Χαν Κανγκ, Οι καρποί της γυναίκας μου (1/2)

DH-mR_zXsAAz_HA1-e1509890004851

~.~

ΧΑΝ ΚΑΝΓΚ

Οι καρποί της γυναίκας μου

Μετάφραση από τα αγγλικά (βασισμένη στη μετάφραση της Ντέμπορα Σμιθ): Μαρία Σ. Μπλάνα

~.~

1

Ήταν τέλη Μαΐου όταν πρωτοείδα τις μελανιές στο σώμα της γυναίκας μου. Εκείνη τη μέρα, μυριάδες πέταλα πασχαλιάς έπεφταν, σαν κομμένες γλώσσες, στο παρτέρι πλάι στο γραφείο του επιστάτη, και το πλακόστρωτο στην είσοδο του οίκου ευγηρίας ήταν τελείως σκεπασμένο με λευκά άνθη που μαραίνονταν, καθώς τα τσαλαπατούσαν τα παπούτσια των περαστικών.

Ο ήλιος σχεδόν μεσουρανούσε.

Ηλιαχτίδες, στο χρώμα της σάρκας ώριμου ροδάκινου, ξεχυνόντουσαν στο πάτωμα του καθιστικού, φανερώνοντας άπειρα σωματίδια σκόνης και γύρης.

Αυτό το γλυκανάλατο, χλιαρό ηλιόφως έπεφτε πάνω στο πίσω μέρος της λευκής μου φανέλας, καθώς η γυναίκα μου κι εγώ ξεφυλλίζαμε την Κυριακάτικη πρωινή εφημερίδα.

Η βδομάδα που μόλις είχε τελειώσει άφησε κι αυτή το στίγμα της εξάντλησης που ένιωθα μήνες τώρα. Τα σαββατοκύριακα επέτρεπα στον εαυτό μου να χουζουρεύει ως αργά, κι έτσι είχα ξυπνήσει μόλις πριν από λίγα λεπτά. Μουδιασμένος, γύρισα πλευρό για να βολέψω καλύτερα τα νωθρά μου μέλη, διαβάζοντας αδιάφορα την εφημερίδα, όσο πιο αργά γινόταν.

«Μπορείς να ρίξεις μια ματιά; Δεν ξέρω γιατί αυτές οι μελανιές επιμένουν».

Τα λόγια της γυναίκας μου ήχησαν στ’ αυτιά μου πιο πολύ σαν μια διατάραξη του πέπλου της σιωπής, παρά σαν μια πρόταση με νόημα. Την κοίταξα αφηρημένος.

Σα να με τσίμπησε μύγα, ανακάθισα απότομα στο κρεβάτι. Μαρκάροντας με το δάχτυλό μου το σημείο που διάβαζα, στην εφημερίδα, έτριψα τα μάτια μου με την ανάστροφη της παλάμης μου. Η γυναίκα μου είχε ανασηκώσει το φανελάκι της μέχρι το σουτιέν – εδώ κι εκεί μώλωπες, σαν στάμπες, κηλίδωναν την κοιλιά και την πλάτη της.

«Τι – πώς έγινε αυτό;»

Έστρεψε λίγο τη μέση της ίσα για να δω τους σπονδύλους της, ν’ αναρριχώνται, ξεκινώντας απ’ το φερμουάρ της πλισέ φούστας της. Θαμποί μπλε μώλωπες, στο μέγεθος της γροθιάς ενός νεογνού, που φαινόντουσαν τόσο καθαρά λες κι είχαν τυπωθεί με μελάνι.

«Λοιπόν; Τι είναι αυτά;» Ο αιχμηρός, επίμονος τόνος μου αντήχησε στα εξήντα τετραγωνικά του διαμερίσματός μας.

«Δεν έχω ιδέα… Υπέθεσα πως μάλλον χτύπησα πάνω σε κάτι χωρίς να το καταλάβω, και πως τα σημάδια θα έφευγαν… αλλά, αυτά ολοένα και μεγαλώνουν».

Η γυναίκα μου απέφευγε το βλέμμα μου σαν άτακτο παιδί που πιάστηκε στα πράσα. Μετανιώνοντας λίγο που της μίλησα σα να την επιπλήττω, έκανα μια προσπάθεια να μαλακώσω τον τόνο μου.

«Πονάς;»

«Όχι, καθόλου. Δε νιώθω τίποτα, εκεί που είναι οι μελανιές. Αλλά, ξέρεις, αυτό είναι που με ανησυχεί ακόμα περισσότερο».

Η ένοχη έκφραση που είδα για μια στιγμή να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό της χάθηκε δίχως ίχνος και τη θέση της πήρε ένα αχνό, παράταιρο χαμόγελο. Αυτό το χαμόγελο έπαιζε στα χείλη της γυναίκας μου, καθώς ρώτησε αν θα έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο.

