλοί οι πολιορκημένοι άρχισαν μόλις νύχτωσε να περνούν τις γέφυρες και να πλησιάζουν τους εχθρικούς προμαχώνες, αθέατοι αρχικά χάρη σε ένα μαύρο σύννεφο που είχε σκεπάσει τη σελήνη. Οι πιο πολλοί άνδρες είχαν βγει από την πόλη και πλαγιασμένοι ανέμεναν το σύνθημα της εξόρμησης μόλις θα έβγαινε και το τρίτο τμήμα με τα γυναικόπαιδα, όταν ξαφνικά η σελήνη βγήκε από το σύννεφο κι οι Τούρκοι άρχισαν με κανόνια και τουφέκια πυκνά πυρά, προκαλώντας σημαντικές απώλειες στα ελληνικά τμήματα. Παρά ταύτα και το τρίτο τμήμα άρχισε κι αυτό να βγαίνει σιωπηλό από το Μεσολόγγι. Στις οκτώ και τέταρτο όλοι βρίσκονταν ξαπλωμένοι στην όχθη της τάφρου και δέχονταν ακατάπαυστα πυρά του εχθρού περιμένοντας μάταια την επίθεση αντιπερισπασμού από το τμήμα της Δερβέκιστας. Τελικά το πήραν απόφαση. Θα επετίθεντο χωρίς αυτούς.

Με σπαθιά και γιαταγάνια στα χέρια και φωνές, οι άνδρες της φρουράς όρμησαν. Ένας χείμαρρος απελπισμένων μα αποφασισμένων που δεν σταματούσε πουθενά. Ο καθένας καθάριζε το δρόμο μπροστά του. Οι πιο γεροί πηδούσαν την τάφρο του Ομέρ Βρυώνη που είχε ανοιχτεί από τον καιρό της πρώτης πολιορκίας, περνούσαν τα εχθρικά χαρακώματα και διέσχιζαν τον κλοιό των αιγυπτιακών συνταγμάτων μα οι πιο αδύναμοι έμεναν πίσω. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε από το τρίτο σώμα, με τα γυναικόπαιδα, η φωνή «οπίσω, οπίσω μωρέ παιδιά!» και πολλοί από τα πρώτα δύο τμήματα αναστράφηκαν για να βοηθήσουν. Οι Αιγύπτιοι της αριστερής πτέρυγας βγήκαν τότε από τα χαρακώματα και εμπόδιζαν τους άνδρες και τα γυναικόπαιδα να διαβούν πάλι την τάφρο. Μέσα στον πανικό άλλοι μάχονταν κι άλλοι έπεφταν στα χέρια των Τούρκων, άλλοι συνέχιζαν προς τα έξω κι άλλοι υποχωρούσαν προς την πόλη.

Τη στιγμή εκείνη άρχισαν να εκρήγνυνται οι μεγάλοι υπόνομοι που είχε αναλάβει να πυροδοτήσει στην πόλη ο γέροντας Σουλιώτης ιερέας Διαμάντης. Τεράστιες φλόγες υψώθηκαν ως τον ουρανό και φώτισαν για λίγο το τρομακτικό θέαμα. Οι άνδρες των δύο άλλων σωμάτων συνέχιζαν αναμεμιγμένοι πια την προσπάθεια να ανοίξουν δρόμο ενώ καταδιώκονταν από τους αλαλάζοντες Αιγύπτιους που χτυπούσαν όσους διέφευγαν. Σε απόσταση χιλίων μέτρων από τους προμαχώνες συνάντησαν τα τρία εχθρικά τάγματα που τελούσαν υπό τις προσωπικές διαταγές του Ιμπραήμ. Με την κραυγή «επάνω τους» οι πολιορκημένοι έτρεψαν σε φυγή αυτά τα τάγματα που αρκέστηκαν πια σε παρενόχληση και αραιά πυρά. Όμως ένα νέο εχθρικό σώμα από περίπου 500 ιππείς επέλασε από την κατεύθυνση του Μποχωριού. Με απίστευτη ορμή και πάθος οι Έλληνες μαχητές επιτέθηκαν με σπαθιά και γιαταγάνια εναντίον του ιππικού και το έτρεψαν κι αυτό σε φυγή. Απέκρουαν και μια νέα επίθεση τουρκικού ιππικού. στο αμπέλι του Κότσικα, όταν ο ουρανός έλαμψε από τις ανταύγειες νέας τρομερής έκρηξης στο Μεσολόγγι. Ήταν η πυριτιδαποθήκη του Ανεμόμυλου που ανατίναξε ο Χρήστος Καψάλης.

Μια ακόμη δοκιμασία περίμενε τους ματωμένους, εξαντλημένους από την πολύωρη μάχη και τις αλλεπάλληλες συμπλοκές, άνδρες. Στους πρόποδες του Ζυγού είχαν στήσει ενέδρα 3.000 Τουρκαλβανοί. Η σύγχυση και οι απώλειες που προξενούσαν οι κρυμμένοι Λιάπηδες ήσαν κι εδώ μεγάλες. «Το αίμα», γράφει ο αγωνιστής Αρτέμης Μίχος που έζησε τις τρομερές στιγμές,

