Αντώνης Ζέρβας, In memoriam

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ο ποιητής Αντώνης Ζέρβας γεννήθηκε στον Πειραιά τον Δεκέμβρη του 1953. Πέθανε χθες, 3 Ιουνίου 2022, σε νοσοκομείο της Αθήνας· όπως το είχε προβλέψει, από καρκίνο των πνευμόνων. Η αδημοσίευτη ομιλία που ακολουθεί, εκφωνήθηκε στην αίθουσα της Ελληνικής Εταιρείας στην Πλάκα, την 3η Νοεμβρίου 2010, σε εκδήλωση για τον πρόσφατο τότε συγκεντρωτικό τόμο του έργου του.

~.~

 

Αντώνης Ζέρβας: Οδηγίες χρήσεως

Βάλανε τη σιωπή να με πνίξει
Κι αυτή μ’ αγάπησε
Κάθεται στα πόδια μου κι απαριθμεί
Με πόσους και πόσους πλάγιασε
Κι ακούω τα ονόματα
Που ανέκαθεν τιμούσα και σεβόμουν
Α.Ζ., «Η ΣΙΩΠΗ»
Όχι κύριε δεν μ’ αρέσουν τα τραγούδια σας
κι ας πουλάνε σαν πραλίνες Βρυξελλών.
Προτιμώ τις ψαλμωδίες μιας παλιάς θρησκείας
που σε κάνουν να λυγίζεις γόνατα και ράχη,
έστω κι αν η πίστη έχει ξεραθεί μέσα στα οστά σου.
Α.Ζ., «ΜΕΣ ΣΤΑ ΠΟΛΛΑ ΝΑΙ»

Για τους πολλούς, η φήμη αξίζει όσο τα ίδια τα πράγματα. Ακόμη χειρότερα: η φήμη είναι τα πράγματα, το τι ακούγεται, το τι διαδίδεται για κάποιον μετράει παραπάνω από το ίδιο του το έργο. Και η φήμη είναι σκληροτράχηλη. Όταν εμπεδωθεί γερά, δύσκολα την κουνάς από τη θέση της. Πας να την παρακάμψεις, να επιστρέψεις ξανά στο προκείμενο, κι αυτή εννοεί να ξεπετιέται εμπρός σου, να σου κόψει τον δρόμο. Κάποτε η φήμη αυτή είναι ένα συν, καλλωπίζει, εξωραΐζει τα πράγματα. Άλλοτε πάλι αφαιρεί, τα δυσφημεί, τα θαμπώνει. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις, τους στερεί την εντελώς δική τους αλήθεια, τα αλλοιώνει.

Επέτρεψα στον εαυτό μου αυτόν τον γριφώδη πρόλογο, γιατί η κατάσταση με τον Ζέρβα είναι κάπως περίεργη. Κατά έναν τρόπο ο Ζέρβας είναι η πλέον άσημη διασημότης των γραμμάτων μας, ένας περίοπτος άγνωστος που ταράζει τον αναγνωστικό μας βίο των τελευταίων δεκαετιών. Oι επιφυλλίδες και οι συνεντεύξεις του γέμουν, ενίοτε ολοσέλιδες, τον κυριακάτικο Τύπο· τα βιβλία του –ποιήματα, δοκίμια, μεταφράσεις– διαδέχονται με ραγδαίο ρυθμό το ένα το άλλο (μετράω πάνω από είκοσι πρώτες και δεύτερες εκδόσεις δικές του από το 1983 και μετά, ένα σχεδόν βιβλίο τον χρόνο…)· το ίχνος από το πέρασμά του είναι ευδιάκριτο κάποτε και σε κείμενα άλλων, φτάνει κανείς να έχει μάτια πρόθυμα να το δουν.

Την ίδια στιγμή, ο δημόσιος λόγος για το έργο αυτό, τα σχόλια, η κριτική είναι, για να το πω κομψά, φειδωλή. Όταν γίνεται συζήτηση συνολική για την ελληνική λογοτεχνία του καιρού μας, το όνομά του απουσιάζει. Και ενώ και οι πιο δύσκολοι αναγνώστες μεταξύ τους τ’ ομολογούν ότι πρόκειται για έργο πολυστρώματο, βαθιά προσωπικό, ιδιαίτερο, προς τα έξω αμηχανούν, όταν δεν σιωπούν αιδημόνως.

Γνώμη μου σταθερή είναι ότι όλα αυτά οφείλονται σ’ ό,τι θα ονόμαζα εντύπωση, σ’ αυτό το διάχυτο δίχτυ που λίγη σχέση έχει με την πραγματικότητα, αλλά εννοεί να την περισφίγγει. Γύρω από τον Ζέρβα και τις σελίδες του έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα, μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα που όσο δεν τη διασκεδάζουμε, όσο δεν τον απαλλάσσουμε απ’ αυτήν, δύσκολα θα τα καταφέρουμε να τον διαβάσουμε. Σκοπός αυτής εδώ της παρουσίασης, μόνη δική μου «ευγενική φιλοδοξία» είναι ακριβώς να αντιπολιτευτώ, όσο γίνεται, αυτή την εντύπωση, να πάω λίγο πιο πέρα απ’ τη φήμη. Το ξέρω βέβαια ότι απευθύνομαι εδώ σε φίλους και αναγνώστες του ποιητη ασκημένους, εξοικειωμένους με το έργο του. Παραταύτα, είναι φορές που αναρωτιέμαι αν κι αυτοί ακόμη τα καταφέρνουν να μείνουν αρκετά ανεπηρέαστοι.

Για τον λόγο αυτό θα σας ζητήσω να συναινέσετε σιωπηρά στο εξής. Είναι ένα παιχνίδι ρόλων στην ουσία. Για τα επόμενα τριάντα πάνω κάτω λεπτά, θέλω να προσποιηθούμε όλοι μας ότι συζητάμε για κάτι έως τώρα ανήκουστο, για ένα καινούργιο, λ.χ., πολύπλοκο και δύσχρηστο μηχάνημα. Εγώ, από τη μεριά μου, θα κάνω ότι ξέρω τα πάντα γι’ αυτό. Εσείς θα κάνετε ότι δεν ξέρετε τίποτα. Εγώ θα αναλάβω να σας εφοδιάσω εν λευκώ με Οδηγίες Χρήσεως της συσκευής, κι εσείς να υποκριθείτε ότι οι οδηγίες αυτές, που έτσι αυτόκλητα σας παρέχω, σάς είναι στ’ αλήθεια πολύτιμες. Ταμείο θα κάνουμε στο τέλος.

