Month: Ιουνίου 2021

Η βυζαντινή ποίηση ανθολογημένη | Μέρος Β΄: Ρωμανός ο Μελωδός | 2. Οι αποδόσεις του Π. Α. Σινόπουλου (3/3)

Εισαγωγή-ανθολόγηση-σχόλια ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~

Η βυζαντινή ποίηση παραμένει η μεγάλη απούσα από όλες σχεδόν τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης, ένα –χρονικά– τεράστιο, ουσιωδώς ανεξήγητο κι αναιτιολόγητο, κενό για τη γνώση, παρουσία κι εξέλιξη της ελληνικής ποίησης από τις απαρχές της ως τις μέρες μας. Οι αιτίες αρκετές, οι προκαταλήψεις κι η μεροληψία φοβάμαι ακόμη περισσότερες. Έχουμε συνηθίσει να σταματούμε απότομα στην Παλατινή Ανθολογία (μετά βίας ώς τον τέταρτο συνήθως μεταχριστιανικό αιώνα, χωρίς να αναλογιζόμαστε συνάμα πως κι αυτή η ίδια η Ελληνική Ανθολογία συνιστά μια γενναιόδωρη χειρονομία των ίδιων των Ελληνορωμιών του Βυζαντίου προς εμάς τους επιγενόμενους) και καταπιανόμαστε πάλι με το πρωτοφανέρωμα της νεοελληνικής –δημώδους πάντα– ποίησης  εκεί γύρω στον ενδέκατο αι. Το μεταξύ τους διάστημα, έχει ως επί το πλείστον αφεθεί αποκλειστικά στους βυζαντινολόγους, οι οποίοι βέβαια, ας ειπωθεί στεντορείως και υμνητικώς, τον τελευταίο αιώνα έχουν απροσμέτρητα βαθύνει κι εμπλουτίσει τη γνώση μας για τα ποιητικά κείμενα της βυζαντινής περιόδου, με νέες κριτικές εκδόσεις κι αναγνώσεις, μελέτες, φανερώσεις άγνωστων ποιημάτων, μεταγραφές από ανέκδοτα χειρόγραφα κλπ., απομένει η ανθολόγησή τους κι η σύγχρονη (ποιητική κατά προτίμηση) μεταγραφή τους. Μια τέτοια έλλειψη, όπως είναι φυσικό, κι επιτείνει τις προκαταλήψεις αλλά και διογκώνει την άγνοια για τη βυζαντινή ποίηση. Ενώ το υλικό διόλου δεν λείπει, δεν είναι τυχαίο πως ως τις μέρες μας μεταφράζονται κείμενα ποιητικά που προέρχονται αποκλειστικά σχεδόν μόνον από την εκκλησιαστική υμνολογία, πράγμα που φανερώνει πολλά για τη γνώση και τη θεώρηση μα και για τη δεξίωση της βυζαντινής ποίησης σήμερα. Ας είναι! Δεν είναι η ώρα και η στιγμή  για περισσότερα˙ αυτή η εισαγωγή θα αρθρωθεί με την πληρότητα και την τεκμηρίωση που χρειάζεται, σαν έρθει η στιγμή της υλοποίησης μιας τέτοιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, που με την παρότρυνση και τη συνεργασία στενών φίλων θα αποκοτήσουμε. Η ανάληψη μιας τέτοιας ανθολογίας, βαρύ κι επίμοχθο έργο, θ’ απαιτήσει και συνεργασίες και χρόνο αρκετό.  Ήδη ανασκουμπωθήκαμε και αναμετριόμαστε με τα κείμενα, τους συγγραφείς, τις δυσκολίες, τις ιδιαιτερότητές τους, το περιβάλλον τους, τη μεταγραφή τους.
Με τον νου λοιπόν στραμμένο στη δημιουργία μιας ανθολογίας της βυζαντινής ποίησης, αποφασίσαμε εδώ στο ηλεκτρονικό ΝΠ, να ξεκινήσουμε με την παρουσίαση μιας όσο το δυνατόν εκτεταμένης επιλογής των ήδη μεταφρασμένων (περισσότερο ή λιγότερο γνωστών) βυζαντινών κειμένων από νεοέλληνες ποιητές˙ σαν προεισαγωγή και πρόγευση της μελλοντικής ανθολογίας αλλά κι άτυπη, όσο το δυνατόν ευρεία, αποτίμηση της μέχρι σήμερα παρουσίας της μεταφρασμένης βυζαντινής ποίησης στα γράμματά μας.
ΗΛΙΑΣ ΜΑΛΕΒΙΤΗΣ

