Ρέυμοντ Κάρβερ, Καθεδρικός ναός

 

μετάφραση Έλλη Κούσουλα

Ένας τυφλός, παλιός φίλος της γυναίκας μου, ερχόταν να μείνει για ένα βράδυ στο σπίτι μας. Η γυναίκα του είχε πεθάνει. Κι έτσι επισκεπτόταν τους συγγενείς της νεκρής γυναίκας του στο Κονέτικατ. Τηλεφώνησε στη γυναίκα μου από τα πεθερικά του. Κανονίστηκε. Θα ερχόταν με τρένο, πέντε ώρες ταξίδι, και η γυναίκα μου θα τον συναντούσε στον σταθμό. Είχε να τον δει από το καλοκαίρι που δούλευε για αυτόν στο Σηάτλ πριν από δέκα χρόνια. Αλλά είχε κρατήσει επαφή με τον τυφλό. Γράφανε κασέτες και τις στέλνανε ο ένας στον άλλον. Δεν ήμουν ενθουσιασμένος με την επίσκεψή του. Δεν ήταν κάποιος που ήξερα. Και το ότι ήταν τυφλός με ενοχλούσε. Η άποψή μου για τους τυφλούς προερχόταν από το σινεμά. Στις ταινίες, οι τυφλοί κινούνταν αργά και δεν γελούσαν ποτέ. Μερικές φορές τους οδηγούσαν εκπαιδευμένοι σκύλοι. Ένας τυφλός στο σπίτι μου δεν ήταν κάτι που περίμενα με χαρά.

Εκείνο το καλοκαίρι στο Σηάτλ η γυναίκα μου χρειαζόταν δουλειά. Δεν είχε λεφτά. Ο άνδρας που θα παντρευόταν στο τέλος του καλοκαιριού ήταν στην σχολή αξιωματικών αεροπορίας. Ούτε κι εκείνος είχε λεφτά. Αλλά ήταν ερωτευμένη με τον τύπο, κι εκείνος ήταν ερωτευμένος μαζί της κλπ. κλπ. Είχε δει κάτι στην εφημερίδα: ΖΗΤΕΙΤΑΙ – Άτομο για ανάγνωση σε τυφλό, κι έναν αριθμό τηλεφώνου. Τηλεφώνησε και πήγε από ’κει, προσλήφθηκε επιτόπου. Δούλεψε με αυτόν τον τυφλό όλο το καλοκαίρι. Του διάβαζε διάφορα, περιπτωσιολογικές μελέτες, αναφορές, τέτοια πράγματα. Τον βοήθησε να οργανώσει το γραφειάκι του στην κοινωνική πρόνοια της κομητείας. Είχαν γίνει καλοί φίλοι, η γυναίκα μου κι ο τυφλός. Την τελευταία της μέρα στο γραφείο, ο τυφλός τη ρώτησε αν μπορούσε να αγγίξει το πρόσωπό της. Εκείνη συμφώνησε. Μου είπε πως ακούμπησε τα δάχτυλά του σε κάθε γωνιά του προσώπου της, της μύτης της – ακόμα και του λαιμού της! Δεν το ξέχασε ποτέ. Μέχρι και ποίημα προσπάθησε να γράψει γι’ αυτό. Πάντα προσπαθούσε να γράψει κάποιο ποίημα. Έγραφε ένα-δυο ποιήματα κάθε χρόνο, συνήθως έπειτα από κάτι σημαντικό που της είχε συμβεί.

Όταν αρχίσαμε να βγαίνουμε, μου έδειξε εκείνο το ποίημα. Στο ποίημα, ανακαλούσε τα δάχτυλά του και τον τρόπο με τον οποίο είχαν περιπλανηθεί στο πρόσωπό της. Στο ποίημα, μιλούσε για το πώς είχε νιώσει τότε, για το τι περνούσε απ’ το μυαλό της όταν ο τυφλός άγγιξε τη μύτη και τα χείλια της. Θυμάμαι πως το ποίημα δεν μου φάνηκε και τίποτα σπουδαίο. Φυσικά, δεν της το είπα αυτό. Ίσως απλά να μην σκαμπάζω από ποίηση. Ομολογώ πως δεν είναι το πρώτο πράγμα που αναζητώ όταν πιάνω κάτι να διαβάσω.

Τέλος πάντων, αυτός ο άνδρας που πρώτος απόλαυσε τα κάλλη της, αυτός ο μελλοντικός αξιωματικός, αυτός ήταν ο εφηβικός της έρωτας. Οπότε, ok. Θέλω να πω, στο τέλος του καλοκαιριού άφησε τον τυφλό να περάσει τα χέρια του πάνω στο πρόσωπό της, τον αποχαιρέτισε, παντρεύτηκε τον εφηβικό κλπ., που πλέον είχε ορκιστεί αξιωματικός, και μετακόμισε μακριά από το Σηάτλ. Αλλά θα κρατούσαν επαφή, αυτή κι ο τυφλός. Εκείνη έκανε την πρώτη κίνηση μετά από έναν χρόνο περίπου. Του τηλεφώνησε ένα βράδυ από μια αεροπορική βάση  στην Αλαμπάμα. Ήθελε να μιλήσει. Μιλήσανε. Της ζήτησε να του στείλει μια κασέτα και να του πει για την ζωή της. Το έκανε. Έστειλε την κασέτα. Στην κασέτα, είπε στον τυφλό πως αγαπούσε τον άνδρα της αλλά δεν της άρεσε εκεί που ζούσανε και δεν της άρεσε που εκείνος συμμετείχε σε όλο αυτό το στρατιωτικοβιομηχανικό πράγμα. Είπε στον τυφλό ότι είχε γράψει ένα ποίημα  κι ήταν κι εκείνος μέσα. Του είπε ότι έγραφε ένα ποίημα για το πώς είναι να είσαι γυναίκα αξιωματικού της αεροπορίας. Δεν το είχε τελειώσει ακόμα. Το δούλευε. Ο τυφλός έφτιαξε μια κασέτα. Της την έστειλε. Εκείνη έφτιαξε άλλη μία. Αυτό συνεχιζόταν χρόνια. Ο αξιωματικός της γυναίκας μου μετατέθηκε σε μία βάση και μετά σε άλλη. Έστειλε κασέτες από την αεροπορική βάση Μούντι, απ’ την ΜακΓκουάιαρ, την ΜακΚόνελ, και τέλος την Τράβις, κοντά στο Σακραμέντο, όπου ένα βράδυ άρχισε να νιώθει μόνη και αποκομμένη από τους ανθρώπους που έχανε τον έναν μετά τον άλλο σε εκείνη την ζωή των μεταθέσεων. Άρχισε να νιώθει πως δεν μπορούσε να την συνεχίσει ούτε για ένα βήμα ακόμα. Πήγε στο μπάνιο και κατάπιε όλα τα χάπια και τις κάψουλες στο ντουλάπι και τα κατέβασε με ένα μπουκάλι τζιν. Και μετά μπήκε στη μπανιέρα που ήταν γεμάτη με ζεστό νερό και λιποθύμησε.

