Τάσος Αναστασίου, Γιατί λοιπόν δεν χωρίζετε; (α΄ μέρος)

Χωρισμός

1

-Παντελή, θέλω να πας στο νεκροταφείο αύριο και να τα κανονίσεις.

Αυτό του είπε, με τον συνήθη απότομο τρόπο της, η μητέρα του. Όμως ο Παντελής, φεύγοντας απ’ το πατρικό του, αποφάσισε, αφού βρισκόταν που βρισκόταν στην Αργυρούπολη, να πάει στο νεκροταφείο αμέσως. Γιατί να έρθει πάλι αύριο; Μόνο η Ελένη έκανε τέτοια, να σπαταλάει τον χρόνο της ανοήτως. Της κατέβαινε, ας πούμε, ν’ αγοράσει μια βιβλιοθήκη για το δωμάτιο των παιδιών: άρχιζε τις επισκέψεις στα καταστήματα επίπλων της Αλίμου, όχι σε δυο-τρία την ημέρα, προς Θεού, σ’ ένα κάθε φορά, έπειτα έπιανε τα καταστήματα της Βουλιαγμένης, και ούτω καθεξής, μπορεί να έφτανε η χάρη της μέχρι το Περιστέρι στη μάταιη αναζήτηση για το φτηνότερο· τέλος, επέστρεφε στην Αλίμου, για να ξανακοιτάξει και ν’ αγοράσει.

Ο Παντελής έκανε άλλα. Για παράδειγμα, εδώ και τέσσερα χρόνια ήθελε να τηλεφωνήσει σ’ έναν φίλο του απ’ το γυμνάσιο, που πλέον ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ο φίλος του τον είχε πάρει τηλέφωνο για να του δώσει το νούμερό του κι έκτοτε δεν ξαναπήρε. Ο Παντελής ήθελε να του τηλεφωνήσει Κυριακή, επειδή τις άλλες μέρες ο φίλος του, δικηγόρος με άφθονη πελατεία, δεν είχε χρόνο. Κάθε Κυριακή, όμως, ο Παντελής άφηνε το τηλεφώνημα για την επόμενη Κυριακή. Μόλις έφτανε το Σάββατο, έλεγε από μέσα του: «Να μην ξεχάσω αύριο να τηλεφωνήσω στον Μίμη». Και ποτέ δεν τηλεφωνούσε. Ο Μίμης είχε απ’ την αρχή προβλέψει ότι ο γάμος του Παντελή δεν θα πήγαινε καλά και είχε εκφράσει τις αντιρρήσεις του, όμως αυτό δεν έπαιξε κανένα ρόλο στη διακοπή της μεταξύ τους επικοινωνίας. Απλώς ο Παντελής, αν ανέβαλλε κάτι μια-δυο φορές, έπειτα το ανέβαλλε συνέχεια.

Στη γραμματεία του νεκροταφείου τον πληροφόρησαν πως έπρεπε πρώτα να πληρώσει ένα ποσόν στον Δήμο και μετά να ορίσουν ημερομηνία εκταφής. Φεύγοντας πέρασε απ’ τον τάφο του πατέρα του και, παρόλο που ο ήλιος είχε αρχίσει να καίει, κάθισε για λίγο στην άκρη της ταφόπλακας. Η φωτογραφία στην όρθια στήλη έδειχνε τον πατέρα του στα εβδομήντα του, πέντε χρόνια πριν πεθάνει, κουστουμαρισμένο, ευθυτενή και με χτενισμένα τα λιγοστά μαλλιά του. Το ύφος του ήταν ήρεμο: σαν να κατανοούσε τη ματαιότητα των εγκοσμίων και να είχε υιοθετήσει μια στάση εγκαρτέρησης. Ο Παντελής σηκώθηκε, πήρε απ’ τον διπλανό τάφο ένα ποτιστήρι, το γέμισε σε μια βρύση εκεί κοντά και, με ήρεμες αργές κινήσεις, έπλυνε την επιφάνεια του μνήματος.

Καθώς το σπίτι της μητέρας του βρισκόταν στον δρόμο για το γραφείο του, σταμάτησε μια στιγμή να της δώσει αναφορά. Μόλις η μητέρα του άκουσε τα καθέκαστα, σηκώθηκε στηριζόμενη στο πι και πήγε να πλύνει τα πιάτα στον νεροχύτη. Ο Παντελής κατευθύνθηκε στο υπνοδωμάτιο. Η τηλεόραση, ανοικτή ως συνήθως, εκείνη την ώρα έδειχνε εικόνες απ’ το κέντρο της Αθήνας: περαστικούς στον Άγνωστο Στρατιώτη να μορφάζουν κάτω απ’ τον ήλιο, τουρίστες που δροσίζονταν στο σιντριβάνι της Ομόνοιας και ηλικιωμένους μέσα σ’ ένα κλιματιζόμενο ΚΑΠΗ. Πίσω απ’ την τηλεόραση κρεμόταν μια φωτογραφία παρόμοια με τη φωτογραφία του νεκροταφείου: ο πατέρας του φορώντας κοστούμι και με ήρεμο ύφος.

