ΛΟΓΟΚΛΟΠΗΣ ΤΕΚΜΗΡΙΑ: ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΣΤ. ΞΑΝΘΟΥ (18.12.2009)

Η (ψευδώνυμη;) αυτή επιστολή εστάλη σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά έντυπα τον Δεκέμβριο του 2009. Κανένα από αυτά δεν τη δημοσίευσε, διαδόθηκε και συζητήθηκε όμως τόσο, ώστε υποχρέωσε τον Χ. Βλαβιανό να απαντήσει με το άρθρο του «Περί ‘λογοκλοπής’ και άλλων ποιητικών ‘αμαρτημάτων'» (Ποιητική, τχ. 5, άνοιξη-καλοκαίρι 2010).

ᴥᴥᴥ

 

From: stavros xanthos
To:
Sent: Friday, December 18, 2009 6:48 PM
Subject: Σοβαρότατη περίπτωση λογοκλοπής του Χάρη Βλαβιανού

Σας στέλνω μια κατά την γνώμη μου ατράνταχτη περίπτωση λογοκλοπής. Δράστης ο  Χάρης Βλαβιανός. «Θύμα» το έργο της Αμερικανίδας ποιήτριας Anne Carson.

Πρόκειται για ποιητική σύνθεση που έχει θέμα την αποσπασματική βιογραφία της Άννας Αχμάτοβα. Ο Χ. Βλαβιανός στο βιβλίο του «Μετά το τέλος της ομορφιάς» Νεφέλη 2003, οικειοποιείται τόσο τη δομή, τις επικεφαλίδες αλλά και σχεδόν το ογδόντα τοις εκατό του περιεχομένου, αυτής της σύνθεσης από το βιβλίο της Anne Carson με τίτλο «Men in the off hours» 2000, Random House Inc.

Εντύπωση προκαλεί μια τέτοια κατάφωρη και ένσκοπη παραπλάνηση εκδοτών, αναγνωστών, κριτικών κλπ. Είναι υποχρέωσή μου να ενημερώσω.

Για την αντιγραφή
Σταύρος Π. Ξανθός

Αθήνα 18 Δεκέμβριου 2009

ᴥᴥᴥ

ΑΧΜΑΤΟΒΑ (Αποσπάσματα βιογραφίας)

Της Α.Κ. και της A.C.
Για το διπλό δώρο
 
All for love and nothing for reward.
EDMUND SPENCER, The Faerie Queen

 
1.   ΓΑΜΟΣ (1910) ΧΩΡΙΣ ΝΥΦΙΚΟ ΚΑΙ ΚΟΥΦΕΤΑ
 
Τον αγαπάς;
Δεν ξέρω.
Πιστεύω πως ο άντρας αυτός είναι το πεπρωμένο μου.
Οι καλεσμένοι χάθηκαν βιαστικά μέσα στη χιονοθύελλα.
Έμεινε μόνη.
Έβγαλε τα φτερά της
τ’ακούμπησε απαλά μπροστά στο εικονοστάσι.
Εξαντλημένη από την προσπάθεια
κουλουριάστηκε μες το παραιτημένο της βλέμμα
και αποκοιμήθηκε.
 

AKHMATOVA (Treatment for a Script)

 
AKHMATOVA’S MARRIAGE (1910) HAS LITTLE EFFECT ON HER
 
Do you love him? I don’t know. I believe he is my fate.
       Inside the church ikons glowed vastly.
Out on the steps the fog hustled people away, in groups or alone.
   At last only she was left. She had tossed her wing
over one arm. Poetry has no such use,
and starkly paced inside her.
 
ᴥᴥᴥ
2.   «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΓΥΝΑΙΚΑ
 
είναι μάγισα»,
Ψιθύρισε ο Γκουμιλιόφ (1912) στο γιατρό
(η φράση συναντάται και σε επιστολή προς τη μητέρα του)
καθώς εκείνη στην άλλη άκρη του δωματίου
κοίταγε την κοιλιά της να φουσκώνει.
 
NOT A WIFE BUT A WITCH, WRITES HUSBAND GUMILYOV (1912)
 
Afternoon grays over shot gold—the Schonberg color—
and noiseless winterblasted crows halt on branches that
resent them halting. Below sat Akhmatova with her
symbols as if on soft pillows. Little sinner
of a sunbeam wandered onto her.
 