~.~ 

(περισσότερα…)

Φώτης Τερζάκης, Ο μοναχός Παΐσιος

ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΙΣΙΟΣ 1

Ἀ­πὸ αὐ­τὰ τὰ μέ­ρη ἦρ­θε κι ἕ­νας ἅ­γι­ος τῶν ἡ­με­ρῶν μας, ὅ­πως τὸ θέ­λει ἡ φή­μη, ποὺ με­τὰ τὸν ξε­ρι­ζω­μὸ ἐγ­κα­τα­στά­θη­κε στὸν Ἄ­θω­να: ὁ μο­να­χὸς Πα­ΐ­σι­ος. Συγ­κα­τα­λέ­γο­μαι στοὺς πολ­λοὺς ποὺ ὁ τα­πει­νὸς ἀ­σκη­τὴς δέ­χτη­κε νὰ δεῖ τὰ τε­λευ­ταί­α χρό­νι­α της ζω­ῆς του. Δὲν εἶ­μαι σὲ θέ­ση νὰ μαρ­τυ­ρή­σω τὴ θρυ­λού­με­νη ἁ­γι­ό­τη­τά του, δὲν ξέ­ρω καν τί ση­μαί­νει αὐ­τὸ τὸ πράγ­μα, καὶ ἂν κά­τι ση­μαί­νει σί­γου­ρα δὲν εἶ­μαι ἀ­πὸ ἐ­κεί­νους στοὺς ὁ­ποί­ους θὰ εἶ­χε κά­ποια δύ­να­μη: ἔνιω­σα ὅ­μως πολ­λὴ τρυ­φε­ρό­τη­τα γι’ αὐ­τὸν τὸν λι­πό­σαρ­κο γέ­ρον­τα μὲ ὄ­ψη ξω­μά­χου, ἐμ­φα­νῶς κα­τα­πο­νη­μέ­νο ἀ­πὸ τὴν ἀρ­ρώ­στια, ποὺ εἶ­χε τὴν εὐ­γέ­νει­α νὰ μᾶς ἀ­νοί­ξει στὴν πρό­χει­ρη σκή­τη του, βα­θι­ὰ μέ­σα σὲ μιὰ ρε­μα­τιὰ τοῦ Ἄ­θω­να τρί­α τέ­ταρ­τα δρό­μο ἀ­πὸ τὴν Κου­τλου­μου­σί­ου.

Τὸν ἄ­κου­γα νὰ ἐ­ξι­στο­ρεῖ τὰ χρι­στια­νι­κά του πα­ρα­μύ­θια, λό­γι­α ποὺ δὲν σή­μαι­ναν σχε­δὸν τί­πο­τα γιὰ μέ­να, ὥ­ρα πολ­λὴ μὲ τὸ μά­τι μου ν’ ἀ­να­παύ­ε­ται πό­τε στὴν προ­βιὰ ποὺ εἶ­χε ριγ­μέ­νη πά­νω στὴν ξύ­λι­νη τά­βλα τοῦ ὕ­πνου του καὶ πό­τε στὸ σβη­στὸ τζά­κι, καὶ ἦ­ταν σὰν νὰ ἄ­κου­γα τὴ για­γιὰ τὴ Μα­ρί­κα νὰ μοῦ μι­λά­ει γιὰ τὰ στοι­χειὰ ποὺ βλέ­πουν τὶς νύ­χτες οἱ ἀ­λα­φρο­ΐ­σκιω­τοι, γιὰ τὶς νε­ρά­ι­δες ποὺ σοῦ παίρ­νου­νε τὴ μι­λιὰ τὸ με­ση­μέ­ρι, γιὰ τὸν μαρ­μα­ρω­μέ­νο βα­σι­λιὰ καὶ γιὰ τὴ Δευ­τέ­ρα Πα­ρου­σί­α, καὶ γιὰ μιὰ στιγ­μὴ ὁ Πα­ΐ­σι­ος ἤ­τα­νε ἡ για­γιὰ ἡ Μα­ρί­κα…

Πα­ΐ­σι­ε, ἀ­πὸ ἐ­δῶ ποὺ σὲ θυ­μή­θη­κα σή­με­ρα, σοὺ εὔ­χο­μαι μὲ ὅ­λη μου τὴν καρ­διὰ νὰ βρί­σκε­σαι κον­τὰ στὸν Θε­ό σου – καὶ εἶ­ναι κι αὐ­τὸ κά­τι σὰν πα­ρη­γο­ριὰ γιὰ μᾶς ποὺ δὲν ἔ­χου­με τὴν πο­λυ­τέ­λει­α τῆς πί­στης σὲ κα­νέ­ναν, οὐ­ρά­νι­ο ἢ ἐ­πί­γει­ο, θε­ό…!

