Η «Μελανθώ» του κ. Χρίστου Δάλκου από φιλολογικής απόψεως κρινομένη

του ΝΕΑΡΧΟΥ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ[1]

Καίτοι ἀπὸ μακροῦ τὸ «λάλον ὕδωρ» τῆς φιλολογίας «ἀπέσβετο» μᾶλλον εἰς τὸν τόπον μας, ὑπάρχουν ἐν τούτοις εἰσέτι ἀσθενεῖς φωναί, ἀποπειρώμεναι τὴν συνέχισιν μακρᾶς πνευματικῆς παραδόσεως. Εἰς τὴν χορείαν τοιούτων φωνῶν θὰ ἐπεθύμουν νὰ καταλέξω καὶ τὸ πόνημα τοῦ κ. Χρίστου Δάλκου «Μελανθώ», καίτοι προδήλως λογοτεχνικῶν προθέσεων, εἰκάζων ὅτι ὁ συγγραφεύς, διστάζων νὰ παρουσιάσῃ τὰς ἐξόχως αἱρετικάς του θεωρίας ὑπὸ τύπον φιλολογικῆς πραγματείας, προετίμησεν τὴν ὁδὸν τῆς, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, «δημιουργικῆς φαντασιώσεως».

Ὁ ὑποφαινόμενος ἀνήκω εἰς γενεὰν ἡ ὁποία ἐσυνήθισε νὰ λέγῃ τὰ «σῦκα σῦκα καὶ τὴν σκάφην σκάφην», ὡς ἐκ τούτου θὰ παρακάμψω τὸ λογοτεχνικὸν τέχνασμα καὶ θὰ κρίνω τὸ πόνημα ὡς πραγματείαν φιλολογικήν, ἀποσκοποῦσαν νὰ εἰσαγάγῃ καινὰ δαιμόνια εἰς τὰς ὁμηρικὰς σπουδάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, ὡς ἔδειξεν καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ πρώτου διδάξαντος Σωκράτους, δὲν εἶναι ἐκ προοιμίου καταδικαστέον.

Προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὸ κύριον ἀντικείμενον τῆς κρίσεώς μου, ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς γλώσσης τοῦ συγγραφέως: Ὀρθῶς ἀκολουθεῖ τὸ σύστημα τῆς ἱστορικῆς ὀρθογραφίας, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν τόπον μας ὑφίσταται ἐπὶ τριακονταπενταετίαν τοὐλάχιστον ἀνηλεῆ διωγμόν, διαπράττει ὅμως τὸ σφᾶλμα νὰ ὀβελίζῃ τὴν βαρεῖαν, Κύριος οἶδεν ἀπὸ ποίου νεωτερίζοντος πνεύματος ἑνὸς ἐλαχίστου γλωσσικοῦ «προοδευτισμοῦ» ὁρμώμενος. Ὡσαύτως καταδικαστέαι κρίνονται μικραί τινες ἀποκλίσεις ἀπὸ τῆς ὀρθῆς συντάξεως καὶ ἐκφράσεως οἷον «εἰκόνες ἀμύθητης ἀξίας καὶ παλαιότητας», ὅπου διὰ πρώτην, καὶ μοναδικήν, εὔχομαι, φορὰν εὑρισκόμεθα πρὸ «ἀμυθήτου παλαιότητος».

Ἀλλ᾿ ἂς μὴ μεριμνῶμεν, κατὰ τὸ εὐαγγελικόν, καὶ τυρβαζώμεθα περὶ πολλά, ἀφ᾿ οὗ ἑνός ἐστι χρεία, εἶναι δὲ τοῦτο τὸ ἓν ὁ πυρὴν τῆς φιλολογικῆς «θεωρίας» τοῦ κ. Χρίστου Δάλκου, ἤτοι ἡ εὐφάνταστος ἄποψις ὅτι ἡ δούλη Μελανθὼ ἦτο εἰς τὴν πραγματικότητα ἡ πολιορκουμένη ὑπὸ τῶν μνηστήρων νύμφη, ἡ μέλλουσα, ὡς εἰκάζεται ἀπὸ ρητὰς ἀναφορὰς καὶ ὑπορρήτους ὑπαινιγμούς, νὰ νυμφευθῇ τὸν Εὐρύμαχον. Ὁ συγγραφεὺς εἰκάζει ὅτι ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ἔπους διεξάγεται ἀδυσώπητος ἀγὼν μεταξὺ νεοκόπου πατριαρχικῆς ἐξουσίας καὶ παλαιφάτου μητριαρχικῆς παραδόσεως, ἡ δὲ ἐπικράτησις τῆς πρώτης ὁδηγεῖ εἰς τὴν «λογοκριτικοῦ» χαρακτῆρος μερικὴν ἀντικατάστασιν τῆς Μελανθοῦς διὰ τοῦ αἰγοβοσκοῦ Μελανθίου, οὕτως ὥστε νὰ σβεσθοῦν τὰ ἔνοχα ἴχνη τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀνδρικῆς ἐξουσίας ἐπ᾿ αὐτῆς τῶν γυναικῶν.

Τὰ θεμελιώδη ἐπιχειρήματα τοῦ συγγραφέως εἶναι ἡ ὁμοιότης τοῦ ὀνόματος Μελανθοῦς καὶ Μελανθίου, ὅτι ἀμφότεροι εἶναι τέκνα τοῦ Δολίου καὶ διάκεινται, ἐπίσης ἀμφότεροι, συμπαθῶς πρὸς τὸν Εὐρύμαχον. Ὡς πρὸς τὸ ὄνομα, ὑποστηρίζεται ὑπὸ τοῦ συγγραφέως ὅτι ἐνῷ τὸ Μελανθὼ ταιριάζει «σ᾿ ὅλες τίς περιπτώσεις μιά χαρά», «ὁ πονηρός ραψωδός», ὡς λέγει, ἀναγκάζεται, ἐπειδὴ τὸ Μελάνθιος / Μελάνθιε δημιουργεῖ μετρικὸν πρόβλημα,  νὰ χρησιμοποιῇ τοὺς τύπους Μελανθεύς / Μελανθεῦ, πρᾶγμα ποὺ βεβαίως ὄντως συμβαίνει. Ἐλαχίστην ἐν τούτοις ἔχει ἀποδεικτικὴν ἀξίαν τὸ ἐπιχείρημα, ἂν ἀναλογισθῇ τις ὅτι καὶ εἰς ἄλλας περιπτώσεις ὑπάρχει παραλλαγὴ ὀνόματος, οἷον Ἀθηναίη καὶ Ἀθήνη, ἡνίοχος καὶ  ἡνιοχεὺς καὶ ἄλλα πάμπολλα, μετρικὰς ἀνάγκας μᾶλλον θεραπεύοντα ἢ ἀντικατάστασιν προσώπου ἐμφαίνοντα. Ὥστε ἐκ μόνης τῆς παραλλαγῆς τοῦ ὀνόματος Μελάνθιος / Μελανθεὺς δὲν δύνανται νὰ συναχθοῦν ἀσφαλῆ συμπεράσματα, καίτοι ἡ σύμπτωσις τοῦ ὀνόματος τῶν δύο ἀδελφῶν ὁπωσδήποτε ξενίζει.