-Πολλή ζέστη αυτές τις μέρες, είπε ο Παντελής γυρίζοντας στην κουζίνα. Ιδίως χθες ήταν μια τρέλα, μια…

Σώπασε. Στο μυαλό του είχε παρουσιαστεί ο χθεσινοβραδινός καυγάς του με την Ελένη. Παραλίγο –για τα πάντα υπάρχει πρώτη φορά– να σήκωνε χέρι πάνω της. Δεν την υπέφερε πλέον, δεν άντεχε τη συνεχή κι αδιάλειπτη, την δι’ ασήμαντον αφορμήν, γκρίνια της.

Ο χωρισμός τους ήταν αναπόφευκτος, ο Παντελής το ήξερε, το είχε πάρει απόφαση· απλώς έπρεπε να της το ανακοινώσει.

-Αν είχατε μείνει απάνω, είπε η μητέρα του, θα είχατε δροσιά, με κλιματισμό σε κάθε δωμάτιο κι όχι μόνο στο σαλόνι. Αλλά εσείς μου θέλατε ευρυχωρία. Λες και κάνετε τις δεξιώσεις.

-Το επάνω διαμέρισμα είναι ταράτσα. Ποιος ξέρει πόση ζέστη έχει. Το ζευγάρι που το νοικιάζει θα θεωρεί ότι εξαπατήθηκε.

-Άμα δεν τους αρέσει, να τα μαζέψουν και να φύγουν.

Ο Παντελής σηκώθηκε.

Στο μυαλό του είχε παρουσιαστεί ο πατέρας του: όχι όπως ήταν στις φωτογραφίες, αλλά όπως κυκλοφορούσε μέσα στο σπίτι τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του: με το ξεχειλωμένο του μπλουζάκι, τα μαλλιά του αχτένιστα, καμπούρης και μελαγχολικός. Για μια στιγμή το πρόσωπό του ζωντάνεψε, τα χείλη του άνοιξαν: «Τέτοια πουστιά δεν την περίμενα».

 

2

Το απόγευμα ο Παντελής, επιστρέφοντας στο σπίτι του από το γραφείο, ασχολήθηκε με το μαγείρεμα, επειδή τον τελευταίο καιρό η Ελένη γκρίνιαζε που, αντί να την βοηθάει στις δουλειές του σπιτιού, έβγαινε με φίλους του για ούζα (τίποτα πιο παρακμιακό, κατά τη γνώμη της) ή έπαιρνε τα παιδιά και πήγαιναν στην παραλία για ψάρεμα. Ο Παντελής είχε την εντύπωση ότι η γυναίκα που ερχόταν κάθε Σάββατο και καθάριζε, ήταν αρκετή βοήθεια για την Ελένη, αλλά φαίνεται πως έκανε λάθος. Θύμωνε μαζί του ακόμα και για τις φορολογικές δηλώσεις που έφερνε και συμπλήρωνε στο σπίτι. «Πηγαίνετε στον πατέρα σας να σας βοηθήσει», έλεγε στα παιδιά, «που κάθεται και χαζολογάει»· παρόλο που τον έβλεπε καμπουριασμένο να παιδεύεται μπροστά στον υπολογιστή.

Όταν, όμως, ζούσαν στη Ρόδο, η Ελένη δεν αρπαζόταν με το παραμικρό ούτε του έδειχνε τόση ψυχρότητα ούτε του γκρίνιαζε για δουλειές του σπιτιού. Βέβαια τότε τα παιδιά ήταν μικρά, χωρίς ιδιαίτερα έξοδα κι απαιτήσεις, κι ο ρυθμός της ζωής πιο ήρεμος.

Αλλά μήπως κι εκεί δεν τσακώνονταν; Μήπως κι εκεί δεν υπήρχε η σκέψη του διαζυγίου; Ίσως, ποιος ξέρει, έφυγαν απ’ τη Ρόδο στην προσπάθειά τους ν’ ανανεώσουν τον γάμο τους. Αυτή που κυρίως ήθελε την Αθήνα, είχε βαρεθεί τόσα χρόνια στη γενέτειρά της, έτσι έλεγε, ήταν η Ελένη. Επιπλέον, στη Ρόδο έμεναν στους γονείς της, σ’ ένα μικρό διαμέρισμα στην αυλή της μονοκατοικίας τους· ο πατέρας της ήταν συνταξιούχος θεολόγος και τους είχε ταράξει στα καθημερινά κηρύγματα και τις συμβουλές, ενώ η μητέρα της, μια κοντούλα εβδομηντάρα, προσπαθούσε να τραβήξει την προσοχή τους γκρινιάζοντας αδιαλείπτως. Στην πραγματικότητα πήραν από κοινού την απόφαση να φύγουν, ύστερα από ήρεμες διεξοδικές συζητήσεις, για τις οποίες τώρα ο Παντελής ένιωθε μια κάποια νοσταλγία.