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ  (ΝΠ1, σ. 40-41)

Λουίζ Λαμπέ, Πέντε Σονέτα

ΛΟΥΪΖ ΛΑΜΠΕ

ΣΟΝΕΤΑ

(Μτφρ. Ξάνθος Μαϊντάς)

VIΙ
Καλά το ξέρεις, ό,τι έμψυχο πεθαίνει
όταν από το σώμα η ψυχή χωρίσει.
Το σώμα είμαι, είσαι η ψυχή κι όλη η ζήση,
λοιπόν που βρίσκεσαι ζωή μου λατρεμένη; (περισσότερα…)

Δήμητρα Δημητρίου, Μπαλάντες

Τι φταίει, μητέρα, για τα μεγάλα σου δάκρυα;
Κύριε, πικραίνει το νερό των θαλασσών.
FEDERICO GARCIA LORCA, Όναρ

Η μπαλάντα του νερού της θάλασσας

Η θάλασσα
δρασκελίζει τον ορίζοντα
έχει στόμα και χείλια από αφρό
H ανάσα του αέρα την τυλίγει από τη μέση
Λαγαρίζει στο χάδι το νερό των θαλασσών.

Δυο ταυρομάχοι ζαλισμένοι
περνούν μπροστά δρεπανηφόροι.

— Τι μας φέρνεις κορίτσι, ποιος τ’ αχείλι σου στέγνωσε;
— Κύριε, στη χώρα μου θολώνει το νερό.

Μέσα στην άγρια μοναξιά, καταμεσής στο πέλαγο
μάνα από κύμα δάκρυ σκορπάει
Κι αλμυρίζει, ξανά, το νερό των θαλασσών.

Τέσσερις περνούν καβάλα
σε μαύρους της Ανατολίας.

— Σκοτεινό κορίτσι, τι κυλάει στο αίμα σου;
— Κύριε, κλαίω το νερό των θαλασσών.

Στα βράχια τσακίζει στο μπράτσο του ανέμου
μάνα από κύμα φλέβα του κόσμου
Στενάζει, βαθιά, το νερό των θαλασσών.

Τρεις από τ’ άγνωστο φερμένοι
αλυσοδένουν το νερό.

— Πώς γεννιέται, μητέρα, η μεγάλη σου πίκρα;
—Πικρό, πολύ, το νερό των θαλασσών.

~.~

Η μπαλάντα του θαλασσινού νερού (παραλλαγή)

Κορίτσι,
με τα στήθια στον αέρα
Ποια είσαι και πούθ’ έρχεσαι
τι έχεις στο στόμα
που σε πυρπολεί;

— Δράχνω νερό θαλασσινό
πηγής που αιμοστάζει
σαν έπεσε φωτιά καυτή μια μέρα τ’ αλωνάρη
ήλιος που λιάζει τη σπορά κι έκαιγέ μου το στήθος.

Οι θλίψες σου
πικροθάλασσα και πικροκυμματούσα
ρόδι βαθύ και ανοιχτό
καρδιά ρυθμού που πάλλει
νερό ζεστό
ουρανός που εξέπεσε απ’ της ακινησίας το στερέωμα
χωράφι ανήλιαγο
καράβια που στέκουν και στοχάζουνται
φύλλο που ξεβάφει πριν απ’ το στερνό φιλί
του χειμώνα

(χειμώνας κρύος και βαρύς
κι ένα φύλλο για τον ουρανό)

κυμάτων οι αλγηδόνες
σ’ εσένα ανήκουν
μαύρη νύχτα;