* * *

Ο Ζέρβας ποιητής προσιτός δεν είναι. Γόνος, από τους τελευταίους γνήσιους, της μεγάλης παράδοσης της ποίησης μιας άλλης εποχής –εννοώ την εποχή του μοντερνισμού–, δισέγγονος του δύστροπου Έζρα, συχνά στραπατσάρει την υπομονή του αναγνώστη του ώς που δεν παίρνει. Οι μνείες και οι παραπομπές που στίζουν τα ποιήματά του, ως εμπόδια πραγματολογικά, θα καταπτοούσαν και τον πιο ασκημένο εγκυκλοπαιδιστή. Αν προσθέσει κανείς και τις αγαπημένες του τεχνικές, τα κολλάζ, την ελλειπτικότητα, τον γριφώδη και αποσπασματικό λόγο, και τα συναφή, ο πίνακας των δυσκολιών συμπληρώνεται. Δεν ξέρω αν ο ο Ζέρβας έχει αναλογιστεί ποτέ, θέλω να πω: με συμπάθεια, σε τι θέση φέρνει τον καλόπιστο αναγνώστη. Ο επίδοξος κοινωνός του έργου του –κι αυτή είναι η πρώτη οδηγία που θέλω να σας απευθύνω, οδηγία προτρεπτική– ας ξέρει ότι πρέπει να οπλιστεί με την υπομονή του Γκλαζούνωφ τον καιρό που προσπαθούσε να μπει στο νόημα του Βάγκνερ.

Άκουσα τη Βαλκυρία. Δεν κατάλαβα τίποτα. Δεν μου άρεσε καθόλου. Την άκουσα δεύτερη φορά. Και πάλι δεν κατάλαβα τίποτα. Τρίτη φορά – το ίδιο. Πόσες φορές νομίζετε ότι άκουσα αυτή την όπερα προτού την καταλάβω; Εννέα φορές! Ώς τη δέκατη φορά, όπου και τελικά κατάλαβα τα πάντα. Και τότε μου άρεσε πάρα πολύ.

Οι επόμενες οδηγίες που έχω κατά νου να σας απευθύνω είναι οδηγίες αποτρεπτικές: τι δεν πρέπει να πιστεύετε απ’ αυτά που ακούγονται για τον Ζέρβα. Ένα απ’ αυτά, το πρώτο, είναι οι άμεσές του αναφορές, οι συγγραφείς με τους οποίους λέγεται ότι συγγενεύει. Δεν θα σταθώ σ’ εκείνους τους αλλοδαπούς μαΐστορες που ο ίδιος μας γνώρισε μέσα από τις μεταφράσεις του. Δεν είναι εκείνοι το πρόβλημα. Από νωρίς, με τα γραφόμενα, τα θέματά του, με τις δημόσιες τοποθετήσεις του ο Ζέρβας συνέδεσε τ’ όνομά με μια σειρά από Έλληνες συγγραφείς που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, δίκαια ή άδικα, αυτό εδώ παρέλκει, έχουν θεωρηθεί αντιπροσωπευτικοί ενός ορισμένου ρεύματος. Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, ο Στέλιος Ράμφος, ο κύκλος γύρω από το περιοδικό Ερουρέμ είναι τα παραδείγματα που σας προσκομίζω.

Το ρεύμα τώρα αυτό, πείτε το όπως θέλετε, ορθόδοξο ή νεορθόδοξο ή παραδοσιοκρατούμενο, βυζαντινίζον ή αντιδυτικό, από μιας πλευράς ίσως είναι και εφεύρημα, τόσο μεγάλη είναι η απόσταση που χωρίζει τα υποτιθέμενα μέλη του. Ωστόσο, ως κατηγορία, και πάρτε τη λέξη κατηγορία και με τις δυο της έννοιες, δεν παύει να χρησιμεύει σε πολλούς στον ταξινομικό τους ζήλο. Εξ αντανακλάσεως λοιπόν, από κεκτημένη ταχύτητα ίσως, στον Ζέρβα χρεώνεται κάποτε, –προσέξτε: αποκλειστικά του χρεώνεται, δεν του πιστώνεται– η φήμη αυτών των ανθρώπων.

Τα πράγματα όμως είναι πιο πολύπλοκα απ’ όσο φαίνονται. Δείτε ας πούμε τη σχέση του με τον Λορεντζάτο. Ο Ζέρβας αποτίει, ασφαλώς, φόρο τιμής στον άνθρωπο. Την ίδια στιγμή όμως του στρέφει τις πλάτες. Διαβάζοντας πίσω και μέσα από τις γραμμές που ο νεώτερος συγγραφέας αφιερώνει στον παλαιότερο, βλέπει κανείς με πόσο προσεκτική ευστροφία απομακρύνεται από αυτόν, με τι ευφράδεια κρατάει για τον εαυτό του την διαφωνία στα ουσιώδη.

Που θέλω να καταλήξω. Ο Ζέρβας δεν είναι νεορθόδοξος, δεν είναι παλαιοημερολογίτης, δεν είναι ζηλωτής. Είναι απλώς ποιητής κι αυτό τον διακρίνει από τους απλώς ιδεολόγους. Όπως τόσοι και τόσοι άθεοι και σκεπτικιστές και αγνωστικιστές του καιρού μας, θέλησε κάποτε να ’ναι κι αυτός άνθρωπος της Πίστης. Όπως τόσοι και τόσοι νεωτεριστές, νοστάλγησε κι εκείνος την Παράδοση, όμως η νοσταλγία του είναι μια πράξη ποιητικής κριτικής, μια αναδρομική ουτοπία που έρχεται να αντιπαρατεθεί στην δυστοπία του αμείλικτου Zeitgeist που μας κυκλώνει απ’ όλες τις μεριές. Αν το θέλετε, είναι τόσο παραδοσιολάτρης όσο υπήρξαν ο Πάουντ ή ο Σελίν ή ο Γκόττφρηντ Μπεν στην απέχθειά τους για τον φιλελευθερισμό, και τις αγορές και το χρήμα. Ο χριστιανισμός του Ζέρβα, αυτή η δίψα του για τις παλαιότερες εύτακτες μορφές της ζωής, είναι μια ανακλαστική παλινδρόμηση. Περνάει μέσα από την απόρριψη του τώρα, μέσα από την αντιμέτρηση με το φάσμα του σύγχρονου μηδενισμού. Όμως και τότε ακόμη, η αντιμέτρηση δεν παίρνει εκείνη τη σχηματικότητα που προσιδιάζει σε άλλους.