Εξέτασα το πρόσωπο της γυναίκας μου μ’ ένα ψυχρό, νηφάλιο βλέμμα – ένιωθα, παραδόξως, σα να με χώριζε μεγάλη απόσταση από αυτό που συνέβαινε. Το πρόσωπο που είχα απέναντί μου έμοιαζε ανοίκειο. Έμοιαζε ανοίκειο, σχεδόν εξωπραγματικό – κάτι που δεν θα περίμενε κανείς δεδομένου ότι μέναμε μαζί εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια.

Η γυναίκα μου ήταν τρία χρόνια μικρότερή μου, είχε μόλις κλείσει τα είκοσι εννέα. Το πρόσωπό της την έκανε να μοιάζει εκνευριστικά μικρότερη όταν βγαίναμε, προτού παντρευτούμε – συχνά την έπαιρναν για μαθήτρια. Τώρα είχε πάνω του καθαρά τα σημάδια της κούρασης, που έκαναν αντίθεση με την έκφραση αθωότητας που της έδιναν τα ολοστρόγγυλα μάτια της. Μάλλον δύσκολα θα την μπέρδευε πια κανείς με μαθήτρια, ή έστω φοιτήτρια. Μάλιστα, έμοιαζε πια μεγαλύτερη απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα. Τα μάγουλά της, σαν άγουρα μήλα που μόλις άρχιζαν να κοκκινίζουν, ήταν βαθουλωτά, σαν πηλός που είχε πιεστεί προς τα μέσα. Η μέση που κάποτε ήταν απαλή κι ευλύγιστη σαν μίσχος λουλουδιού, η κοιλιά που κάποτε είχε τις πιο ελκυστικές καμπύλες, τώρα πια ήταν θλιβερά ισχνή.
Πάσχισα να θυμηθώ πότε ήταν η τελευταία φορά που είχα δει τη γυναίκα μου γυμνή, με αναμμένο το φως. Σίγουρα όχι τον τελευταίο χρόνο – δεν ήμουν καν βέβαιος για πέρυσι.

Πώς είναι δυνατόν να μην είχα προσέξει τόσο έντονες μελανιές στο σώμα του μοναδικού ανθρώπου με τον οποίο ζούσα; Προσπάθησα να μετρήσω τις λεπτές ρυτίδες που ξεχώριζαν στις γωνίες των ματιών της γυναίκας μου. Κι ύστερα της είπα να γδυθεί εντελώς. Τα ζυγωματικά της, που από την απώλεια βάρους προεξείχαν άσχημα, κοκκίνισαν ξαφνικά. Προσπάθησε να υπεκφύγει.

«Κι αν κάποιος με δει;»

Σε αντίθεση με τα περισσότερα διαμερίσματα, που έβλεπαν σε εσωτερική αυλή ή σε παρκινγκ, το δικό μας μπαλκόνι έβλεπε στον κεντρικό δρόμο. Η κοντινότερη πολυκατοικία απείχε κάπου τρεις δρόμους από τη δική μας, μιας κι εκτός από τον κεντρικό δρόμο μας χώριζε από αυτήν και το ποτάμι Τσανγκ-Νανγκ, κι έτσι θα ήταν αδύνατο να τη δει κανείς από κάποιο διαμέρισμα – εκτός αν χρησιμοποιούσε ένα πολύ καλό τηλεσκόπιο. Και σίγουρα δεν υπήρχε κίνδυνος να δει το σαλόνι μας από το δρόμο κάποιος από τους οδηγούς καθώς θα πέρναγε, με το αμάξι του. Επομένως κατάλαβα πως η ένσταση της γυναίκας μου ήταν ένδειξη ντροπής. Όταν ήμασταν νιόπαντροι, τα σαββατοκύριακα, στο ίδιο αυτό σαλόνι, μ’ ολάνοιχτη τόσο τη μπαλκονόπορτα όσο και το παράθυρο στον αντικρινό τοίχο, σε μια προσπάθεια να μετριάσουμε τον αποπνικτικό Αυγουστιάτικο καύσωνα, κάναμε έρωτα αρκετές φορές μέσα στη μέρα, εξερευνώντας αδέξια αυτή την τόσο καινούρια για μας αίσθηση, ώσπου στο τέλος υποκύπταμε στην εξάντληση.

Ύστερα από ένα χρόνο περίπου, είχαμε πια συνηθίσει τον έρωτά μας, κι η θέρμη των πρώτων εκείνων ημερών σταδιακά υποχώρησε. Η γυναίκα μου πήγαινε σχετικά νωρίς για ύπνο, κοιμόταν μάλιστα ασυνήθιστα βαθιά. Όταν αργούσα να γυρίσω σπίτι, ήταν σίγουρο πως εκείνη θα είχε ήδη αποκοιμηθεί. Δεν υπήρχε κάποιος να με υποδεχτεί όταν γύριζα το κλειδί στην εξώπορτα κι έμπαινα στο διαμέρισμα, κι έτσι πλενόμουν κι έμπαινα μόνος στο σκοτεινό δωμάτιο, όπου ο αδιατάρακτος ρυθμός της αναπνοής της μου φαινόταν ανεξήγητα μοναχικός. Αν την αγκάλιαζα, με την ελπίδα να απαλύνω αυτή τη μοναξιά, τα μισάνοιχτα, βαριά απ’ τον ύπνο μάτια της, δε μου έδιναν κανένα σημείο για το αν της άρεσε που την αγκάλιαζα ή όχι. Μόνο χάιδευε με τα σιωπηλά δάχτυλά της τα μαλλιά μου ώσπου οι κινήσεις του σώματός μου σταματούσαν εντελώς.