Μα αντί να πεθάνει, έκανε εμετό. Ξέρασε. Ο αξιωματικός της – γιατί να έχει όνομα; ήταν ο εφηβικός της έρωτας, τι άλλο θέλει; – γύρισε στο σπίτι από κάπου, τη βρήκε και κάλεσε το ασθενοφόρο. Αργότερα, εκείνη τα έγραψε όλα σε κασέτα και την έστειλε στον τυφλό. Με τα χρόνια έγραφε ό,τι μπορείς να φανταστείς σε κασέτες και του τις έστελνε στο πι και φι. Μαζί με τη συγγραφή ενός ποιήματος κάθε χρόνο, νομίζω πως αυτό ήταν η βασική της μορφή ψυχαγωγίας. Σε μια κασέτα είπε στον τυφλό πως είχε αποφασίσει να ζήσει χώρια από τον αξιωματικό της για ένα διάστημα. Σε μιαν άλλη κασέτα του είπε για το διαζύγιό της. Εκείνη κι εγώ ξεκινήσαμε να βγαίνουμε, και φυσικά μίλησε στον τυφλό της γι’ αυτό. Του μιλούσε για τα πάντα, ή έτσι μου φαινόταν εμένα. Μια φορά με ρώτησε αν θα ήθελα να ακούσω την τελευταία κασέτα από τον τυφλό. Αυτό πριν ένα χρόνο. Ήμουν στην κασέτα, είπε. Οπότε είπα εντάξει, να την ακούσω. Μας έφερα ποτά και βολευτήκαμε στο σαλόνι. Ήμασταν έτοιμοι για την ακρόαση. Πρώτα γλίστρησε την κασέτα στο κασετόφωνο και ρύθμισε ένα δυο κουμπιά. Μετά πάτησε ένα διακόπτη. Η κασέτα τσίριξε και κάποιος άρχισε να μιλάει με δυνατή φωνή. Χαμήλωσε την ένταση. Μετά από μερικά λεπτά αθώας φλυαρίας, άκουσα το δικό μου όνομα στα χείλη αυτού του ξένου, αυτού του τυφλού που ούτε καν γνώριζα! Κι έπειτα αυτό: «Από όλα όσα μου έχεις πει γι’ αυτόν, μπορώ μόνο να συμπεράνω—» Αλλά μας διέκοψαν, ένα χτύπημα στην πόρτα, κάτι, και ποτέ δεν γυρίσαμε στην κασέτα. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Δεν ήθελα να ακούσω άλλο.

Τώρα αυτός ο ίδιος τυφλός ερχόταν να κοιμηθεί στο σπίτι μου.

«Μπορώ να τον πάω για μπόουλινγκ», είπα στη γυναίκα μου. Ήταν στον πάγκο της κουζίνας και έφτιαχνε πατάτες στο φούρνο. Άφησε κάτω το μαχαίρι που χρησιμοποιούσε και γύρισε προς το μέρος μου.

«Αν μ’ αγαπάς», είπε, «μπορείς να το κάνεις αυτό για ’μένα. Αν δεν μ’ αγαπάς, εντάξει. Αλλά αν είχες έναν φίλο, οποιοδήποτε φίλο, και ο φίλος σου ερχόταν να σε επισκεφθεί, εγώ θα τον έκανα να νιώσει άνετα». Σκούπισε τα χέρια της με το ποτηρόπανο.

«Δεν έχω κανέναν τυφλό φίλο», είπα.

«Δεν έχεις κανέναν φίλο», είπε. «Τελεία. Και πέρα απ’ αυτό», είπε, «μόλις πέθανε η γυναίκα του, πανάθεμά σε! Δεν το καταλαβαίνεις αυτό; Ο άνθρωπος έχασε τη γυναίκα του!»

Δεν απάντησα. Μου είχε πει κάτι λίγα για τη γυναίκα του τυφλού. Το όνομά της ήταν Μπιούλα. Μπιούλα! Αυτό είναι όνομα μαύρης γυναίκας.

«Ήταν νέγρα η γυναίκα του;»
«Τρελάθηκες;» είπε η γυναίκα μου. «Το ’χεις χάσει;» Πήρε μια πατάτα. Την είδα να χτυπάει στο πάτωμα, και μετά να κυλάει κάτω απ’ τον φούρνο. «Τι έχεις πάθει;» είπε. «Μεθυσμένος είσαι;»

«Απλά ρωτάω», είπα.

Τότε η γυναίκα μου με φόρτωσε με περισσότερες λεπτομέρειες από ότι ήθελα. Έφτιαξα ένα ποτό και κάθισα στο τραπέζι της κουζίνας ν’ ακούσω. Ένα ένα τα κομμάτια της ιστορίας άρχισαν να της δίνουν νόημα.

Η Μπιούλα είχε πάει να δουλέψει για τον τυφλό το επόμενο καλοκαίρι αφού η γυναίκα μου σταμάτησε να δουλεύει για εκείνον. Αρκετά σύντομα η Μπιούλα και ο τυφλός παντρεύτηκαν στην εκκλησία. Ήταν μικρή τελετή – καταρχήν, ποιος θα ’θελε να πάει σε τέτοιο γάμο; – μονάχα οι δυο τους, ο ιερέας και η γυναίκα του ιερέα. Παρόλα αυτά ήταν κανονικός θρησκευτικός γάμος. Ήταν αυτό που ήθελε η Μπιούλα, είχε πει εκείνος. Όμως από τότε θα πρέπει η Μπιούλα να κουβαλούσε τον καρκίνο στους αδένες της. Αφού πέρασαν αχώριστοι οχτώ χρόνια – της γυναίκας μου η λέξη, αχώριστοι – η υγεία της Μπιούλα πήρε έναν ταχύτατο κατήφορο. Πέθανε σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου του Σηάτλ, με τον τυφλό καθισμένο δίπλα στο κρεβάτι να της κρατάει το χέρι. Παντρεύτηκαν, έζησαν και δούλεψαν μαζί, κοιμήθηκαν μαζί – έκαναν σεξ, σίγουρα – και στο τέλος ο τυφλός έπρεπε να τη θάψει. Κι όλα αυτά χωρίς να έχει δει ποτέ πώς ήταν αυτή η ρημάδα η γυναίκα. Δεν το χωρούσε το μυαλό μου. Ακούγοντας αυτό, λυπήθηκα τον τυφλό για λίγο. Και μετά σκέφτηκα τι οικτρή ζωή πρέπει να έζησε αυτή η γυναίκα. Φαντάσου μια γυναίκα που δεν μπόρεσε ποτέ να δει τον εαυτό της μέσα από τα μάτια του αγαπημένου της. Μια γυναίκα που περνούσε τη μια μέρα μετά την άλλη χωρίς να ακούσει την παραμικρή φιλοφρόνηση από τον καλό της. Μια γυναίκα ο άνδρας της οποίας δεν μπορούσε ποτέ να διαβάσει την έκφραση του προσώπου της, είτε ήταν μίζερη ή κάτι καλύτερο. Κάποια που θα μπορούσε να βαφτεί ή όχι – ποια η διαφορά γι’ αυτόν; Θα μπορούσε αν ήθελε να βάλει πράσινη σκιά γύρω απ’ το ένα μάτι, μια παραμάνα στο ρουθούνι της, κίτρινη φόρμα και μωβ παπούτσια, δεν είχε σημασία. Και μετά να γλιστρήσει στο θάνατο, το χέρι του τυφλού πάνω στο δικό της, δάκρυα να χύνονται απ’ τα τυφλά του μάτια – σαν να το βλέπω τώρα – η τελευταία της σκέψη ίσως αυτή: πως εκείνος ούτε καν ήξερε ποτέ πως φαινόταν,  κι αυτή να έχει φτάσει σχεδόν στον τάφο. Ο Ρόμπερτ απέμεινε με μια μικρή αποζημίωση απ’ την ασφάλεια και μισό μεξικάνικο νόμισμα των είκοσι πέσο. Το άλλο μισό του νομίσματος μπήκε στο κουτί μαζί της. Αξιοθρήνητο.