Όταν τέλειωσε με το μαγείρεμα, πήγε στο σαλόνι, άνοιξε το κλιματιστικό και την τηλεόραση και κάθισε να συμπληρώσει μια φορολογική δήλωση. Στο Μέγκα είχε ειδήσεις και, σύμφωνα με τον μετεωρολόγο του καναλιού, η ζέστη των ημερών θα εξελισσόταν την επόμενη εβδομάδα σε καύσωνα. Φαντάσου. Πού να ’μπαινε κι ο Ιούλιος. Μόλις ακούστηκε ο βόγκος του ανελκυστήρα στον όροφό τους, ο Παντελής έκλεισε το κλιματιστικό. Ποια άλλη γυναίκα στον κόσμο ήταν έτσι; Όλες όσες είχε γνωρίσει είχαν ευαισθησία στο εν λόγω ζήτημα (εδώ που τα λέμε, είχαν ευαισθησία σε κάθε ζήτημα), ωστόσο καμιά τους δεν ζούσε χωρίς καθόλου κλιματισμό.

Η Ελένη μπήκε κρατώντας έναν φραπέ, το πρόσωπό της κουρασμένο, στα ρούχα της μια μυρωδιά τσιγαρίλας.

-Μαγείρεψες; είπε.

Το πρόσωπό της παρέμεινε κουρασμένο, τα μάτια της μισόκλεισαν. Μπαίνοντας στην κουζίνα, έβαλε τις φωνές:

-Μα, ρε παιδί μου, έβρασες τα μακαρόνια; Δεν ξέρεις ότι πρέπει να τρώγονται φρεσκομαγειρεμένα; Δεν ξέρεις ότι μ’ αρέσουν ζεστά;

Ο Παντελής στάθηκε στην πόρτα της κουζίνας και είπε:

-Πήγα στο νεκροταφείο για την εκταφή. Πέρασαν κιόλας τρία χρόνια.

Η Ελένη ανακάτεψε μ’ ένα κουτάλι τον κιμά στο κατσαρόλι χωρίς να μιλήσει. Όταν ήταν με τις φίλες της, την έπιανε λογοδιάρροια, τώρα… Μπορεί, όμως, να ήθελε ν’ ακούσει αυτόν. Ο Παντελής γύρισε στο σαλόνι: θύμωνε με τον εαυτό του γιατί, ενώ θα έπρεπε να της ανακοινώσει τον χωρισμό τους, καθόταν κι έβρισκε δικαιολογίες για τη συμπεριφορά της.

Το αστείο ήταν ότι της είχε μαγειρέψει κιόλας. Αλλά ούτως ή άλλως πρώτα έπρεπε να ρωτήσει έναν δικηγόρο για τη διατροφή και το μοίρασμα της περιουσίας και μετά να της κάνει λόγο. Επιπλέον, από στιγμή σε στιγμή θα επέστρεφαν τα παιδιά τους απ’ το θερινό πρόγραμμα δραστηριοτήτων και δεν ήταν σωστό να τους βρουν μαλωμένους.

Παρόλα αυτά προλάβαινε να της πει δυο λόγια: Ο γάμος τους ήταν παρελθόν. Δεν χρειάζονταν περαιτέρω συγκρούσεις. Όλα θα γίνονταν ήρεμα και πολιτισμένα. Θυμήθηκε το χωριό των γονιών του στη Λάρισα, όπου περνούσε μικρός τα καλοκαίρια του. Τώρα οι παππούδες είχαν πεθάνει, ο πατέρας του επίσης, ενώ η μητέρα του, λόγω της αρρώστιας της, δεν ταξίδευε· μονάχα η αδερφή του πατέρα του το επισκεπτόταν. Ο Παντελής ήξερε ότι ο ίδιος δεν θα ξαναπήγαινε, το είχε πάρει απόφαση, και δεν ένιωθε καμιά νοσταλγία. Επιστρέφοντας στην κουζίνα την είδε να στέκεται στην ανοιχτή μπαλκονόπορτα και να καπνίζει φυσώντας τον καπνό προς τα έξω.

-Και τι σου είπαν; τον ρώτησε. Πότε θα τον… ;

-Πρέπει πρώτα να πάω στο Δημαρχείο να πληρώσω.

-Θεέ μου. Δεν θέλω να έρθω στην εκταφή. Με τίποτα δεν θα το άντεχα.

Στην κηδεία του πατέρα του η Ελένη δεν είχε πλησιάσει το ανοικτό φέρετρο, απέφυγε ακόμα και να το κοιτάξει, τόσο πολύ την φόβιζε ο θάνατος.

Αλλά ίσως ήταν απλώς τύψεις για εκείνη τη σύγκρουση των δυο τους με τον πατέρα του. Την αστεία εκείνη παρεξήγηση με τις τόσο άσχημες συνέπειες.