— Έρχομαι
απ’ τις αγάπες του χιονιού
κι απ’ τις πηγές των ανέμων
κύμα γιομάτο από σκουριά και βλέφαρα απ’ ομίχλη
φύκια είναι τα στεφάνια μου
κοχύλια τα μαλλιά μου
και στο λαιμό μου εκρέμμασα κλαδάκι από κοράλλι
καθώς πίσω μου θα ξωμακραίνουν
φυκιάδες περίπλοκες
υδρόφιλη ωκεάνια
γλώσσες, σαλάχια
φεγγαρόχτενα ρήματα
σπόγγοι στις θαλασσοσπηλιές
λιβάδια των βαθιών νερών
της Μεσογείου πνευμόνια

(άρμης αποχαιρετισμός
και άλγη του πυθμένα)

λέγοντας «γεια σας»
καθώς σουπιές βυθόβιες θα ψάχνουν την τροφή μέσα στη άμμο
σκουλήκια στη βαθιά τη γη, όστρακα κι αχιβάδες.

Έρχομαι από την πεύκη των βουνών
και τη θαλάσσια αρμύρα.
Προσμένω
ν’ αποθέσω τα κλαδιά μου στη μαύρη πέτρα
και το ξερό χορτάρι των βυθών
προτού η δόξα του φθινοπώρου
τα χρυσώσει.

(Θρήνος στα δάση τα πυκνά,
τα πελαγίσια δώματα
και τα δέντρα τ’ αψηλά)

~.~

Μπαλάντα μιας μέρας τ’ αλωνάρη

Κάτω στην ακροποταμιά κορίτσι περπατάει
κρατώντας βέργα λεμονιάς και προς τον κάμπο πάει.

Κόβει λεμόνια στρογγυλά
(Άι μέρα δίχως στήθος!)
και πλένει τα μπαμπακερά
τορέρο στην καρδια της.

(στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας)

Της ομιλώ δεν κυματεί
της κραίνω δε σαλεύει
πυρή φωτιά τα στήθια της
από έρωτα πεθαίνει.

Σε μαντίλι τ’ όνομά του κεντάει.
«Ποιος θ’αγοράσει αυτή τη λύπη από κλαριά
μαντίλια για να φτιάξει;»

(Άι μέρα ατέρμονη!
Άι σιωπή δίχως ήχο!)

Πουλί αν ακούς σπλαχνίσου την
φωνή κυνηγημένη
τι πια δεν μένει μας καιρός
από έρωτα πεθαίνει.

(φθόγγοι κομμένοι και ξεροί
ξερόκλαδα που σπάνε)

~.~

Μπαλάντα του Ιούλη (παραλλαγή)

Τορέρο μαύρα φόρησεν, μαύρον καβαλλικεύκει
βρίσκει μιαν κόρην πόπλενε στης λεμονιάς τον ίσκιο.

— Πού αλαργεύεις, λυγερή
τι έχεις στο στήθος σου που καρπούς
χρυσαφώνει;

T’ αστέρι του καλού μου, που στην κώμη φορεί.

— Εμπόρισσα των μαντιλιών, τι έχεις στα μάτια
που αιμορραγεί;

Tη σκληρή απελπισιά μου, του Ιούλη την κάψα.
Στην ανθισμένη λεμονιά από κάτω
πληγώνει με ο αγέρας.
Κόβω λεμόνια στρογγυλά
πέφτουν κάτω απ’τα κλώνια
ένα κλωνάρι έπεσε
ύστερα δυο και τρία
και στο μαντίλι το ’ραψα
κι εσχίστη το μαντίλι
και με τ’ αηδόνι μίλησα
κι εμάρανε η φωνή του.

~.~

Η μπαλάντα του θεριστή

Οι δυο λεπίδες του καλοκαιριού
η μια θρηνεί, η άλλη ματώνει.

Στις αδιαφέντευτες ξέρες
γης εναλίας και ακρίτισσας
ακροπατεί χρόνος ακένωτος
ψήγματα καιρού αδιάπλαστου, κρυσταλλωμένου
ανέμων άθυρμα
ρίγος εσθήτας.

Όχι σε μνήμη, μα σ’ ύλη ψηλαφητή
στ’ ακροθαλάσσι.

(Άι αδραχτάκι
ψυχής ακύμαντης!)

Κι απ’ όπου χαράζει
ως όπου βυθά

(σαν όρμησε ο θεριστής
στα σιτεμένα στάχυα)
τα είδα όλα σε νησάκι -νήσος τις- σκόπελο μικρό
τα μάτια μου είδαν πολλά μα λέξη δεν μπορώ να πω
τι πριν περάσουν μήνες δυο
γέρνω και τα πικροσφαλώ.