«Εντελώς; Θέλεις να γδυθώ εντελώς;»

Tο πρόσωπό της συσπάστηκε πασχίζοντας να καταπνίξει ένα ξέσπασμα δακρύων, καθώς η γυναίκα μου τύλιξε το εσώρουχο που μόλις είχε βγάλει μες στις χούφτες της και κάλυψε μ’ αυτές την ηβική της περιοχή.

Και να, το γυμνό της σώμα, πλήρως εκτεθειμένο στην ανοιξιάτικη λιακάδα. Στ’ αλήθεια είχε περάσει πολύς καιρός.

Κι όμως, μου ήταν αδύνατο να νιώσω έστω και την παραμικρή αίσθηση ερωτικής επιθυμίας. Βλέποντας τις κιτρινοπράσινες μελανιές στα οπίσθια, στα πλευρά, στα καλάμια, ακόμα και στο εσωτερικό των μηρών της, κυριεύτηκα άξαφνα από θυμό, και σε μια στιγμή, το ίδιο άξαφνα, ο θυμός έδωσε τη θέση του σε μια ανεξήγητη μελαγχολία. Αναρωτήθηκα: είχε στ’ αλήθεια ο ύπνος σβήσει απ’ το μυαλό αυτής της γυναίκας, που τόσο εύκολα αφαιρούνταν, την ανάμνηση ενός περιπάτου στο δρόμο, νωρίς κάποιο απόγευμα – με τις αισθήσεις της το δίχως άλλο νωθρές από την ήδη περιπίπτουσα κουρτίνα του ύπνου – και τη στιγμή της πρόσκρουσης μ’ ένα αυτοκίνητο που κινούταν αργά, ή ίσως ένα παραπάτημα κι ύστερα μια πτώση, στο σκοτεινό κλιμακοστάσιο της πολυκατοικίας μας;

Το σώμα της γυναίκας μου, καθώς στεκόταν εκεί κρύβοντας την ηβική της περιοχή, ενώ το απογευματινό, ανοιξιάτικο ηλιόφως έπεφτε πάνω στην πλάτη της, κι ενώ εκείνη ρωτούσε αφηρημένα αν θα έπρεπε να πάει στο νοσοκομείο, ήταν ένα θέαμα τόσο θλιβερό, οικτρό, άθλιο, που κυριεύτηκα από μια θλίψη που είχα πολύ καιρό να νιώσω. Εγώ έφταιγα για το κοκαλιάρικο σώμα της.

~.~

2

Υπέθεσα πως όλα θα πήγαιναν καλά. Κι έτσι, αγκάλιασα το κοκαλιάρικο περίγραμμα της γυναίκας μου εκείνη την ανοιξιάτικη μέρα και είπα «Αν δεν σε πονάνε οι μελανιές, σίγουρα θα εξασθενίσουν, σύντομα. Πώς τα κατάφερες να γίνεις έτσι;» Μαλάκωσα τη μομφή γελώντας δυνατά.

Ένα βράδυ, αρχές καλοκαιριού ήταν, ο ποτισμένος από τη ζέστη λίβας χάιδευε με τα κολλώδη δάχτυλά του τα φύλλα των ψηλών πλατάνων, ενώ τα αιμάτινα μάτια των οχημάτων στους δρόμους τρεμόπαιζαν απ’ το φως στο σκοτάδι. Η ώρα ήταν προχωρημένη. Η γυναίκα μου, που καθόταν απέναντί μου στο τραπέζι καθώς δειπνούσαμε, άφησε το κουτάλι της να πέσει άτσαλα. Είχα ξεχάσει εντελώς τις μελανιές της.

«Να, είναι περίεργο… ρίξε άλλη μια ματιά».

Αφού εξέτασα τα κοκκαλιάρικα μπράτσα που εξείχαν απ’ το κοντομάνικό της, η γυναίκα μου έβγαλε σβέλτα το μπλουζάκι και το σουτιέν της. Ασυναίσθητα, πριν προλάβω να το συγκρατήσω, άφησα ένα κοφτό μουγκρητό.

Τα σημάδια που την περασμένη άνοιξη ήταν στο μέγεθος της γροθιάς ενός μωρού, τώρα έμοιαζαν σαν μεγάλα κληματόφυλλα. Κι είχαν σκουρύνει κιόλας. Είχαν το μουντό χρώμα των κλαδιών της ιτιάς, που τ’ απαλό τους πράσινο μπλεδίζει κάπως, στην αρχή του καλοκαιριού.