 

3

Έτσι όμως κι εξοργιζόταν η Ελένη, τα παιδιά θα το καταλάβαιναν αμέσως: θα τους σερβίριζε το φαγητό απότομα, θα έτρωγε σκυθρωπή και θα τα μάλωνε διαρκώς. Αλλά μήπως κορόιδευε τον εαυτό του; Μήπως επρόκειτο γι’ άλλη μια δικαιολογία για να μην κάνει τίποτα;

-Λες καλύτερα να μέναμε στην Αργυρούπολη; άκουσε τη φωνή της.

-Όχι βέβαια, της απάντησε.

Του είχε μιλήσει λες και θεωρούσε δεδομένη τη συνέχεια του γάμου τους, λες και δεν διαισθανόταν το αναπόφευκτο της διάλυσής του.

-Δεν μπορώ να καταλάβω πώς η μάνα σου συνεχίζει να μας κρατάει κακία.

-Οι γέροι άνθρωποι δεν αλλάζουν. Ας μην το σκεφτόμαστε καλύτερα.

Όλα ξεκίνησαν πριν από μερικά χρόνια, την εποχή που η Ελένη κι ο Παντελής ζούσαν στη Ρόδο: τους τηλεφώνησε ο πατέρας του και τους πρότεινε να χτίσουν ένα διαμέρισμα στην Αργυρούπολη, στον πρώτο όροφο, πάνω απ’ το δικό του, για να το έχουν αν κάποτε μετακόμιζαν στην Αθήνα. Αυτός θα έβαζε τα λεφτά για την άδεια και τα μπετά και κατόπιν θα το συνέχιζαν με δικά τους λεφτά· επίσης αναλάμβανε ο ίδιος την επίβλεψη του χτισίματος. Η Ελένη κι ο Παντελής δεν το πολυσκέφτηκαν και είπαν το ναι –με την ιδέα ότι όσα χρήματα τους περίσσευαν, θα έπιαναν τόπο: θα είχαν κάτι στην ιδιοκτησία τους, το οποίο θα τους απέφερε αργότερα ένα μικρό εισόδημα. Όταν ο πατέρας του έβγαλε την άδεια, ο Παντελής άρχισε να έχει ενδοιασμούς. Καταλάβαινε ότι οι γονείς του προόριζαν το νέο διαμέρισμα για κύρια κατοικία δική του και της Ελένης. Έπρεπε να τους μιλήσει: μπορεί κάποτε να μετακόμιζαν στην Αθήνα, όμως ποτέ δεν θα έμεναν στην Αργυρούπολη.

Στην εποχή μας, θα τους έλεγε, οι άνθρωποι θέλουν ελευθερία, δεν μπορούν να είναι αγκιστρωμένοι στους γονείς τους.

Ας μην περίμεναν από κάποιον που είχε φύγει απ’ το πατρικό του στην ηλικία των είκοσι δύο, να ερχόταν στα τριάντα τόσο του πάλι πίσω. Ας μη ματαιοπονούσαν.

Όμως δεν τους μίλησε. Και το έτερόν του ήμισυ, ενώ σε άλλα ζητήματα ήταν πιεστική κι ανυποχώρητη, στο συγκεκριμένο δεν τον πίεσε καθόλου – τον άφησε να βολοδέρνει από αναβολή σ’ αναβολή. Μέσα σε τρία χρόνια το διαμέρισμα της Αργυρούπολης τέλειωσε κι όποτε έρχονταν στην Αθήνα, κοιμόντουσαν εκεί, σε κάτι παλιά κρεβάτια που είχαν βάλει στις κρεβατοκάμαρες. Το διαμέρισμα δεν είχε άλλα έπιπλα ούτε ηλεκτρικές συσκευές.

Όταν βρέθηκε για την Ελένη μια θέση στην Εθνική Τράπεζα της Γλυφάδας, μετακόμισαν στην Αθήνα. Έπιασαν διαμέρισμα στη Γλυφάδα κι ο Παντελής άνοιξε μ’ ένα φίλο του λογιστικό γραφείο στο Ελληνικό. Οι γονείς του Παντελή έπεσαν να πεθάνουν. Ο πατέρας του, θεωρώντας εαυτόν προδομένον, τους μίλησε άσχημα και τους απαγόρευσε να εκμεταλλευτούν το διαμέρισμα της Αργυρούπολης. Στενοχωριόταν μάλιστα που ήταν ήδη στο όνομα του γιου του και δεν μπορούσε να το πάρει πίσω.

Ο Αργύρης κούνησε το κεφάλι του, για να διώξει τις αναμνήσεις.

Την Ελένη τα τελευταία τρία χρόνια κατά καιρούς κάτι την έπιανε κι ήθελε να τα κουβεντιάζουν όλα αυτά, ν’ ανταλλάσσουν γνώμες και δικαιολογίες, σαν να πίστευε ότι κάποτε, μέσα απ’ την ανακύκλωση των ίδιων και των ίδιων, θα εμφανιζόταν ένα καθοριστικό επιχείρημα υπέρ τους. Την είδε να σβήνει με γρήγορες νευρικές κινήσεις το τσιγάρο της και να σηκώνει το καχύποπτο βλέμμα της.