~.~

Του μαζωχτή (παραλλαγή)

Ι.

Χωνόταν ακόμα και στο σώμα μου
χωνόταν ακόμα και μέσα στο σώμα
ακόμα και χωρίς εμένα.

Κι όσο βαθιά, κατάβαθα
πατρίδες πανάρχαιες
έσπειρε φυτευτής

(κεφάλι ανάλαφρο, γερμένο ελαφριά προς τα πίσω,
περνάει ανάποδα, αγγέλου σχήμα)

τόσο στα μέσα μου έβανε
τον τρόμο ζώστρα ο μαζωχτής.

Στα πόδια του κομμάτι κρέας που
άχνιζε
και κάφτρα τρύπα
ξυπνώντας μνήμη πετεινού
αρχέγονου
κίνηση προς τη μεριά του πίσω χρόνου
σε χώρα που μονάχα εγώ την ήξερα
σαν να ’μουν εδώ από πάντα
γερμένο κεφάλι ανάλαφρο
ελαφριά προς τα πίσω
στον ίδιο ουρανό του τόπου μου
καταγεγραμμένου χρόνια πριν.

(Άι όι, ιώ, κοιμήθηκα
μαύρη νυχτιά εντύθηκα)

«Όπου να ’ναι όλα θα χαθούν», το σώμα μου.
Ό,τι αγάπησες, σημαντικά κι ασήμαντα που λιώνουν μες το χρόνο
έργα ανθρώπων και θεών
παμπάλαια
από τη μέσα σου μεριά.

Έβγαλα αχνή μια ανάσα, ύστερη, βαθιά,
τόσο βαθιά, που θέλησα να χαϊδέψω τρυφερά τα χέρια και το πρόσωπό σας.

Κι ένιωσα ξαφνικά ένα κενό
σαν άδειο το κορμί μου
-κι ίσως στ’ αλήθεια να έλειπα-
τι κι αν αυτός τρυπούσε
τη νύχτα και την ερημιά
ξεχνώντας πως οι δρόμοι κάποτε θ’ αδειάσουν
απ’ τα μάτια του
καθώς θα βαθουλώνουν κίτρινα κι ωχρά
με τον μεγάλο φόβο τους κρυφό
αργά, πολύ αργά
μέσα στη νύχτα
φαγωμένα, θαρρείς,
από το μέσα τους
σκοτάδι.

Κι εγώ
με το κεφάλι μου γερμένο ελαφριά προς τα πίσω
περνάω πάλι ανάποδα
πατώντας με προφύλαξη
έξω απ’ τα σπίτια που γνώρισα
απλώνομαι στους δρόμους που περπάτησα
μέσα από βλάστηση πυκνή
κι έτσι όπως κατεβαίνω
κοιτάω τον χρόνο χυμένο από πάνω μας άφθαρτο
χαλκέντερο βιγλάτορα
σαν έξω απ’ το σώμα μου
-κι απ’ το δικό σας-
κι έξω ακόμα από τις λέξεις
να σκίζει τους καιρούς
περνά λυτός μέσα απ’ τον ύπνο
και ξαναβγαίνει
αφήνοντας λίγο αίμα βυσσινί
στις γωνίες.

Έρχεται τώρα κατά πάνω σας, σας βρίσκει.

ΙΙ.

Αγέρας το χλωρό κορμί
μαζεύει το και ντύνει το.
Δίνει το στον αυγερινό
κι εκείνος πιάνει το χορό.

— Πάρ’ την λοιπόν, μα έχε στο νου
πως θα ’σαι ο αντρός του φεγγαριού.

Κι η Πούλια, σ’ άκρη ενός κλωνιού:
— ’Γω η μάνα του χρυσού γιαλού.