Ἕτερον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ὁ συγγραφεὺς ὑπαινικτικῷ τῷ τρόπῳ διεξέρχεται καὶ τέλος ἐγκαταλείπει ἡμιτελὲς εἰς τὸ ἔλεος τῆς κρίσεως τοῦ ἀναγνώστου, ἀντλεῖται ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ ἐπιρρήματος κουρίξ [βλ. στίχον χ 188: ἔρυσάν τέ μιν (τὸν Μελάνθιον) εἴσω κουρίξ], ὁ ὁποῖος ἑρμηνεύεται «τόν ἔσυραν μέσα μαδῶντας του τά μαλλιά» ἢ καὶ «τόν ἔσυραν μέσα μέ μαδημένα τά μαλλιά». Προσφεύγων ὁ συγγραφεὺς εἰς τὸ λῆμμα τοῦ Ἱστορικοῦ Λεξικοῦ τῆς Νέας Ἑλληνικῆς «γιδοξούρι, τό. Αἲξ τῆς ὁποίας τὸ τρίχωμα ἔχει μαδήσει, κερατίζεται δὲ διὰ τοῦτο συνήθως ὑπὸ τῶν ἄλλων αἰγῶν καὶ ἀκολουθεῖ μόνη τὴν ἀγέλην» συνάγει τὸ ἀκόλουθον συμπέρασμα: «Νά, εἶπα μέσα μου, ἀπό ποῦ πῆραν οἱ ἄνθρωποι τό διαπομπευτικό κούρεμα, ἀπό τίς γίδες, μόνο πού αὐτές θέλουν νά διώξουνε μία ἐπειδή εἶναι μαδημένη, «κουρεμένη», ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι κουρεύουνε μία ἐπειδή θέλουν νά τήν διώξουν.» Εἶναι ἐμφανὲς ὅτι, ἐκκινῶν ἀπὸ τὴν ὑπόθεσιν ὅτι ἡ διαπομπευτικὴ κουρὰ μιμεῖται τὴν συμπεριφορὰν τῆς ἀγέλης τῶν αἰγῶν -πρᾶγμα πιθανώτατον-, ἄγεται εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι τὸ ὁμηρικὸν κουρὶξ ἀναφέρεται εἰς διαπομπευτικὴν κουρὰν γυναικὸς καὶ οὐχὶ ἀνδρός, ὁπότε ἐδείχθη κατὰ τὸν συγγραφέα ὅπερ ἔδει δεῖξαι: ὅτι δηλαδὴ τὸ οὕτως συρόμενον ἄτομον ἦτο γυνή, ἡ Μελανθώ, καὶ οὐχὶ ὁ κατόπιν ἀντικαταστήσας αὐτὴν Μελάνθιος – πρᾶγμα μᾶλλον ἀπίθανον, λαμβανομένου ὑπ᾿ ὄψει ὅτι ἡ διαπόμπευσις ἐτελεῖτο πάντοτε τῇ παρουσίᾳ καὶ τῇ συμμετοχῇ πλήθους ἀνθρώπων, ἂν μὴ συμπάσης τῆς κοινότητος.

Θὰ δικαιολογηθῇ ἴσως ὁ εὐφάνταστος συγγραφεὺς ὅτι οἱ λόγοι ποὺ ἐπέβαλλον τὴν διὰ τοῦ Μελανθίου ἀντικατάστασιν τῆς Μελανθοῦς ἴσχυσαν καὶ διὰ τὴν «λογοκριτικὴν» ἀφαίρεσιν τῆς σκηνῆς τῆς δημοσίας διαπομπεύσεως, τῆς ὁποίας μόνον ἐναπομεῖναν ἴχνος φαίνεται νὰ ἀποτελῇ τὸ πολύσημον καὶ πολύπαθον «κουρίξ»·  εἶναι πάντως ἀληθὲς ὅτι, τὴν κρίσιμον στιγμὴν καθ᾿ ἣν μόνοι οἱ Ὀδυσσεὺς καὶ Τηλέμαχος εὑρίσκονται ἀντιμέτωποι πρὸς ἑκατὸν καὶ πλέον μνηστῆρας, ὁ μὲν Ὀδυσσεὺς εὑρίσκει τὸν χρόνον νὰ δώσῃ λεπτομερεῖς ὁδηγίας περὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ δεσμευθῇ ὁ Μελάνθιος, ὁ δὲ Εὔμαιος μετὰ τοῦ Φιλοιτίου καταγίνονται –«μὲ τὸ πάσσο» των, κατὰ τὸ κοινῶς λεγόμενον- τίνι τρόπῳ θὰ σύρουν, θὰ δεσμεύσουν μὲ πᾶσαν ἐπιμέλειαν, θὰ κρεμάσουν καὶ θὰ εἰρωνευθοῦν τὸν Μελάνθιον, ὥστε εὐλόγως νὰ δημιουργῆται ἡ ἐντύπωσις ποιᾶς τινος ῥαψῳδικῆς κοπτορραπτικῆς. Διότι ἀναμενόμενον θὰ ἦτο ἡ ἐνασχόλησις μὲ τὸν τρόπον τῆς δεσμεύσεως καὶ τιμωρίας τοῦ Μελανθίου νὰ προέκυπτε μετὰ τὴν μνηστηροφονίαν, ἑπομένως δικαιοῦταί τις νὰ ἀναφωνήσῃ: «Τέτοια ὥρα, τέτοια λόγια!» Ἀπὸ τοῦ σημείου πάντως αὐτοῦ μέχρι τοῦ νὰ διατυπώνωνται εἰκασίαι περὶ διαπομπεύσεως, ἔστω καὶ ἐπὶ ἀντικειμενικῆς βάσεως στηριζόμεναι, ὑπάρχει ποιά τις ἀπόστασις, εἶναι δὲ ἐμφανὲς ὅτι τὸ πρᾶγμα ἐκφεύγει πλέον τῆς δικαιοδοσίας τῆς φιλολογικῆς ἐπιστήμης καὶ ὑπεισέρχεται εἰς τὴν σφαῖραν τῆς «δημιουργικῆς φαντασιώσεως» ἢ καὶ «δημιουργικῆς ἀσαφείας», κατὰ τὸ ῥηθὲν προσφάτως ἐμπλουτίσαντος εἰς τὸν τόπον μας τὴν ὁρολογίαν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης.

Περισσοτέρας πιθανότητας νὰ ἅπτηταί πως τῆς ἀληθείας ἔχει ἡ διαπίστωσις ὅτι εἰς τοὺς στίχους χ 195 – 196 («νῦν μὲν δὴ μάλα πάγχυ, Μελάνθιε, νύκτα φυλάξεις, / εὐνῇ ἔνι μαλακῇ καταλέγμενος, ὥς σε ἔοικεν∙») τὸ  «εὐνῇ ἔνι μαλακῇ καταλέγμενος» «θά μποροῦσε νά κατευθύνῃ τό βέλος τῆς εἰρωνείας κατά τῆς ἐλευθεριάζουσας ἐρωτικῆς συμπεριφορᾶς μιᾶς γυναίκας: [νῦν μὲν δὴ μάλα πάγχυ, Μελανθώ, νύκτα φυλάξεις, / εὐνῇ ἐν μαλακῇ καταλέξασα, ὥς σ᾿ εὔαδεν], ἤτοι: [κάτσ᾿ ἔτσι τώρα, Μελανθώ, ἄγρυπνη ὅλη νύχτα, / καί ξάπλωνε στά μαλακά στρωσίδια πού σ᾿ ἀρέσαν].» Ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν «μαλακὴν εὐνὴν» εὐλόγως ἐγείρει ὑποψίας παρεμβάσεως, ἂν καὶ ἡ ἀντικατάστασις τοῦ «ὥς σε ἔοικεν» διὰ τοῦ «ὥς σ᾿ εὔαδεν» εἶναι ὁπωσδήποτε τολμηρά.