Οπότε όταν ήρθε η ώρα, η γυναίκα μου πήγε στον σταθμό να τον παραλάβει. Μην έχοντας τίποτα άλλο να κάνω εκτός απ’ το να περιμένω –του ’ριξα το φταίξιμο γι’ αυτό, εννοείται – έπινα ένα ποτό και έβλεπα τηλεόραση, όταν άκουσα το αμάξι να μπαίνει στο πάρκινγκ έξω απ’ το σπίτι. Σηκώθηκα απ’ τον καναπέ και πήγα μέχρι το παράθυρο να ρίξω μια ματιά.

Είδα τη γυναίκα μου να γελάει καθώς πάρκαρε το αυτοκίνητο. Την είδα να βγαίνει απ’ το αμάξι και να κλείνει την πόρτα. Το χαμόγελο εκεί, το φορούσε ακόμα. Απίστευτο. Πήγε στην άλλη μεριά του αυτοκινήτου όπου ο τυφλός ετοιμαζόταν ήδη να βγει. Αυτός ο τυφλός, άκου να δεις, είχε κανονική γενειάδα! Τυφλός με γένια! Αν είναι δυνατόν. Ο τυφλός έσκυψε και τράβηξε μια βαλίτσα απ’ το πίσω κάθισμα. Η γυναίκα μου τον έπιασε αγκαζέ, έκλεισε την πόρτα του αυτοκινήτου, και, μιλώντας σε όλη τη διαδρομή, τον οδήγησε διασχίζοντας την αυλή και μετά ανεβαίνοντας τα σκαλιά στη μπροστινή βεράντα. Έκλεισα την τηλεόραση. Τέλειωσα το ποτό μου, ξέπλυνα το ποτήρι, στέγνωσα τα χέρια μου. Έπειτα πήγα στην πόρτα.

Η γυναίκα μου είπε «Θέλω να σου γνωρίσω τον Ρόμπερτ. Ρόμπερτ, αποδώ ο άντρας μου. Σου έχω μιλήσει γι’ αυτόν». Έλαμπε. Κρατούσε αυτόν τον τυφλό από το μανίκι του παλτού του.

Ο τυφλός άφησε κάτω τη βαλίτσα του και έτεινε το χέρι του.

Το έπιασα. Έσφιξε γερά,  κράτησε για λίγο το χέρι μου, και μετά το άφησε.

«Νιώθω σαν να έχουμε ήδη γνωριστεί», είπε με βροντερή φωνή.

«Παρομοίως»,  είπα. Δεν ήξερα τι άλλο να πω. Τότε είπα, «Καλωσόρισες. Έχω ακούσει πολλά για ’σένα». Ξεκινήσαμε να μετακινούμαστε τότε, σημειωτόν, από τη βεράντα στο σαλόνι, η γυναίκα μου να τον καθοδηγεί από το μπράτσο. Ο τυφλός κρατούσε τη βαλίτσα του στο άλλο χέρι. Η γυναίκα μου έλεγε πράγματα όπως «Αριστερά εδώ, Ρόμπερτ. Έτσι μπράβο. Τώρα πρόσεχε, μια καρέκλα. Ωραία. Κάτσε εδώ τώρα. Εδώ είναι ο καναπές. Πριν δυο βδομάδες τον πήραμε αυτόν τον καναπέ».

Πήγα να πω κάτι για τον παλιό καναπέ. Μου άρεσε εκείνος ο παλιός καναπές. Αλλά δεν είπα τίποτα. Έπειτα ήθελα να πω κάτι άλλο, κουβέντα να γίνεται, για την ωραία διαδρομή κατά μήκος του ποταμού Χάντσον. Πως, πηγαίνοντας στην Νέα Υόρκη, πρέπει να κάθεσαι στην δεξιά πλευρά του τρένου, και γυρίζοντας από ’κει, στην αριστερή.

«Ήταν καλό το ταξίδι σου με το τρένο;», είπα. «Αλήθεια, σε ποια πλευρά του τρένου κάθισες;»

«Τι ερώτηση είν’ αυτή, σε ποια πλευρά!» είπε η γυναίκα μου. «Τι σημασία έχει σε ποια πλευρά;»

«Απλά ρώτησα».

«Στη δεξιά πλευρά», είπε ο τυφλός. «Είχα να μπω σε τρένο σχεδόν σαράντα χρόνια. Από όταν ήμουνα παιδί. Με τους δικούς μου. Πάει πολύς καιρός. Είχα σχεδόν ξεχάσει την αίσθηση. Τώρα έχω χιόνια στα γένια μου», είπε. «Τουλάχιστον, έτσι μου λένε. Φαίνομαι διαπρεπής, αγαπημένη;» είπε ο τυφλός στη γυναίκα μου.

«Και βέβαια φαίνεσαι, Ρόμπερτ» είπε. «Ρόμπερτ», είπε, «Ρόμπερτ, χαίρομαι τόσο που σε βλέπω».

Η γυναίκα μου πήρε επιτέλους τη ματιά της από τον τυφλό και με κοίταξε. Είχα την αίσθηση πως δεν της άρεσε αυτό που έβλεπε. Ανασήκωσα τους ώμους μου.

Δεν είχα ξανασυναντήσει, ούτε είχα γνωρίσει ποτέ προσωπικά, κάποιον τυφλό. Αυτός ο τυφλός ήταν κοντά πενήντα, ένας σωματώδης άντρας που έχανε τα μαλλιά του, με καμπουριαστούς ώμους, σαν να κουβαλούσε ένα μεγάλο βάρος πάνω τους. Φορούσε καφέ παντελόνι, καφέ παπούτσια, ανοιχτό καφέ πουκάμισο, γραβάτα, μπουφανάκι. Στην τρίχα. Είχε και εκείνη την γενειάδα. Αλλά δεν χρησιμοποιούσε μπαστούνι ούτε φορούσε σκούρα γυαλιά. Πάντα πίστευα πως τα σκούρα γυαλιά ήταν απαραίτητα για τους τυφλούς. Για να πω την αλήθεια, μακάρι να φορούσε. Εκ πρώτης όψεως, τα μάτια του φαίνονταν σαν κανονικά μάτια. Αλλά αν τα κοιτούσες από κοντά, είχαν κάτι το διαφορετικό. Αρχικά η ίριδα παραήταν λευκή, και οι κόρες φαίνονταν να κινούνται στις κόγχες χωρίς αυτός να το γνωρίζει ή να μπορεί να το σταματήσει. Ανατριχιαστικό. Καθώς παρατηρούσα το πρόσωπό του, είδα την αριστερή κόρη να γυρνά προς τη μύτη του ενώ η άλλη προσπαθούσε να μείνει σταθερή σε ένα σημείο. Μα ήταν μόνο μια προσπάθεια, γιατί εκείνο το μάτι περιφερόταν χωρίς εκείνος να το ξέρει ή να το θέλει.

Είπα «Να σου φέρω ένα ποτό. Τι σου κάνει κέφι; Έχουμε λίγο απ’ όλα. Περνάμε την ώρα μας».

«Αγορίνα μου, εγώ είμαι ουισκάκιας», είπε απότομα με τρανταχτή φωνή.

«Ωραία», είπα. Αγορίνα μου! «Μια χαρά. Το φαντάστηκα».