ᴥᴥᴥ
 
3.   Ο ΜΙΚΡΟΣ ΛΕΒ ΠΗΓΑΙΝΕΙ ΝΑ ΖΗΣΕΙ ΜΕ ΤΗ ΓΙΑΓΙΑ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΞΟΧΗ
 
«Είστε ακόμη νέοι.
Πρέπει να το ξανασκεφτείτε», της είπε.
Τα γόνατά της άρχισαν να τρέμουν.
Αυτός δεν ένιωσε τίποτα.
Συνέχισε να της χαιδευει τα μαλλιά
με μια ξύλινη βούρτσα
τυλιγμένος ακόμη σε πάνες ευτυχίας.
 
LITTLE LEV GOES TO LIVE WITH GRANDMOTHER IN THE COUNTRY
 
Earliest spring light the color of the beaten egg white
on a scalded hull of sky, now blue now stuffed
with bleachy cloud chasm after chasm falling
by. Akhmatova’s knees were warm in the sun
but her back felt cold as an old burying ground.
Anechka you are young and pretty what do you need a baby for?
they said, wrapping the nestling in stages of eternity.
 
ᴥᴥᴥ
 
4.   «ΔΕΝ Θ’ΑΦΗΣΩ ΤΑ ΣΤΙΧΑΚΙΑ ΣΟΥ Ν’ΑΜΑΥΡΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΝΤΙΜΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΟΥ»
 
Δεν τον έβλεπε συχνά.
Η σχέση τους ήτανα ανέκαθεν δύσκολη.
Είχε αλλάξει το οικογενεικό όνομα (Γκορένκο) κατά την παράκλησή του.
Διάλεξε το όνομα της προγιαγιάς από την πλευρά της μητέρας της.
(«Πέντε άλφα—μια παρατετάμενη κραυγή»)
Βρισκόταν ομως στο πλευρό του όταν πέθανε.
Καλοκαίρι του 1914,
ένα μήνα μετά την επιστράτευση.
Κάθε λίγο άνοιγε τα μάτια
και της ζητούσε να τηλεφωνήσει στο Υπουργείο Στρατιωτικών.
Ήθελε να μάθει πότε θα γύριζε ο Βίκτωρ από το μέτωπο.
(Ο γιος του).
 
HOW CLOSE WAS AKHMATOVA WITH HER FATHER IS HARD TO SAY
 
She sometimes visited him.
Was there when he died.
In a transparent city they drank mortal air side by side.
That was the summer of 1914.
Streaks darkened the walls.
From bed he kept asking her to telephone the navy and ask
if Victor might come home soon (his son).
 
ᴥᴥᴥ
5.   ΟΙ ΘΕΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
 
Ήρθαν ένα βράδυ του Οκτωβρίου απο τη Φιλανδία.
Είδε το αίμα να βάφει κόκκινο το χιόνι και τις πέτρες.
Ένα πρωί η γέφυρα Λιτέβνι άνοιξε στα δύο
για να περάσουν τα πολεμικά.
(ποτέ άλλοτε δεν είχε συμβεί αυτό στο φως της μερας.)
Μια γρια έφτυνε επιδεικτικά τη φωτογραφία του Νικολάου
που κάποιοι στρατιώτες είχαν κρεμάσει σ’έναν πάσσαλο.
Στο σημειωματάριό της (18 Ιανουαρίου 1918)
είχε σημειώσει τον στίχο του Μπλοκ:
«Αυτοί οι Μπολσεβίκοι
θα είναι ο θάνατός μας».
 
REMEMBERING THE DAY THE WINTER PALACE WAS TAKEN (1917)
 
Gods of the revolution came one October night from Finland.
She saw blood flow on snow and stones.
But by November
they had licked the Tsars off Russia clean as a cow’s tongue.
When torpedo boats came up the river to support them
Akhmatova saw the Liteyny Bridge—never before in
daylight—
raised: trucks trams people everything suddenly hanging over
the break. Blossoms
stare at the camera.
ᴥᴥᴥ
6.   ΠΡΟΔΟΣΙΑ
 
«Τι θα απογίνουμε;» ρώτησε εκείνος.
«Λέξεις», απάντησε.
Λέξεις που δεν θα αφορούν κανένα.
(Μετακόμισε στην οδό Ιβανόφσκι.
Από την εποχή εκείνη χρονολογείται η παρακμή.
Ο αλκοολισμός, η κατάθλιψη.
Έπειτα από λίγο καιρό ξαναπαντρεύτηκε.
Μια παλιά του φίλη—ονόματι Άννα.)