Το δεύτερο που δεν πρέπει να πιστεύετε για τον Ζέρβα είναι το τι δηλώνει ο ίδιος ο Ζέρβας ή οι εκδότες του γι’ αυτόν. Στο αυτί του μεγάλου βιβλίου του, λ.χ., μπορείτε να βρείτε ένα τέτοιο συστατικό ραβασάκι. Μολονότι τίποτε από τα εκεί αναφερόμενα δεν είναι ολότελα ανακριβές, αγνοήστε τα. Προτιμήστε να σχηματίσετε εσείς πρώτα γνώμη γι’ αυτόν. Αγνοήστε ακόμη και τον τίτλο της συγκεντρωτικής έκδοσης του έργου του. Όχι, δεν προκείται επ’ ουδενί για Συλλογές. Ο Ζέρβας δεν συλλέγει, συνθέτει, και αυτό και στα βιβλία του που δεν εμφανίζονται με συνθετική πρόθεση. Σε αντίθεση με άλλους συγγραφείς που θα τους έλεγα ποικιλότερους στα θέματά τους, ο Ζέρβας έχει εξαρχής διαγράψει έναν κύκλο βασικών ιδεών, εμμονών καλύτερα, από τον οποίο σπανίως απομακρύνεται. Η παράδοση ως έλξη και η παράδοση ως άχθος, η γελοιότητα και η λαγνεία, η φιλοδοξία και η αποτυχία, η δόλια γοητεία του τίποτε, η Ελλάδα, η Δύση ολόκληρη ως λήξαν αφήγημα είναι τα θέματά του. Και αυτά τα θέματά του αναπτύσσονται με τέτοια συστηματική επιμονή, ώστε να μου επιτρέπουν να διαγνώσω πίσω τους το συνθετικό, συνεκτικό πνεύμα, ακόμη και όταν αυτό δεν δηλώνεται άμεσα, ως ποιητικό πρόγραμμα.

Τέλος, αγνοήστε τη δική του προσωπική ιεράρχηση των γραπτών του. Στις Συλλογές θα βρείτε από τη σελίδα 149 ώς την 341 ένα έργο πρωτοφανές. Αυτοτιτλοδοτείται: Τα Άκτα, κι αυτή η ελληνολατίνα λέξη είναι αντιπροσωπευτική του περιεχομένου του. Ο Ζέρβας θεωρεί το βιβλίο αυτό, που είναι άλλωστε το πλέον ογκώδες και σχολιασμένο του, ως την κορωνίδα του έργου του. Προς κακοφανισμό του ασφαλώς, αλλά προς χάριν όσων από εσάς δεν έχετε προλάβει να διαβάσετε κάποιο από τα λοιπά βιβλία του, συμβουλεύω: προσπεράστε. Μπορείτε ακίνδυνα να γυρίσετε σ’ αυτό, όταν θα έχετε προηγουμένως περιηγηθεί τα υπόλοιπα, και διαπιστώσει ότι σας θέλγουν. Αν η διαδρομή σας είναι η αντίστροφη, φοβάμαι, είναι πιθανό μην φτάσετε ώς το τέρμα, κι αυτό θα ήταν κρίμα.

Κατά τη γνώμη μου τα Άκτα είναι από εκείνα τα τερατώδη αριστουργήματα, για να θυμηθώ τον Ρίτσο, που επειδή οδηγούν την έκφραση στην πιο ακραία της εξατομίκευση, στην πλέον ριζική απομάκρυνσή της από τον κοινό λόγο, κινδυνεύουν να μείνουν εσαεί έργο εντέλει ιδιωτικό. Όσο για τη σχέση τους με τ’ άλλα γραφόμενα του ποιητή, νομίζω ότι τα Άκτα δεν είναι ο πυρήνας αλλά μια ακόμη εξωτερική στοιβάδα του ατομικού του κόσμου. Η σημασία τους έγκειται νομίζω στο ότι αποτυπώνουν με έσχατη ένταση όλο το εύρος της ποιητικής φιλοδοξίας του Ζέρβα και στο ότι κλείνουν την πρώτη περίοδο του έργου του, αυτήν που ουσιαστικά εγκαινιάζει η Κυρά Τσίνη.

* * *

Στις αρχές της δεκαετίας του ’70 ο Ζέρβας, σε ηλικία πολύ νεανική εμφανίζεται με δύο πρωτόλειες ποιητικές συλλογές, ύφους και τόνου μετασεφερικού. Την πρώτη απ’ αυτές την έχει έκτοτε αποκηρύξει, δεν την περιλαμβάνει δηλαδή καν στον πίνακα των βιβλίων του. Από τη δεύτερη, το Τετραδίο, που βγαίνει το 1972 όταν ο ποιητής είναι 19 ετών, ώς το επόμενο βιβλίο, την Ανάσταση της Κυρά Τσίνης, μεσολαβούν έντεκα ολόκληρα χρόνια. Τα χρόνια αυτά, στα γράμματά μας εισβάλλει, κατά κυριολεξία, η πλέον θορυβώδης ομάδα νέων ποιητών που είδαμε τα μεταπολεμικά χρόνια, η λεγόμενη Γενιά του ’70. Αν μιλούσαμε σε άλλα συμφραζόμενα θα αρκούσε ίσως να πω: η Γενιά του Πολυτεχνείου. Πρόκειται για ομάδα πολυπληθέστατη, περιλαμβάνει πάνω από εκατό, ίσως και εκατό πενήντα ονόματα, οι ανθολογίες που τη συνοψίζουν στενάζουν κάτω από το πολυσέλιδο βάρος τους, κάτω απ’ τον όγκο τόσων και τόσων βιογραφικών. Τώρα, δεν θα σας καταπλήξει να σας πω ότι όπως έγινε και με τη γενιά του Πολυτεχνείου στη δημόσια ζωή, έτσι και οι ποιητές του ’70 έγιναν δεκτοί στη λογοτεχνική μας ζωή μετά βαΐων και κλάδων. Είναι η εποχή όπου ο τίτλος και τα διάσημα του ποιητή μετρούν πολύ. Που κάθε φέρελπις πολιτικός, κάθε αγωνιστής της δημοκρατίας, κάθε ευαίσθητος άνθρωπος θεωρεί πρέπον να εκδώσει μια τουλάχιστον δέσμη ποιημάτων, όπως σήμερα καλή ώρα το πιστεύει αναγκαίο να τυπώνει μυθιστορήματα.

Οι της Γενιάς του ’70 λογίζονταν στον καιρό τους η εμπροσθοφυλακή του μέλλοντος. Εκδίδονται συλλογικά ή κατά μόνας, υπερεκτίθενται και πολυπροβάλλονται, οι παλαιότεροι τους καλοπιάνουν, οι νεώτεροι τους υποβάλλουν τα σέβη τους, εν ολίγοις, και ώς σήμερα ακόμη, επικρατούν. Δεν θα μπω στον πειρασμό τώρα να σας τους αξιολογήσω ως σύνολο, ανάμεσά τους υπάρχουν μονάδες που τιμώ τα μάλα, θυμάμαι όμως μια αγανακτισμένη αποστροφή του Ηλία Λάγιου, που ώς κι ο Ζέρβας ακόμη, που την αγνοεί, θα την συνυπέγραφε.