Άφησε τα δάχτυλά του να αγγίξουν την βαλίτσα του, που βρισκόταν δίπλα στον καναπέ. Αποκτούσε αίσθηση του χώρου. Δεν μπορούσα να τον κατηγορήσω γι’ αυτό.

«Θα την πάω πάνω στο δωμάτιό σου», είπε η γυναίκα μου.

«Όχι, δεν πειράζει», είπε ο τυφλός δυνατά. «Μπορεί να ανέβει όταν ανέβω κι εγώ».

«Λίγο νερό με το ουίσκι;» είπα.

«Πολύ λίγο», είπε.

«Το φαντάστηκα», είπα.

«Μια σταλιά», είπε. «Σαν τον Ιρλανδό ηθοποιό, τον Μπάρυ Φιτζέραλντ; Έτσι είμαι κι εγώ. Όταν πίνω νερό, είπε ο Φιτστζέραλντ, πίνω νερό. Όταν πίνω ουίσκι, πίνω ουίσκι». Η γυναίκα μου γέλασε. Ο τυφλός έφερε το χέρι του κάτω απ’ τα γένια του. Τα σήκωσε αργά και τα άφησε να πέσουν.

Έφτιαξα τα ποτά, τρία μεγάλα ποτήρια ουίσκι με μια ιδέα νερό στο καθένα. Έπειτα βολευτήκαμε και μιλήσαμε για το ταξίδι του Ρόμπερτ. Πρώτα για την μεγάλη πτήση από τη Δυτική Ακτή στο Κονέτικατ, το καλύψαμε αυτό. Μετά από το Κονέτικατ μέχρι εδώ πάνω με το τρένο. Ήπιαμε άλλο ένα ποτό με αυτό το σκέλος του ταξιδιού.

Θυμήθηκα πως είχα διαβάσει κάπου ότι οι τυφλοί δεν καπνίζουν επειδή, έτσι λένε, δεν μπορούν να δουν τον καπνό που εκπνέουν. Ήμουνα σίγουρος πως αυτή η ελάχιστη γνώση μου για τους τυφλούς ίσχυε. Όμως αυτός ο τυφλός κάπνισε το τσιγάρο του μέχρι το φίλτρο και μετά άναψε κι άλλο. Αυτός ο τυφλός γέμισε το τασάκι του και η γυναίκα μου το άδειασε.

Όταν καθίσαμε στο τραπέζι να φάμε, ήπιαμε κι άλλο ποτό. Η γυναίκα μου φόρτωσε το πιάτο του Ρόμπερτ με φιλετάκια, πατάτες φούρνου, φασολάκια. Εγώ του βουτύρωσα δύο φέτες ψωμί. Είπα, «Εδώ έχει ψωμί με βούτυρο για ’σένα». Κατάπια λίγο απ’ το ποτό μου. «Τώρα ας κάνουμε την προσευχή μας», είπα, και ο τυφλός χαμήλωσε το κεφάλι του. Η γυναίκα μου με κοίταξε με το στόμα ανοιχτό. «Είθε το τηλέφωνο να μην χτυπήσει και το φαγητό να μην κρυώσει», είπα.

Πέσαμε με τα μούτρα. Φάγαμε ότι τρωγόταν στο τραπέζι. Φάγαμε σαν να μην υπήρχε αύριο. Δεν μιλούσαμε. Τρώγαμε. Καταβροχθίζαμε. Το τσακίσαμε το τραπέζι. Φαΐ να δει το μάτι σου. Ο τυφλός είχε εντοπίσει εξαρχής τα φαγητά του, ήξερε ακριβώς που βρισκόταν το κάθε τι στο πιάτο του. Παρακολουθούσα με θαυμασμό καθώς χρησιμοποιούσε το μαχαιροπίρουνό του στο κρέας. Έκοβε δυο κομμάτια κρέας, τα έχωνε με το πιρούνι στο στόμα του, και μετά έπεφτε πάνω στις πατάτες, έπειτα στα φασολάκια, και μετά έσκιζε ένα κομμάτι βουτυρωμένο ψωμί και το κατέβαζε κι αυτό. Αυτά ακολουθούσε μια μεγάλη γουλιά από γάλα. Και ούτε που τον ένοιαζε να χρησιμοποιεί και τα δάχτυλά του που και που.

Τα τελειώσαμε όλα, μαζί και μισή τάρτα φράουλας. Καθίσαμε ακίνητοι για λίγο, σαν αποσβολωμένοι. Χάντρες ιδρώτα αναδύθηκαν στα πρόσωπά μας. Επιτέλους, σηκωθήκαμε απ’ το τραπέζι αφήνοντας εκεί τα βρώμικα πιάτα. Δεν κοιτάξαμε πίσω. Κουβαληθήκαμε στο σαλόνι και βουλιάξαμε πάλι στις θέσεις μας. Ο Ρόμπερτ και η γυναίκα μου κάθισαν στον καναπέ. Εγώ έπιασα την μεγάλη πολυθρόνα. Ήπιαμε άλλα δυο τρία ποτά καθώς κουβέντιαζαν για τα σημαντικότερα γεγονότα που είχαν συμβεί στη ζωή τους τα τελευταία δέκα χρόνια. Εγώ κυρίως άκουγα. Κάπου κάπου συμμετείχα. Δεν ήθελα να νομίζει αυτός πως έφυγα απ’ το δωμάτιο, ούτε αυτή πως ένιωθα στην απέξω. Μιλούσαν για πράγματα που τους είχαν συμβεί – τους είχαν συμβεί! – αυτά τα δέκα χρόνια. Περίμενα μάταια να ακούσω το όνομά μου απ’ τα χειλάκια της γυναίκας μου: «Και τότε μπήκε στη ζωή μου ο γλυκός μου άντρας» – ή κάτι τέτοιο. Όμως δεν άκουσα κάτι ανάλογο. Κι άλλη κουβέντα για τον Ρόμπερτ. Ο Ρόμπερτ είχε κάνει λίγο απ’ όλα, όπως φαίνεται, ένας τυφλός για όλες τις δουλειές. Αλλά πιο πρόσφατα αυτός και η γυναίκα του είχαν πάρει την αντιπροσωπία μιας εταιρείας καλλυντικών, από την οποία, απ’ ότι κατάλαβα, έβγαζαν τα προς το ζην. Ο τυφλός ήταν και ραδιοερασιτέχνης. Μίλησε με την δυνατή του φωνή για τις συζητήσεις του με συναδέλφους στο Γκουάμ, στις Φιλιππίνες, στην Αλάσκα, ακόμα και στην Αϊτή. Είπε πως είχε πολλούς φίλους εκεί αν ήθελε να επισκεφθεί εκείνα τα μέρη. Κάθε τόσο, γυρνούσε το τυφλό του πρόσωπο προς το μέρος μου, έβαζε το χέρι του κάτω απ’ τα γένια του, με ρωτούσε κάτι. Πόσο καιρό ήμουνα στην τωρινή μου δουλειά; (Τρία χρόνια.) Μου άρεσε η δουλειά μου; (Όχι.) Θα συνέχιζα να την κάνω; (Είχα επιλογή;) Όταν σκέφτηκα ότι, επιτέλους, άρχιζε να καταρρέει, σηκώθηκα και άναψα την τηλεόραση.