LULLS AND BETRAYALS
 
Eerie cranes and leafless trees evoke the blasted marriage.
What have you done with me? He asks.
I have repeated you.
 
 
DIVORCE IN GENERAL IS A VERY DIFFICULT THING
 
March threw its knives against the door.
Gumilyov bit her hands. Why have you made this up?
He moved to Ivanovsky Street, he moved
Into a net. All his subsequent failures
can be traced here. Including marriage
to another woman named Anna.
 
ᴥᴥᴥ
 
7.   ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ – Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ
 
Καθόταν επί ώρες στην ουρά
για μήλα και σπίρτα
ενώ ο σύζυγός της μεσα στο παγωμένο διαμέρισμα
συνέχιζε να μελετάει ασσυριακά κείμενα.
Όλα τα αγάλματα στις πλατείες ακρωτηριασμένα.
Και οι τάφοι ακόμα είχαν συληθεί.
Η « Επιτροπή για τη βελτίωση της ζωής του καλλιτέχνη»
Οργάνωνε συσσίτια για τους άπορους συγγραφείς
στο δημαρχείο της πόλης.  (Της Πετρούπολης.)
Νεροζούμι και σβώλοι ψωμί.
Όταν κάποτε επέστρεφε σπίτι
τον έβρισκε να απαγγέλει δυνατά τις φράσεις
που είχε κατορθώσει να αποκρυπτογραφήσει..
Η φωνή του έσκιζε τον αέρα σαν βέλος.
 
SECOND HUSBAND, A SCHOLAR
 
Rations were hard to get, she stood in line for apples and matches.
While in their cold apartment he went on translating
Babylonian texts.
Petersburg was no longer the capital (Moscow was).
Behind
the signboards—damp darkness.
Hands broke off statues.
People pillaged even the cemeteries.
The Commission for the Improvement of Artist’s Lives
was serving cheap soup and pellets of bread
to evening writers in boots and shawls
and Laplander earflaps.
Over soup more than one person said to her, You stun me.
The dog has become old, whispered Akhmatova then.
Back at home the scholar had got the skin off
several unknown words.
His incisions made a dull blue sound like silk.
 
ᴥᴥᴥ
 
8.   ΜΗΝΥΜΑ ΣΥΝΘΗΜΑΤΙΚΟ (1925)
 
«Η ανατριχίλα κρατείται στον τυπογράφο»,
που σήμαινε πως ο Γκουμιλιόφ είχε συλληφθεί.
Από τα κρατητήρια της Τσέκα
οδηγήθηκε στις φυλακές Γκοροχόβαγια
και από εκεί σ’ένα άλσος στην οδό Ιρινίσκαγια.
«Αυτός ήταν ο τοίχος»,
που σήμαινε πως εξήντα άνθρωποι
είχαν εκετελεστεί μπροστά σ’εκείνα τα πεύκα.
Δύο λάκκοι.
Η γη βούλιαξε από την οδύνη.
 
TELEPHONE LANGUAGE
 
You know quiver is held up at the printer’s?
meant Gumilyov had been arrested.
From Cheka headquarters he was taken to Gorokhovaya
(the other prison) and from there to a grove on the Iriniskaya Road.
A small curved pine, next to it another with torn roots.
This was the wall meant
sixty people were shot there.
Two pits. The earth sank down.
 
 ᴥᴥᴥ
 
9.   ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ
 
Οι πόρτες έκλεισαν μια μια.
Ο Τρότσκυ παρουσίασε το Anno Domini στην Πράβδα.
Το κείμενο άρχιζε με τη φράση:
«Διαβάζει κανείς με θλίψη και αγανάκτηση…»
Με απόφαση του κόμματος απαγορεύτηκαν τα βιβλία της (1925)
Δεν έδωσε σημασία.
Συνέχισε να γράφει.
(όταν ξοδέυτηκε το χαρτί, πάνω στους τοίχους με ξυλομπογιές.)
Όλοι τους ήταν γύρω στα τριανταπέντε.
Οι μεγάλοι ποιητές της Ρωσίας.
Η χρυσή γενιά.
Η προγραμμένη.
 
CAMPAIGN AGAINST AKHMATOVA BEGINS (1922)
 
She ran from lamppost, the wind slammed.
Trotsky reviewed her in Pravda: One reads with dismay…
and an unofficial Communist Party resolution banned her poetry (1925).
She didn’t notice, didn’t know what a Communist Party was in those days.
Fog choked the city.
Russia’s great poets were all about 35 years old.
Scraggly trees wandered by the canal in dim sun.
 