~.~

Μπαλάντα των τζιτζικιών που αγάλλονται

Ε, σείς, τζιτζίκια μου όμορφα
για πείτε αν είστε πέρκαλλα
στ’ ακροτόπια τα βουβά και τ’ απάτητα
στη γη σας την πολύχαλκη
ζει ο βασιλιάς, σαν πρώτα;

Kαταλυεί το ’νιν το χώμα, κλώθεται η μοίρα της οργής;
Λυσσάει με το τρικύμισμα το βορινό το κύμα; Μαίνεται στην αναβροχιά, μανίζει με τη στέγνια;
Ακόμη γίνoνται Σεπτέμβρη τα χαρούπια
ξεσπάνε τα πάθη της καρδιάς;
Θυμάστε ακόμα την άκρη του μακρύ γιαλού

(γιαλό-γιαλό πηγαίναμε στις ξέρες
κι αρμενίζω)

ναυτάκια του καλοκαιριού και τα μεγάλα της Αμμοχώστου
τ’ άστρα;

Φουσκώνει ο μούστος στο τσαμπί,
ζει, ζει και ζει το πείσμα σας στο κοχλαστό το θέρος;

ΔΗΜΗΤΡΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

~.~

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
Η ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΟΥ ΘΕΡΙΣΤΗ
«οι δυο λεπίδες του καλοκαιριού». Πρβλ. Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ποιήματα: 1961-2017, Ίκαρος, Αθήνα 2019, σ. 169.
«σ’ένα νησάκι…σκόπελο»: Πρβλ. το τελεσίγραφο που έστειλαν οι Τούρκοι στη Γαληνοτάτη το 1570, ζητώντας την παράδοση της Κύπρου: «Και επειδή αυτός [=ο Σουλτάνος] γνωρίζει πως δεν δύνασθε να αντισταθείτε εις έναν τοιούτον ισχυρόν Μονάρχην, σας παρακινεί, ως φίλος, να διαλέξετε το ωφελιμότερον […], εάν θέλετε να αποφύγετε τας επικειμένας δυστυχίας του Πολεμου. Τι είναι η Κύπρος, παρά ένας σκόπελος; ένα μικρόν νησάκιον, τι κάμνει να το παραιτηθήτε της αυτού Μεγαλειότητος, διά να τον ευχαριστήσετε;». Στο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός, Ιστορία χρονολογική της νήσου Κύπρου, Επιφανίου, Λευκωσία 2001 (α΄ έκδ. Βενετία 1788), σ. 414.
ΤΟΥ ΜΑΖΩΧΤΗ (ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ)
«κεφάλι»: Η αναφορά στον βιασμό 18χρονης από την Καρπασία, όπως τη διηγήθηκε ο Αχμέτ Ντεριά στη Σεβγκιούλ Ουλουντάγκ και δημοσιεύτηκε στην τουρκοκυπριακή εφημερίδα Afrika (27 Ιανουαρίου 2008): «Εξιστορούνται γεγονότα του ’74 στην Καρπασία. […] Στην περιοχή του Ταύρου Τούρκοι στρατιώτες προσπάθησαν να βιάσουν μια 18χρονη Ελληνίδα. Επειδή η κοπέλα όμως αντιστάθηκε, της κόψαν το κεφάλι, το ξεχώρισαν από το σώμα, και μετά βίασαν το ακέφαλο σώμα». Αναδημοσίευση στο «Τούρκοι, 1974 μ.Χ.», Αντιφωνητής, Θράκη, 6 Φεβρουαρίου 2008, σ. 8.
ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΤΖΙΤΖΙΚΙΩΝ ΠΟΥ ΑΓΑΛΛΟΝΤΑΙ
«Ακόμα…τα χαρούπια»: Πρβλ. το ποίημα του Gabriele d’Annunzio για την Κύπρο, «Le carubbe», Laudi del cielo del mare della terra e degli eroi, τόμ. ΙΙΙ, Alcyone, Fratelli Treves Editori, Μιλάνο 1908, σ. 270.
«και τα μεγάλα της Αμμοχώστου τ’ άστρα»: Στίχος του Βούλγαρου ποιητή Nikola Vaptsarov από το ποίημά του «Γράμμα», στο Κύπρος αγάπη μου, επιμ. Marin Zhechev και Michael Berberov, [Λευκωσία] 1984, σ. 3.
«Ζει ζει και ζει»: Πρβλ. Οδυσσέας Ελύτης, Τα ρω του έρωτα, Αστερίας, Αθήνα 1972, σ. 27: «Ε σεις τζιτζίκια μου άγγελοι / γεια σας κι η ώρα η καλή / Ο βασιλιάς ο Ήλιος ζει; / κι’ όλ’ αποκρίνονταν μαζί // «Ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει ζει»· και Κωστής Παλαμάς, «Κύπρος», Η πολιτεία και η μοναξιά, στο Άπαντα, Μπίρης, Αθήνα χ.χ., τ. 5: σ. 336: «στ’ ωραίο πολύπαθο κορμί η αγνή ψυχή δεν έσβυσε / και ζη και ζη και ζη!».