Άπλωσα ένα τρεμάμενο χέρι και χάιδεψα τον μελανιασμένο ώμο της γυναίκας μου, κι ένιωθα πως άγγιζα ένα ξένο σώμα. Πόσο θα πρέπει να πονούσε, με τέτοιες μελανιές!…

Καθώς το σκεφτόμουν, πρόσεξα πως ακόμα και το πρόσωπό της είχε μια ιδιρίζουσα γυαλάδα, σαν να είχε εμποτιστεί με νερομπογιά. Τα μαλλιά της, που άλλοτε ήταν λαμπερά, ήταν ξηρά κι εύθραυστά σαν φύλλα ραδικιού. Οι βολβοί των ματιών της είχαν πάρει χρώμα λουλακί, λες και το χρώμα από τις ασυνήθιστα μαύρες κόρες τους είχε εξαπλωθεί. Τα μάτια της γυάλιζαν, υγρά.

«Τι μου συμβαίνει; Έχω συνεχώς την επιθυμία να βγω έξω, αλλά με το που βγαίνω… με το που βλέπω το φως του ήλιου, με πιάνει μια ακατανίκητη λαχτάρα να πετάξω από πάνω μου τα ρούχα μου. Είναι λες και το σώμα μου δεν τα αντέχει». Η γυναίκα μου σηκώθηκε κι είδα το μαραζωμένο, γυμνό της σώμα, πιο καθαρά από ποτέ. «Προχτές, βγήκα στο μπαλκόνι γυμνή, και στάθηκα πλάι στο πλυντήριο. Ήξερα ότι μπορεί να με έβλεπε κάποιος… και δεν προσπάθησα καν να καλύψω τον εαυτό μου… σαν να ‘μουν τρελή!» Εγώ καθόμουν κι απλώς κοίταζα το κοκκαλιάρικο σώμα της γυναίκας μου καθώς με πλησίαζε, παίζοντας νευρικά στα δάχτυλά μου τα τσόπστικς που κρατούσα. «Και η όρεξή μου έχει κοπεί. Αν και πίνω πολύ περισσότερο νερό απ’ όσο συνήθιζα… δεν μπορώ να τελειώσω ούτε μισό μπολ ρύζι τη μέρα. Κι επειδή δεν τρώω κανονικά, πιστεύω πως το πεπτικό μου σύστημα δεν λειτουργεί κανονικά… ακόμα κι αν φάω με το ζόρι, δεν μπορώ να το χωνέψω και καταλήγω να κάνω εμετό». Έπεσε στα γόνατα σαν μαριονέτα που κόπηκαν οι σπάγκοι που τη συγκρατούσαν, κι έθαψε το πρόσωπό της πάνω στο γόνατό μου. Δεν μπορεί… έκλαιγε; Ένα ζεστό, υγρό μπάλωμα σχηματίστηκε στη φόρμα μου.

«Έχεις ιδέα πώς είναι να ξερνάς όλη τη μέρα; Σα να έχεις ναυτία ενώ είσαι στη στεριά. Είναι αδύνατο να σταθείς όρθιος, πρέπει να καμπουριάζεις από τον πόνο, το κεφάλι σου πονάει λες και τα μάτια σου βυθίζονται μέσα του, οι ώμοι σου είναι άκαμπτοι σαν ξύλο, τα σάλια σου τρέχουν, μαζί με κίτρινο οξύ απ’ το στομάχι σου, πάνω στο πλακόστρωτο, πάνω στις ρίζες των δέντρων στο δρόμο…»

Ένας οξύς ήχος ακουγόταν απ’ τη λάμπα φθορίου που είχε σχεδόν καεί, σαν κλαψούρισμα εντόμου. Κάτω απ’ το πηχτό φως, η γυναίκα μου, με μια μελανιά στην πλάτη της μεγάλη σαν φύλλο συκιάς, κατόρθωσε να πνίξει το κλαψούρισμα που έβγαινε από μέσα της.

«Πήγαινε στο νοσοκομείο», της είπα, κοιτάζοντάς την κατά πρόσωπο. «Αύριο κιόλας, πήγαινε στο παθολογικό».

Το υγρό, κηλιδωμένο πρόσωπό της δεν βλεπόταν. Της χαμογέλασα πλατιά, καθώς τα δάχτυλά μου τεντώθηκαν χαϊδεύοντας τα ξηρά μαλλιά της. «Και πρόσεχε πώς θα πας. Δεν θες να χτυπήσεις ξανά. Δεν είσαι μικρό παιδί, να πέφτεις και να κουτουλάς σε πράγματα».

Το υγρό πρόσωπο της γυναίκας μου χαμογέλασε, τρέμοντας, κι ένα δάκρυ που κρεμόταν απ’ τα χείλη της μάκρυνε κι ύστερα έσταξε.

~.~

3

Έκλαιγε, αλήθεια, ανέκαθεν με τόση ευκολία η γυναίκα μου; Όχι. Την πρώτη φορά που την είδα να κλαίει ήταν είκοσι-έξι χρονών.

Όταν ήταν νέα είχε περισσότερο την τάση να γελά, η φωνή της αντηχούσε πάντα μ’ έναν λαμπερό απόηχο, χρωματισμένη απ’ το γέλιο της. Άκουσα εκείνη τη φωνή – που η ήρεμη ωριμότητά της έδενε παράδοξα με τη νεανική εμφάνιση της γυναίκας μου – να τρέμει για πρώτη φορά, όταν μου είπε: «Μισώ τη ζωή στους ουρανοξύστες της Σεούλ».