-Εσύ σίγουρα θέλεις να πάμε να μείνουμε στην Αργυρούπολη. Αλλά το διαμέρισμα είναι μικρό για μας. Πώς θα χωρέσουμε τέσσερα άτομα σε ογδόντα τετραγωνικά;

-Μα όχι, εγώ δεν ήμουν που σε απέτρεψα; Λες μετά από τόσα χρόνια που έμενα μόνος μου στο κέντρο της Αθήνας, μετά από τόσα χρόνια στη Ρόδο, να ξαναγύριζα στους γονείς μου; Ακόμα και μεγάλο να ήταν…

Η Ελένη δεν απάντησε. Στεκόταν στην πόρτα, σαν να περίμενε ν’ ακούσει κι άλλα.

Η αναβλητικότητά μου φταίει, σκέφτηκε ο Παντελής. Σηκώθηκε μην μπορώντας να συγκρατήσει την οργή του. Γιατί να είμαι τόσο αναβλητικός; Γιατί; Γιατί;

 

4

Βγήκαν απ’ το σχολικό σιγά-σιγά και με κόπο, τα πρόσωπά τους αναψοκοκκινισμένα, η μπλούζα τους γεμάτη λεκέδες ιδρώτα. Ο Παντελής τα λυπήθηκε. Όλο το πρωί στην αυλή του σχολείου τα είχαν κι απασχολούνταν με αθλητικά παιχνίδια και το μεσημέρι, μετά το γεύμα, τα ξαμολούσαν στο γυμναστήριο. Και να σκεφτείς ότι αυτές τις μέρες μέχρι τα μέσα Ιουλίου που θα πήγαιναν στην κατασκήνωση, θα μπορούσε να τα κρατάει η μητέρα του. Αλλά ποτέ δεν τους το είχε προτείνει.

Μπαίνοντας στο σπίτι άφησαν το σακίδιό τους κι έτρεξαν στο σαλόνι να βγάλουν τα παπούτσια τους και ν’ ανοίξουν την τηλεόραση.

-Τα πράγματά σας μαζέψτε, είπε ο Παντελής και στάθηκε από πάνω τους.

Ο Γιάννης, ο πιο μεγάλος και πιο καλομαθημένος, τι άλλο θα έλεγε παρά: «Σε λίγο». Ο Μιχάλης, αντίθετα, σηκώθηκε, μετέφερε το σακίδιό του στο δωμάτιό του και τα παπούτσια του στην ντουλάπα του διαδρόμου κι έπειτα γύρισε και κάθισε ξανά στον καναπέ.

Όταν ο Παντελής πήγε να στρώσει το τραπέζι στην κουζίνα, η Ελένη του έβαλε τις φωνές: Γιατί τους άφηνε κι έβλεπαν τηλεόραση; Μα καλά, μυαλό δεν είχε; Ο Παντελής γύρισε στο σαλόνι και τους είπε να κλείσουν την τηλεόραση και να έρθουν για φαί.

Ο Γιάννης σηκώθηκε τεντώνοντας το κορμί του και πήγε στην τουαλέτα.

-Μισό λεπτό, είπε ο Μιχάλης.

-Μιχάλη, τέλειωνε.

-Μισό λεπτάκι.

-Μιθό λεπτάκι, τον κορόιδεψε ο Γιάννης βγαίνοντας απ’ την τουαλέτα.

Ο Μιχάλης έκλεισε την τηλεόραση κι έπειτα όρμησε στον Γιάννη και τον κλώτσησε, όχι δυνατά.

Άρχισαν να σπρώχνονται και να φωνάζουν.

-Ωχ, θα με πεθάνετε. Σταματήστε, είπε η Ελένη βγαίνοντας απ’ την κουζίνα. Πονάει το κεφάλι μου.

Ρε τρελέγκω, είπε ο Παντελής από μέσα του.

Κατά τη διάρκεια του γεύματος, η Ελένη, όπως πάντα, τους ρώτησε πώς τα είχαν περάσει. Δεν έμαθε πολλά πράγματα, μόνο πως κανείς απ’ τους δυο δεν είχε μπλέξει σε καυγά. Τ’ αγόρια έτρωγαν γρήγορα, βιάζονταν να πιάσει το τάμπλετ του ο ένας, το κόμικ του ο άλλος.

-Μπαμπά, γιατί στον Τεν-Τεν ο Μιλού μιλάει; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Είναι κόμικ, ρε χαζέ, είπε ο Γιάννης.

-Γιάννη. Δεν θέλω τέτοιες λέξεις, είπε η Ελένη. Επιτρέπεται εσύ, που ήσουν το καλύτερο παιδί της Πέμπτης Τάξης;

-Μπαμπά, θα πάρουμε σκυλάκι; ρώτησε ο Μιχάλης.