Κι ενώ γίνονται όλα αυτά τα σημαίνοντα και τα ιστορικά, ο Ζέρβας απέχει, σιωπά. Όπως σημειώνει κάπου, τα χρόνια εκείνα του ορυμαγδού αυτός έγραφε πολύ και δημοσίευε ελάχιστα. Συνέπεια φυσική: ξεκόβει, απομονώνεται. Η κατοπινή μετοικεσία του στο Βέλγιο συμπληρώνει το πράγμα. Καμιά έκδοση ομαδική της περιόδου, παρότι ηλικιακά ανήκει κι αυτός εκεί, στην Γενιά του ’70, δεν τον περιλαμβάνει. Πρόκειται ασφαλώς για γεγονός όχι τυχαίο, για γεγονός που φανερώνει την απόσταση και τη διαφορά. Και αυτό γίνεται ακόμη πιο πρόδηλο, μόλις πιάσουμε στα χέρια μας το βιβλίο με το οποίο ο Ζέρβας επιλέγει να διακόψει αυτή την αποχή, το πρώτο-πρώτο του ουσιαστικά βιβλίο, και ένα από τα πρώτα όλης της ποίησης μας των τελευταίων δεκαετιών, την Ανάσταση της Κυρά Τσίνης. Η Κυρά Τσίνη είναι ένα βιβλίο χωρίς προηγούμενο.

* * *

Ένα από τα διαδεδομένα φιλολογικά μυθεύματα της εποχής μας λέει ότι απ’ όλα τα λογοτεχνικά είδη, πολυφωνικό είναι μόνο το μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα φιλοξενεί πολλούς τύπους, δίνει φωνή σε πολλούς χαρακτήρες. Η ποίηση, αντίθετα, είναι μονοφωνική, εκφράζει μια και μόνη προσωπικότητα, ένα εγώ, το εγώ του ποιητή της, που μονολογεί κατά το δοκούν ενώπιον της αιωνιότητος. Τον μύθο αυτό τον κυκλοφόρησε ένας άνθρωπος καθ’ όλα σοβαρός κατά τ’ άλλα, ο Μιχαήλ Μπαχτίν. Ο Μπαχτίν, το πιθανότερο δεν διάβασε ποτέ Πεσσόα ή Παλαμά ή Γέητς για να δει εν τη πράξει πώς το ένα εγώ είναι εντέλει πολλά, πως και το ίδιο το ποιητικό εγώ είναι στην πραγματικότητα το εγώ ενός άλλου, πως κάθε όνομα είναι πρόσκαιρο, παροδικό, σημείο πλεούμενο σε μια θάλασσα ετερωνύμων.

Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε ο Μπαχτίν, αν έπεφτε στα χέρια του η Κυρά Τσίνη. Διότι η Κυρά Τσίνη είναι ακριβώς αυτό, η κατορθωμένη πολυφωνία, η πιο πλατιά πολυπροσωπία που μπορεί να βρει κανείς σ’ ένα έργο λυρικό. Επικολυρικό σύνθεμα το ονομάζει ο Ζέρβας, στην πραγματικότητα είναι κάτι περισσότερο, μια στιχηρή τοιχογραφία εποχής, μια ταινία τεκμηρίωσης, και μαζί ένα κοινωνικό και ψυχολογικό μελέτημα ολκής. Αν είχαμε έναν ιστορικό, έναν ανθρωπολόγο ανάμεσά μας, θα μπορούσε να μας το βεβαιώσει: η πιστότητα, η ακρίβεια με την οποία ο ποιητής παρακολουθεί τους ήρωες και τα ήθη τους, τις κοινωνικές, νομικές, οικονομικές, ερωτικές τους δοσοληψίες είναι εντυπωσιακή.

Με τις αγοραπωλησίες σημαδεύεται ο χρόνος, περιορίζεται το γέλιο, φωτίζεται ο χαρακτήρας μες στις σπηλιές κι απ’ το θαλάμι του ανεβαίνει μουγκό το μίσος.

Με τα συμβόλαια η γης τα σπίτια τα χωράφια τρέχουν από χέρι σ’ άλλο χέρι, ο παράς, με τη συγκεκριμένη φράση: του εμέτρησε τα άσπρα εις τας χείρας.

Ακόμη εντυπωτικότερη είναι όμως η ασφάλεια με την οποία ο Ζέρβας συγκρατεί στις γραμμές του τη συναισθηματική θερμοκρασία της εποχής. Η Κυρά Τσίνη, βέβαια, είναι το Κερατσίνι και ο Πειραιάς, ένα βιβλίο ζουμ πάνω στον βιωμένο χρόνο, μια σειρά από ενσταντανέ βγαλμένα από την ιστορία Από το έτος 1703, ότε συνέστη ο Δήμος Πειραιώς, ή από το οθωμανικό έτος 1124, το αργότερο, το δικό μας 1712, όταν ένας «Σωλάκ Ογλού Μεχμέτης κάτοικος Αθηνών» πουλάει στον

Κόλιαν Μαλαγάρην δύο αγρούς
τον μεν εκ στρεμμάτων 6 εις θέσιν Τσαρατσίνι

ώς την Πρωτοχρονιά του 1980 στην οδό Σπύρου Μερκούρη, ο ποιητής ανασταίνει, ξαναφέρνει δηλαδή στη ζωή με τα μέσα της λογοτεχνίας, μια μακρά σειρά προσώπων: τον Μοσιού Καϋράκ, λαδέμπορο από τη Μαρσίλια· τον κυρ Νίκο, ιδιοκτήτη παντοπωλείου έναντι του Δημαρχείου, την ερωτική παιδούλα κάτω από το φεγγαρόφωτο,

Έσκυψε να σιάξει το σοσόνι
η ξανθωπή μαθήτρια
λευκό βρακάκι μ’ ένα θαμπό ρόδινο λεκέ

Κι ακόμα τον Γιαννάκη Μπούτο που έπινε ναργιλέ στο καφενείο μέσα του Λεμπέση, ένα ποίημα μελέτημα για το είδος εκείνο της μαγκιάς, της ανδρικής ευθιξίας που έχει πλέον χαθεί:

Στην αγορά του Πειραιώς
στὸ καφενείο του Λεμπέση
μπαίνοντας ένα πρωί
σκουντάει και ρίχνει –
άθελα λένε – το μαρκούτσι
του ναργιλέ του Μπούτου του Γιαννάκη
ξάδελφος πρώτος του πατέρα μου
«Σκύψε ωρέ Μήτρο να το πιάσεις»
«Είμ᾽ απ᾽ αυτούς εγώ
που σκύβουν μωρέ Γιάννη!»
«Θα σκύψεις Μήτρο»
και του ανάβει τρεις
μ᾽ εκείνο το πεντάσφαιρο και το μονόγραμμα
πάνω στα φιλντισένια κόκκαλά του
στην αγορά του Πειραιώς
στο καφενείο μέσα του Λεμπέση.

