Month: Ιουλίου 2025

Τα μάτια στραμμένα στις εσωτερικές διεργασίες των ΗΠΑ

*

ΟΙ ΗΠΑ ΣΗΜΕΡΑ #2
γράφει ο Κώστας Μελάς

~.~

Η θέση του δολλαρίου ως αποθεματικού νομίσματος
και διεθνούς μέσου συναλλαγών και δανεισμού

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), ο φορέας που είναι υπεύθυνος για την παρακολούθηση του διεθνούς νομισματικού συστήματος, αναγνωρίζει οκτώ κύρια αποθεματικά νομίσματα: το αυστραλιανό δολλάριο, τη βρετανική λίρα στερλίνα, το καναδικό δολλάριο, το κινεζικό γουάν, το ευρώ, το ιαπωνικό γεν, το ελβετικό φράγκο και το δολλάριο ΗΠΑ. Το δολλάριο ΗΠΑ είναι το πιο διαδεδομένο, αποτελώντας το 59% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων.

Στο Γράφημα 1 παρουσιάζονται τα βασικά αποθεματικά νομίσματα ως ποσοστό των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων την περίοδο 1995- 2024. Το αμερικανικό δολλάριο αποτελεί μακράν το πρώτο αποθεματικό νόμισμα ενώ δεύτερο είναι το ευρώ.

*

ΠΗΓΗ: https://data.imf.org/en/Dashboards/COFER%20Dashboard

Το ποσοστό του αμερικανικού νομίσματος το 1995 βρίσκεται στο 58,96%. Το 2001 βρίσκεται στην κορύφωσή του με 71,52%. Το 2024 το ποσοστό του ανέρχεται σε 57,8%. Το ποσοστό του ευρώ το έτος εμφάνισής του ανέρχεται σε 17,9%. Σημειώνω ότι το ποσοστό των δύο αποθεματικών νομισμάτων από τα οποία προήλθε το ευρώ, το 1995, ήταν συνολικά 18,2% και τα επιμέρους ποσοστά ήταν γερμανικό μάρκο 15,8 %, γαλλικό φράγκο 2,4%.

Το ποσοστό του ευρώ φτάνει στο υψηλότερο σημείο του το 2009, 27,7%, κυρίως λόγω του ότι η Ρωσία από το 2008 εγκατέλειψε το δολλάριο ως αποθεματικό νόμισμα –προφανώς για πολιτικούς λόγους– και στράφηκε στο ευρώ. Ακολουθεί σταδιακή μείωση του ποσοστού αυτού και το 2024 βρίσκεται στο 19,83%. Προφανώς το ευρώ ως αποθεματικό νόμισμα δείχνει μια σταθερότητα, αλλά επ’ ουδενί δεν καρπούται τις όποιες απώλειες του δολλαρίου. (περισσότερα…)

Τὸ τετράπλευρον θαῦμα τῶν μεταρσίων

Ο κτιστός οβελίσκος του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης, όπως διατηρείται σήμερα στο At Meydanı.

~.~

ΓΡΑΦΕΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ #15
Εκλογή κειμένων-Επιμέλεια στήλης
ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΛΛΗΣ

«Καὶ καινὸν οὐδέν, εἰ λαλεῖ σοι καὶ τάφος· ἡ γὰρ γραφὴ κράζοντας οἶδε τοὺς λίθους»: οι στίχοι αυτοί του Θεόδωρου Πρόδρομου, του Βυζαντινού ποιητή του 12ου αιώνα, μας θυμίζουν ότι ο γραπτός λόγος έχει τη δύναμη να κάνει ακόμα και τις πέτρες να μιλούν. Η αρχαιότητα μας κληροδότησε χιλιάδες επιγραφές σε λίθο, με ποικίλο περιεχόμενο. Κατά τους χρόνους της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της κοινώς γνωστής ως Βυζάντιο, ο αριθμός τους μπορεί να μειώθηκε αισθητά, δεν έπαυσαν όμως να είναι παρούσες και δεν υστερούν ούτε ως ιστορικά τεκμήρια, ούτε ως μνημεία της γλώσσας και της λογοτεχνίας της περιόδου. Η μικρή εκλογή που αναπτύσσουμε εδώ, στοχεύει στο να κάνει ευρύτερα γνωστές τις βυζαντινές επιγραφές των μεσαιωνικών χρόνων, μέσα από μια επιλογή κειμένων διαφόρων ειδών, προερχόμενων από διαφορετικές περιοχές της αλλοτινής βασιλείας των Ρωμαίων.