ᴥᴥᴥ
 
10.   ΜΑΝΤΕΛΣΤΑΜ
 
Άρχισε να μεταφράζει τον Μακμπεθ.
«Στα χαριτωμένα χρόνια της ‘χορτοφαγίας’», όπως είπε αργότερα.
Επειδή είχε γράψει πως τα δάχτυλά Του
ήταν χοντρά σαν σκουλήκια, συνελήφθη το 1934
και εκτοπίστηκε στο σκοτάδι.
Ο αφοσιωμένος φίλος.
Πίστεψε πως είχε έρθει και η δική της σειρά.
Δεν ολοκλήρωσε ποτέ τη μετάφραση.
Μόλις πληροφορηθηκε το θάνατό του (27 Δεκεμβρίου 1938)
κλείστηκε στο δωμάτιό της πεντε μέρες.
Στο γραφείο της βρέθηκε ένα χαρτί,
όπου με μεγάλα γράμματα,
δίπλα στο μικρό του όνομα,
είχε σημειώσει το στίχο του βασιλιά:
«Οι άνθρωποι στην πατρίδα μου πεθαίνουν πιο γρηγορα
απ’ότι τα λουλούδια στα καπέλα τους».
 
MANDELSTAM
 
Akhmatova was translating Macbeth in the early ‘30s
(a time she called “the vegetarian years” to distinguish
its charm from “the meat eating years” still ahead).
For a poem in which he likened Stalin’s fingers to worms
Osip Mandelstam was arrested in May 1934. All night
the police searched his papers and threw them
out on the floor
to the sound of ukulele
from the next apartment.
Akhmatova never finished Macbeth although
she liked to quote the hero saying people
in my homeland die faster than
the flowers on their hats
 
ᴥᴥᴥ
 
11.   «ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΤΡΟΜΟΣ» (ΛΕΝΙΝ)
 
Συνελήφθη το 1933 (αποφυλακίστηκε)
Το 1935 (αποφυλακίστηκε), το 1938.
Ο Λεβ.
Από τα κρατητήρια της ΝΚVD της οδού Σπαλέρναγια,
μεταφέρθηκε στις φυλακές Κρέστι, στην άλλη όχθη του Νέβα.
Μέτραγε τις μέρες, τις ώρες, ως το επόμενο επισκεπτήριο.
Στεκόταν έξω από την πύλη όλη νύχτα
Περιμένοντας να ξημερώσει.
Τα μαλλιά της είχαν ασπρίσει.
Τελείως.

AKHMATOVA COMES TO THE WALL
 
Real Terror began in December 1934.
Song bees by the thousand vanishing as the Kremlin clock struck twelve.
Akhmatova—weep now,
“but the moisture boiled off before it reached my eyes”
Akhmatova’s son Lev was arrested in 1933 (released), 1935 (released),
1938 (not released).
She came to the wall to stand in line.
Inner prison of the NKVD on Shpalernaya Street.
Then Kresty Prison across the Νeva.
Once a month a window opened in the wall.
Akhmatova—for Gumilyov she said
shoving her parcel through the grate.
 
ᴥᴥᴥ
 
12.   «ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ…»
 
Ότι είχε γράψει εκείνη την εποχή το έκαψε.
(Κυρίως το πρώτο σχεδίασμα του Ρέκβιεμ).
«Για να μην πέσει στα χέρια του ‘κτήνους’». 
                                                                        (Γιέζοφ)
Μέσα σ’ένα μόνο χρόνο (1937)
Εκετελέστηκαν 681.692 άνθρωποι.
Στους επίσημους καταλόγους
Τα ονόματά τους αναγράφονται κάτω από την ένδειξη
«Εχθροί του λαού».
Ένα από αυτά ήταν του Πούνιν: του τρίτου άντρα της.
 
THREE HUNDREDTH IN LINE WITH A PARCEL.
 
“it smells of burning”
The mother remains alone.
The wall is subtly different from hour to hour. Season to season.
Whitish.
Scalded.
Sprayed with dawn.
Beasts passing.
Laid her ear to the wall, heard people working one another on the
anvil, did not listen again.
 