και τη Φλώρα, τη χάρτινη Σθενελαΐδα, τη θεια Αικατερίνη και άλλους, και άλλους, αραδιάζω ονόματα μονάχα από τις πρώτες σελίδες. Και φυσικά την ίδια αυτοπροσώπως την τιτλώνυμη κυρά Τσίνη.

Η κυρά Τσίνη η σκρόφα η Σμυρνιά
του δήμου διορισμένη καθαρίστρια
στα ουρητήρια το περβολάκι
Η κερά ’Κείνη
νύμφη αυτού του τόπου,
στο στόμα της δεν άστραψαν χρυσάφια
με δάχτυλα λεπτά και λεία,
γυαλιστερά σαν φύκια τα μαλλιά της
για να γλιστρούν οι κούτες
των λαθρεμπόρων κι οι κόρες της Βαρβάρας
που λέει τα εξώφυλλα μπατζούρια.
Γι’ αυτήν εσήκωσε παράγκα ο χασικλής ο Σίμος
σ’ απαλλοτριωμένο χώμα
καπνίζουν στην εικόνα της
με γιασεμιά βασιλικό πάνω απ’ τις ράγες
στο παράθυρό της.

Εξ όνυχος τον λεόντα. Από το μέρος ο Ζέρβας ανασυστήνει το όλον, ένα όλον πλέον απόμακρο, αντιφατικό, παράξενο, κι όμως παράδοξα οικείο όπως κάθε τι το άλλοτε ζωντανό. Το βιβλίο τελειώνει με τις λέξεις «Ελλάδα», «Ανατολή». Την πολιτική ιστορία της καθ’ ημάς Ανατολής πολλοί υποσχέθηκαν ώς τώρα να μας την αφηγηθούν. Δεν ξέρω αν κάποιος ανάμεσά τους τα κατάφερε. Την ψυχική ιστορία της πάντως, μας την είπε εκείνος, σ’ αυτό εδώ το βιβλίο.

* * *

Την Κυρά Τσίνη ακολουθούν σε αραιή διαδοχή δύο βιβλία, πράγματι συλλογές ποιημάτων ετούτη τη φορά. Το Βιβλίο των Υπακοών (1987) και τα Κουρσιμαία (1990). Εδώ, ο Ζέρβας εμβαθύνει και εξειδικεύει τα θέματά του. Με κοφτή επιγραμματικότητα αποτυπώνει ιδίως εκείνο το αίσθημα της τριπλής ξενότητας που θα γίνει από τα βασικά του μοτίβα. Μιας ξενότητας πρώτα απ’ όλα δημόσιας, απέναντι στο εισηγμένο που έγινε και δεν έγινε δικό:

Τάχα θα γίνουν όντως δικά μας πράγματα
το κοινοβούλιο κι οι αίθουσες δημοπρασίας
η επίσημη φωνή που ρύθμισε κείνο τώρα που πουλιέται
ταξινομείται και χειροκροτείται στην αίθουσα συναυλιών; […]
Ό,τι σ’ εμάς όντως ανήκει δεν το ξέρουμε

Μιας ξενότητας ακόμη ιδιωτικής, απέναντι στο σώμα, αυτό το σκεύος της ηδονής που το αχρηστέψαμε «στη διασκέδαση της πλήξης»:

Σαν έρημα κι απελπισμένα σώματα στην κλίνη […]
Σαν έρημα κι απελπισμένα σώματα στο τέλος
μιας οποιασδήποτε δοσοληψίας

Μιας ξενότητας τέλος μεταφυσικής, απομεινάρι της θεοδικίας που έχασε πια το νόημά της:

Αρκούδα σκέπη τ’ ουρανού
Αν δεν υπάρχει το κακό τι θέλουν οι ερωτήσεις;

Το 1996 είναι η χρονιά των Άκτων. Εκ πρώτης όψεως τα Άκτα μοιάζει να είναι η νοητή προέκταση της Κυρά Τσίνης, μία μελέτη των καταβολών και της ιστορίας, μια άσκηση συλλογικής αυτογνωσίας. Στην πραγματικότητα, τα Άκτα είναι η τελική σφραγίδα που θέτει ο συγγραφέας πάνω στην αντίφαση. Ένας ορισμός όχι του ταυτού και της ταυτότητας, αλλά το σκορπισμά τους μέσα στην ιστορία. «Μεικτή διήγηση» ονομάζει το έργο ο ποιητής, και η μείξη ξεκινάει ήδη από τον τίτλο, που υποσημαίνει τα πεπραγμένα και τα πρακτικά. Μεικτή είναι και η γλώσσα: από τα βυζαντινά της βύθη ώς το πεποιημένο, και από το δημώδες ώς το αρχαιοπρεπές. Μεικτοί είναι οι χαρακτήρες, με τα μεσαιωνικά τους ονοματεπώνυμα να υπογραμμίζουν ειρωνικά τα νεωτερικά τους ήθη: ο Αριστείδης Κουτζοθεόδωρος, ο Μιχάλης Αψαράς, ο Μανουήλ Σκριβάς ο μεταφραστής, η Κουλίνα Στεριανού-Βιτρουβίου, ο Πέτρος Λεώσας, ο Νικηφόρος Εκθέτης. Η μείξη, ώς σύμμειξη των ειδών αυτή τη φορά, επεκτείνεται στο περιεχόμενο: αφηγηματική πρόζα, δοκίμιο, πεζοτράγουδο, χρονικό, η λυρική αποστροφή και ο πρωτοπρόσωπος λόγος, το ιπποτικό μυθιστόρημα, το έπος, όλα συμπράττουν, όλα συγκλίνουν και συνέχονται στα Άκτα. Μεικτή είναι τέλος, ως επιμειξία φυλετική, και η γενεαλογία η εθνική που προτείνεται: Σερβαλβανιτοβλαχοβούλγαρος είναι η λέξη η τελεστική που έρχεται κι επανέρχεται με περισσή ειρωνεία. Κι ακόμη το ερώτημα:

Ποιος είναι αυτός που μοιάζει με όλους μας χωρίς να μοιάζει με κανέναν;