Θὰ ἠδύνατό τις, ἴσως, νὰ ἀντιτείνῃ εἰς τὸν συγγραφέα ὅτι, λόγῳ τῆς συγγενείας πρὸς τοὺς ἐμφανῶς εὐνοουμένους ὑπὸ τῆς Πηνελόπης Μελανθὼ καὶ Δολίον, ἀπελάμβανε καὶ ὁ βοσκὸς Μελάνθιος, ἀδελφὸς τῆς πρώτης καὶ υἱὸς τοῦ δευτέρου, ὡρισμένων προνομίων ἅτινα τῷ ἐπέτρεπον τὴν ἐπὶ μακρὸν παραμονὴν εἰς τὸ ἀνάκτορον καὶ τὸν συγχρωτισμὸν μὲ τοὺς μνηστῆρας. Οὕτω θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθοῦν ζητήματα  δικαίως ἀπασχολοῦντα τὸν συγγραφέα, ὡς «ἡ ἐξοικείωση τοῦ αἰγοβοσκοῦ μέ τίς ἐργασίες, τά ἀντικείμενα καί τήν διαρρύθμιση τοῦ ἐσωτερικοῦ τοῦ ἀνακτόρου, πού τοῦ ἐπιτρέπει νά ἀνάβῃ φωτιά, νά προσκομίζῃ «μέγαν τροχὸν» στέατος «ἔνδον ἐόντος» ἤ νά ἀνακαλύπτῃ τά διάφορα ὅπλα πού προμηθεύει στούς μνηστῆρες.»

Φαίνεται ὅμως ὅτι ὁ αἰγοβοσκὸς Μελάνθιος δὲν ἦτο ἐγκατεστημένος εἰς τὸ ἀνάκτορον, οὐδὲ κἂν πλησίον τοῦ ἀνακτόρου, μαρτυρεῖ δὲ περὶ τούτου καὶ Ὅμηρος λέγων ἐν υ 187-188: «πορθμῆες δ᾿ ἄρα τούς γε διήγαγον, οἵ τε καὶ ἄλλους / ἀνθρώπους πέμπουσιν, ὅτίς σφεας εἰσαφίκηται.». Εἰς αὐτοὺς τοὺς ὁποίους «πορθμῆες διήγαγον», τ.ἔ. «περατάρηδες πέρασαν ἀπ᾿ τὴν ἀπέναντι στεριά», περιλαμβάνεται πλὴν τοῦ Φιλοιτίου καὶ ὁ Μελάνθιος, δι᾿ ὃ καὶ Εὐστάθιος ὁ Θεσσαλονίκης παρατηρεῖ: «Ὅτι Φιλοίτιον ἱστορεῖ Ὅμηρος δοῦλον Ὀδυσσέως πέραν περί που τὴν ἤπειρον νέμοντα, ἔνθα καὶ ὁ κακὸς Μελάνθιος ἔνεμεν.» (Ὀδ. 2.233.18 -19). Καὶ κατόπιν: «ἡ δὲ τοῦ Φιλοιτίου εἰς Ἰθάκην ἔλευσις πιθανή ἐστι διὰ τὴν τῆς νουμηνίας ἑορτήν, δι᾿ ἣν ἦλθε καὶ αὐτὸς ἠπείρηθεν βοῦν στεῖραν ἄγων καὶ πίονας αἶγας. ὃ καὶ σαφηνίζων ὁ ποιητής, ἵνα μή τις καὶ αὐτὸν καὶ τὸν Μελάνθιον ἔσω τῆς Ἰθάκης οἴηται νέμειν, φησί· πορθμῆες δ᾿ ἄρα τούς γε διήγαγον, οἵ τε καὶ ἄλλους ἀνθρώπους πέμπουσι καὶ ἑξῆς, ὡς καὶ περὶ Φαιάκων προεῤῥέθη.» (Ὀδ. 2.235.7-11).

Ἑπομένως, ἐνισχύεται ἡ ἄποψις ὅτι ὁ Μελάνθιος δὲν ἦτο μᾶλλον εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ καλῶς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς διαρρυθμίσεως τοῦ ἀνακτόρου. Ἐπὶ πλέον, ὁ αἰγοβοσκὸς Μελάνθιος φαίνεται νὰ τυγχάνῃ μιᾶς ὁλωσδιόλου ἀναντιστοίχου πρὸς τὴν ἰδιότητά του προνομιακῆς τιμῆς / ἀγλαΐης, τ.ἔ. τιμητικῆς συνοδείας δύο βοσκῶν, πρβλ. ρ 212 – 214:

ἔνθα σφέας ἐκίχανεν υἱὸς Δολίοιο Μελανθεὺς
αἶγας ἄγων, αἳ πᾶσι μετέπρεπον αἰπολίοισι,
δεῖπνον μνηστήρεσσι· δύω δ᾿ ἅμ᾿ ἕποντο νομῆες.
(ἐκεῖ τοὺς βρῆκε ὁ Μελανθεύς, τὸ τέκνο τοῦ Δολίου
πού ᾿φερνε τὰ πιὸ διαλεχτὰ ἀπ᾿ τὸ κοπάδι γίδια
γιὰ τοὺς μνηστῆρες, καὶ ποὺ δυὸ βοσκοὶ τοῦ παραστέκαν.)

 

Διὸ καὶ ὁ Εὐστάθιος σημειοῖ ὅτι ἦτο ἀγλαΐα, προνομιακὴ διάκρισις διὰ τὸν Μελάνθιον, ὅτι δὲν ὡδήγει ὁ ἴδιος τὰς αἶγας ἀλλὰ ἠκολουθεῖτο ὑπὸ δύο βοσκῶν: «Ἰστέον δὲ ὅτι ἀγλαΐα τις ἦν τῷ Μελανθίῳ καὶ τὸ μὴ αὐτὸν ἄγειν τὰς αἶγας, ἀλλὰ δύο ἕπεσθαι νομῆας αὐτῷ. Ὅτι δὲ ἔχαιρεν ἀγλαΐαις ὁ Μελάνθιος, ἐν τοῖς ἐφεξῆς φανεῖται.» (Ὀδ. 2.140.27 – 29). Δεδομένου ὅτι ἡ ἀγλαΐη ἀναγνωρίζεται ρητῶς εἰς τὴν Μελανθὼ ὑπὸ τοῦ Ὀδυσσέως, δὲν θὰ ἦτο ἀπίθανον αὕτη νὰ συνωδεύετο ὑπὸ δύο, οὐχὶ βοσκῶν βεβαίως, ἀλλ᾿ ἀμφιπόλων, ὅπως συμβαίνει εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἐμφανίσεως τῆς Πηνελόπης ἐνώπιον τῶν μνηστήρων εἰς τὸ σ 206-208:

ὣς φαμένη κατέβαιν᾿ ὑπερώϊα σιγαλόεντα,
οὐκ οἴη, ἅμα τῇ γε καὶ ἀμφίπολοι δύ᾿ ἕποντο
(ἔτσι εἶπε καὶ κατέβαινε ἀπ᾿ τὸ πλουμισμένο δῶμα,
μὰ ὄχι μονάχη· δυὸ θεράπαινες στὸ πλάϊ τῆς παραστέκαν.)