«Εφτακόσιες χιλιάδες άνθρωποι στοιβαγμένοι όλοι μαζί, αισθάνομαι λες και θα μαραζώσω και θα πεθάνω εδώ. Σιχαίνομαι όλες αυτές τις εκατοντάδες χιλιάδες πανομοιότυπα κτίρια, πανομοιότυπες κουζίνες, πανομοιότυπα ταβάνια, πανομοιότυπες τουαλέτες, μπανιέρες, μπαλκόνια και ασανσέρ, μισώ τα πάρκα, τους κοινόχρηστους χώρους, τα μαγαζιά, τους πεζόδρομους. Τα μισώ όλα».

«Τι μύγα σε τσίμπησε;» είπα σαν να κατευνάζω ένα κακομαθημένο παιδί – πιο πολύ εντύπωση μου είχε κάνει η ηρεμία της φωνής της γυναίκας μου παρά τα όσα έλεγε. «Τι το κακό υπάρχει στο να μένουν μερικοί άνθρωποι κοντά ο ένας στον άλλον;»

Η έκφρασή μου σκλήρυνε καθώς κοίταζα τη γυναίκα μου στα μάτια. Στα λαμπερά, γεμάτα ζωντάνια μάτια της.

«Πάντα φρόντιζα να νοικιάζω διαμερίσματα κοντά στο εμπορικό κέντρο και στα μαγαζιά. Μετακόμιζα μόνο σε μέρη που έβριθαν από ζωή, από ανθρώπους, όπου οι παλμοί της μουσικής ξεχύνονταν στους δρόμους και τα το μποτιλιάρισμα μπλόκαρε τις λεωφόρους και τα αυτοκίνητα κόρναραν ασταμάτητα. Δεν θ’ άντεχα διαφορετικά. Δεν θ’ άντεχα να είμαι μόνη». Η γυναίκα μου σκούπιζε τα δάκρυα απ’ τα μάγουλά της με την ανάστροφη του χεριού της, μα νέες αυλακιές ανάβλυζαν συνεχώς. «Και τώρα, είναι λες και θα πεθάνω από μια αρρώστια που δεν λέει να φύγει. Λες και δεν μπορώ να κατέβω από εδώ πάνω, απ’ τον δέκατο τρίτο όροφο, λες και δεν μπορώ να βγω έξω».

«Μα γιατί το κάνεις τόσο θέμα; Σοβαρά τώρα, υπερβάλεις».

Τον πρώτο χρόνο που μείναμε σ’ αυτά τα πολυώροφα συγκροτήματα διαμερισμάτων η γυναίκα μου αρρώσταινε αρκετά συχνά. Είχε συνηθίσει το πιο φυσικό περιβάλλον των διαμερισμάτων που νοίκιαζε στις συνοικίες της Σεούλ που απλωνόντουσαν πάνω στους λόφους της πόλης, και το σώμα της φαινόταν να αντιδρά στη ζωή σ’ ένα περίκλειστο διαμέρισμα με κεντρική θέρμανση. Σύντομα, τα επίπεδα της ενέργειάς της έπεσαν κατακόρυφα, καθώς η μόνη σωματική δραστηριότητα που έκανε, πλέον, ήταν η ανάβαση μιας απότομης ανηφόρας μια φορά την ημέρα, προκειμένου να πάει στον ασήμαντο εκδοτικό οίκο όπου δούλευε για πενταροδεκάρες.

Δεν ήταν όμως ο γάμος μας η αιτία που άφησε τη δουλειά της. Για την ακρίβεια είχε ήδη παραιτηθεί, πρόσφατα μάλιστα, όταν της μίλησα σοβαρά για γάμο. Είχε σηκώσει όλες τις οικονομίες της – ό,τι είχε μπορέσει να βάλει στην άκρη από το μισθό και το επίδομά της, κι από τυχόν υποαπασχόληση τα Σαββατοκύριακα – και σχεδίαζε να φύγει από τη χώρα.

«Θέλω να αρχίσω μια νέα ζωή», είχε πει, εκείνο το απόγευμα πριν τη μέρα που υπέβαλε επιτέλους την παραίτησή της στον προϊστάμενό της. Μου είχε πει πως ήθελε να καθαρίσει το μολυσμένο αίμα που έπηζε στις φλέβες της, να γεμίσει τα κουρασμένα πνευμόνια της με φρέσκο αέρα. Το να ζήσει και να πεθάνει ελεύθερα ήταν το όνειρό της από παιδί, είχε πει. Το ανέβαλε γιατί δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, τώρα όμως ένιωθε πως είχε αρκετές οικονομίες για να κάνει το όνειρό της πραγματικότητα. Σκόπευε να διαλέξει μια χώρα, να μείνει εκεί για περίπου έξι μήνες, και ούτω καθεξής. «Θέλω να το κάνω προτού πεθάνω, ξέρεις», είχε πει, κρυφογελώντας. «Θέλω να δω την άκρη της γης. Να φτάσω όσο πιο μακριά γίνεται, βήμα-βήμα».