Τι μας λέει ο Ζέρβας σ’ αυτό το βιβλίο; Αφήστε με να αυτοσχεδιάσω: Όταν δεν θες να είσαι πια αυτό που ήσουν, πρέπει να βρεις να γίνεις κάτι άλλο. Όταν όμως κι αυτή ακόμη η αναζήτηση αποτυγχάνει, ό,τι σου μένει στο τέλος είναι ο απαρνημένος σου, ανεπιθύμητος πια εαυτός. Στο τέλος φτάνεις να απεχθάνεσαι και αυτό που είσαι και αυτό που θα ’θελες να ήσουν. Ιδού η ιστορία, με δυο λόγια, ιδού η αποτυχία της σύγχρονης Ελλάδας. Όλοι οι σημαντικοί μας συγγραφείς, με τον ένα ή άλλο τρόπο, αυτό το αίσθημα πραγματεύονται, αυτό το έλλειμμα επιχειρούν να διαχειριστούν. Και τι άλλο κάνουν άλλωστε οι πολιτικοί μας; Ποια ιστορία μάς αφηγούνται κάθε πρωί οι εφημερίδες; Ο καθένας με τα μέσα του πάντα.

Τα Άκτα όπως προείπα είναι έργο ειδικό. Μενίππεια σάτιρα τα ονομάζει ο ποιητής, και η επίγευση της σάτιρας είναι όντως αυτή που μένει στο τέλος, χαραγμένη βαθιά σαν την γκριμάτσα στο πρόσωπο που έχει γίνει ήδη ρυτίδα. Μέσα της ξαναβρίσκει κανείς παραμορφωμένα όλα όσα ξέρει: το αίτημα για τον ελληνικό ελληνισμό του Σεφέρη, τον θρήνο για το χαμένο κέντρο, όλες τις αλληλοαντικρουόμενες εθνικές αφηγήσεις απ’ τον καιρό του Κοραή και του Ζαμπέλιου. Ως σύλληψη τα Άκτα αντιβαίνουν σ’ όλες τις συμβάσεις, έχοντας πίσω τους μόνο τη γραμμή της επικής αλυσίδας του Πάουντ. Ως διάγνωση αντί να καθησυχάζουν, θορυβούν. Προσωπικά, θα το ξαναπώ, νομίζω ότι εντάσσονται ομαλότερα όχι στην ιστορία μας τη λογοτεχνική, αλλά στην ιστορία των ερμηνειών και των εικόνων του ελληνισμού. Ο Ζέρβας μας δείχνει μια εικόνα χαοτική, συγκεχυμένη, ανερμάτιστη. Προπάντων όμως τα Άκτα είναι η ιστορία μιας αναπότρεπτης μετάβασης: από την αγάπη στην αποστροφή, με τα λόγια του ίδιου: «το παραμύθι της μικρής Ελλάδος».

* * *

Στα βιβλία που θα ακολουθήσουν τα Άκτα, ο Ζέρβας θα πάρει αποστάσεις από αυτήν την ποίηση των μεγάλων χειρονομιών. Η ιστορία και ο δήμος περνούν σε δεύτερο πλάνο, το ποιητικό Εγώ σκύβει τώρα να σπουδάσει τα δικά του απογυμνωμένα μέλη. Η στροφή προς το πρωτοπρόσωπο, το εξομολογητικό ολοκληρώνεται. Ήδη στα Άκτα αυτός ο νέος τόνος γίνεται εμφανής ιδίως στους στίχους του Μανουήλ Σκριβά του μεταφραστού, ετερώνυμου του συγγραφέα. Η άλλοτε φιλοδοξία γίνεται εδώ πικρία, γίνεται μόνωση και μοναξιά του ξενητεμένου:

Οι φίλοι μου φημίστηκαν πια μες στην Αθήνα.
Είμαι σαν το πουλί σε φύλλο λεμονιάς
μέσα στον στρόβιλο τ’ αγέρα
το στόμα όλο χώματα, όλο το στόμα (μ)αίνος.

Οι φίλοι μου εγκρίθηκαν πια μες στην πατρίδα
όχι γιατί λυχνόβιους τους φίλησε ο Βασιλιάς –
μήπως κι εγώ δεν έχω τη δική μου νοσοκόμα
μήπως μ’ αρνήθηκε ποτέ στην άκρη της μιλιάς;

Οι φίλοι μου ξεχώρισαν μες στην πατρίδα
αφότου μόνιασαν με την κοινή της γνώμη.
Τέτοια αρετή θ’ ακολουθούνε στο εξής
μακριά απ’ τα χωράφια τού Ρονσάρ μέσα στα θερμοκήπια.

Οι φίλοι μου ξακούστηκαν μες στην Αθήνα.
Είμαι σαν το πουλί στη λεμονιά
κάτω απ’ τον στρόβιλο τ’ αγέρα
το στόμα όλο αίματα, όλο το στόμα πίκρα.

Ο βιοπορισμός, εγκλωβισμός στα γρανάζια της ευρωμηχανής:

Η γραφειοκρατία μπήκε μέσα στο αίμα μου
Το αίμα μου αρρώστησε κι αδειάζει.
Λυσσάω νοιώθοντας να τρέχει μέσα μου
το άδειο αίμα της γραφειοκρατίας,
Εγώ που λάτρεψα τον ταύρο και το μαύρο αίμα του,
σκυλιάζω πού σαν τα’ αδέσποτο σκυλί,
σκύβω και γλείφω το άδειο αίμα της γραφειοκρατίας.

Ω ασβεστωμένοι τοίχοι, παραθάλασσα και φρέσκοι ουρανοί
στον πάτο της οθόνης μου !

Είχα αυτιά και μάτια και το μαύρο αίμα μου
ένοιωθε πότε περνάει ο Βάκχος κι η πομπή του,
έτρεχα και προσκυνούσα

Χωρίς αυτιά και μάτια,
με τ’ άδειο αίμα της γραφειοκρατίας
καταγής,
μέσα στο χιόνι της οθόνης.

«Μισώ τα έθνη, τους λαούς κι όλα τα κράτη μέλη», θα ανακράξει αυτός ο υστερότερος Ζέρβας – και θα μείνει έκτοτε πιστός στην κραυγή του εκείνη. Ο κατάλληλότερος τίτλος γι’ αυτήν την περίοδό του, που προσωπικά την θεωρώ την πιο μεστή, την πιο σημαντική του, είναι ο τίτλος ενός από αυτά τα βιβλία, εκείνου που εκδόθηκε το 1999: λέγεται Λογαριασμοί υπό την ουράνια αιωνιομηδαμινότητα. Αιωνιομηδαμινότης είναι όρος του Ζυλ Λαφόργκ, όρος που δηλώνει την ακατάλυτη αρνητικότητα, το μηδέν που διαρκεί εις το διηνεκές, την καρδιά του σκότους. Το αιώνιο μηδέν εντέλει είναι η εποχή μας, μια μεταφορά για έναν κόσμο χωρίς άλλο ορίζοντα από το σπασμωδικό του παρόν, χωρίς προοπτική.