 

Ἐντύπωσιν μάλιστα προκαλεῖ ἡ δικαιολόγησις ὑπὸ τῆς Πηνελόπης τῆς παρουσίας τῶν δύο ἀμφιπόλων, ἀποδιδομένη εἰς τὸ ὅτι ἐντρέπεται νὰ ἐμφανισθῇ μόνη ἐνώπιον ἀνδρῶν [οἴη δ᾿ οὐκ εἴσιμι μετ᾿ ἀνέρας· αἰδέομαι γάρ. (σ 184)], ἐνῷ ἀλλαχοῦ τοιαύτη δικαιολόγησις δὲν προβάλλεται οὔτε κρίνεται ἀπαραίτητος, εἶναι δὲ προφανὴς ὁ τιμητικὸς χαρακτὴρ τοιαύτης συνοδείας, προοριζομένης διὰ σημαίνοντα πρόσωπα, καὶ δὴ βασιλικὸν ἀξίωμα ἔχοντα. Διὰ τοῦτο καὶ ξενίζει ἡ ἀνάλογος τιμητικὴ συνοδεία τῶν δύο βοσκῶν εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ Μελανθίου, πολλῷ μᾶλλον ἀντιπαραβαλλομένη πρὸς τὴν τιμητικὴν συνοδείαν τῆς ὁποίας τυγχάνει ὁ Τηλέμαχος ἐν β 10-11, κ.ἀ., ἥτις συνίσταται εἰς δύο … κύνας:

βῆ ῥ᾿ ἴμεν εἰς ἀγορήν, παλάμῃ δ᾿ ἔχε χάλκεον ἔγχος,
οὐκ οἶος, ἅμα τῷ γε δύω κύνες ἀργοὶ ἕποντο.
(κίνησε γιὰ τὴν ἀγορὰ μ᾿ ἕνα δόρυ στὸ χέρι,
μὰ ὄχι μονάχος· δυὸ γοργὰ σκυλιὰ τοῦ παραστέκαν.)

 

Σημειωτέον δὲ ὅτι ὁ Τηλέμαχος εἶναι βασιλικῆς καταγωγῆς, ἂν καὶ ἀκόμη δὲν ἔχει κληρονομήσει τὸ βασιλικὸν ἢ οἱονδήποτε ἄλλο ἀξίωμα.

Ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι ἀναφοραί, εἰς τὰς ὁποίας στηριζόμενός τις θὰ ἠδύνατο νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἐπιχειρηματολογίαν τοῦ συγγραφέως, καὶ τὰς ὁποίας οὗτος, εἴτε χάριν συντομίας, εἴτε καὶ δι᾿ ἄλλους, ἀγνώστους μοι, λόγους, παρέλιπεν.

Εἰς τοὺς στίχους χ 142-152 ὁ Ὅμηρος περιγράφει τὸν τρόπον καθ᾿ ὃν εἷς καὶ μόνον ἀνήρ, ὁ αἰγοβοσκὸς Μελάνθιος, ὁπλίζει τοὺς μνηστῆρας φέρων δώδεκα ἀσπίδας, δώδεκα δόρατα καὶ δώδεκα περικεφαλαίας, βαστάζων αὐτὰ Κύριος οἶδεν τίνι τρόπῳ:

ὣς εἰπὼν ἀνέβαινε Μελάνθιος, αἰπόλος αἰγῶν,
ἐς θαλάμους Ὀδυσῆος ἀνὰ ῥῶγας μεγάροιο.
ἔνθεν δώδεκα μὲν σάκε᾿ ἔξελε, τόσσα δὲ δοῦρα
καὶ τόσσας κυνέας χαλκήρεας ἱπποδασείας·
βῆ δ᾿ ἴμεναι, μάλα δ᾿ ὦκα φέρων μνηστῆρσιν ἔδωκε.
καὶ τότ᾿ Ὀδυσσῆος λύτο γούνατα καὶ φίλον ἦτορ,
ὡς περιβαλλομένους ἴδε τεύχεα χερσί τε δοῦρα
μακρὰ τινάσσοντας· μέγα δ᾿ αὐτῷ φαίνετο ἔργον.
αἶψα δὲ Τηλέμαχον ἔπεα πτερόεντα προσηύδα·
Τηλέμαχ᾿, ἦ μάλα δή τις ἐνὶ μεγάροισι γυναικῶν
νῶϊν ἐποτρύνει πόλεμον κακὸν ἠὲ Μελανθεύς.

 

Τὸ σκάνδαλον, θεωρούμενον παραδόξως εὔλογον τόσον ὑπὸ τοῦ Ὀδυσσέως ὅσον καὶ ὑπὸ τοῦ Τηλεμάχου, οἵτινες ἀποδίδουν τὸ ὑπεράνθρωπον ὄντως κατόρθωμα εἰς μίαν καὶ μόνην γυναῖκα ἢ εἰς ἕνα καὶ μόνον ἄνδρα, τὸν Μελάνθιον, δὲν διῆλθεν ἀπαρατήρητον ἀπὸ τὸ ὀξὺ κριτικὸν βλέμμα τοῦ Ἀριστάρχου, ὅστις ἀπέρριψεν ὡς νόθον τὸ ὅλον χωρίον, θεωρῶν ὅτι εἶναι ἀδύνατον εἷς καὶ μόνον ἄνθρωπος νὰ μεταφέρῃ τόσα ὅπλα, καθ᾿ ἃ λέγει ὁ Εὐστάθιος: «Σημείωσαι δὲ καὶ ὅτι τὸ περὶ τῶν δώδεκα σακέων καὶ τὸ ἐφεξῆς Ἀρίσταρχος ἀθετήσας κεχίακεν, ἀδύνατον εἶναι εἰπὼν τοσαῦτα βαστάσαι ἄνθρωπον.» (Ὀδ. 2.275.21-22).

Ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς θεωρήσεως τοῦ κ. Χρίστου Δάλκου, ὅτι προεξάρχουσα τῆς ἐπιχειρήσεως ἐξοπλισμοῦ τῶν μνηστήρων ἦτο ἡ δούλη Μελανθώ, ἥτις ἄλλωστε εὐλόγως συνέβαινε νὰ γνωρίζῃ κάλλιστα τὰ τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ μεγάρου, λύεται καὶ τὸ ἕτερον μυστήριον, τῆς ταχείας μεταφορᾶς τόσον βαρέος ὁπλισμοῦ: ὁ ἀριθμὸς τῶν δώδεκα σακέων, δούρων καὶ κυνέων ἀντιστοιχεῖ ἐπακριβῶς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν δώδεκα δμωῶν αἵτινες ἀπαγχονίζονται ἀμέσως μετὰ τὴν μνηστηροφονίαν. Εὔλογον, ἄρα, προκύπτει τὸ συμπέρασμα ὅτι μία ἑκάστη τῶν δώδεκα τούτων δμωῶν, μετέφερε, τῆς Μελανθοῦς βεβαίως προεξαρχούσης, ὁπλισμὸν ἀντιστοιχοῦντα εἰς ἕνα καὶ μόνον μνηστῆρα, συγκείμενον ἐκ μιᾶς ἀσπίδος, ἑνὸς δόρατος καὶ μιᾶς περικεφαλαίας.

Εἶναι δὲ τοὐλάχιστον παράδοξον τὸ γεγονὸς ὅτι δώδεκα εἶναι καὶ οἱ μνηστῆρες οἱ καταγόμενοι ἐξ Ἰθάκης, καθ᾿ ἃ λέγει ὁ Τηλέμαχος ἐν π 251 (ἐκ δ᾿ αὐτῆς Ἰθάκης δυοκαίδεκα πάντες ἄριστοι), ὁπότε αὐτομάτως ἐγείρεται ἡ ὑποψία μήπως τὸ ἔπος εἰς τὴν παλαιάν, πρωτογενῆ του ἐκδοχὴν ἔκαμνε λόγον περὶ δώδεκα μόνον μνηστήρων καταγομένων ἁπάντων ἐξ Ἰθάκης –καὶ συνευρισκομένων, βεβαίως, μὲ τὰς ἀντιστοίχους δμωάς-, κατόπιν δὲ διωγκώθη ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν, τῇ προσθήκῃ πεντήκοντα δύο ἐκ Δουλιχίου, εἰκοσιτεσσάρων ἐκ Σάμης, καὶ εἴκοσι ἐκ Ζακύνθου (βλ. π 245 – 253).