-Ναι, μπαμπά, ένα σκυλάκι, είπε ο Γιάννης.

Ο Παντελής χάρηκε και δεν ήξερε αν ήταν απ’ τον γλυκό κι ήρεμο τόνο της κλητικής προσφώνησης ή επειδή τα παιδιά επιτέλους συμφωνούσαν μεταξύ τους σε κάτι. Τους εξήγησε πως, αν κάποτε μετακόμιζαν σε μονοκατοικία, τότε, ναι, θα έπαιρναν.

-Εντάξει, ας πάρουμε χάμστερ τώρα, είπε ο Γιάννης.

-Θα σηκωθώ να φύγω, είπε η Ελένη. Δεν αντέχω άλλο να με βασανίζετε.

Παλιότερα, όταν έλεγε τέτοια, γυρνούσε στον Παντελή και του έκλεινε το μάτι. Τώρα φυσικά ούτε που τον κοίταξε. Τα παιδιά σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν στο δωμάτιό τους, ο Γιάννης χτυπώντας με δύναμη την πόρτα του διαδρόμου.

Καθώς μάζευαν το τραπέζι, ο Παντελής είπε:

-Μετά το νεκροταφείο πήγα στη μητέρα μου.

Σε γενικές γραμμές απέφευγε να της διηγείται τις ανοησίες της μητέρας του, αλλά τώρα, ποιος ξέρει, ίσως για να την πικάρει, της είπε τα περί κλιματισμού και δεξιώσεων. Η Ελένη αναστέναξε. Ήταν εξωφρενικό, κατά τη γνώμη της. Τα ίδια και τα ίδια εδώ και χρόνια. Τελείως παράλογο, αν σκεφτόταν κανείς πως η μάνα του είχε φύγει στα νιάτα της απ’ το χωριό της κι είχε έρθει να ζήσει στην Αθήνα. Γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν κι αυτοί κάτι ανάλογο;

-Μήπως οι περισσότεροι Έλληνες έτσι δεν είναι; είπε ο Παντελής. Δεν έχουν άλλα ενδιαφέροντα, μόνο τα παιδιά τους. Επιπλέον, οι δικοί μου αισθάνονταν αδικημένοι. Δεν τους το είχαμε ξεκαθαρίσει απ’ την αρχή.

-Και λοιπόν; Τα δεδομένα αλλάζουν. Εκείνη την εποχή θέλαμε το διαμέρισμα για να μείνουμε, τώρα δεν το θέλουμε. Δεν καταλαβαίνω, απαγορεύεται κάποιος ν’ αλλάξει γνώμη;

Να ένα επιχείρημα που η Ελένη δεν το είχε αναφέρει άλλοτε. Συνήθως έλεγε ότι το επάνω διαμέρισμα της Αργυρούπολης ήταν άβολο ή ότι ο δρόμος από κάτω είχε φασαρία. Στην πραγματικότητα, έτσι κι ο Παντελής είχε επιμείνει, θα είχαν πάει να ζήσουν εκεί. Αλλά του φαινόταν αστείο να επιστρέψει σ’ ένα περιβάλλον με γονείς, συχνή παρουσία συγγενών, καθημερινό έλεγχο για το πού θα πας και ποιον θα φέρεις.

Δεν χρειάζονταν επιχειρήματα στο κάτω-κάτω –όπως ένα παιδί, όταν βλέπει έναν άνθρωπο με παράξενα χαρακτηριστικά, καμπούρα ή γαμψή μύτη, αυτομάτως βάζει τα γέλια· δεν χρειάζεται να επεξεργαστεί τίποτα με τη σκέψη του.

-Κι ο πατέρας σου; Επιτρέπεται να μας βρίσει;

Η Ελένη αγανακτούσε. Αντίθετα, για τον Παντελή, το πείσμα του πατέρα του ανήκε στη σφαίρα του κωμικού. Όποτε το σκεφτόταν, του έρχονταν φράσεις στην καθαρεύουσα: Ο πατήρ μου, απόλυτος ων εν πάσαις αυτού συναλλαγαίς, αγύριστον κεφάλι κατά το κοινώς λεγόμενον, ουδεμίαν συζήτησιν εδέχετο επί του θέματος. Η απόφασίς του ήτο ειλημμένη και δεν εδύνατο να μεταστραφεί.

-Τα μαθήματά σας! Εμπρός! Γρήγορα!

Η Ελένη, φωνάζοντας απ’ την κουζίνα στα παιδιά, περίμενε ότι τα λόγια της θα είχαν αποτέλεσμα. Μια τέτοια γυναίκα πώς να μην την χωρίσεις; Αλλά και το αντίθετο: Πώς να την χωρίσεις; Θα έπαιρνε μαζί της τα παιδιά και θα τα κατέστρεφε με την γκρίνια και την ανυπομονησία της.