Ποιο είναι το θέμα αυτού του ώριμου Ζέρβα; Το υπαινιχθήκαμε ήδη: ο απολεσθείς, καλύτερα: ο καταργημένος Παράδεισος. Με άλλα λόγια: η έκπτωση και η διάψευση, η ματαίωση και η ματαιότητα, η απρόσμενη, εξ ου και οδυνηρότερη αποτυχία. Ο ίδιος δεν θα προσυπέγραφε ίσως τον παλιό στίχο του Καρούζου «Εγώ κύριοι τη διασκεδάζω την αποτυχία μου στην ύπαρξη». Η θυμικότητά του είναι άλλης λογής. Όμως και η δική του ειρωνεία είναι αυτεπίστροφη, δεν μοιάζει μ’ εκείνη την κάπως εύκολη των αισθητών, που από τα ασφαλή παρασκήνια της ιστορίας καγχάζουν εις βάρος των πρωταγωνιστών της. Ο σαρκασμός του Ζέρβα συγγενεύει μ’ εκείνον του Καρυωτάκη, περνά από την αυτοκατεδάφιση.

Στον πάππου μου αρέσαν τα άλογα,
τα όπλα, τα γλέντια κι οι γυναίκες·
δεν κάθησε ποτέ στην τηλεόραση,
έφτυσε την εποχή του κι απέθανε παραμιλώντας.

Όλοι μου λεν πως μοιάζω του παππού μου
κι επειδή ταυτίζομαι με τον Διονύσιο Σολωμό
πασκίζω να γράψω στη γλώσσα της Ζακύνθου
Επειδή ταυτίζομαι με τον Παπαδιαμάντη
κολλάω κεριά και προσκυνάω τους αγίους
και τη μαυρομαντηλούσα ταπεινότητα
Επειδή ταυτίζομαι με τον Καβάφη
ανήκω τα βράδια στη Συγγρού
Κι ένα με τον Σικελιανό
ράβω τον λυρικό μου μύθο
που ντύθηκε ο παππούς μου
Αλλά καθώς ταυτίζομαι προπάντων
με τον Καρυωτάκη
πώς γίνεται και δεν αυτοκτονώ;

Σε αντίθεση με τον αδάπανο σκεπτικισμό, που σηκώνει τους ώμους του εμπρός στο κενό και καμώνεται πως το θεωρεί φυσικό, ο Ζέρβας θέλγεται από αυτό, το μελετά και προσπαθεί να το ξορκίσει. Ακόμη κι αυτά τα περίπλοκα σαρκικά συμπλέγματα, που όλο και πιο συχνά στοιχειώνουν τα τελευταία του βιβλία, είναι αντεστραμμένες ιεροπραξίες. Οσοδήποτε βέβηλο, το σώμα δεν παύει να είναι το έσχατο καταφύγιο του ιερού. Ή, καλύτερα, η καθαγίαση προϋποθέτει την ιεροσυλία. Η ηδονή είναι το χοϊκό αντιστάθμισμα της ματαιωμένης σωτηρίας: αντί της αιωνίας ευτυχίας, μια στιγμιαία αποκατάστασή της «στην αιωνία δύναμη». Ο ηδονοθήρας εἰναι ο βέβηλος, πάει να πει ο γνήσιος άνθρωπος, ο περιφρονητής των αξιών και συμβάσεων της κοινωνικής μας υποκρισίας.

Κι αν έπαυα να ’μαι ο καλός, ο ευγενής
ο περιποιημένος στην κλασσική γραμμή
του country gentleman με τα συγκρατημένα χρώματα
Αν έδειχνα σε όλους
την ηδονή που παίρνω σκαλίζοντας τη μύτη
την τέρψη να μυρίζομαι τις κάλτσες και τα σώβρακα
τη γελοιότητα που νιώθω με τους φίλους
τις οικογένειες, τις μνήμες και τα σχέδια
Αν έφτυνα την πρώτης θέσεως κηδεία
που παραγγέλνω πάντα στη γλώσσα των αισθήσεων
κι έβγαινα θαρεττά στο μέσον
λέγοντας: έπαινος και τα κρυφά γουρούνια μου
Λες να χαιρόταν επιτέλους
ο άγιος του ονόματός μου
το δόλιο το βρωμόσκυλο του σώματός μου
που οσμίζεται όσα εγώ και οι αξίες μου δε νοιώθουν.

Πολλά από τα πεζά ποιήματα των τελευταίων αυτών συλλογών είναι σκηνοθετημένα πάνω σ’ έναν καμβά αφηγηματικό. Αφορισμοί, στιγμιότυπα, παραθέματα, στιχομυθίες δορυφορούν γύρω από έναν γριφώδη, ελλειπτικό πυρήνα, ένα σεξουαλικό ρομάντζο συνήθως. Κανένα ερωτικό τόλμημα δεν λείπει από την πινακοθήκη τους: κτηνοβασία, μοιχεία, παιδεραστία, ουρολαγνεία, λεσβιασμός, αιμομειξία, ομαδογαμία. Από την εποχή του μαρκησίου ντε Σαντ, ο λιμπερτινισμός, η ερωτική ελευθεριότητα είναι το έτερον ήμισυ του μηδενισμού, το φυσικό του συμπλήρωμα. Όπου ο κόσμος δεν έχει νόημα αναμφισβήτητο και θεόσταλτο, όπου ο άνθρωπος χρειάζεται κάθε φορά να δικαιολογεί ατομικά τις πράξεις του, η επιδίωξη της ηδονής γίνεται κάτι σαν φυσικό δίκαιο: φυσικός αυτοματισμός αλλά και στήριγμα πριν την αυτοκτονία.

Άλλοτε πάλι η γραφή του Ζέρβα πλησιάζει πολύ το διήγημα, την άμεση αυτοβιογραφία.

Σαν ήταν νέος, τον επαινούσαν πολλοί σπουδαίοι άνδρες της εποχής του.
Σαν ωρίμασε, τον επαινούσαν οι μέτριοι και οι συγκαταβατικοί.
Μετά την κηδεία του, όλοι κάθισαν να φάνε
και ορισμένοι, παραδόξως, έκαναν τον σταυρό τους.