«έρρεεν αφθόνως εις τας τάξεις της φρουράς, καθότι μη δυναμένη πλέον να συσσωματωθή και σχηματισθή εις στήλην διά το ορεινόν και ανώμαλον του εδάφους και θέλουσα να προχωρήση, διηρέθη εις πολλά και μικρά σώματα, και επωφελούμενοι εντεύθεν οι εχθροί, έσπειραν εις τας τάξεις αυτής τον θάνατον (…) Καίτοι δε το φοβερόν δρέπανον του θανάτου εθέριζεν αδιακρίτως και αφειδώς τα μέλη της φρουράς, διετήρησε απαραμείωτον την θαυμασίαν γενναιότητα και το θάρρος αυτής και μετά λυσσώδη και απελπιστικήν πάλην, η οποία εγένετο στήθος προς στήθος και βήμα προς βήμα, και αφού έπεσαν εκεί θύματα εις τον βωμόν της φιλτάτης πατρίδος υπέρ τους 500, έφθασαν τέλος οι διασωθέντες με τα ξίφη εις τας χείρας εις την κορυφήν του όρους».

Το χάραμα της 11ης Απριλίου (είχε ξημερώσει Κυριακή των Βαΐων πια), η μάχη έξω από το Μεσολόγγι έπαψε. Όσοι είχαν φτάσει στην κορυφή του Ζυγού μπορούσαν να πάρουν ανάσα. Κάτω χαμηλά όμως (ή μήπως πολύ ψηλά;), η πολιτεία καιγόταν, αντηχούσαν ακόμη κρότοι κανονιών και πυροβολισμοί. Το τρίτο σώμα, το οποίο είχε αποκοπεί αλλά και οι άρρωστοι και οι τραυματίες που είχαν παραμείνει στην πόλη, μάχονταν ως τη στερνή τους πνοή στα σπίτια που έγιναν οχυρά. Εκρήξεις, φωτιές στις πυριτιδαποθήκες, σκηνές αλλοφροσύνης, σφράγισαν την πτώση της πολιτείας. Οι νεκροί έφτασαν τους 5.000 ενώ πάνω από 3.000 γυναίκες και παιδιά οδηγήθηκαν στα σκλαβοπάζαρα. Από τους ενόπλους της Εξόδου σώθηκαν περί τους 1.500 – αν και οι υπολογισμοί από πηγή σε πηγή αλλάζουν. Όμως ακόμη και αυτοί, τα διασωθέντα λείψανα του Μεσολογγιού, θα γίνονταν αντικείμενο άθλιας εκμετάλλευσης στη Δερβέκιστα, από μικρέμπορους που τούς πωλούσαν τρόφιμα σε τιμές υπερβολικές ενώ τα ψωράλογα από 15 δίστηλα έφτασαν να πωλούνται 60 (Σπυρομίλιος, σ. 143). Όσο για τη Διοίκηση, αυτή «εμβήκεν εις το Ναύπλιον να διοικήσῃ τα λείψανα του έθνους».

*

Ναι, λείψανα έθνους είχαν απομείνει πια μετά το Μεσολόγγι. Αλλά η θυσία αυτή θα χάριζε άφθιτη δόξα στον Αγώνα και θα προωθούσε διπλωματικά το ελληνικό ζήτημα όσο καμία νίκη. Πλημμύρισε την Ευρώπη με αισθήματα θαυμασμού και οι φλόγες της θυσίας θέρμαναν τις καρδιές των πολιτισμένων ανθρώπων, τους ξεσήκωσαν για την ελευθερία του ελληνικού λαού. Στον Μοριά ο Κολοκοτρώνης θα άρχιζε τον νέο αγώνα κατά των προσκυνημένων. Συγχρόνως, λίγο πιο μακριά, γεννιόταν το πιο υψηλό μνημείο του ηθικού και ψυχικού μεγαλείου των αγωνιστών της Παλιγγενεσίας αλλά και της μεγαλοφυΐας ενός ποιητή, οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι. Με το έργο αυτό του Σολωμού όλοι θα μάθαιναν πως εκείνους τους Πολιορκημένους, τίποτε δεν μπορούσε να τους μετακινήσει από την προσήλωση στο Ιδανικό και στο Χρέος, καμιά Διοίκηση, καμιά Δύναμη. Γιατί δεν τους κρατούσε εκεί ο φόβος, η άγνοια του κινδύνου, κάποιος νόμος. Γνωρίζανε και είχαν συνείδηση του τέλους αλλά «ηθέλησαν κινδυνεύειν μη μετά νόμων το πλέον ή τρόπων ανδρείας» (Θουκυδ. ΙΙ, 39, 19-20). Κι έτσι πορεύθηκαν προς τη Θυσία ελεύθεροι κι από ήρωες έγιναν μάρτυρες, ψιθυρίζοντας με τα μάτια (όχι στη δύση που νύχτωνε σαν έβγαιναν, αλλά) στην ανατολή σαν ξημερώνει ο κόσμος, «Μνήσθητι Κύριε», πριν φιλήσουν στερνή φορά τη γη, πριν φιληθούν σταυρωτά και ξεκινήσουν.

«Μνήσθητι Κύριε». Η φωνή αυτού του Γένους για αιώνες. Η φωνή κάθε ελεύθερου, αγωνιζόμενου, ανυπόταχτου έθνους. Αδυναμία και δύναμη, απελπισία αλλά και πίστη στην Αιωνιότητα ως Ελευθερία και στην Ελευθερία ως Αιωνιότητα. Χθες, σήμερα, αύριο.

Το Β’ Μέρος θα αναρτηθεί
την 10η Απριλίου 2026, 200ή επέτειο της Εξόδου.

*

*

*