Ο Παντελής πήγε στο δωμάτιό τους κι ύστερα από λίγη ώρα κάθονταν και τα δυο στα γραφεία τους. Είχαν να γράψουν τ’ αγγλικά τους για ένα ιδιαίτερο μάθημα που έκαναν μέρα παρά μέρα όλο τον Ιούνιο.

-Να έρθει η μαμά και θ’ αρχίσω να γράφω, είπε ο Γιάννης.

Ο Παντελής υποχώρησε και δεν επέμεινε. Όταν ήρθε η Ελένη, ο Γιάννης άρχισε να την παρακαλάει για σκύλο.

-Ναι, ναι, μαμά, σε παρακαλώ, είπε κι ο Μιχάλης.

Η Ελένη σήκωσε τα χέρια της.

-Παιδιά, σταματήστε. Θα πάθω κάτι. Πονάει το κεφάλι μου, έλεος. Θα με πεθάνετε όλοι σας.

Τα συνηθισμένα: φωνές κι αναστεναγμοί. Παρόλο που ο Παντελής της είχε εξηγήσει επανειλημμένως ότι τα παιδιά έπρεπε να υπακούν σε κανόνες, όχι να υποχωρούν από οίκτο, και παρόλο που η Ελένη συμφωνούσε μαζί του, τώρα συνέχιζε τα δικά της.

Μερικές ώρες αργότερα, στο κρεβάτι, περιμένοντάς την για ύπνο, άφησε τη φαντασία του να δουλέψει. Αν την έριχνε στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα κι έβαζε κάποιον να τους φωτογραφίσει σε στιγμές οικειότητας; Το διαζύγιο θα έβγαινε σε βάρος της και θα κρατούσε αυτός τα παιδιά.

Όμως, όταν η Ελένη ήρθε στο κρεβάτι, γύρισε να την αγκαλιάσει. Μόλις κατάλαβε τι πήγαινε να κάνει, συγκρατήθηκε (είχαν μήνες ν’ αγγιχτούν) και τράβηξε το χέρι του. Η Ελένη αναστέναξε και στριφογύρισε μερικές φορές απότομα, έχοντας σίγουρα στο μυαλό της το διαζύγιο και τον αποτυχημένο γάμο της. Ύστερα από λίγη ώρα η ανάσα της ακούστηκε βαριά. Ο  Παντελής σκέφτηκε να πάει στο σαλόνι και να κοιμηθεί με ανοικτό το κλιματιστικό, αλλά, καθώς το σκεφτόταν κι έλεγε μέσα του τι ανακούφιση, τι απελευθέρωση θα ήταν, ένιωσε τα μάτια του να κλείνουν και να βυθίζεται στον ύπνο.

 

5

Την επομένη, στο γραφείο του, έτσι στα ξαφνικά, με κάποια οργή απέναντι στον εαυτό του, τηλεφώνησε στον Μίμη, τον φίλο που έμενε στη Θεσσαλονίκη. Ο Μίμης, μόλις τον αναγνώρισε, άρχισε να μιλάει με κέφι. Ο Παντελής ανακουφίστηκε. Επιτέλους! Ένα άγχος λιγότερο! Τώρα δεν θα είχε να σκέφτεται κάθε μέρα ότι έπρεπε να του τηλεφωνήσει. Επιτέλους! Απελευθέρωση! Το εξομολογήθηκε στον Μίμη εν είδει απολογίας και τον διαβεβαίωσε ότι κάθε Κυριακή τα τελευταία τέσσερα χρόνια είχε αυτό το άγχος.

-Εντάξει, Παντελή, είπε ο Μίμης. Είσαι περίπτωση, το ξέρουμε.

-Είμαι, γέλασε ο Παντελής.

Κατά σύμπτωση, ο Μίμης την επόμενη εβδομάδα θα ερχόταν στην Αθήνα μαζί με τη γυναίκα του. Αν ο Παντελής είχε χρόνο στη διάθεσή του, ευχαρίστως να συναντιόντουσαν.

-Είσαι ακόμα με την Ελένη; Ή απαλλάχτηκες;

Ο Παντελής τα έχασε.

-Αστειεύομαι, είπε ο Μίμης. Παραμένει σκληρή κι αδίστακτη;

Ο Παντελής θυμήθηκε: ο φίλος του είχε τη συνήθεια να ειρωνεύεται και να λέει δυσάρεστα πράγματα, με στόχο να φέρει τον συνομιλητή του σε δύσκολη θέση· επιπλέον, δεν έτρεφε καμιά συμπάθεια για την Ελένη, αν και μπροστά της απέφευγε να το δείχνει – με τις γυναίκες ήταν πιο σοβαρός και συγκρατημένος. Τον είχε ενοχλήσει που παλιότερα για ένα μικρό διάστημα η Ελένη, όποτε τον έβλεπε, τον πίεζε να πάρει δάνειο. Αλλά γιατί σκληρή; Δεν του είχε βάλει και το μαχαίρι στο λαιμό.