Ἄλλωστε, εἰς τὴν ῥαψῳδίαν β, στ. 50-51, ὁ Τηλέμαχος ὁμιλεῖ περὶ τῶν μνηστήρων ὡς καταγομένων ἁπάντων ἐξ Ἰθάκης: μητέρι μοι μνηστῆρες ἐπέχραον οὐκ ἐθελούσῃ, / τῶν ἀνδρῶν φίλοι υἷες οἳ ἐνθάδε γ᾿ εἰσὶν ἄριστοι (Μὲ τὸ στανιὸ κουλούμωσαν στὴ μάννα μου οἱ μνηστῆρες, / αὐτῶν ἐδῶ οἱ γιοὶ ποὺ εἶναι στὰ μέρη μας οἱ πρῶτοι.), ὥστε ὁ Εὐστάθιος ἀναγκάζεται νὰ σημειώσῃ: «ψεύδεταί πως ὁ Τηλέμαχος. οὐ γὰρ πάντες οἱ μνηστῆρες, Ἰθακήσιοι, ἀλλὰ δώδεκα μόνοι.» (Ὀδ. 1.82.7-8).

Ἐπιθυμῶ μάλιστα, οὐχὶ βεβαίως διότι ἐζήλωσα τὴν δόξαν τοῦ συμπαθοῦς ἀριθμοσοφιστοῦ Καπράλου ὅστις διακωμῳδεῖται εἰς τὴν νουβέλλαν, νὰ ἀσχοληθῶ δι᾿ ὀλίγων μὲ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν καταγωγὴν τῶν ὀνομαστικῶς ἀναφερομένων ὡς φονευθέντων εἰς τὴν ῥαψῳδίαν χ μνηστήρων. Οὗτοι ἀνέρχονται εἰς δεκαπέντε τὸν ἀριθμόν, εἶναι δὲ κατ᾿ ἀλφαβητικὴν σειρὰν οἱ: Ἀγέλεως ἢ Ἀγέλαος, Ἀμφιμέδων, Ἀμφίνομος, Ἀντίνοος, Δημοπτόλεμος, Ἔλατος, Εὐρυάδης, Εὐρυδάμας, Εὐρύμαχος, Εὐρύνομος, Κτήσιππος, Λειώδης, Λειώκριτος, Πείσανδρος καὶ Πόλυβος. Οἱ λάτρεις τῶν ποσοστώσεων, οἵτινες μάλιστα ἠθέλησαν νὰ τὰς ἐφαρμόσουν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς ἀνδρικῆς καὶ γυναικείας συμμετοχῆς εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ἐθνεγερσίας, θὰ δυσαρεστηθοῦν διαπιστοῦντες ὅτι οἱ πεντήκοντα δύο μνηστῆρες τοῦ Δουλιχίου ἀντιπροσωπεύονται μόνον δι᾿ ἑνὸς καταγομένου ἀπὸ τὸ Δουλίχιον, τοῦ Ἀμφινόμου, τὸ αὐτὸ δὲ συμβαίνει καὶ μὲ τοὺς εἰκοσιτέσσαρας καταγομένους ἐκ Σάμης, ἀντιπροσωπευομένους ὑπὸ τοῦ ἀλαζόνος Κτησίππου, ἐνῷ κατὰ κακὴν τύχην οἱ εἴκοσι ἐκ Ζακύνθου δὲν διαθέτουν οὐδὲ ἕνα ἀντιπρόσωπον. Ἀντιθέτως, οἱ Ἰθακήσιοι, καίτοι ὀλιγώτεροι τὸν ἀριθμόν, ἀντιπροσωπεύονται μὲ γενναίαν ποσόστωσιν: Οἱ Ἀμφιμέδων, Ἀντίνοος, Εὐρύμαχος, Εὐρύνομος ρητῶς ἀναφέρονται ὡς Ἰθακήσιοι, ὁ Λειώκριτος, ὡς λύων τὴν ἀγορὰν τῶν Ἰθακησίων, εἶναι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα Ἰθακήσιος, ἐνῷ, βάσει ὀλιγώτερον βασίμων ἐνδείξεων, δὲν ἀποκλείεται νὰ εἶναι Ἰθακήσιοι οἱ Ἀγέλαος, Πείσανδρος καὶ Εὐρυδάμας.

Ἀλλ᾿ ἡ ἑτεροβαρὴς πρὸς ὄφελος τῶν Ἰθακησίων ποσόστωσις παρουσιάζει καὶ ποιοτικὰ χαρακτηριστικά: οἱ Ἰθακήσιοι Ἀντίνοος καὶ Εὐρύμαχος, οἱ χαρακτηριζόμενοι καὶ «ἀρχοὶ μνηστήρων» (δ 628), εἶναι καὶ οἱ περισσότερον προβεβλημένοι, συχνάκις μονοπωλοῦντες τὸν λόγον καὶ εἰσηγούμενοι τὰ δέοντα πράττειν, ἐνῷ εἶναι ἐνδεικτικὸν τῆς «εὐνοϊκῆς» οὕτως εἰπεῖν μεταχειρίσεως τῶν Ἰθακησίων τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ μετὰ τὴν μνηστηροφονίαν τύχη τῶν ἀκολούθων τῶν Ἰθακησίων μνηστήρων Μέδοντος καὶ Φημίου τυγχάνει ἰδιαιτέρας καὶ λίαν ἐκτεταμένης ἀναφορᾶς (χ 330-374).

Δὲν εἶναι ὡς ἐκ τούτου ἄτοπον νὰ ὑποτεθῇ ὅτι τὸ ἔπος εἰς τὴν πρωτογενῆ του ἐκδοχὴν ἐγνώριζε μόνον Ἰθακησίους μνηστῆρας, δώδεκα τὸν ἀριθμόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀφ᾿ ἑνὸς μὲν παρουσιάζει τὴν ἐπικράτησιν τοῦ Ὀδυσσέως περισσότερον εὔλογον, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲ ὑποβάλλει τὴν βάσιμον ὑποψίαν ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μνηστήρων εἰς ἑκατὸν ὀκτώ, ἢ ἀκόμη καὶ δεκαπέντε ὀνομαστικῶς ἀναφερομένων εἰς τὴν διαλαμβάνουσαν τὰ τῆς μνηστηροφονίας ῥαψῳδίαν χ, ἐπῆλθε κατόπιν μεταγενεστέρας παρεμβάσεως ἢ καὶ διαδοχικῶν τοιούτων. Εἶναι χαρακτηριστικὸν ὅτι ἂν ἀπὸ τοὺς ὀνομαστικῶς ἀναφερομένους δεκαπέντε φονευθέντας μνηστῆρας ἀφαιρεθοῦν οἱ καταγόμενοι ἐκ Δουλιχίου καὶ Σάμης Ἀμφίνομος καὶ Κτήσιππος, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐναπομενόντων δεκατριῶν προσεγγίζει ὡς ἔγγιστα αὐτὸν τῶν δώδεκα Ἰθακησίων.