Στη μνήμη του Γιώργη Σιδερή

Ώρες ώρες φάνταζε θεόρατος. Έφταιγαν τα αφημένα μαλλιά -κάτασπρα-, έφταιγε το αργό βάδισμα, το πανωφόρι, εν είδει αμπέχωνου ή πελώριου μπουφάν, που όλο και πιο φουσκωτό τον έκανε.

Αλήθεια, πως συναντιέσαι με τον άλλον; Είναι κάτι που πέφτει απρόσμενα, ή ενεργούν υπόγεια ρεύματα, νεύματα αόρατα από μακριά κι από κοντά, ανταλλαγές βλεμμάτων, μια λέξη, μια σιωπή;

Πόσες φορές μιλήσαμε τρώγοντας και πίνοντας, σε ταβερνεία, σε μαγαζιά, πιο πέρα κάθονταν άλλοι, μιλούσαν, φωνασκούσαν, γέλαγαν, εμείς οι δυο συνεχίζαμε το ζόρικο δρομολόγιό μας, άλλοτε συμφωνώντας, άλλοτε η διαφωνία μας κρυβόταν στη σιωπή, σ’ ένα μυστήριο χαμόγελο, σε μια αόριστη χειρονομία.

Μου κάναν εντύπωση οι παλάμες του, κομμάτια γέρικου δέντρου, απ’ τον κορμό κομμένα, ή από χοντρό κλαδί, ποιος ξέρει πόσα σώματα είχαν ψηλαφίσει, ιατρικά, γυρεύοντας σημεία πάθησης ή θεραπείας.

Γεμάτα μικρές ζαρωματιές, κατέγραφαν οδύνες, οιμωγές, κλάματα και θρήνους, που δεν λείπουν από κανενός τη ζωή, ακόμη κι αν το κρύβει.

Ποια μοναξιά χωμένη μέσαθέ του, όριζε τα αργά του βήματα, κι αυτούς τους άπειρους μονολόγους, με επαναλήψεις συχνές, με εμμονές, με θραύσματα μνήμης, με εικόνες που ξεσπούσαν ξαφνικά, θολές ή πάμφωτες, με αναδρομές σε χρόνους άλλους.

Κι αυτή η μανία για κρασί, αυτή η κίνηση να γεμίζει τα ποτήρια, κάποιες φορές απανωτά, άλλες με κάποιο σκόντο, πιο πολύ τρώγοντας για να πιούμε, κι όχι να φάμε πίνοντας.

Πού πήγαινε όλο κείνο το κρασί, τί διαδρομές ακολουθούσε στο φαρδύ το σώμα, στη ρωμαλέα πλάτη; Τί να γινόταν πίσω από τα στρώματα του δέρματος, στις διάφορες γωνιές και στα θαλάμια, μα προπαντός τί να ’λεε εκείνη η καρδιά, τί λαχανιάσματα ν’αντέξει και τί φάρμακα;

Τσούγκρισμα ποτηριών.

Είναι αλλόκοτο και ταυτόχρονα θαυμαστό ότι τον άκουγες εκεί που τα πράγματα ζόριζαν στο πολιτικό πεδίο να ανοίγει μια βρύση, να κόβει κομμάτια από το Ευαγγέλιο και την ‘καταλλαγή’, να τα φέρνει ολομπροστά μας, όπως δροσιά που έρχεται απρόσμενα και παίρνει τον πυρετό από το μέτωπο.

Οι ολονυχτίες. Με προσευχή και χωρίς προσευχή. Με ταινίες αμερικάνικες, με μπιστολίδι, ‘ο καλός, ο κακός και ο άσχημος’. Αλλά και για τον Κισλόφσκι να μιλά συχνά τονίζοντας την πίστη του.

Στιχουργική. Τον παλιό καιρό της μουσικής και της στιχουργικής δημιουργίας τον είχε διαδεχθεί σήμερα μια άλλη στιχουργική πιο μυστική και πιο καρδιακή με λίγη γεύση από Βυζάντιο. Έγραφε τα τραγούδια και χαιρόταν. Ο Ορφέας Περίδης έγραφε τη μουσική. Συναντιούνταν κατά διαστήματα και δούλευαν τους ήχους, τα λόγια, το ρυθμό. «Είναι δύσκολος ο στίχος του τραγουδιού» έλεγε, «είναι δύσκολος».