ᴥᴥᴥ
13.   ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ
 
Το καλοκαίρι του 1941
αναγκάστηκε να το εγκαταλείψει.   (Λένινγκραντ)
Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε
«επέστρεψε στον τόπο
όπου και οι σκιές ακόμα είχαν πεθάνει από την πείνα».
Μόλις αντίκρυσε το κατεστραμέννο της σπίτι
ψιθύρισε στον συνοδό της
(Όλοι μίλαγαν ψιθυριστά»)
τον στίχο του Πόυσκιν:
«Βυθίζομαι σ’ενός ξένου κήπου το σκοτάδι…»
 
RETURN TO LENINGRAD WHERE EVEN THE SHADES HAVE DIED
OF HUNGER (1944)
 
Borders trembled all around her.
She saw friends by now gone mad with wolvish grins.
“This is some terrible mistake.”
Poking past smashed glass of her apartment
she sat
on a rusty bedspring
which sank to the ground.
A tart smell of sacred oak came to her
whispering Pushkin’s most daring line,
Into the darkness of someone else’s garden…
 
 
SHE HAS TO MEMORIZE THEN BURN ALL POEMS PERTAINING TO THE WALL
 
Night rested its paws on the top of the wall.
“The purpose of terrorism is terror” (Lenin).
SIEGE
In March 1940 dark disconnected lines of verse
begun to appear on the margins of her manuscripts.
Slowly they wandered out with their wounds, she
let them rest there. Saw they were a woman
setting off on “the way of all the earth”.
Under the iron roof at night she lay listening
to their wooden legs go tapping up the sidewalk,
woman heading east along the canal toward
the sour-milk smell of Asia.
Last things she saw as she left Leningrad were
today the wall with a long soaked mark on it.
 
ᴥᴥᴥ
 
14.   ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΠΟΛΕΩΝ
 
Ένοχος!
Δέκα χρόνια καταναγκαστικά έργα στις στέππες της  Καραγκάντα.
(1949)
Όταν χιόνιζε πολύ, έως και δύο βδομάδες.
Για ένα χαρτόκουτο με λιγοστά τρόφιμα.
(Μέγιστο επιτρεπτό βάρος, οκτώ κιλά.
Μεικτό.)
Αν το κρατούσαν,
ο γιος της ήταν ακόμα ζωντανός.
 
BECAUSE OF HIS MOTHER, BECAUSE OF HER SON
 
You’re guilty! In what form would you like to confess this?
they said to Lev at the interrogation. They did not beat him much.
Sentenced him to 10 years in Karaganda region, correspondence limited.
Akhmatova burned all her papers—manuscripts, notebooks, letters—
and begun the tale of two cities:
Leningrad to Moscow
every month
to hand in a parcel of food at the little window in the wall
(8 kilos maximum including the box).
Accepted, it meant he was still alive.
 
ᴥᴥᴥ
 
15.   ΜΕΤΑΜΕΛΕΙΑ (1950)
 
Μόνο έτσι πίστευε πως θα μπορούσε να τον σώσει.
Εκθειάζοντας τον συντροφο Στάλιν
Και τα «λαμπρά επιτεύγματα του κόμματος»
(τρία χρόνια νωρίτερα, ο Ζντάνοφ
την είχε αποπέμψει από την Ένωση Συγγραφέων απακαλώντας τη
«μισή καλόγρια, μισή πόρνη».)
Ο νέος κύκλος ποιηματων δημοσιεύτηκε στο Ogonyok.
Με δική του διαταγή, είπαν.
Ο Λεβ συνέχισε να σπάει πέτρες.
Εκείνη να κολλάει «νεκρές λέξεις».
 
AKHMATOVA REPENTS (1950)
 
How could she save her son except by praising Stalin?
“Along the once demolished highway,
Light autos now fly”.
Her cycle of Socialist Realist poems was published in Moscow in
Ogonyok.
 Amid the unending tundra Lev labored on.
Her head was covered that day by a large black seeing
scar.
She walked like someone in the ashes of a house, stopping.
On hot days we loved to hide here. Pointing. Like mortals.
 