Στο τέλος όμως, αντί για εξόρμηση στην άκρη της γης, η γυναίκα μου είχε ρίξει όλες τις πενιχρές οικονομίες της στην εγγύηση γι’ αυτό εδώ το διαμέρισμα και στα έξοδα του γάμου μας. Μου εξήγησε αυτή της την επιλογή με μια σύντομη φράση, λέγοντας πως το έκανε «γιατί δεν μπορώ και να σε αποχωριστώ». Πόσο αληθινό ήταν εκείνο το όνειρό της, εκείνο το όνειρο για ελευθερία; Υπέθεσα όχι και τόσο, μιας και το εγκατέλειψε τόσο απλά. Θα πρέπει να ήταν όλο αυτό μια ουτοπική, ρομαντική ψευδαίσθηση, και τίποτα περισσότερο: απίθανο, όπως τα σχέδια που κάνει ένα παιδάκι να ταξιδέψει στο φεγγάρι. Θα πρέπει να το κατάλαβε και η ίδια στο τέλος, κι εγώ αισθανόμουν πολύ περήφανος, καθώς σκεφτόμουν πως μάλλον εγώ ήμουν αυτός που προκάλεσε την αργοπορημένη αυτή συνειδητοποίηση.

Το ήξερα πως μάλλον ήταν λόγω των πολύ συχνών πόνων που ένιωθε, μα όταν έβλεπα τη γυναίκα μου να στέκεται με το μάγουλό της κολλημένο στη τζαμαρία του μπαλκονιού, με τους λεπτούς της ώμους να γέρνουν σαν όψιμα φύλλα λάχανου καθώς κοίταζε τα αυτοκίνητα που περνούσαν κάτω στο δρόμο, η καρδιά μου βούλιαζε. Ήταν τόσο ακίνητη που μόνο ο απίστευτα ισχνός ήχος της ανάσας της πρόδιδε πως ήταν ακόμα ζωντανή – λες και δύο αόρατα χέρια βάραιναν τους ώμους της, λες και μια γιγάντια σιδερένια σφαίρα, κρεμασμένη από μια αόρατη αλυσίδα, την εμπόδιζε να κουνήσει έστω κι έναν μυ.

Στη μέση της νύχτας, τις πρώτες πρωινές ώρες, η γυναίκα μου ξύπναγε ξαφνικά, τρομαγμένη από κάποιο ταξί ή μηχανάκι που θα πέρναγε που και πού, γκαζώνοντας πάνω στον κατά τα άλλα έρημο δρόμο. «Είναι σα να ‘ναι ο δρόμος που κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα και όχι τα αυτοκίνητα…», είπε, «λες και παρασέρνει κι αυτό το διαμέρισμα μαζί του». Ακόμα κι όταν οι ήχοι των μηχανών είχαν σβήσει σχεδόν, στο βάθος του δρόμου, κι είχε πια αποκοιμηθεί ξανά, το πρόσωπο της γυναίκας μου ήταν κατάχλωμο.

Μια τέτοια νύχτα, η γυναίκα μου σαν να ‘ταν μέσα σε όνειρο μουρμούρισε, με φωνή βραχνή, σαν ψίθυρο: «Όλα αυτά, από πού ήρθαν … για πού τρέχουν;».

~.~

4

Το επόμενο απόγευμα, όταν άνοιξα την εξώπορτα και μπήκα στο διαμέρισμα είδα πως η γυναίκα μου είχε έρθει να με υποδεχτεί, έχοντας ακούσει, καθώς φαίνεται, τα βήματά μου στο διάδρομο. Ήταν ξυπόλυτη και η καμπύλη των νυχιών της, που δεν τα έκοβε τόσο συχνά όσο θα έπρεπε, γυάλιζε, λευκή.

«Τι είπαν στο νοσοκομείο;»

Σιωπή. Αφού με παρατήρησε, σιωπηλή, καθώς έβγαζα τα παπούτσια μου, η γυναίκα μου γύρισε έπειτα κι απομακρύνθηκε, σπρώχνοντας πίσω απ’ το αυτί της μια τούφα θαμπά μαλλιά που έπεφταν πάνω στο μάγουλό της.