Η γυναίκα μου με κοίταξε ενοχλημένη. Είχε αρχίσει να βράζει. Μετά κοίταξε τον τυφλό και είπε, «Ρόμπερτ, έχεις τηλεόραση;»

Ο τυφλός είπε, «Αγαπημένη, έχω δύο τηλεοράσεις. Μία έγχρωμη και ένα ασπρόμαυρο πράγμα, μια παλιατζούρα. Είναι αστείο, αλλά όταν ανάβω τηλεόραση, και την ανάβω συνέχεια, ανάβω την έγχρωμη. Δεν είναι αστείο;»

Δεν ήξερα τι να απαντήσω σ’ αυτό. Δεν είχα τίποτα απολύτως να απαντήσω σ’ αυτό. Καμία σκέψη. Οπότε παρακολούθησα τις ειδήσεις και προσπάθησα να ακούσω τι έλεγε ο εκφωνητής.

«Αυτή η τηλεόραση είναι έγχρωμη», είπε ο τυφλός, «Μη με ρωτήσεις πώς το ξέρω, αλλά το κατάλαβα».

«Αλλάξαμε την παλιά πριν από καιρό», είπα.

Ο τυφλός ήπιε άλλη μια γουλιά από το ποτό του. Έπιασε τη γενειάδα του, τη μύρισε, και την άφησε να πέσει. Ανασηκώθηκε στον καναπέ. Μετακίνησε ελαφρώς το τασάκι στο τραπεζάκι, έπειτα έφερε τον αναπτήρα στο τσιγάρο του. Έγειρε πάλι πίσω στον καναπέ και σταύρωσε τα πόδια στους αστράγαλους.

Η γυναίκα μου έφερε την παλάμη της στο στόμα της, και μετά χασμουρήθηκε. Τεντώθηκε. «Λέω να πάω πάνω να βάλω τη ρόμπα μου. Να βάλω κάτι πιο άνετο. Ρόμπερτ, θέλω να νιώθεις σαν στο σπίτι σου», είπε.

«Είμαι μια χαρά», είπε ο τυφλός.

«Θέλω να νιώθεις άνετα σ’ αυτό το σπίτι», του απάντησε.

«Νιώθω άνετα», είπε ο τυφλός.

Αφού έφυγε απ’ το δωμάτιο, αυτός κι εγώ ακούσαμε το δελτίο καιρού και μετά τα αθλητικά. Είχε λείψει τόση ώρα που δεν ήξερα αν θα γυρνούσε. Σκέφτηκα πως μπορεί να είχε πέσει για ύπνο. Ήθελα να ξανακατέβει. Δεν ήθελα να μείνω μόνος με έναν τυφλό. Τον ρώτησα αν ήθελε άλλο ποτό, είπε γιατί όχι. Και μετά τον ρώτησα αν ήθελε να καπνίσουμε λίγο χόρτο. Του είπα πως μόλις είχα στρίψει ένα τρίφυλλο. Δεν το ’χα κάνει ακόμα, αλλά είχα σκοπό να το κάνω στα γρήγορα.

«Θα δοκιμάσω ένα μαζί σου», είπε.

«Έτσι μπράβο», είπα. «Καλά το πάς».

Έφερα τα ποτά μας και κάθισα δίπλα του στον καναπέ. Έστριψα δύο τρίφυλλα. Άναψα ένα και το έκανα πάσα. Το έφερα στα δάχτυλά του. Το πήρε και τράβηξε.

«Κράτα το όσο πιο πολύ μπορείς», είπα. Κατάλαβα ότι δεν ήξερε Χριστό.

Η γυναίκα μου ξανακατέβηκε φορώντας τη ροζ ρόμπα της και τις ροζ παντόφλες της.

«Τι μυρίζω;», είπε.

«Είπαμε να απολαύσουμε λίγο χασίσι», είπα.

Η γυναίκα μου με κοίταξε άγρια. Έπειτα κοίταξε τον τυφλό και είπε, «Ρόμπερτ, δεν ήξερα ότι κάπνιζες».

Εκείνος είπε «Τώρα καπνίζω, αγαπημένη. Για όλα υπάρχει πρώτη φορά. Αλλά δεν νιώθω τίποτα ακόμα».

«Αυτό το πράμα είναι αρκετά απαλό», είπα. «Είναι ελαφρύ. Είναι χόρτο που σε πάει», είπα, «δε σε στέλνει».

«Αυτό μας έλειπε, αγορίνα», είπε, και γέλασε.

Η γυναίκα μου κάθισε στον καναπέ ανάμεσα στον τυφλό και σ’ εμένα. Της πάσαρα το τσιγαριλίκι. Το πήρε και τράβηξε μια τζούρα και μετά μου το ξανάδωσε. «Ποιος έχει σειρά;», ρώτησε. Έπειτα είπε, «Δεν θα ’πρεπε να καπνίζω. Με το ζόρι κρατάω τα μάτια μου ανοιχτά. Το φαγητό με ξέκανε. Δεν έπρεπε να φάω τόσο πολύ».

«Η τάρτα φράουλα ήταν», είπε ο τυφλός. «Αυτή σε χάλασε», είπε, και γέλασε με το δυνατό του γέλιο. Ύστερα κούνησε το κεφάλι του.

«Έχει κι άλλη τάρτα φράουλα», είπα.

«Θες κι άλλη, Ρόμπερτ;» είπε η γυναίκα μου.

«Ίσως σε λίγο», είπε.

Αφιερώσαμε την προσοχή μας στην τηλεόραση. Η γυναίκα μου ξαναχασμουρήθηκε. Είπε, «Το κρεβάτι σου είναι στρωμένο, όποτε θες να πας για ύπνο, Ρόμπερτ. Πρέπει να είσαι κουρασμένος. Όταν είσαι έτοιμος να πας για ύπνο, πες».

Τράβηξε το μπράτσο του. «Ρόμπερτ;»

Συνήλθε και είπε «Πραγματικά πέρασα πολύ όμορφα. Δεν είναι καλύτερα απ’ τις κασέτες;»

Είπα, «Σού ’ρχεται», και του έβαλα το τσιγάρο ανάμεσα στα δάχτυλα. Κατέβασε τον καπνό, τον κράτησε, μετά φύσηξε. Ήταν σαν να το έκανε απ’ τα εννιά του.

«Ευχαριστώ, αγορίνα», είπε. «Αλλά εγώ τέλος. Νομίζω πως αρχίζει και με βαράει», είπε. Έτεινε την καυτή τζιβάνα προς τη γυναίκα μου.

«Μια απ’ τα ίδια», είπε. «Επίσης. Κι εγώ». Πήρε τη τζιβάνα και μου την έδωσε. «Μπορεί να κάτσω λίγο εδώ ανάμεσά σας και να κλείσω τα μάτια μου. Αλλά μην σας ενοχλώ, ε; Κανέναν σας. Αν σας ενοχλώ, πείτε το. Αλλιώς, μπορεί απλά να κάτσω λίγο εδώ με τα μάτια κλειστά μέχρι να πάτε για ύπνο», είπε. «Το κρεβάτι σου είναι στρωμένο, Ρόμπερτ, όταν είσαι έτοιμος. Είναι ακριβώς δίπλα στο δωμάτιό μας, κοντά στη σκάλα. Θα πάμε μαζί όταν είσαι έτοιμος. Ξυπνήστε με, παιδιά, αν με πάρει ο ύπνος». Μόλις το είπε αυτό έκλεισε τα μάτια της και αποκοιμήθηκε.

