Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά. Η σκέψη αυτή ήρθε στον νου μου βγαίνοντας από την αίθουσα όπου είδα την κινηματογραφική ταινία του Γιάννη Σμαραγδή για τον Ιωάννη Καποδίστρια. Μια ταινία έντιμη που, αν μη τι άλλο (πέρα από ορισμένες ανακρίβειες και υπερβολές), αποδίδει πιστά το πρόσωπο ενός πολιτικού ηγέτη εμπνευσμένου και ανιδιοτελούς, ενός ανθρώπου με πίστη αλλά και πατριωτικό ρεαλισμό, ενός χαρακτήρα ευπροσήγορου όσο και αποφασιστικού, απολύτως αφοσιωμένου στο όραμα και στο σχέδιο για τη θεμελίωση σύγχρονου ελληνικού κράτους.

Η σκέψη «Ίδιοι τότε, ίδιοι μετά» αφορά στη δημόσια συζήτηση που για μία ακόμη φορά εγκλωβίστηκε στη διαχρονική και αδιέξοδη πόλωση, με εκατέρωθεν ανοησίες δύο στρατοπέδων που κρατούν τη χώρα δέσμια της καθυστέρησης και της εξάρτησης, με ρητορείες και παντομίμες είτε «εκσυγχρονισμού» είτε «παράδοσης». (Ελλάδα: η χώρα που για να ακριβολογείς πρέπει να χρησιμοποιείς πάντα εισαγωγικά).

Για τους κοντοτιέρους των Φώτων δεν υπάρχει Τότε διαφορετικό από αυτό που φαντασιώνονται ως αναγκαία πορεία προς την πρόοδο. Ακόμη κι αν αυτό σημαίνει αγώνες κοινούς με τους κοτζαμπάσηδες και την ολιγαρχία ή και φόνους («Απόλλων»: «ο τύραννος έπεσε»), προκειμένου να λείψει ο πραγματικά φωτισμένος ηγέτης που θα συγκροτούσε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος χωρίς να ξεριζωθεί η ελληνική ταυτότητα. Δεν διστάζουν για τούτο να διακινούν χοντροκομμένα ψέματα για τον «τύραννο» Καποδίστρια, λες και δεν τον κάλεσε η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, λες και δεν υπήρξε ο εκλογικός θρίαμβος του 1829 και η Δ΄ εν Άργει Εθνοσυνέλευση. Γράψαμε παλαιότερα για το έργο του κυβερνήτη Καποδίστρια που κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αμφισβητήσει.

Αντίκρυ στους «φωταδιστές» ωστόσο είναι εντυπωσιακό πώς οι σμπίροι του κοτζαμπασισμού, πρώην σταυλίτες της Βαυαροκρατίας και των Γλυξβούργων, πολιτικά δισέγγονα των «αυτοχθόνων» (που αντιδρούσαν λυσσαλέα ακόμη και στο δικαίωμα ψήφου ή τον διορισμό των γεννηθέντων εκτός του κρατιδίου Ελλήνων – αιώνιο όνειρο και τρόπαιο των Ελλαδικών), εγγόνια των Επιστράτων του Διχασμού που θεωρούσαν εχθρούς τους Αγγλογάλλους την ώρα που Βούλγαροι και Τούρκοι έσφαζαν Έλληνες στη Μακεδονία και τη Μικρασία, όλοι αυτοί ξαφνικά έγιναν… Καποδιστριακοί. Αν πραγματικά ήσαν τόσο πολλοί οι Καποδιστριακοί, άλλη θα ήταν η μοίρα του τόπου.

Προς τι λοιπόν όλη αυτή η διαμάχη αφού και τα δύο στρατόπεδα δείχνουν τελικά να βρίσκονται μακριά από το όραμα του Καποδίστρια για μια ισχυρή, ανεξάρτητη αλλά και σύγχρονη Ελλάδα; Έχω την βεβαιότητα πως πρόκειται για ένα φαινόμενο κοινωνικής απελπισίας επειδή η ελληνική ζωή δεν μπορεί πια να γεννήσει έναν πολιτικό με τις αρετές εκείνου, παρά μόνο πονηρούς πολιτευτές όπως αυτούς που και τώρα ανεφύησαν για να εκμεταλλευτούν τη λαϊκή συγκίνηση.

Όσο για την αισθητική συζήτηση, γιατί άραγε, ενώ σε όλες τις χώρες που θαυμάζουν οι «εκσυγχρονιστές» και οι άτεγκτοι κριτικοί μας, ο κινηματογράφος έχει παρουσιάσει αριστουργήματα με ιστορική θεματολογία, στην Ελλάδα δεν μπορούμε να υπερβούμε τη μετριότητα και τις διαμάχες των καφενείων; Η απάντηση νομίζω πως είναι απλή. Πώς να προκύψει ένα μείζον καλλιτεχνικό επίτευγμα (όπως αυτό που όλοι θα θέλαμε) για ένα πρόσωπο που ιδανικά προσφέρεται, πρόσωπο τραγικά μοναδικό, όταν, για την άρχουσα τάξη της χώρας (πολιτική, οικονομική, καλλιτεχνική), κρίνοντας από τον βίο και την πολιτεία της, φαίνεται να μην υπήρξε Τότε και κυρίως μοιάζει να μην την ενδιαφέρει το Μετά;

Υπερβολή; Ίσως. Αν ωστόσο τον Καποδίστρια οι σύγχρονοί του τον αδίκησαν και τον δολοφόνησαν (ελληνικά χέρια, ας το θυμόμαστε αυτό κι ας αφήσουμε την νηπιακή ευκολία των κακών ξένων που συνωμοτούν διαρκώς, η Ιστορία είναι αδυσώπητη πάλη των εθνών), ακριβοδίκαιη η λαϊκή συνείδηση τον ανήγαγε σε εθνικό σύμβολο. Κι αυτό το σύμβολο, δύο αιώνες μετά, λάμπει αυτές τις νύχτες σε δεκάδες αίθουσες, όπου γιορτάζεται επί της ουσίας η Παλιγγενεσία. Αυτή η οποία τέσσερα χρόνια πριν πέρασε -αν θυμάστε- με κάποιες γελοίες επιτροπές.

Από τούτη την άποψη, η ταινία του Γιάννη Σμαραγδή, με όλα της τα προβλήματα, υπήρξε προσφορά: συνετέλεσε να ανοίξει μια χαραμάδα αισιοδοξίας, πως κάποτε το Τότε, η καποδιστριακή πολιτική χωρίς μύθους, όχι ως όνειρο ενός ιδεαλιστή αλλά στην πιο βαθιά ρεαλιστική της ενότητα, θα γεννήσει ένα άλλο Μετά. Γιατί η καποδιστριακή πολιτική (το «Σχέδιο») ήταν και είναι, η μόνη οδός για να ξεπεραστεί επιτέλους ο σχεδόν γενετικός νεοελληνικός διχασμός μεταξύ Δύσης και Ανατολής, η αδιέξοδη σκιαμαχία εκσυγχρονισμού και καθυστέρησης.

Αυτή είναι η οδός για να έχουμε κάποτε όχι μόνο την υψηλή Τέχνη που ονειρευόμαστε, αλλά και την Πατρίδα που ποθούσαν οι δημιουργοί αυτού του κράτους. Αυτοί που έπεφταν στο Μεσολόγγι πριν διακόσια χρόνια. Αυτός που έπεφτε στο Ναύπλιο πριν εκατόν ενενήντα πέντε χρόνια.

*

*

*