Εκείνο το προφίλ, σκέφτηκα. Θυμήθηκα πώς, την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, μείναμε σιωπηλοί για λίγο όταν ο προϊστάμενός μου – αυτός μας σύστησε – σηκώθηκε και μας άφησε μόνους, και πόσο με αναστάτωσε η αινιγματική έκφραση στο πρόσωπο αυτής που έμελλε να γίνει η γυναίκα μου. Την έκανε να μοιάζει σα να ταξίδευε κάπου μακριά, σε κάποιο απροσδιόριστο, μυστικό μέρος. Σ’ εκείνο το πρόσωπο, που με την πρώτη ματιά φαινόταν απλώς φωτεινό και γλυκό, μπόρεσα να διακρίνω μια απρόσμενη μοναξιά, παράταιρη, λες κι ήταν αποτυπωμένη στο πρόσωπο κάποιου άλλου, κι ήταν αυτό που μ’ έκανε να πιστέψω, εκείνη τη στιγμή, ότι μπορούσε να με καταλάβει. Κι ήταν τότε που αυτή η πίστη, σε συνδυασμό με το αλκοόλ που είχα πιει, με έκανε της εξομολογηθώ πως ήμουν μόνος σ’ όλη μου τη ζωή, και τότε η εικοσιεξάχρονη κοπέλα που έμελλε να γίνει η γυναίκα μου, ακριβώς όπως και τώρα, γύρισε το πρόσωπό της προς έναν μακρινό ορίζοντα, αφήνοντας με αντιμέτωπο με το ίδιο ψυχρό, ανέκφραστο προφίλ που αντίκριζα αυτή τη στιγμή.

«Πήγες στο νοσοκομείο, έτσι;» Η γυναίκα μου έγειρε το κεφάλι της σε μια ελάχιστη εκδήλωση νεύματος. Γύρισε άραγε το κεφάλι της αλλού για να κρύψει την άρρωστη όψη της, ή επειδή έκανα κάτι λάθος; «Σε παρακαλώ μίλησέ μου. Τι είπε ο γιατρός;»

«Ότι όλα είναι εντάξει» είπε εκείνη, μα ακούστηκε σαν δικαιολογία παρά σαν δήλωση. Η φωνή της ήταν τρομακτικά άχρωμη.

Σ’ εκείνη την πρώτη μας συνάντηση, ήταν η φωνή της που με τράβηξε πιο πολύ σ’ εκείνη. Δεν ξέρω γιατί, μα η φωνή της μου έφερε στο μυαλό την εικόνα ενός περίτεχνα λουστραρισμένου, στιλπνού τραπεζιού τσαγιού – ένα από εκείνα τα κομψά έπιπλα όπου σερβίρει κανείς μόνο τους σημαντικούς καλεσμένους, το πιο εκλεκτό τσάι, στο ακριβότερο σερβίτσιο. Εκείνο το βράδυ, προφανώς καθόλου συγκινημένη απ’ την αθέλητη εξομολόγησή μου, η γυναίκα μου αποκρίθηκε ως συνήθως σε τόνο ψυχρό και συγκροτημένο. Εγώ, είχε πει, εγώ θέλω να ζήσω τη ζωή μου δίχως να στεριώσω κάπου.

Ύστερα, της μίλησα σχετικά με τα φυτά. Της είπα για ένα όνειρο που είχα δει, όπου το μπαλκόνι ήταν γεμάτο μεγάλες γλάστρες, μέσα στις οποίες φύτρωναν μαρούλια και γιασεμιά. Το καλοκαίρι, μικροσκοπικά λουλουδάκια ξετυλιγόντουσαν στους μίσχους του γιασεμιού, σα νιφάδες χιονιού. Και στην κουζίνα, συνέχισα, υπήρχαν φύτρες φασολιών. Αυτό έκανε τη γυναίκα μου να χαμογελάσει κάπως. Με κοίταζε λες κι όλη αυτή η κουβέντα μου για τα φυτά ήταν εντελώς αταίριαστη με την εικόνα που είχε σχηματίσει για μένα. Προσπαθώντας να πιαστώ απ’ την άκρη εκείνου το εύθραυστου, αθώου χαμόγελου που έσβηνε, είπα ξανά: «Ήμουν μόνος σ’ όλη μου τη ζωή».

Μετά το γάμο μας, γέμισα το μπαλκόνι με γλάστρες, ακριβώς όπως της είχα πει, αλλά κανείς απ’ τους δυο μας δεν αποδείχτηκε ιδιαίτερα επιδέξιος κηπουρός. Ακόμα και τα πιο ανθεκτικά φυτά, που δεν χρειαζόντουσαν θα έλεγε κανείς παρά μόνο τακτικό πότισμα, μαράγκιαζαν και πέθαιναν πριν προλάβουν να ανθίσουν.

Κάποιος είπε πως το διαμέρισμά μας ήταν πολύ ψηλά, κι επομένως πολύ απομακρυσμένο από την ενέργεια του εδάφους. Κάποιος άλλος υποστήριξε πως ο λόγος που πέθαιναν τα φυτά μας ήταν η κακή ποιότητα του αέρα και του νερού. Μας είπαν ακόμα πως δεν είχαμε αρκετή υπομονή για να φροντίσουμε ζωντανά πλάσματα, μα αυτό απείχε απ’ την αλήθεια. Ο τρόπος με τον οποίο η γυναίκα μου αφοσιώθηκε με όλη της την καρδιά στη φροντίδα εκείνων των φυτών, ξεπερνούσε κάθε προσδοκία. Κάθε φορά που μαραινόταν ένα μαρούλι ή ένα γιασεμί, εκείνη βυθιζόταν στη θλίψη όλη μέρα, ενώ αν κάποιο απ’ τα φυτά έδειχνε να κρατιέται πεισματικά στη ζωή, τριγύριζε χαρούμενη, σιγοτραγουδώντας ένα σκοπό.