Οι ειδήσεις τελείωσαν. Σηκώθηκα και άλλαξα κανάλι. Ξανακάθισα στον καναπέ. Ευχόμουν να μην τά ’χε φτύσει η γυναίκα μου. Το κεφάλι της ήταν πεσμένο πίσω στον καναπέ με το στόμα της ανοιχτό. Είχε γυρίσει στο πλάι έτσι που η ρόμπα της είχε γλιστρήσει απ’ τα πόδια της, αποκαλύπτοντας ένα χυμώδες μπούτι. Έκανα να τραβήξω τη ρόμπα πάνω της, και ήταν τότε που η ματιά μου έπεσε πάνω στον τυφλό. Δε γαμιέται! Ξανατράβηξα πίσω τη ρόμπα.

«Πες άμα θες κι άλλη τάρτα φράουλα», είπα.

«Εντάξει», είπε.

Είπα «Είσαι κουρασμένος; Θες να σε πάω πάνω στο κρεβάτι σου; Είσαι έτοιμος να την πέσεις;»

«Όχι ακόμα», είπε. «Όχι, θα μείνω μαζί σου, αγορίνα. Αν δεν σε πειράζει. Θα μείνω ξύπνιος μέχρι να είσαι έτοιμος για ύπνο. Δεν είχαμε την ευκαιρία να τα πούμε. Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω; Νομίζω πως εγώ κι αυτή μονοπωλήσαμε τη βραδιά». Ανασήκωσε τη γενειάδα του και την άφησε να πέσει. Έπιασε τα τσιγάρα και τον αναπτήρα του.

«Δεν πειράζει», είπα. «Τη θέλω την παρέα»

Και μάλλον έτσι ένιωθα. Κάθε βράδυ κάπνιζα χόρτο και έμενα ξύπνιος όσο περισσότερο μπορούσα. Η γυναίκα μου κι εγώ δεν πηγαίναμε σχεδόν ποτέ για ύπνο την ίδια ώρα. Κι όταν τελικά πήγαινα για ύπνο, έβλεπα κάτι όνειρα. Μερικές φορές με ξυπνούσαν, με την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή.

Κάτι για την εκκλησία και τον Μεσαίωνα έπαιζε στην τηλεόραση. Όχι απ’ τα συνηθισμένα, ελαφριά προγράμματα. Ήθελα να δω κάτι άλλο. Έκανα μια γύρα τα κανάλια. Αλλά δεν είχε τίποτα. Έτσι ξανάβαλα το αρχικό κανάλι και απολογήθηκα.

«Αγορίνα, δεν πειράζει», είπε ο τυφλός. «Δεν με νοιάζει εμένα. Βάλε ότι θες να δεις. Πάντα κάτι μαθαίνω. Η μάθηση δεν τελειώνει ποτέ. Καλό θα μου κάνει να μάθω κάτι απόψε. Έχω αυτιά» είπε.

Για κάποια ώρα δεν είπαμε τίποτα. Ήταν γερμένος μπροστά με το κεφάλι του στραμμένο προς το μέρος μου, με το δεξί του αυτί προς την κατεύθυνση της συσκευής. Πολύ παράξενο να το βλέπεις. Κάθε τόσο τα βλέφαρά του γλάρωναν, μέχρι που ξανάνοιγαν απότομα. Κάθε τόσο έχωνε τα δάχτυλά του στα γένια του και τα τραβούσε, σαν να σκεφτόταν κάτι που άκουγε στην τηλεόραση.

Στην οθόνη, μια ομάδα αντρών που φορούσαν ράσα με κουκούλες δέρνονταν και βασανίζονταν από κάποιους άλλους που ήταν ντυμένοι σκελετοί και διάβολοι. Εκείνοι που ήταν ντυμένοι διάβολοι φορούσαν μάσκες διαβόλου, κέρατα και μακριές ουρές. Αυτή η αναπαράσταση ήταν μέρος μιας πομπής. Ο Άγγλος που αφηγούταν όλο αυτό είπε ότι διαδραματιζόταν στην Ισπανία μια φορά το χρόνο. Προσπάθησα να εξηγήσω στον τυφλό τι συνέβαινε.

«Σκελετοί», είπε. «Ξέρω για τους σκελετούς», είπε, και κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

Η τηλεόραση έδειξε έναν καθεδρικό ναό. Έπειτα ένα μακρύ, αργό πλάνο ενός άλλου. Στο τέλος η εικόνα άλλαξε σε εκείνον τον πασίγνωστο ναό στο Παρίσι, με τα αέρινα αντερείσματα και τα κωδωνοστάσιά του να τεντώνονται προς τα σύννεφα. Η κάμερα τραβήχτηκε προς τα πίσω για να δείξει ολόκληρο τον καθεδρικό ναό που υψωνόταν πάνω απ’ τον ορίζοντα.

Υπήρχαν στιγμές που ο Άγγλος που αφηγούταν αυτό το πράγμα το βούλωνε, άφηνε την κάμερα να περιπλανηθεί πάνω από τους καθεδρικούς ναούς. Ή η κάμερα περιδιάβαινε στην ύπαιθρο, με άντρες να προχωράνε πίσω από βόδια στα χωράφια. Περίμενα όσο περισσότερο μπορούσα. Τότε ένιωσα πως έπρεπε να πω κάτι. Είπα, «Δείχνουν το εξωτερικό αυτού του καθεδρικού ναού τώρα. Τις τερατόμορφες υδρορρόες. Μικρά αγάλματα λαξεμένα να μοιάζουν με τέρατα. Τώρα μου φαίνεται πως είναι στην Ιταλία. Ναι, στην Ιταλία είναι. Έχει τοιχογραφίες αυτή η εκκλησία».

«Νωπογραφίες είναι, αγορίνα;» ρώτησε, κι ήπιε μια γουλιά απ’ το ποτό του.

Έκανα να πιάσω το ποτήρι μου. Αλλά ήταν άδειο. Προσπάθησα να θυμηθώ ότι μπορούσα να θυμηθώ. «Με ρωτάς αν είναι νωπογραφίες;», είπα. «Καλή ερώτηση. Δεν ξέρω».

Η κάμερα πέρασε σε έναν καθεδρικό ναό έξω από τη Λισσαβώνα. Οι διαφορές μεταξύ του πορτογαλικού ναού σε σύγκριση με τους γαλλικούς και τους ιταλικούς δεν ήταν και τόσο σημαντικές. Ωστόσο υπήρχαν. Κυρίως στο μέσα. Τότε συνειδητοποίησα κάτι, και είπα «Μόλις συνειδητοποίησα κάτι. Έχεις ιδέα τι είναι καθεδρικός ναός; Πώς φαίνονται στην όψη δηλαδή; Με πιάνεις; Αν κάποιος σου πει ’καθεδρικός ναός’, έχεις καμία ιδέα για ποιο πράγμα μιλάει; Ξέρεις, ας πούμε, τη διαφορά ανάμεσα σ’ αυτόν και σε μια εκκλησία Βαπτιστών;»

Άφησε τον καπνό να ξεχυθεί απ’ το στόμα του. «Ξέρω πως χρειάστηκαν πενήντα και εκατό χρόνια και εκατοντάδες εργάτες για να χτιστούν» είπε. «Μόλις άκουσα τον αφηγητή να το λέει, βέβαια. Ξέρω πως γενιές ολόκληρες των ίδιων οικογενειών δούλευαν σε έναν καθεδρικό ναό. Κι αυτό το άκουσα να το λέει. Οι άντρες που ξεκινούσαν τη ζωή τους δουλεύοντας σ’ αυτόν, δεν ζούσαν για να δουν την ολοκλήρωση του έργου τους. Απ’ αυτήν την άποψη, αγορίνα, δεν διαφέρουν και πολύ από εμάς τους υπόλοιπους, σωστά;» Γέλασε. Τότε τα βλέφαρά του γλάρωσαν πάλι. Το κεφάλι του έγειρε μπροστά. Φαινόταν σαν να λαγοκοιμόταν. Ίσως να φανταζόταν τον εαυτό του στην Πορτογαλία. Η τηλεόραση έδειχνε έναν άλλο καθεδρικό ναό τώρα. Αυτός ήταν στη Γερμανία. Η φωνή του Άγγλου συνέχισε το βουητό της. «Καθεδρικοί ναοί», είπε ο τυφλός. Ανακάθισε και κούνησε το κεφάλι του πέρα δώθε. «Να σου πω την αλήθεια, αγορίνα, αυτά ξέρω μόνο. Αυτά που μόλις είπα. Αυτά που τον άκουσα να λέει. Αλλά ίσως θα μπορούσες να μου περιγράψεις έναν; Μακάρι να το ’κανες. Θα το ’θελα. Αν θες να ξέρεις, πραγματικά δεν έχω ξεκάθαρη εικόνα».