Θυμήθηκαν και έλεγαν:

Όταν είχε αρχίσει πια να κατανοεί τη θεία λειτουργία λέξη προς λέξη,
ένοιωσε πως είχε χάσει πια την πίστη του.

Από τ’ άσβεστο μένος του προς τους Εβραίους,
ήθελε να ’ναι Εβραίος.

Παραπονιόταν πως σαν αρθρογραφούσε, κανείς δεν έλεγε τίποτα.
Σαν έπαψε ν’ αρθρογραφεί, όλοι τον ρωτούσαν πότε θα μπει το νέο του άρθρο.

Νέος κι επηρμένος, δήλωνε ότι δεν διάβαζε βιβλία που είχαν γραφεί
μετά το 1970.

Στα πενήντα του, διάβαζε μόνο ό,τι είχε γραφεί μεταξύ ΄60 και ΄70
για να καταλάβει πώς ήταν νέος.

Πίστευε ότι η ύπάρξη ήταν στη διάκρισή του,
κι έμεινε αδιάκριτος μέχρι τέλους.

* * *

Ποια είναι η θέση του Ζέρβα στην σημερινή μας λογοτεχνία. Καμμία φοβάμαι. Τα ελληνικά γράμματα είναι σήμερα σαν την κοινωνία που τα περιβάλλει, διόλου καλύτερα. Ένα σύνολο από μικρές, όλο και πιο μικρές αυταρέσκειες, που αγνοούν επιδεικτικά η μία την άλλη, όταν δεν συμμαχούν μεταξύ τους για ν’ αποτρέψουν την όποια κίνηση προς τα εμπρός. Κι ακόμη, ένας κόσμος αυτεγκλωβισμένος στον επαρχιωτισμό του, που την ίδια στιγμή φαντάζεται τον εαυτό του κοσμοπολίτη. Όπως παντού στην ελληνική πραγματικότητα εντέλει, έτσι κι εδώ ισχύει το αρχιμήδειο, μη μου τους κύκλους τάραττε. Ο βολικός, ο χαμογελαστός κάνει καριέρα. Ο δύσκολος, ο απαιτητικός μένει σπίτι του. Η σημερινή Ελλάδα, και λογοτεχνικά, είναι ένας τόπος ασύλληπτος. Όπως γράφει ο Ζέρβας πρόκειται για μια χώρα που ψυχικώς μεν ανήκει στη σφαίρα του Μπαλζάκ, αλλά

όπου, δίχως Μπαλζάκ, τα πάντα κυβερνούν
χρηματιστές και δημοσιογράφοι.

Σ’ αυτόν τον κόσμο λοιπόν, ο Ζέρβας δεν έχει θέση. Ευτυχώς για τον ίδιο, ευτυχώς για μας, ανήκει σε μια άλλη ευρύτερη παράδοση, κι ίσως εκείνη του φανεί κάποτε πιο ευμενής. Εννοώ την παράδοση την ευρωπαϊκή. Μια ματιά στον πίνακα των συγγραφέων και των ποιητών που έχει μεταφράσει, ένα λοξό βλέμμα στους τίτλους και τα θέματα των δοκιμίων του θα αρκούσε ίσως να σας δείξει το πλάτος και το βάθος των ενδαφερόντων του. Ο κόσμος του ο οργανικός είναι η ευρωπαϊκή, η ελληνοδυτική παράδοση στην πιο ευρεία της ένννοια. Φυσικά, έχουμε μάθει να λέμε ότι ο καιρός της Ευρώπης έχει πλέον παρέλθει, και αυτό είναι αλήθεια. Όμως και αυτή πλέον την νέα μετευρωπαϊκή πραγματικότητα που διαμορφώνεται, προσώρας Ευρωπαίοι τη σκέφτονται και τη μετρούν. Ο Αντώνης Ζέρβας ανήκει σ’ αυτούς.

Θα κλείσω με δυο ποίηματα, απ’ αυτά που δεν θέλω να λείπουν από αυτήν εδώ την παρουσίαση. Το πρώτο λέγεται «Ἀνοιξη 1999» και σχολιάζει με τον τρόπο του τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς της Σερβίας:

Μου ζητούν ν’ αλλάξω συμπάθειες
στο όνομα του γραπτού φωτός που κανέναν δεν φώτισε.
Μου ζητούν να στήσω το μυαλό στην καρδιά μου
που μου δίνει δικαίωμα να ξεγράψω.
Μου ζητούν να ξεχάσω
πως η ζωή είναι το φύραμα του θανάτου.
Τη ζωή μου την έζησα·
τον παράδεισο της αλήθειας τον βρήκα
μόνο στους οίκους ανοχής και τα λοιπά μοναστήρια.
Γιατί μόνον εκεί προσκυνούν ακόμη τον ήρωα,
μόνον εκεί μιλούν στους προγόνους,
μ’ ένα γέλιο σαν δάκρυ στα μάτια,
ξέροντας πως ο χρόνος τους είναι της παλιάς αμαρτίας
και θα νοιώθεται πάντα η μπόχα.

Το δεύτερο, «Σχόλιο στον Πλάτωνα»:

Έπαθα ό,τι ανέκαθεν φοβόμουν.

Φοβόμουν ότι θα γεράσω, και γέρασα.
Φοβόμουν ότι θα πεθάνει ο πατέρας μου και δεν θα τον ξαναδώ.
Φοβόμουν μήπως με βλέπουν στα σκοτεινά μου και όλα τυφλώθηκαν,
Φοβόμουν τους ανθρώπους της Νέας Ελλάδας με τα πολλά δικαστήρια και τα πολλά ιατρεία.
Φοβόμουν πως θα μου ζητούσαν ν’ αλλάξω συμπάθειες. Πως θα με απέφευγαν για την λατρεία του ήρωα και του χώματος.
Φοβόμουν μήπως ξεμείνω στα ξένα, και ξέμεινα.
Φοβόμουν πως θα γίνω δημόσιος υπάλληλος με προϊστάμενο και μπλἐηζερ.
Φοβόμουν το φθόνο των φίλων και τους φθόνησα.
Φοβόμουν τα χρέη κι έκτοτε δουλεύω για τις τράπεζες και τους τοκιστές.
Φοβόμουν τα θερμοκήπια της ηδονής και όσους φωτίζουν εν Θεώ τους κρύφιους δρόμους.
Φοβόμουν πως θα κρατάω στο χέρι μου το κλειδί και δεν θα το βρίσκω.
Φοβόμουν το μαύρο ναυάγιο κάτω από τη σκάλα της ζωής.

Η φράση του Πλάτωνα έχει ως εξής: ο άνθρωπος είναι σαν να τα ξέρει όλα στον ύπνο του και όλα να τα αγνοεί στον ξύπνιο του.

ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*