Δεν ξέρω γιατί, τίποτα δεν είχε απομείνει πια στις μακρόστενες γλάστρες, εκτός από ξερό χώμα. Πού είχαν πάει, αναρωτήθηκα, όλα εκείνα τα νεκρά φυτά; Τι είχαν απογίνει εκείνες οι βροχερές μέρες που έβαζα τα γλαστράκια στο περβάζι, να λουστούν στη δροσερή βροχή, που είχαν πάει όλες εκείνες οι μέρες της νιότης;

Η γυναίκα μου μου είχε πει, «Ας φύγουμε κάπου πολύ μακριά, μόνο οι δυο μας». Σε αντίθεση με τα φυτά, που φαινόντουσαν να ζωντανεύουν κάπως κάθε που δροσιζόντουσαν σ’ εκείνη την αναζωογονητική βροχή, η γυναίκα μου φαινόταν να μαραίνεται ολοένα και περισσότερο, καθώς βυθιζόταν σε μία όλο και πιο βαθιά θλίψη. «Είναι αδύνατο να ζήσει κανείς σ’ αυτό το αποπνικτικό μέρος», είπε, τεντώνοντας το καταβεβλημένο χέρι της πάνω απ’ τα φύλλα του μαρουλιού για να ανακόψει τις σταγόνες τις βροχής – κι ύστερα τίναξε το χέρι της στο μπαλκόνι. «Αυτή η βροχή είναι βρώμικη», είπε, «μαύρη απ’ το καυσαέριο και την πίσσα». Τα μάτια της έψαξαν συγκατάβασή στο πρόσωπό μου. «Δεν είναι ζωή αυτή» ξεφούρνισε, «είναι κάτι σαν ζωή». Η φωνή της ήταν τεταμένη, εχθρική, σαν το παραλήρημα ενός μεθύστακα που φωνάζει Αυτή η χώρα έχει σαπίσει! «Τίποτα δεν μπορεί να ζήσει εδώ, δεν το βλέπεις; Και πώς να ζήσει, παγιδευμένο μέσα σ’ αυτό το… σ’ αυτό το πνιγηρό μέρος που σε ξεκουφαίνει!»

Δεν μπορούσα να το υποφέρω άλλο.

«Τι είναι πνιγηρό;» Δεν άντεχα πια αυτές τις αιχμηρές μπηχτές που διέλυαν έτσι απλά την πρόσφατη μα εύθραυστη ευτυχία μου, ούτε τον χείμαρρο της από καιρό καταπιεσμένης μιζέριας που έβγαινε, με τις λέξεις της, από το κάτισχνό της κορμί. «Λοιπόν;» Τίναξα το βροχόνερο που είχα μαζέψει στις χούφτες μου πάνω απ’ τους ώμους της γυναίκας μου. «Τι είναι πνιγηρό; Τι σε ξεκουφαίνει;»

Ένας σιγανός αναστεναγμός ξέφυγε απ’ τη γυναίκα μου, ενώ τα έκπληκτα χέρια της χτύπησαν το πρόσωπό της. Το παγωμένο νερό της βροχής πιτσίλισε στο περβάζι του μπαλκονιού και στο πρόσωπό μου. Η γλάστρα που ήταν στο περβάζι έπεσε, τραυματίζοντας το πόδι της γυναίκας μου προτού συντριβεί στα πλακάκια του μπαλκονιού. Μυτερά πήλινα θραύσματα και σβόλοι χώμα τινάχτηκαν στα ρούχα, στα γυμνά πόδια της γυναίκας μου. Έσκυψε, έσφιξε το τραυματισμένο της πόδι στα χέρια της και δάγκωσε το κάτω χείλος της.

Αυτό ήταν μια συνήθεια που είχε από παλιά, ακόμα και πριν να παντρευτούμε, κάθε που θύμωνα ή ύψωνα τη φωνή μου, εκείνη δάγκωνε το κάτω χείλος της. Φαίνεται πως αυτό τη βοηθούσε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της, κι ύστερα από λίγο απαντούσε σε ό,τι είχα πει ή κάνει, απαριθμώντας τα επιχειρήματά της ψύχραιμα και λογικά. Μετά από εκείνο το περιστατικό στο μπαλκόνι όμως, το δάγκωμα του χειλιού έγινε η μόνη απάντηση που μου έδινε. Οι καυγάδες μας σταμάτησαν, μετά από εκείνη τη μέρα.

«Δηλαδή ο γιατρός είπε ότι δεν έχεις τίποτα;»

Ένιωσα ένα έντονο κύμα εξάντλησης και μοναξιάς. Όταν έβγαλα το σακάκι μου, η γυναίκα μου δεν το πήρε για να το κρεμάσει.«Είπε ότι δεν μου βρήκε τίποτα» είπε εμφατικά, κοιτάζοντας πάντα αλλού.

(Η συνέχεια την επόμενη Κυριακή, 18/8)

 

Advertisements