Κοίταξα επίμονα το πλάνο του καθεδρικού ναού στην τηλεόραση. Πώς να ξεκινήσω καν να τον περιγράφω; Αλλά πες πως η ζωή μου εξαρτιόταν απ’ αυτό. Πες πως κάποιος τρελός απειλούσε τη ζωή μου λέγοντας πως έπρεπε να το κάνω ή αλίμονό μου.

Παρατήρησα άλλο λίγο τον καθεδρικό ναό πριν το πλάνο γυρίσει στο επαρχιακό τοπίο. Δεν γινόταν τίποτα. Στράφηκα στον τυφλό και είπα «Καταρχήν, είναι πανύψηλοι». Κοίταξα τριγύρω στο δωμάτιο για ιδέες. «Φτάνουν πολύ ψηλά. Ψηλά και πιο ψηλά. Στον ουρανό. Είναι τόσο θεόρατοι, κάποιοι απ’ αυτούς, χρειάζονται κάτι υποστηρίγματα. Για να τους κρατούν όρθιους, κατά κάποιον τρόπο. Αυτά τα υποστηρίγματα λέγονται επίστεγες αντηρίδες. Θυμίζουν οδογέφυρες, για κάποιο λόγο. Αλλά ίσως ούτε τις οδογέφυρες θα ξέρεις, ε; Μερικές φορές οι ναοί έχουν διαβόλους και τέτοια σμιλεμένα στην πρόσοψη. Μερικές φορές λόρδους και ευγενείς κυρίες. Μη με ρωτήσεις γιατί είναι έτσι», είπα.

Έγνεφε καταφατικά. Όλο το πάνω μέρος του κορμιού του φαινόταν πως κουνιόταν πέρα δώθε.

«Δεν τα πάω και τόσο καλά, ε;», είπα.

Σταμάτησε να γνέφει και έγειρε μπροστά στην άκρη του καναπέ. Καθώς με άκουγε, περνούσε τα δάχτυλά του στα γένια του. Δεν τον έκανα να καταλάβει, αυτό το έβλεπα. Αλλά παρόλα αυτά περίμενε να συνεχίσω. Κούνησε το κεφάλι του, σαν να προσπαθούσε να με ενθαρρύνει. Προσπάθησα να σκεφτώ τι άλλο να πω. «Είναι πολύ μεγάλοι», είπα. «Είναι τεράστιοι. Είναι φτιαγμένοι από πέτρα. Και μάρμαρο, καμιά φορά. Εκείνα τα παλιά τα χρόνια, όταν έχτιζαν καθεδρικούς ναούς, οι άνθρωποι θέλανε να πλησιάσουν τον Θεό. Εκείνα τα παλιά τα χρόνια, ο Θεός ήταν σημαντικό κομμάτι της ζωής των ανθρώπων. Αυτό φαίνεται από το χτίσιμο των ναών. Συγγνώμη», είπα, «αλλά μάλλον αυτό είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω για σένα. Απλά δεν είμαι καθόλου καλός σ’ αυτό».

«Δεν πειράζει, αγορίνα»,, είπε ο τυφλός. «Να σου πω. Ελπίζω να μην σε πειράζει που σε ρωτάω. Να σε ρωτήσω κάτι; Να σου κάνω μια απλή ερώτηση, ναι ή όχι. Από περιέργεια, και χωρίς παρεξήγηση. Είσαι ο οικοδεσπότης μου. Αλλά να ρωτήσω αν είσαι καθόλου θρησκευόμενος; Δεν σε πειράζει που ρωτάω;»

Κούνησα αρνητικά το κεφάλι μου. Δεν μπορούσε να το δει αυτό, όμως. Για έναν τυφλό είτε γνέψεις είτε κλείσεις το μάτι, το ίδιο κάνει. «Μάλλον δεν πιστεύω. Σε τίποτα. Είναι φορές που είναι δύσκολο. Με πιάνεις;»

«Σίγουρα», είπε.

«Ωραία» είπα.

Ο Άγγλος εκεί, απτόητος. Η γυναίκα μου αναστέναξε στον ύπνο της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε να κοιμάται.

«Θα πρέπει να με συγχωρέσεις», είπα. «Όμως δεν μπορώ να σου περιγράψω πως είναι οι καθεδρικοί ναοί. Απλά δεν το ’χω. Δεν μπορώ να κάνω κάτι παραπάνω απ’ ότι έκανα ήδη».

Ο τυφλός κάθισε ακίνητος, με το κεφάλι του χαμηλωμένο, καθώς με άκουγε.

Είπα «Η αλήθεια είναι πως οι καθεδρικοί ναοί δεν σημαίνουν τίποτα ιδιαίτερο για ’μένα. Τίποτα. Καθεδρικοί ναοί. Είναι κάτι που μπορεί να δεις στην μεταμεσονύκτια τηλεόραση. Αυτό είναι μόνο».

Τότε ήταν που ο τυφλός έβηξε καθαρίζοντας τον λαιμό του. Κάτι ανέβασε. Έβγαλε ένα μαντίλι από την κωλότσεπή του. Έπειτα είπε «Καταλαβαίνω, αγορίνα. Δεν πειράζει. Συμβαίνει. Μην σε νοιάζει», είπε. «Άκου εδώ. Θα μου κάνεις μια χάρη; Έχω μια ιδέα. Μπορείς να μας βρεις λίγο χαρτόνι; Και ένα στυλό. Θα κάνουμε κάτι. Θα ζωγραφίσουμε έναν μαζί. Φέρε ένα στυλό κι ένα χοντρό χαρτόνι. Έλα, πήγαινε αγορίνα, φέρ’ τα», είπε.

Κι έτσι ανέβηκα πάνω. Ένιωθα πως τα πόδια μου δεν είχαν καθόλου δύναμη. Τα ένιωθα όπως μετά από τρέξιμο. Έριξα μια ματιά στο δωμάτιο της γυναίκας μου. Βρήκα μερικά στυλό διαρκείας σε ένα μικρό καλάθι στο τραπέζι της. Και μετά προσπάθησα να σκεφτώ πού να ψάξω για το είδος χαρτιού που ζητούσε.

Κάτω, στην κουζίνα, βρήκα μια χάρτινη σακούλα με φλούδες από κρεμμύδια στον πάτο της. Την άδειασα και την τίναξα. Την έφερα στο σαλόνι και κάθισα δίπλα του κοντά στα πόδια του. Μετακίνησα μερικά πράγματα, την ίσιωσα και την άπλωσα στο τραπέζι.