Η Ελένη, αντίθετα, όταν άκουσε για τον Μίμη, χάρηκε. Ο φίλος του είχε καρδιά μάλαμα. Η γυναίκα του, ε, δεν ήταν κι ο πιο εύκολος άνθρωπος του κόσμου, αλλά, εντάξει, τρωγόταν… Ο Παντελής την διέκοψε και της ζήτησε να πάει τα παιδιά στην Αργυρούπολη ώστε αυτός να καθόταν και να τελείωνε μερικές φορολογικές δηλώσεις.

-Εντάξει, θα τα πάω. Η μάνα σου παραπονέθηκε πάλι;

-Μου έλεγε ότι δεν έχει χαρεί καθόλου τα παιδιά. Πότε στη Ρόδο, πότε στη Γλυφάδα, πάντα ήταν μακριά της.

-Έλα, μην τα παίρνεις τοις μετρητοίς. Δεν υπάρχει πιο χειριστικό άτομο απ’ τη μητέρα σου. Κι όσο σκέφτομαι ότι τότε που μέναμε στη Ρόδο κι ερχόμασταν στις γιορτές, περνούσα την ώρα μου με τους γονείς σου. Εσύ έβγαινες να δεις τους φίλους σου κι εγώ καθόμουν κι έκανα παρέα στη μάνα σου και τον πατέρα σου.

Όταν έμεινε μόνος, ο Παντελής συμπλήρωσε δύο δηλώσεις, χάνοντας σιγά-σιγά τον ενθουσιασμό που του είχε προκαλέσει η επικοινωνία με τον φίλο του. Στο τέλος τα παράτησε κι έπιασε το κεφάλι του. Ενώ σχεδίαζε να χωρίσει την Ελένη, την έστελνε να επισκεφτεί τη μητέρα του. Ήταν να τρελαίνεσαι.

Σηκώθηκε. Συνήθως, όταν έβρισκε την αιτία της κακής του διάθεσης, ηρεμούσε, τώρα όμως όχι.

Θυμήθηκε μια φράση που είχε πει προ μηνών η αδερφή της Ελένης: «Πώς την αντέχεις; Κι η μάνα μας είναι ανυπόφορη, αλλά είναι εβδομήντα χρονών. Στα σαράντα της δεν γκρίνιαζε τόσο». Ο Παντελής εκείνο το βράδυ είχε στενοχωρηθεί και είχε νιώσει μια θέρμη απέναντι στην Ελένη, μια διάθεση να την προστατέψει από τέτοιες κακολογίες. Η αδερφή της, που ζούσε στη Ρόδο και δούλευε σ’ ένα τουριστικό μαγαζί στα Τριάντα, την ζήλευε. Όμως, τώρα που το σκεφτόταν, η φράση τού φάνηκε να έχει κάτι το επικριτικό για τον ίδιο.

Η Ελένη, γυρνώντας απ’ την Αργυρούπολη, έτρεξε στην μπαλκονόπορτα της κουζίνας κι άναψε τσιγάρο.

-Μου κατηγορούσε το κοριτσάκι του νοικάρη, ότι, αν και μόλις πέντε χρονών, είναι συνέχεια μ’ ένα κινητό στο χέρι κι ότι κατεβαίνει συνέχεια και της χτυπάει την πόρτα. Ήθελε να πει ότι τα δικά μας παιδιά δεν τα βλέπει. Πήρε ύστερα ένα βιβλίο και διάβαζε. Μετά μου είπε να μη βαριέμαι και να πηγαίνω τα παιδιά συχνότερα στην εκκλησία, όχι μόνο μια φορά τον μήνα.

-Σε συμπαθεί όμως. Της αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν μια σοβαρότητα. Ενώ εμένα που όλο λέω αστεία… Ποτέ δεν χώνεψε το ύφος μου.

-Ναι, μες στην καρδιά της με έχει. Στο εξής θα την επισκέπτομαι κάθε δεκαπέντε μέρες. Η διευθύντριά μου τη δική της πεθερά δεν την βλέπει καθόλου. Κι εγώ ο βλάκας τότε που ερχόμασταν απ’ τη Ρόδο κρατούσα συντροφιά στους γονείς σου. Και τις Κυριακές, αντί να βγούμε μια βόλτα, μέναμε και τρώγαμε μαζί τους. Αφού εσύ δεν τολμούσες να τους φέρεις αντίρρηση…

Ο Παντελής την κοίταξε. Δεν πήγαινε άλλο. Δεν τραβάει, τι το καθυστερούμε; θα της έλεγε.

Χτύπησε το μέτωπό του: είχε ξεχάσει το βασικότερο. Έπρεπε πρώτα να βρει δικηγόρο. Ναι, αλλά ποιον; Στην ανάγκη θ’ απευθυνόταν στον Μίμη· αυτός θα ήξερε να του συστήσει.

(Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευτεί στις 18.11.)

Advertisements