Ἐὰν μάλιστα ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοὺς δεκατρεῖς καὶ ὁ Λειώδης, ὁ μόνος ὁ ὁποῖος ἀποδεδειγμένως δὲν συνηυρίσκετο μὲ γυναῖκας τοῦ ἀνακτόρου τοῦ Ὀδυσσέως, καὶ ὑποτεθῇ, ὡς εἶναι εὔλογον, ὅτι αἱ δώδεκα δμωαὶ συνηυρίσκοντο μὲ δώδεκα μνηστῆρας, ἰδοὺ ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ ἐναπομένοντες, ταυτιζόμενοι πιθανώτατα μὲ τοὺς δώδεκα τὸν ἀριθμὸν ἀρίστους Ἰθακησίους οἵτινες μετεῖχον ἀρχικῶς τῆς μνηστείας τῆς Πηνελόπης. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, ἡ ἀρχικὴ αὕτη μνηστεία δέον νὰ νοηθῇ ὡς αὐστηρῶς «κοινοτικὴ» ὑπόθεσις, ἀφορῶσα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν νῆσον τῆς Ἰθάκης. Ἐξυπακούεται δὲ ὅτι τοιαύτη σμίκρυνσις τῶν μεγεθῶν συνεπάγεται ἀνάδυσιν πολιτισμικῶν στρωμάτων κειμένων εἰς μεγαλύτερα ἱστορικὰ βάθη καὶ ἑπομένως ἀναγωγὴν εἰς παλαιότερα κοινοτικὰ ἤθη, σχετιζόμενα μὲ ὅ,τι τὸ σχῆμα τῆς πολιορκίας μιᾶς γυναικὸς ὑπὸ πολλῶν μνηστήρων ἐμφαίνει, ἤτοι «μητριαρχικὴν» ὀργάνωσιν τῆς κοινωνίας.

Ὁ George Thomson, εἰς τὸ ἔργον του Ἡ ἀρχαία ἑλληνικὴ κοινωνία. Τὸ προϊστορικὸ Αἰγαῖο, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ φαινόμενα ὁ συγγραφεὺς τῆς «Μελανθοῦς» ὀφείλει πολλά, παρατηρεῖ μεταξὺ ἄλλων: «Ὁ Τηλέμαχος λέει πὼς σκοπὸς τοῦ κάθε μνηστήρα εἶναι “νὰ πάρει καὶ τὴ μάνα μου καὶ τὸ προνόμιο (γέρας) τοῦ γονιοῦ μου.” Ὅποιος κερδίσει τὴν Πηνελόπη θὰ διαδεχτεῖ τὸν Ὀδυσσέα. Ἡ βασιλεία δὲν εἶναι κληρονομικὴ κατὰ τὴ σερνικὴ γραμμή· πάει μαζὶ μὲ τὸ χέρι τῆς βασίλισσας.» (ὅ.π., σ. 305).

Ἀκολούθως, ἀναφερόμενος εἰς τὸ μέγα πρόβλημα τοῦ πατρὸς τῆς Πηνελόπης Ἰκαρίου παρατηρεῖ: «Στὴ XVη Ραψωδία, ὁ ἴδιος ὁ Ἰκάριος καὶ τ᾿ ἀδέρφια της τὴν πιέζουν νὰ παντρευτεῖ τὸν Εὐρύμαχο […]. Δὲ λέγεται ποῦ ζεῖ ὁ πατέρας της, μὰ ἀπὸ τὸ χωρίο τοῦτο φαίνεται πὼς δὲ μπορεῖ νἄναι πολὺ μακριά. Στὴν ὑστερότερη φιλολογία παρουσιάζεται νὰ κατοικεῖ στὴ Σπάρτη, μὰ αὐτὸ δὲν μπορεῖ νὰ τὸ ἐννοεῖ ἡ Ὀδύσσεια, γιατὶ ἀλλιῶς θ᾿ ἀκούγαμε γι᾿ αὐτὸ ὅταν ὁ Τηλέμαχος πηγαίνει στὴ Σπάρτη. Ἡ σιωπὴ τῆς Ὀδύσσειας στὸ σημεῖο τοῦτο μπορεῖ νὰ συμπληρωθεῖ ἀπὸ μιὰ παράδοση ποὺ τὴν παραθέτει ὁ Στράβων […] Ὁ Ἰκάριος καὶ ὁ Τυνδάρεως εἴταν ἀδερφοί, ποὺ γεννήθηκαν κι ἀνατράφηκαν στὴ Σπάρτη. Στὴν πρώτη νιότη τους ἀναγκάστηκαν νὰ φύγουν ἀπὸ τὴ χώρα καὶ βρήκαν καταφυγὴ στὸν Θέστιο, τὸ βασιλιὰ τῆς Πλευρῶνος […] Ὁ Τυνδάρεως τελικὰ γύρισε στὴ Σπάρτη, ὅπου γίνηκε βασιλιάς, μὰ ὁ Ἰκάριος ξέμεινε στὰ βόρεια καὶ πῆρε τὸ βασίλειο τῆς Ἀκαρνανίας, ποὺ τὸ κυβερνοῦσε μαζὶ μὲ τοὺς γιούς του τὸν Ἀλυζέα καὶ τὸ Λευκάδιο. Αὐτοί, λοιπόν, εἶναι οἱ ἀδερφοὶ τῆς Πηνελόπης ποὺ μνημονεύονται στὴν Ὀδύσσεια. Ὁ Ἀλυζεὺς ἀντιπροσωπεύει τὴν Ἀλυζία, μιὰ πόλη στὴν Ἀκαρνανία, κι ὁ Λευκάδιος τὴ Λευκάδα. Μιὰ κι αὐτὲς εἶναι σιμὰ στὴ χώρα τοῦ Ὀδυσσέως, ὅπως ὁριζόταν στὴν Ὀδύσσεια, φτάνουμε στὸ συμπέρασμα πὼς ὁ Ὀδυσσεὺς κυβερνοῦσε σὰν ὑποτελὴς τοῦ Ἰκάριου ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ γάμου μὲ τὴ θυγατέρα τοῦ τελευταίου.» (ὅ.π., σ. 305).

Εἰς τὰ ὅσα ὀρθά, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἐπισημαίνει ὁ George Thomson, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ μία παρατήρησις: Ἀφ᾿ οὗ ἡ πρόσβασις εἰς τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν γάμον μετὰ τῆς ἀληθῶς κατεχούσης τὴν ἐξουσίαν γυναικός, ἕπεται ὅτι καὶ ὁ Ἰκάριος εἰς παρομοίου εἴδους σύζευξιν τὴν ὤφειλε. Ὅθεν δικαιούμεθα νὰ συμπεράνωμεν ὅτι οἱ ἐπιγενέστεροι ῥαψῳδοὶ ἀπεσιώπησαν τὸν σπουδαῖον ῥόλον τῆς μητρὸς τῆς Πηνελόπης Πολυκάστης καὶ ἀντιστοίχως διώγκωσαν αὐτὸν τοῦ Ἰκαρίου, εἰς τὴν ἐργώδη των προσπάθειαν νὰ στερεώσουν καὶ νομιμοποιήσουν τὴν πατριαρχικὴν ἐξουσίαν. Δὲν εἶναι ἄλλωστε ἡ πρώτη φορὰ καθ᾿ ἣν παρεμβαίνει ἡ ῥαψῳδικὴ λογοκρισία. Ὁ αὐτὸς Thomson, ἀναφερόμενος εἰς τὰ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ὀδυσσέως εἰς τὴν χώραν τῶν Φαιάκων ὑπογραμμίζει (σ. 300-301) τὸ παράδοξον τῆς ἐξελίξεως ἅπαντες νὰ συμβουλεύουν τὸν Ὀδυσσέα νὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν βασίλισσαν Ἀρήτην ὡς διαθέτουσαν τὴν πραγματικὴν δύναμιν νὰ τὸν βοηθήσῃ, μόλις δὲ τὸ πράττῃ, ἡ Ἀρήτη νὰ παρακάμπτεται καὶ νὰ ἀναλαμβάνῃ δρᾶσιν ἀποκλειστικῶς ὁ βασιλεὺς Ἀλκίνοος.