~.~

Τὸ τετράπλευρον θαῦμα τῶν μεταρσίων

Το σημερινό At Meydanı —η πλατεία των αλόγων— της Κωνσταντινούπολης, καλύπτει  μεγάλο μέρος της θέσης όπου βρισκόταν άλλοτε ο Ιππόδρομος της βυζαντινής πρωτεύουσας, δίπλα στο Μέγα Παλάτιον και την Αγία Σοφία. Στο κέντρο της πλατείας παραμένουν ακόμη στη θέση τους τρία μνημεία που κοσμούσαν τη spina —τη νησίδα ή εύριπο— του στίβου των αρματοδρομιών: ο αρχαίος αιγυπτιακός οβελίσκος που τοποθετήθηκε εδώ το έτος 390, επί  Θεοδοσίου του Α΄, η χάλκινη στήλη των όφεων από τον τρίποδα που αφιέρωσαν οι ελληνικές πόλεις στο μαντείο των Δελφών μετά τα Περσικά, και ο λεγόμενος κτιστός οβελίσκος. Ο τελευταίος θα μας απασχολήσει εδώ για την επιγραφή της ανακαίνισής του.

Ο κτιστός οβελίσκος ιδρύθηκε στο νότιο άκρο της spina του Ιπποδρόμου, την εποχή που στήθηκε ο αιγυπτιακός ή λίγο νωρίτερα. Σε αντίθεση με αυτόν, που έχει λαξευτεί σε σκληρό γρανίτη, ο δεύτερος οβελίσκος είναι δομημένος με μεγάλους ορθογώνιους λίθους — εξ ου και κτιστός ή örme (πλεκτός) στα τουρκικά. Το συνολικό του ύψος ανέρχεται στα 32 μέτρα, όσο ακριβώς εκείνο του αιγυπτιακού οβελίσκου του Λατερανού στην Παλαιά Ρώμη. Η βάση του βρίσκεται τώρα δύο περίπου μέτρα χαμηλότερα από το επίπεδο της πλατείας, καθώς τα ιζήματα της ιστορίας έχουν ανυψώσει το έδαφος. (περισσότερα…)

Ωνάσης και Κάλλας

*

Θερινό παιχνίδι βασισμένο στα ιντερμέδια
του «Αέρα αυγούστου» του Κώστα Κουτσουρέλη

Ο Ωνάσης: των αρίστων αρετή,
στα πέλαγα και στα λιμάνια φάρος.

Ο Ωνάσης: τον ζηλέψαν αρκετοί,
μα του ’γινε στενός κορσές ο Χάρος.

Ο Ωνάσης: σιδηρόφραχτη θωριά,
αγέρηδες κι εχθρούς να χαντακώσει.

Ο Ωνάσης: πένθιμα καμπαναριά,
τρεκλίζει ένα βήμα πριν την πτώση.

Ο Ωνάσης: πίσω απ’ το θαμπό γυαλί,
φιλοδοξία, όνειρο κι ευθύνη.

Ο Ωνάσης: –αχ, καρδούλα μου κι αλί–
τα τάνκερ του ένα Κράκεν καταπίνει.

Ο Ωνάσης: πρωτογιός της συμφοράς,
θαρρείς νικά, μα στην ψυχή του τάλας.