 ᴥᴥᴥ
 
16.   ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ
 
Μια Τετάρτη πρωί (1956) εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά της.
Η χαρά δεν κράτησε πολύ.
Δεκαοκτώ χρόνια μ’έναν κασμά στο χέρι, είχε ξεχάσει να μιλάει.
Τα βράδια γύριζε σπίτι μεθυσμένος.
Άρχισε να τη βρίζει, να τη χτυπάει , να σκίζει τα χαρτιά της.
Έπειτα από έναν καυγά έπαθε το πρώτο έμφραγμα.
«Ήσουν ανέκαθεν ασθενική», είπε και έκλεισε την πόρτα πίσω του.
Μετακόμισε στην άλλη πλευρά της πόλης για να μην τη βλέπει.
Τόσες προσευχές, εκκλήσεις, ταπεινώσεις,
τόσος πόνος, γι’ αυτό;
«Γι’αυτό;»
 
THE POISON SON IS BACK
 
Not poisoned when he left (1949) from Lefortovo Prison (Moscow)
to Karaganda region for ten years hard labor.
She spent those long years trying to get him free.
But she was a writer under Decree.
One Wednesday (1956) he turned up
unannounced at her door.
Lev smokes like a chimney!
Akhmatova was jubilant at first,
waving fumes toward the window of the small kitchen where she
lived. Lev had balanced 14 years
on a bloodaxe, now he
spoke in monosyllables and didn’t like her friends—“dead grapes”
who steamed up his glasses with their Lyova! Lyovushka! And their
endless
tiny cups of tea.
Spirits passing on the border saw flesh and blood and blame
darken the kitchen like torture.
After a quarrel she had a heart attack.
You’re always been ill, said lev and got accommodation
on the other side of the city.
And those walls saturated with thoughts of him—
with dreams. Insomnia, declarations,
summonses, petitions, meetings,
nonmeetings, fevers,
mortifications,
if-clauses,
hairs
placed in a notebook—are still there to see.
 
ᴥᴥᴥ
 
17.   «ΤΕΦΡΑ, ΟΛΑ ΤΕΦΡΑ»
 
Είχε αποσυρθεί στο Ντομοντένοβο (αποικία συγγραφεών).
Της άρεσε να πίνει βότκα στον κήπο
(«τρία ποτήρια το πολύ»),
ανάμεσα σε φίλους (παλιούς και νέους),
κοιτάζοντας το φεγγάρι να ανατέλλει πίσω από τις πασχαλιές.
Έκανε δύο σύντομα ταξίδια
—στη Σικελία για να παραλάβει ένα βραβείο,
στην Οξφόρδη, για να παραλάβει ένα διδακτορικό—
Κουβαλώντας στις αποσκευές της τα χάπια για την αρρυθμία
(και την παιδική του φωτογραφία).
Λίγες μέρες πριν το τέλος (5 Μαρτίου 1966)
πήγε να την επισκευθεί.
Οι γυναίκες όμως που τη φρόντιζαν
(που επί μήνες συκοφαντούσαν η μία την άλλη διεκδικώντας το χρίσμα)
δεν τον άφησαν να τη δει
ισχυριζόμενες ότι η καρδιά της δεν θα άντεχε το σοκ.
Δεν άντεξε ούτως ή άλλως.
Προτού κλέισει τα μάτια, την άκουσαν να λέει:
(σε ποιόν;)
«Τέφρα, όλα τέφρα».
 
ΧΑΡΗΣ ΒΛΑΒΙΑΝΟΣ, ΜΕΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ
Ποιήματα 1998-2002, Εκδόσεις Νεφέλη 2003
 
KAMAROVO IS AKHAMATOVA’S FINAL HOME
 
Outside the little hut in the writers colony of Kamarovo were
pine trees and lilac bushes.
She worked at a desk made out of an attic door and slept on bricks.
“Pushkin’s mattress
stood on birch logs, mine is on eight bricks”.
She loved noise and had many guests,
famous ones, old friends, mad persons, with pinecones, with lilacs,
on motorcycles, in dazzling white.
She made trips—to Italy (for a prize) and Oxford (for a doctorate)
with a companion (female)
and many small bottles of nitroglycerin. Home again
she liked to build a bonfire in the yard
and sit on an old armchair, drink 2 or 3 glasses of vodka, watch it go
far into the night—something miraculous
even from the altitude of the mid-twentieth century! Particles
thrown off by a soul as it cools.
 
 
IT SO HAPPENS  (1966)
 
Akhmatova was surrounded on her deathbed by women
scheming to get control of her papers.
Akuma used to eat our bread, they said firmly.
Lev was kept out of the room in case seeing him killed her.
It so happened death killed her
on a March morning when the wind was snatching at the panes
full of sounds, not voices
as she rode up, rode over.
When your horse decides on the hill you can feel
his hindlegs sink—
observe this moment.
 
ANNE CARSON, MEN IN THE OFF HOURS
2000 Random House, Inc 
Advertisements