Ἕτερον δέ, παραδοξότερον, προκύπτει ἀπὸ τὴν συνύπαρξιν τῶν ἀντιφατικῶν διαβεβαιώσεων ὅτι ἡ Ἀρήτη «γεννήθηκε ἀπὸ τοὺς ἴδιους γονιοὺς ὅπως καὶ ὁ Ἀλκίνοος» καὶ κατόπιν ὅτι ἡ Ἀρήτη εἶναι τέκνον τοῦ φονευθέντος ἀδελφοῦ τοῦ Ἀλκινόου Ῥηξήνορος, ἑπομένως ὁ σύζυγός της εἶναι ταυτοχρόνως ἀδελφὸς καὶ θεῖος της! Ὁ Thomson παρατηρεῖ: «Ἡ Ἀρήτη εἴταν μοναχοπαίδι, γι᾿ αὐτὸ παντρεύτηκε τὸν κοντινὸ συγγενὴ τοῦ πατέρα της. Κι αὐτὸ βρίσκεται μοναχὰ λίγες γραμμὲς ἀφοῦ διαβάσαμε πὼς ὁ Ἀλκίνοος καὶ ἡ Ἀρήτη “γεννήθηκαν ἀπὸ τοὺς ἴδιους γονιούς”. Οἱ μελετητὲς πολέμησαν νὰ σώσουν τὴν κατάσταση ἀποδίνοντας τὴ λέξη γιὰ τοὺς “γονιοὺς” γιὰ “προγόνους”, μὰ αὐτὸ τοὺς φέρνει μοναχὰ σ᾿ ἀντίθεση μὲ τὸν Ἡσίοδο, ποὺ περίγραψε τὸ ζευγάρι σὰν ἀδερφὸ κι ἀδερφή.» (ὅ.π., σ. 301-302).

Ἀφ᾿ οὗ, λοιπόν, ἡ λανθάνουσα μητριαρχικὴ παράδοσις ἐμφανίζεται ὡς ἔχουσα ἀναντίρρητον σχέσιν πρὸς ἀδελφομικτικοὺς θεσμούς, δὲν θὰ ἦτο παράδοξον ἂν παρόμοιοι ὑπεκρύπτοντο καὶ ὑπὸ τὴν στίλβουσαν ἐπιφάνειαν τῆς πατριαρχικῆς Ἰθάκης, ἂν δηλαδὴ ἡ Πηνελόπη ἦτο ὑπανδρευμένη -ἢ μᾶλλον νυμφευμένη- μὲ τὸν ἀδελφόν της, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εἶναι ἄλλος ἀπὸ τὸν Ὀδυσσέα.

Λαμβανομένου ὑπ᾿ ὄψει τοῦ γεγονότος ὅτι τὸ ὄνομα Ὀδυσσεὺς ἐμφανίζεται καὶ ὑπὸ τὸν τύπον Ὀλυσσεύς, τολμῶμεν ἐδῶ νὰ προτείνωμεν κάτι τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὀρθόν, θὰ ἐπιφέρῃ πλήρη ἀνατροπὴν εἰς τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον προσλαμβάνομεν τὸν ὀδυσσειακὸν μῦθον: Ὅτι δηλ. τὸ ὄνομα Ὀλυσσεὺς εἶναι εἰς τὴν πραγματικότητα παραφθορὰ τοῦ Ἀλυζεύς, ὀνόματος τοῦ ἀνδρὸς ὁ ὁποῖος, κατὰ τὸν Στράβωνα, ὑπῆρξε ἀδελφὸς τῆς Πηνελόπης.

Τὸ ὄνομα Ὀδυσσεύς (καὶ Ὀδυσεύς) θεωρεῖται «προελληνικόν», λόγῳ τῆς φωνητικῆς ποικιλίας τὴν ὁποίαν παρουσιάζει: Ὀλυσ(σ)εύς, Ὀλυτ(τ)εύς, Ὀλισεύς, Οὐλιξεύς, λατ. Ulixēs, πρβλ. καὶ Ὀλισ-σεῖδαι (= ὄνομα φράτρας εἰς Θήβας καὶ Ἄργος). Οἴκοθεν νοεῖται ὅτι ἡ ἐναλλαγὴ α/ο ἐν τοῖς Ἀλυζεύς / Ὀλυσσεὺς δύναται κάλλιστα νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὴν λεγομένην «προελληνικήν», τῆς ὁποίας θεωρεῖται λίαν σύνηθες φωνητικὸν φαινόμενον (ὁ E. Furnée καταγράφει ὀγδοήκοντα περιπτώσεις), π.χ. ἀρρωδέω / ὀρρωδέω, γράβιον / γοβρίαι, ἠπίαλος / ἠπίολος, καλύβη / κόλυβος κ.λπ.

Ἐὰν λοιπὸν ὁ σύζυγος τῆς Πηνελόπης Ὀδυσσεύς / Ὀλυσσεὺς ταυτίζεται μὲ τὸν ἀδελφόν της Ἀλυζέα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι μέσῳ τῆς μνηστηροφονίας συντελεῖται ἡ αἱματηρὰ μετάβασις ἀπὸ τῆς κυριαρχίας τῶν γυναικῶν εἰς τὴν πατριαρχίαν, ἡ ὁποία: α) Ἐπιβάλλει εἰς τὴν θέσιν τῆς γυναικείας κυριαρχίας τὴν ἰσχὺν τοῦ ἀνδρός β) Ἀντικαθιστᾷ τοὺς ἀδελφομικτικούς, ἐνδογαμικοὺς θεσμοὺς μὲ τὴν ἐξωγαμίαν καὶ γ) Ἀντικαθιστᾷ τὴν κυριαρχίαν τῶν νέων γυναικῶν (οἱονεὶ «νυμφαρχίαν») μὲ αὐτὴν    τῶν ἡλικιωμένων (ἀνδρῶν ἰδίᾳ).

Τὸ τελευταῖον ζήτημα συνδέεται μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην ἀποτελεῖ τὴν σημαντικωτέραν καινοτομίαν καὶ συμβολὴν τοῦ συγγραφέως τῆς Μελανθοῦς εἰς τὴν ἀνανέωσιν τῶν ὁμηρικῶν –οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ ἀνθρωπολογικῶν- σπουδῶν. Εἶναι δὲ τοῦτο ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν ἐπικουρίαν μητρογραμμικῶν / μητροτοπικῶν διευθετήσεων χαρακτηριζουσῶν εἰσέτι ἀπομεμονωμένας κοινωνίας τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, ὅπου, ὡς συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ἔξωσιν ἀπὸ τοῦ ἀνακτορικοῦ οἴκου τῶν γηραιῶν Λαέρτου καὶ Ἀντικλείας καὶ τὴν συμπαρομαρτοῦσαν ἐξαθλίωσίν των, παρατηρεῖται, πράγματι, ὡς λέγει ὁ συγγραφεύς, «ἡ διατήρηση τῶν εὐδιάκριτων ἰχνῶν μιᾶς διευθέτησης πού θέλει τούς γονεῖς, ἅμα τῆ γαμηλίῳ ἑνώσει τῆς πρωτοκόρης, νά φεύγουν ἀπό τό σπίτι καί νά καταδικάζωνται συχνά στήν ἔσχατη ἐξαθλίωση.». Ὁ πυρὴν τῆς ἐπαναστατικῆς ταύτης θεωρίας ἐνυπάρχει ἤδη εἰς προγενέστερον ἄρθρον τοῦ κ. Χρίστου Δάλκου, δημοσιευθὲν εἰς τὰ Πρακτικὰ τοῦ Γ΄ Διεθνοῦς Συνεδρίου γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ἐκδ. Δόμος, Ἀθήνα 2012, τ. Α΄, σ. 105 – 117, ὑπὸ τὸν τίτλον «Λανθάνουσες (ἀκόμη καὶ αὐτὸν τὸν Παπαδιαμάντη) μνῆμες “μητρωνυμικοῦ” δικαίου, στὸ διήγημα “Θάνατος κόρης”», ἄρθρον τοῦ ὁποίου τὴν κομβικὴν σημασίαν πρώτη καὶ μόνη -ἐξ ὅσων γνωρίζω- ἐπεσήμανε προσφάτως ἡ κ. Πόλυ Χατζημανωλάκη εἰς τὸ ἄρθρον της «”Θάνατος κόρης” στην εποχή του Ομήρου», ἐφ. Αυγή, 16-2-2016.