Ο Ωνάσης: στα μαρτύρια προχωράς,
παιδί ξανά μπρος στη ματιά της Κάλλας.

/// (περισσότερα…)

«Τρανή ζωή του τραγουδιού σε αδράχνω»: Σπήλιος Πασαγιάννης (1874-1909)

Σκίτσο που απεικονίζει τον ποιητή από το εξώφυλλο της Ελληνικής Δημιουργίας (τχ. 86, «Η Μάνη και οι λογοτέχνες της – Πασαγιάννηδες»).

*

της ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΙΔΟΥ

Διαβάζοντας τις Λυρικές παραλλαγές του Νίκου Γρυπάρη, δημοσιογράφου, ποιητή και εκδότη («είμαι ποιητής / δεν γράφω στίχους, μα σφιχτοδένω το φεγγάρι / με των αντίλαλων τους ήχους»), το αντάμωμα με ένα άλλο βιβλίο του, τα Νεοελληνικά φιλολογικά παραλειπόμενα, με οδήγησαν σε έναν ομόσταβλό του, τον Σπήλιο Πασαγιάννη, του οποίου η ζωή έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όπως επίσης κι όσα ακολούθησαν μετά τον θάνατό του.

Πλανεμένη φωνή, που με ποτίζεις ήλιο,
εσένα ακούω μονάχα στον αιθέρα.
Τάμα πανέμορφο κρατούν
παρθένες στο κεφάλι,
με το υπερούσιο το κρασί
γιομάτες ωραιοσκάλιστες λαγήνες·
διάπλατα οι θύρες ανοιχτές
με τις θλιμμένες Μάνες,
που άσπρα ντυμένες καρτερούν
να με γαμπροστολίσουν.

Πρωτοπαρουσιάζεται στη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών, στην εφημερίδα Μούσαι της Ζακύνθου, την οποία εκδίδει ο Λεωνίδας Ζώης, με την «Πρωτομαγιά της Χτικιασμένης», ενώ στη Φιλολογική Ηχώ της Κωνσταντινούπολης δημοσιεύει τα πρώτα του ποιήματα.

Γύρνα, καλέ μου, κι άφησε της ξενιτιάς τις πίκρες.
Έλα να σμίξουμε γλυκά. Θυμήσου με και μένα,
που τόσα χρόνια ρέβουμαι στης ερημιάς τους πόνους.
Διάβηκαν χρόνια και καιροί οπού σου τρώει τα νιάτα
η άσπλαχνη η ξενιτιά με το τυράγνισμά της.
Το έρμο το κορμάκι σου στα ξένα παραδέρνει,
και στα πικρά τους βάσανα, και στις ανεμοζάλες,
θα μαραζώσει, θα καεί, θα σβήσει κολασμένο.
Τα ξένα δε σε γέρασαν; δε σ’ έφαγαν τα ξένα;
Φεύγα τα ξένα, κι είν’ οχιές, φίδια φαρμακωμένα,
και φαρμακώνουν και ρουφούν το αίμα σου καλέ μου.
Έλα, γιατί βαλάντωσα και ρέψε την καρδιά μου
αφ’ όντας ξενιτεύτηκες και πήγες σ’ άλλους τόπους.
Έλα να ιδείς το γιόκα μας λεβέντη, παλικάρι
από μωρό που τ’ άφησες και μίσεψες καλέ μου.
Έλα να ιδείς την όμορφη και λυγερή μας κόρη
που μ’ άφησες μικρή μικρή και τώρα θα την εύρεις
με τις πλεξούδες σαν οχιές, παρθένα βυζωμένη.
Έλα να ζήσουμε μαζί μες το νοικοκυριό μας
να ’χουμε τα χωράφια μας, να σπέρνουμε τα στάρια,
που άσκαφτα κι ανόργωτα είν’ τόσα χρόνια τώρα,
Να ’ρχετ’ ο θέρος με καλό, που ’ναι ξανθά τα στάχυα,
μαζί να τα θερίζουμε, μ’ ολόγλυκα τραγούδια,
Και να το τρώμε το ψωμί χωρίς πικρά φαρμάκια.
Να ’ρχετ’ ο τρύγος εύτυχος τ’ αμπέλι να τρυγάμε,
τα ζουμερά σταφύλια του κρασί να τα πατάμε;
Να ’χουμε στο κατώγι μας ολοχρονίς για πιόμα.
Να ’χουμε το λεβέντη μας, και τη χρυσή μας κόρη,
να τραγουδούν στο πλάι μας της νιότης τα τραγούδια,
να μας θυμίζουν τους καιρούς που διάβηκαν για πάντα,
να μας γλυκαίνουν την καρδιά με το χαμόγελό τους,
να μας χαρίζουνε ζωή, παρηγοριά κι ανάσα,
κι έτσι τα χρόνια να περνούν για μας ευτυχισμένα.
Χωρίς καημούς και βάσανα και πόνους και φαρμάκια.
Γύρνα, καλέ μου, κι άφησε της ξενιτιάς τις πίκρες. (περισσότερα…)