Ο τυφλός κατέβηκε από τον καναπέ και κάθισε δίπλα μου στο χαλί. Πέρασε τα δάχτυλά του πάνω στο χαρτί. Ψηλάφισε τα πλάγια του χαρτιού. Τις άκρες, ακόμα και τις άκρες. Άγγιξε τις γωνίες.

«Εντάξει», είπε. «Έτοιμοι, έλα να τον φτιάξουμε».

Βρήκε το χέρι μου, το χέρι με το στυλό. Έκλεισε το δικό του πάνω του. «Ξεκίνα, αγορίνα, ζωγράφισε», είπε. «Ζωγράφισε. Θα δεις. Θα σ’ ακολουθώ κι εγώ. Θα τα καταφέρουμε. Απλά ξεκίνα τώρα όπως σου είπα. Θα δεις. Ζωγράφισε», είπε ο τυφλός.

Κι έτσι ξεκίνησα. Πρώτα ζωγράφισα ένα κουτί που έμοιαζε με σπίτι. Θα μπορούσε να ήταν το σπίτι όπου ζούσα. Έπειτα έβαλα πάνω του μια σκεπή. Στην κάθε άκρη της, ζωγράφισα κωδωνοστάσια. Τρελό.

«Απίθανα», είπε, «Εξαιρετικά. Τα πας μια χαρά», είπε. «Δεν περίμενες ποτέ να γίνει κάτι σαν κι αυτό στη ζωή σου, ε αγορίνα; Είναι παράξενη η ζωή, το ξέρουμε όλοι αυτό. Συνέχισε λοιπόν. Μη σταματάς».

Έβαλα τοξωτά παράθυρα. Σχεδίασα επίστεγες αντηρίδες. Όρθωσα τεράστιες θύρες. Δεν μπορούσα να σταματήσω. Το τηλεοπτικό πρόγραμμα τελείωσε. Άφησα κάτω το στυλό και έκλεισα και άνοιξα τα δάχτυλά μου. Ο τυφλός ψηλάφισε το χαρτί. Έσυρε τις άκρες των δαχτύλων του πάνω στο χαρτί, πάνω σ’ αυτά που είχα ζωγραφίσει, και κούνησε το κεφάλι.

«Μια χαρά τα πας», είπε ο τυφλός.

Έπιασα ξανά το στυλό, κι εκείνος βρήκε το χέρι μου. Συνέχισα. Δεν είμαι καλλιτέχνης. Αλλά συνέχισα παρόλα αυτά να ζωγραφίζω.

Η γυναίκα μου άνοιξε τα μάτια της και προσήλωσε το βλέμμα της πάνω μας. Ανακάθισε στον καναπέ, με τη ρόμπα της να κρέμεται ανοιχτή. Είπε, «Τι κάνετε; Πείτε μου, θέλω να μάθω».

Δεν της απάντησα.

Ο τυφλός είπε «Ζωγραφίζουμε έναν καθεδρικό ναό. Εγώ κι αυτός το δουλεύουμε. Πάτα το με πίεση», είπε σ’ εμένα. «Έτσι μπράβο. Τώρα είναι εντάξει», είπε. «Ωραία. Το ’χεις, αγορίνα. Το κατάλαβα. Δεν πίστευες ότι μπορούσες. Αλλά μπορείς, έτσι δεν είναι; Έχεις πάρει φωτιά τώρα. Με πιάνεις; Σε λίγο θα έχουμε κάτι φοβερό εδώ. Πώς πάει το χέρι σου;» είπε. «Βάλε και μερικούς ανθρώπους τώρα. Γίνεται, ναός χωρίς ανθρώπους;»

Η γυναίκα μου είπε «Τι γίνεται εδώ; Ρόμπερτ, τι κάνετε; Τι γίνεται εδώ;»

«Εντάξει είμαστε», της είπε. «Κλείσε τα μάτια σου τώρα», είπε σ’ εμένα ο τυφλός.

Το έκανα. Τα έκλεισα, όπως μου είπε.

«Είναι κλειστά;» είπε. «Μην κλέβεις».

«Είναι κλειστά», είπα.

«Κλειστά κράτα τα», είπε. «Μην σταματάς τώρα. Ζωγράφισε».

Κι έτσι συνεχίσαμε. Τα δάχτυλά του οδηγούσαν τα δικά μου καθώς το χέρι μου διέσχιζε το χαρτί. Δεν έχω ξαναζήσει τίποτα σαν κι αυτό μέχρι τώρα.

Τότε είπε «Νομίζω πως αυτό είναι. Νομίζω πως το κατάφερες. Για δες. Πώς σου φαίνεται;»

Αλλά είχα τα μάτια μου κλειστά. Είπα να τα κρατήσω έτσι για λίγο ακόμα. Σκέφτηκα πως ήταν κάτι που έπρεπε να κάνω.

«Λοιπόν;» είπε. «Κοιτάς;»

Τα μάτια μου ήταν ακόμη κλειστά. Βρισκόμουν μέσα στο σπίτι μου. Το ήξερα αυτό. Αλλά δεν ένιωθα πως βρισκόμουν μέσα σε τίποτα.

«Δεν υπάρχει», είπα.

ΡΕΫΜΟΝΤ ΚΑΡΒΕΡ

Μετάφραση από τα αγγλικά: Έλλη Κούσουλα

 

Ρέ­υμοντ Κάρ­βερ (Raymond Carver) (Ὄ­ρεγ­κον, ΗΠΑ 1938 – Πὸρτ Ἄν­τζε­λες, Οὐ­ά­σιν­γκτον, ΗΠΑ, 1988). Δι­η­γη­μα­το­γρά­φος καὶ ποι­η­τής, δη­μο­σί­ευ­σε τὸ πρῶ­το του δι­ή­γη­μα τὸ 1961. Ἐ­πὶ χρό­νια ἐρ­γά­στη­κε ὡς κα­θη­γη­τὴς δη­μι­ουρ­γι­κῆς γρα­φῆς σὲ δι­ά­φο­ρα πα­νε­πι­στή­μια. Τὸ 1983 τοῦ ἀ­πο­νε­μή­θη­κε τὸ βρα­βεῖ­ο Μίλ­ντρεντ καὶ Χά­ρολντ Στρά­ους ἀ­πὸ τὴν Ἀ­με­ρι­κα­νι­κὴ Ἀ­κα­δη­μί­α Τε­χνῶν καὶ Γραμ­μά­των, ποὺ του ἐ­πέ­τρε­ψε νὰ ἀ­φο­σι­ω­θεῖ ἀ­πε­ρί­σπα­στος στὸ γρά­ψι­μο. Τὴν ἴ­δια χρο­νιὰ κυ­κλο­φό­ρησε ἡ συλ­λο­γὴ δι­η­γη­μά­των τοῦ Κα­θε­δρι­κὸς να­ός, ἡ ὁ­ποί­α ἦ­ταν ὑ­πο­ψή­φια γιὰ τὸ βρα­βεῖ­ο Πού­λι­τζερ.
Ἕλ­λη Κού­σου­λα. Μεταφράστρια, μεταξύ άλλων, ενός παραμυθιού για μεγάλους στα αγγλικά (The Boy Who Swallowed a Whale, Nikos Roussos, 2015) και του διηγήματος της Michelle Ross Η άμμος και η θάλασσα στα ελληνικά (Πλανόδιον, 2018).