Και ξαφνικά ένιωθες ολόκληρο το βάρος του ανθρώπου να γέρνει μέσα του ωσάν πνιγμός, στρόφιγγα που γυρίζει αργά-αργά και αλέθει συναισθήματα και γόους κι ελπίδες και ζωές, καταρράχτης από αγωνίες και δονήσεις ψυχικές, ένα καρδιακό αγκομαχητό που στεκόταν εκεί στη μέση της ύπαρξης

Μικρή πυριφλεγής βόμβα.

Σαν φως που αναβόσβηνε κρυφά, διάπυρη ικεσία, καθώς ο ίδιος μετείχε παρακλήσεων και προσευχών, μα και καθώς αυτός ο ίδιος μετεωριζόταν και χανόταν ανάμεσα σε σκέψεις, διανοήματα, συζητήσεις, απέραντους μονολόγους, όπου αναζητούσε μια γενναία σύμπνοια με τον ίδιο του τον εαυτό και με εκείνο το άλλο Φως, ανάβοντας στη σκοτεινιά της ψυχής το καντήλι της αγάπης, κερί αναμμένο σε τόσες μνήμες και τόσες πληγές που τον κατακλύζαν και πολεμούσε να τις σπρώξει γλυκά στο εσώτερο μέρος της καρδιάς βαριανασαίνοντας.

Στο καλό, φίλε Γιώργη, φεύγεις αναστάσιμα.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΓΟΥΝΕΛΑΣ

*Μάιος του 2021: η εκδημία του γιατρού, μουσικού (δεξιοτέχνη του μπουζουκιού), στιχουργού και καρδιακού φίλου Γιώργου Σιδερή.

Ενθύμησις Δημήτρη Αρμάου

Συμπληρώνοντας ἕξι χρόνια ἀπὸ τὴν ἐκδημία του καὶ προεξαγγέλοντας τὸ ἀφιερωματικὸ ἕκτο τεῦχος τοῦ ἔντυπου ΝΠ σὲ συνεργασία μὲ τὴν Ζωὴ Μπέλλα (ἐνῷ ἀναμένεται ἡ κυκλοφορία τοῦ #5 γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη ἐντὸς τῶν προσεχῶν ἡμερῶν), ἀποδίδουμε ποιητικὸ ὁλοκαύτωμα στὴ μνήμη τοῦ ποιητῆ, φιλολόγου, βιβλιο-εργάτη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δασκάλου καὶ φίλου Δημήτρη Ἀρμάου. Μείνετε συντονισμένοι.   ΝΠ

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΕΝΤΡΩΤΗΣ

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΜΑΟΣ, 31 ΜΑΪΟΥ 2015

Ἀποχωρῶν ἀρματολίκια ἐπῆρες
μὲ λέξεις ὑλικὲς γι᾽ ἀποσκευές σου
καὶ γούρι σου στὸ πέρασμα ἀναπτῆρες
γιὰ τὰ πουράκια του Κενταύρου Νέσσου.

Φονιάδες μοναχῶν ἀπ᾽ τὸ ἀντιμόνιο
περνοῦν ἀπ᾽ ὥρα βάδην σ᾽ ἕνα canto
τοῦ Paradiso μὲ δισσὸ μνημόνιο.

Τοὺς ὀρφισμοὺς συντρέχει τὸ ὕφος — κὰν τὸ
δεῖς ὡς σκυτάλη λυρικῶν δηώσεων·

ἢ καὶ ὡς ὀντὰ βιαίων ἐντυπώσεων.

Κέρκυρα, 10 Αὐγούστου 2018

~.~

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

ΣΤΑΣΙΩΤΙΚΟ…
Για τον Δημήτρη

Τι θέλετε, λοιπόν, ασύστατοι·  να πω:
άδικα ήρθα κι έφυγα; Άδικα είδα
στα 1977 τον Πτολεμαίο
να κατεβαίνει από τα μέρη
της Άμφισσας κύμα
κωνοφόρο μ’ ένα έλατο σελίδες, στην πύλη
μιας κόλασης στεκούμενης τριγύρω.
(περισσότερα…)