Στὸν Φραπὲ καὶ στὸν Χασάπη

*

Ἐπιγραμμάτιον περὶ τῶν δύο παίδων

Στὸν Φραπὲ καὶ στὸν Χασάπη
ὅλη ἡ Κρήτη μὲ ἀγάπη
καὶ μὲ σεβασμὸ ὁμνύει:
ἅπλωσαν ὡς τὴν Λιβύη
τὰ χλωρά της βοσκοτόπια
κι ὡς τὰ εὔφορα τὰ Σκόπια.
Ὅλη ἡ νῆσος μὲ τιμὴ
καὶ χιλιάδες ΑΦΜ
κλίνουν εὐλαβῶς τὸ γόνυ
κι ἀνακράζουν στὴν ὀθόνη
στὰ κοπέλια αὐτὰ τοῦ Κούλη
(τίμια μέχρι τὸ μεδούλι)
ἐγγονοὶ καὶ γιοὶ καὶ πάπποι:
Ὦ Φραπὲ καὶ ὦ Χασάπη,
ὦ Χασάπη καὶ Φραπέ,
τῶν Κρητῶν ὦ παῖ καὶ παῖ!

ΑΑΡΩΝ ΜΝΗΣΙΒΙΑΔΗΣ

*

*

H κριτική της κριτικής της κριτικής της κριτικής

*

του ΘΑΝΑΣΗ ΓΑΛΑΝΑΚΗ

Κλειδωμένο μαγαζί:
εἴσοδος μόνο γιὰ μέλη,
κι’ ἂν τεντώσω τὸ σχοινὶ
τότε πάνω μου εἶχα βέλη.
ΜΑΝΙ

Ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνακυκλώνεται στὰ ἠλεκτρονικὰ καὶ ἔντυπα περιοδικὰ ἡ γνωστὴ ἱστορία τῆς κριτικῆς, τοῦ ποιός μπορεῖ ἢ δύναται νὰ τὴν ἀσκεῖ, γιατί τὴν ἀσκεῖ πολὺ ἢ λίγο, τί ἐπιδιώκει γράφοντάς την, κι’ ἄλλα παρόμοια ποὺ κρατᾶν σὲ φόρμα τοὺς ντόπιους ἑτοιμόπολεμους γραφιάδες. Μάλιστα, οἱ συζητήσεις αὐτὲς ἔρχονται στὴν ἐπιφάνεια κυρίως σὲ νεκρὲς περιόδους, λ.χ. λίγο μετὰ τὴ χριστουγεννιάτικη παύση ἢ κατὰ τὸ καλοκαίρι – πιθανότατα ἐπειδὴ ἡ ἀπουσία δράσης ἐνοχλεῖ τοὺς πάντοτε διψασμένους γιὰ κατάθεση ἀπόψεων καὶ νύξεων κριτικούς. Κάποιος κακόβουλος θὰ ἔλεγε ὅτι ἡ χρονία αὐτὴ συμπίπτει καὶ μὲ τὸν προκυφθέντα ἐλεύθερο χρόνο τῶν γραφόντων, οἱ ὁποῖοι –ἐλλείψει αὐτῶν τῶν ἴδιων περιστάσεων ποὺ στηλιτεύουν– αὐξάνουν τοὺς βαθμοὺς πρεσβυωπίας τους καὶ βλέπουν καλύτερα τὴν καμπούρα τοῦ ἄλλου. Παίρνω ἀποστάσεις ἀπὸ τὶς κακόβουλες Κασσάνδρες, ἂν καὶ ὁ μύθος τὶς δικαιώνει. Ὁπωσδήποτε, αὐτὸ θὰ ἦταν μιὰ σκέψη ἐκ τοῦ πονηροῦ, λίαν κακόβουλη καὶ διαβλητική. Μακριὰ ἀπὸ μένα αὐτά.

Στὸ κέντρο τῆς συζήτησης, λοιπόν, τίθεται μέσες-ἄκρες τὸ ἐρώτημα «ποιός ἀσκεῖ τὴν κριτική», τὸ ὁποῖο καλλωπίζεται μὲ τὴ μορφὴ τοῦ «πῶς ὀφείλει κανεὶς νὰ ἀσκεῖ τὴν κριτική», ἄσχετα ἂν τελικὰ τίποτα ἀπ’ τὰ δύο δὲν ἰσχύει  – ἀλλ’ αὐτὸ θὰ τὸ δοῦμε παρακάτω. Προσωπικά, ἂν καὶ δὲν βρῆκα διαθέσιμο εἰσιτήριο γιὰ τὴ συζήτηση, σκέφτηκα νὰ γράψω δυὸ-τρεῖς σκέψεις, ἀφοῦ ὅμως πρῶτα διευκρινίσω τὴ θέση μου – τὸ πλέον ἀναγκαῖο γιὰ τοὺς new age γραφιάδες «positionality». Ἂν λάβω ὐπόψιν τὸ πῶς ὁρίζεται ἡ κριτικὴ ἀπὸ τοὺς περισσότερους ποὺ τὴν ἀσκοῦν, τότε ἐπουδενὶ λόγῳ εἶμαι κριτικός. «Κρίνω» τείνει νὰ σημαίνει «διακρίνω», ἐντούτοις πέρα ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Jauss καὶ τοῦ Iser δὲν ξανάδα κάποιο πρόγραμμα σπουδῶν ποὺ νὰ βγάζει «κριτικούς» σκέτα· ὅσον ἀφορᾶ τὴν κριτικὴ τῇ εὐρείᾳ ἐννοίᾳ, ἀπ’ αὐτὰ ὑπάρχουν νὰ φᾶν κι’ οἱ κότες. Παρ’ ὅλα αὐτά, ἡ ἰδιότητα αὐτὴ φαίνεται νὰ λαμβάνει διαστάσεις ἐπαγγελματικές, ἤτοι προκύπτει κατόπιν σπουδῆς, μαθητείας, τριβῆς καὶ ἐν γένει μὴ-ἐρασιτεχνικῆς ἐνασχόλησης. Κατ’ ἄλλους, οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, ἑπομένως ἡ ἰδιότητα τοῦ κριτικοῦ πρόκειται περὶ ἑνὸς beneficium. Δὲν πληρῶ προϋποθέσεις γι’ αὐτὴ τὴ δωρεά, οὔτε οἱ σπουδές μου μ’ ἔβγαλαν κριτικό, ἀλλὰ κάτι ἄλλο, ἑπομένως πάει αὐτό…  Ἐπιπλέον, βάσει τῶν πρόσφατων γραφομένων, ἰδίως ἡ «κριτικὴ τῆς κριτικῆς» ἀσκεῖται ἀπὸ τοὺς πλέον ἐπαΐοντες, τοὺς διαπιστευμένους, τοὺς ἔχοντες εἰσιτήριο βρὲ ἀδερφέ. Ὅπως ἔγραψα σαφῶς παραπάνω, δὲν βρῆκα εἰσιτήριο. Σὺν τοῖς ἄλλοις, δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ κρίνω οὔτε τὴν «κριτικὴ τῆς κριτικῆς», διότι αὐτὸ θὰ μὲ ἐπέστρεφε στὴ θέση τοῦ κριτικοῦ βάσει ἁπλῶν μαθηματικῶν ἀποκλεισμῶν. Ἔχοντας, ὡστόσο, τὴ βαθιὰ πίστη ὅτι ἡ κριτικὴ συνιστᾶ τεκμηριωμένη ἀρέσκεια/ἀπαρέσκεια μὲ τὴν παράλληλη –προαιρετικὴ ἐνίοτε– ἐπικουρικὴ χρήση ἐπιστημονικῶν μεθόδων –ἐὰν κι’ ἐφόσον μπορεῖ νὰ ὑπάρξει πλήρης ἐπαληθευσιμότητα–, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀναγκαία συνθήκη τῆς τριβῆς μὲ τὸ κρινόμενο προϊὸν ὡς προϊόν-και-μόνον (εἴτε εἶναι φαγητό, γλυκό, βιβλίο ἢ κριτικὸ κείμενο), θὰ ζητοῦσα τὴν ἄδεια νὰ ἐκφραστῶ παρακάτω ὡς κριτικὸς τῆς κριτικῆς τῆς Κριτικῆς τῆς κριτικῆς.