Τοιαύτη προσφυγὴ εἰς τὴν ἐπικουρίαν τῆς νεωτέρας παραδόσεως δὲν κρίνεται καθ᾿ ὁλοκληρίαν ἀποδοκιμαστέα, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι Ἰωάννης Κακριδῆς ἡρμήνευσεν τὸν μῦθον τοῦ Μελεάγρου τῇ βοηθείᾳ νεωτέρων ἑλληνικῶν παραμυθίων καὶ τὰ καθέκαστα τοῦ Ὀδυσσέως ἀναγνωρισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νεωτέρας παραλογῆς τοῦ «Γυρισμοῦ τοῦ ξενιτεμένου», ἀποτολμήσας μάλιστα νὰ σημειώσῃ καὶ τὰ ἑξῆς:

«… Στην Οδύσσεια τα σημάδια βρίσκονται διασπασμένα σε δύο αναγνωριστικές σκηνές και δίχως καμιά τάξη: στο ψ τα σημάδια της κρεβατοκάμαρας, στο ω του κορμιού και του περιβολιού. Αντίθετα, στο σημερινό τραγούδι χρησιμοποιούνται σε μιά μόνο σκηνή και τα τρία, κλιμακωμένα σκόπιμα σε μιά σειρά που προχωρεί από το πιο γνώριμο στο λιγώτερο γνώριμο (εξωτερικό του σπιτιού – εσωτερικό του σπιτιού – κορμί). Αυτή η δείνωση δείχνει, νομίζω, καθαρά, ότι η αρχική σύλληψη του θέματος βρίσκεται εδώ και όχι στις διασπασμένες σκηνές της Οδύσσειας» (Ἰωάννης Κακριδῆς, Ξαναγυρίζοντας στον Όμηρο, 1979, σ. 181).

Ὅθεν δὲν κατακρίνεται ἡ ἀξιοποίησις νεωτέρων μαρτυριῶν, ἀφ᾿ οὗ μάλιστα ἑρμηνεύουν ἱκανοποιητικῶς τὰ τῆς ἐξώσεως καὶ ἐξαθλιώσεως τοῦ Λαέρτου· ἐὰν δὲ ἐθέλωμεν νὰ προεκτείνωμεν τρόπον τινὰ τοὺς συλλογισμοὺς τοῦ συγγραφέως, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ σχεδὸν τεσσαρακοντοῦτις Πηνελόπη δὲν εὑρίσκεται πλέον εἰς ἡλικίαν γάμου ἀλλ᾿ ἀποσύρσεως μᾶλλον.

Διὰ τοῦτο καὶ ἡ «πορνικὴ» χαρακτηρισθεῖσα ἐμφάνισις τῆς Πηνελόπης ἐνώπιον τῶν μνηστήρων ἐν σ 206 – 213 ἔχει τι τὸ ἐξόχως παράδοξον, λαμβανομένης ἐπὶ πλέον ὑπ᾿ ὄψει τῆς ἐξ ἴσου παραδόξου ἀντιδράσεως τοῦ Ὀδυσσέως, ὁ ὁποῖος, ὡς ἀφελής, ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω, «κερατᾶς», ἐμφανίζεται χαίρων διότι ἡ τεσσαρακοντοῦτις σχεδὸν σύζυγός του, ὑπὲρ τὸ δέον νεάζουσα, ἀναρριπίζει τὰς ἐρωτικὰς ὁρμὰς τῶν μνηστήρων, ἐπιχειροῦσα δῆθεν νὰ ἀποσπάσῃ ἀπ᾿ αὐτῶν γαμήλια δῶρα.

Συνελόντι εἰπεῖν, παρ᾿ ὅτι εἶναι πιθανὸν ὡρισμέναι ἀπόψεις τοῦ συγγραφέως ἢ καὶ τοῦ ὁμιλοῦντος νὰ ἀμφισβητηθοῦν εἰς τὸ μέλλον ἢ καὶ νὰ ἀπορριφθοῦν τελεσιδίκως, ἐν τούτοις ἔχει κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον δίκαιον ἡ πρώτη συγγράψασα κριτικὴν ἀποτίμησιν τῆς «Μελανθοῦς» τοῦ κ. Χρίστου Δάλκου φιλόλογος κα Ἀνθούλα Δανιήλ, σημειοῦσα ἐν κατακλεῖδι: «Γοητευτικό σαν ανάγνωσμα, πληροφορητικό ως θέμα, ενδιαφέρον ως πρόβλημα. Και ιδού που το Ομηρικό Ζήτημα βρήκε άλλον έναν τρόπο να επανακάμψει.» (Ηλεκτρονικό «Φρέαρ», 1-2-2016).

ΝΕΑΡΧΟΣ ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ,

Ἀθῆναι, πολυχῶρος «Αἴτιον», τῇ 24ῃ Φεβρουαρίου 2016


[1] Διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ πράγματος, σημειοῦται ἐδῶ ὅτι ὁ ὑποφαινόμενος εἶμαι φιλόλογος, νεώτερος ἀδελφὸς τοῦ πάλαι ποτὲ ὑπάρξαντος καθηγητοῦ τοῦ κ. Χρίστου Δάλκου -καὶ ἐξόχως τιμωμένου ὑπ᾿ αὐτοῦ-  ἀειμνήστου Χαριλάου Παπαθανασίου. Ὅθεν, παρακληθεὶς ὑπὸ τοῦ παλαιοῦ μαθητοῦ τοῦ ἀδελφοῦ μου νὰ κρίνω τὸ πόνημά του, συνέγραψα τὴν ὡς ἄνω αὐστηρῶς φιλολογικὴν κριτικήν, μὲ ὅσην ἀντικειμενικότητα μοὶ ἐπέτρεπεν ἡ πρὸς τὸν κρινόμενον οἰκειότης. Ἡ φιλολογικὴ αὕτη κριτικὴ ἀνεγνώσθη ὑπὸ τοῦ κ. Χρίστου Δάλκου τὴν 24ην  Φεβρουαρίου 2016 -ἤμην, ἐνθυμοῦμαι, τότε, κλινήρης-, κατὰ τὴν παρουσίασιν τῆς Μελανθοῦς εἰς τὸν πολυχῶρον «Αἴτιον», ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς λογοτεχνικῆς κριτικῆς τοῦ κ. Ἀντωνίου Ζέρβα, μέρος τῆς ὁποίας ἐδημοσιεύθη εἰς τὸ 15ον τεῦχος τοῦ Φρέατος.