Κύρια ἀφορμὴ στάθηκε τὸ οἰκεῖο κείμενο τῆς Ἄννας Ἀφεντουλίδου στὸν Ἀναγνώστη. Λιγότερο δὲ ἐκεῖνο τῆς Βαρβάρας Ρούσσου, κυρίως λόγω τῆς μορφῆς του, μιᾶς καὶ τὰ εἴκοσι-ἐννέα εὔλογα ἐρωτηματικά του περισσότερο θέτουν ἐρωτήματα παρὰ ἀποφάνσεις πρὸς συζήτηση. (περισσότερα…)

Γιὰ τὴν μονοθεϊστικὴ προέλευση τῆς βίας

*

τοῦ ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Οἱ ἀπαρχὲς τῆς ἐκλογίκευσης τῆς βίας στὸν δυτικὸ κόσμο εἶναι ἕνα ζήτημα ποὺ πάντοτε κέντριζε τὸ ἐνδιαφέρον. Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁδήγησε τόσες καὶ τόσες θεωρίες στὴν διακήρυξη τῆς ἐξόντωσης τῶν ἐχθρῶν τους ὡς τρόπο γιὰ τὴν ἐπικράτησή τους; Γράφει συνοψίζοντας σὲ ἕνα σχετικὸ ἄρθρο του ὁ Κώστας Κουτσουρέλης:

«Τὸν 19ο καὶ τὸν 20  αἰῶνα, οἱ ὁμολογίες ποὺ ἀλληλοσφάζονται ὀνομάζουν ἑαυτοὺς πολιτικὲς παρατάξεις: ἐθνικιστὲς καὶ διεθνιστές, κρατιστὲς καὶ ἀναρχικοί, δικτάτορες καὶ δημοκράτες, φιλελεύθεροι, κομμουνιστὲς καὶ φασίστες. Τὸν 21ο αἰῶνα, οἱ θρησκευτικοὶ πόλεμοι ξαναπαίρνουν τὸ πρέπον τους ὄνομα: τζιχάντ. Τὸ κλασσικό τους πρότυπο ὅμως παραμένει πάντα ἡ Πρώτη Διαθήκη».

Ὡστόσο, δύο πράγματα μᾶς διαφεύγουν ὅταν ἀνάγουμε τὸ πρότυπο τῆς ἱερῆς σφαγῆς στὴν Παλαιά Διαθήκη (Π.Δ.). Πρῶτον, ὅτι κάθε κείμενο μεθερμηνεύεται ἀνάλογα μὲ τὶς ἀνάγκες καὶ συνθῆκες τῆς ἐποχῆς. Αὐτὸ συνεπάγεται ἐδῶ ὅτι προκύπτουν δύο μεγάλες διαφορές.

Ἀφενός, ἡ διαφορὰ μεταξὺ οἰκουμενικῆς καὶ τοπικῆς ἐμβέλειας τῶν ἴδιων πραγμάτων, στὴν κλίμακα καὶ τὴν ἔνταση. Εἶναι ἄλλο πράγμα (ἂν πάρουμε στὴν ὀνομαστικὴ ἀξία τὶς «ἐντολὲς σφαγῆς» τῆς Π.Δ.) ἡ ἀπόπειρα μιᾶς κοσμοεικόνας γιὰ παγκόσμια, πανανθρώπινη ἐπικράτηση διὰ τῶν σφαγῶν, ποὺ ἀφορᾶ «πολιτικὲς παρατάξεις, ἐθνικιστὲς καὶ διεθνιστὲς, κρατιστὲς καὶ ἀναρχικούς, δικτάτορες καὶ δημοκράτες, φιλελεύθερους, κομμουνιστὲς καὶ φασίστες», ἀκόμη καὶ τοὺς Μουσουλμάνους· καὶ ἄλλο πράγμα ἡ προσπάθεια γιὰ ἐπικράτηση μόνο στὴν Χαναὰν / Παλαιστίνη (τοῦ 12ου π.Χ. ἢ τοῦ 20οῦ μ.Χ. αἰ.), προσπάθεια ποὺ ἀφορᾶ μόνο τὴ συγκεκριμένη περιοχή. Ὅταν ἐμφανίζεται ἡ οἰκουμενιστικὴ μετεξέλιξη, ποὺ ἀφορᾶ δυνητικὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, ὁ Χριστιανισμός, αὐτὴ καταρχὴν δὲν κάνει λόγο γιὰ σφαγές. Ὑπὸ τὴν ἔννοια αὐτή, τὸ Ἰσλὰμ πάει πιὸ πίσω ἀπὸ τὴν Π.Δ., στὴν ὁποία τὸ ἴδιο τοποθετεῖ τὶς ἀπαρχές του, ἀφοῦ ἀπὸ τὴ μιὰ εἶναι οἰκουμενικὴ θρησκεία ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ἄλλη υἱοθετεῖ μεθόδους ἐξάπλωσης εὑρισκόμενους στὴν Π.Δ., ἡ ὁποία ὡστόσο ἐπικεντρώνεται ἀποκλειστικὰ στὴν Χαναάν.

Ἀφετέρου, ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐκκοσμικευμένης ἰδεολογίας καὶ τοῦ μεταφυσικοῦ ὑποτιθέμενου προτύπου της. Ἂν οἱ ἄθρησκοι μιμητὲς τοῦ χριστιανικοῦ παραδείσου ἢ τῆς παλαιοδιαθηκικῆς κατάληψης τῆς Χαναὰν κάνουν κάτι ποὺ δὲν συνάδει μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ προτύπου τους (οὔτε καὶ τὸ γράμμα, ὅπως φαίνεται παραπάνω μὲ τὴ διαφορὰ κλίμακας κι ἔντασης), ὑπεύθυνο δὲν εἶναι τὸ ὑποτιθέμενο πρότυπό τους ἀλλὰ οἱ ἴδιοι. Μπορεῖ, γιὰ παράδειγμα, φιλελεύθερα καὶ κομμουνιστικὰ ὁράματα γιὰ μιὰ ἰδανικὴ ἐγκόσμια κοινωνία νὰ μοιάζουν μὲ τὸ χριστιανικὰ καὶ παλαιοδιαθηκικὰ (π.χ. Ἠσαΐας) ὁράματα γιὰ μιὰ ἰδανικὴ κατάσταση, ὡστόσο τὰ ἰουδαιο-χριστιανικά ὁράματα δὲν κάνουν λόγο γιὰ τὴν ἐδῶ καὶ τώρα, ἐγκόσμια ἐπικράτηση τοῦ ἰδανικοῦ, παντοῦ, ὅπως τὰ φιλελεύθερα, κομμουνιστικὰ κ.λπ. ὁράματα. Καὶ εἶναι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἰουδαιοχριστιανικοῦ, ἀπὸ τὴ μία, καί, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ἰσλαμικοῦ καὶ κοσμικιστικοῦ μεσσιανισμοῦ, ποὺ δίνει τὸ δικαίωμα στοὺς ἐκπροσώπους τοῦ δεύτερου νὰ δικαιολογήσουν τὶς σφαγές γιατὶ τὸ ἰδανικὸ πρέπει νὰ πραγματωθεῖ τώρα, παντοῦ· οἱ πρῶτοι μόνο ἐὰν ἀγνοήσουν τὴν μεταϊστορικὴ φύση τῆς πραγμάτωσης τοῦ ἰδανικοῦ τους, δηλαδὴ ἂν γίνουν ἐκκοσμικευμένη κοσμοεικόνα ποὺ πρέπει νὰ ἐπικρατήσει ἐδῶ καὶ τώρα, μποροῦν νὰ αὐτοδικαιολογηθοῦν. (περισσότερα…)

Ο φωτογράφος Αντρέι Ταρκόφσκι

Σβεν Νύκβιστ και Αντρέι Ταρκόφσκι στα γυρίσματα της Νοσταλγίας.

*

Προλόγισμα ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ ΑΜΑΝΑΤΙΔΟΥ

Ο Αντρέι Ταρκόφσκι, ο πιο στοχαστικός και ποιητικός σκηνοθέτης του 20ού αιώνα, δεν περιορίστηκε μόνο στον κινηματογράφο για να εκφράσει την καλλιτεχνική του ευαισθησία. Κατά τη διάρκεια της εξορίας του στη Δύση, στράφηκε στη φωτογραφία Polaroid, δημιουργώντας μια σειρά εικόνων που αποτυπώνουν με μοναδικό τρόπο την εσωτερική του αναζήτηση και την υπαρξιακή του αγωνία.

Τα μακρόσυρτα πλάνα ακινητοποιούνται στις Polaroid του. Καθημερινές εικόνες, τοπία ονειρικά και ομιχλώδη, σκηνές από τη «Νοσταλγία» Ο κόσμος θαρρείς σταματά. Σταματά εκεί που ξεκίνησε. Καθηλώνει το χρόνο. Εξοστρακίζει το χρόνο. Εξιστορεί το ανείπωτο. Οι φωτογραφίες του, συγκεντρωμένες στο λεύκωμα Instant Light, δεν είναι απλώς στιγμιότυπα της καθημερινότητας, μα μικρά ποιήματα φωτός και σιωπής, εικόνες που μοιάζουν να αιωρούνται έξω από τον χρόνο. Τοπία βουτηγμένα στην ομίχλη, εσωτερικά δωματίων με φυσικό φως , όλα αποπνέουν μια αίσθηση στοχαστικής ηρεμίας και μελαγχολίας. Φωτογραφίες τεμαχισμένες από βλέμμα που ήξερε να βλέπει το άρρητο.

*

* (περισσότερα…)