σύγχρονο ελληνικό διήγημα

Στον Θεό που εμπιστεύεσαι

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Τον Κύριο να εμπιστεύεσαι με όλη σου την καρδιά
και στην δική σου σύνεση να μην στηρίζεσαι.
ΠΑΡΟΙΜΙΑΙ ΣΟΛΟΜΩΝΤΟΣ 3:5

Κάποτε στην Αθήνα γνώρισα τον Γκάμπριελ, έναν Αιθίοπα φοιτητή της Ιατρικής. «Όταν τελειώσω», έλεγε, «θα γυρίσω στην χώρα μου να βοηθήσω τους συμπατριώτες μου που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα. Υπάρχει πολλή δυστυχία εκεί κάτω». Αυτό ήταν τ’ όνειρό του.

Κάναμε συχνά παρέα και μιλούσαμε για πράγματα που μιλιούνται δύσκολα. Κι αν μιληθούν, δεν απαντιούνται εύκολα.

Ήμουν οργισμένο νειάτο, πνεύμα σπινθηροβόλο κι ετοιμοπόλεμο. Ήθελα να γίνω η άμμος κι όχι το λάδι στα γρανάζια του συστήματος. Ήξερα, βέβαια, πως το σύστημα είναι πολυπρόσωπο και πολυδαίδαλο –η μυθική Λερναία Ύδρα: ένα κεφάλι κόβεις, δύο φυτρώνουν στο διηνεκές– κι έχει εκπαιδεύσει τον καθένα μας να το υπηρετεί, όπως φέρνει το σκυλάκι τις παντόφλες στον αφέντη του. Είμαστε ελεύθεροι να επιλέγουμε τον αφέντη που θα μας σκλαβώσει και νομίζουμε την σκλαβιά μας για ελευθερία. Και το χειρότερο; Το γνωρίζουμε αυτό, αλλά δεν πιστεύουμε πως είναι αλήθεια. Γιατί το σύστημα –το λέει και η λέξη– έχει σύστημα, που δουλεύει εμφανώς και υπογείως –με ακρίβεια μηχανισμού ελβετικού ρολογιού– ενώ εμείς είμαστε σκορποχώρι. Κι ο σκοπός του συστήματος είναι ακριβώς αυτός: να παραμείνουμε σκορποχώρι.

Οδηγοί μου τα διαβάσματά μου.

Ξεκίνησα με Καζαντζάκη. Ξετίναξα το «Τάδε έφη Ζαρατούστρα» του Νίτσε και το «Άκου ανθρωπάκο» του Βίλχελμ Ράιχ. Συνέχισα με «Τα κατά συνθήκην ψεύδη» του Μαξ Νορντάου, με Μπακούνιν και Μαρξ. Καταβρόχθισα τους Μπρεχτ, Όργουελ, Καστοριάδη, Καμύ. Ξεκοκάλισα «Παλαιά», «Καινή Διαθήκη», «Κοράνι» κι εντρύφησα στην «Θιβετιανή» κι «Αιγυπτιακή Βίβλο των Νεκρών». Ξεψάχνισα Βούδα και Προσωκρατικούς. Ρούφηξα τα θεολογικά βιβλία του αδερφού μου μέχρι ενός και συναρπάστηκα απ’ τα συγγράμματα του αείμνηστου Κωνστ. Ε. Παπαπέτρου: «Η ορθόδοξη απολογητική εις την εποχήν μας», «Περί το πρόβλημα του αγαθού και του κακού εκ της απόψεως του όλου», «Η ουσία της θεολογίας», «Είναι η θεολογία επιστήμη;», «Ο μηδενισμός – η γένεσις και η υπέρβασίς του».

Με τέτοια διαβάσματα, έκανα σκόνη τον Γκάμπριελ, ο οποίος προσπαθούσε να με αντιπαλέψει με κάτι βιβλικές περικοπές, σαν ένα κουνούπι που επιχειρεί να καταρρίψει ελικόπτερο.

«Δεν είμαι θρήσκος», του έλεγα «– ακριβώς το αντίθετο! Τριβελίζουν το μυαλό μου υποψίες φριχτές: Αν οι Γραφές λεν αλήθεια, κι ο Θεός έφτιαξε τον Αδάμ και την Εύα, κι αυτοί με την σειρά τους γέννησαν τον Κάιν και τον Άβελ, τότε πώς συνεχίστηκε το ανθρώπινο είδος; Ή τα παιδιά κοιμήθηκαν με την μητέρα τους ή με τις αδερφές τους, που αργότερα θα έκανε ενδεχομένως η Εύα. Άρα, και στις δύο περιπτώσεις, ο κόσμος είναι απόρροια αιμομιξίας, την οποία η εκκλησία… αντιμάχεται!

»Και να ’ταν μόνον αυτό! Αν ο Θεός είναι αγάπη, τότε γιατί έκανε τον Κατακλυσμό του Νώε και κατέστρεψε την ανθρωπότητα; “Γιατί ήταν αμαρτωλή”, θα μου πεις. Ε, και; Μήπως τώρα δεν είναι; Κι αν ο Θεός λογαριάζεται πάνσοφος, όπως λένε, δεν ήξερε τι θα συμβεί; Κι αν το ήξερε, γιατί δεν το εμπόδισε; “Γιατί σέβεται την ελεύθερη βούληση του  ανθρώπου”, θα πεις. Αν την σέβεται, τότε γιατί δεν σεβάστηκε και την ελεύθερη βούληση των ανθρώπων να αμαρτήσουν και τους έπνιξε σαν γατσούλια στον Κατακλυσμό, όπως τους αφάνισε σαν σκνίπες στα Σόδομα και στο Γόμορρα; (περισσότερα…)

Βρώμικη ιστορία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Τον Στάθη Αποστόλου τον είχα δει για τελευταία φορά στην κηδεία του πατέρα μου πριν από είκοσι χρόνια. Ξαναβρέθηκε μπροστά μου σε μια άλλη κηδεία, της μάνας του. Κι εκεί άρχισαν όλα. Παρασύρθηκα από τα γεγονότα χωρίς αντίσταση. Λες και ήταν προκαθορισμένο να γίνουν. Σχεδόν μοιραίο.

Σε κηδείες συγγενών δεν πήγαινα, είχα τους λόγους μου. Με τη θεία μου, τη μάνα του Στάθη, η σχέση μου ήταν τυπική. Τυπική ήταν και η παρουσία μου στην κηδεία της. Δάκρυα δεν είχα πια για κανέναν, ειδικά για ανθρώπους που με είχαν ξεγράψει και τους είχα ξεγράψει. Μου το είχε ζητήσει η μάνα μου να πάω – λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορούσε να βγει απ’ το σπίτι.

Το λιοπύρι ήταν αφόρητο εκείνο το απόγευμα. Τέλη Ιουλίου, καύσωνας. Ήμουν κιόλας μούσκεμα στον ιδρώτα όταν έφτασα στο νεκροταφείο. Ολόκληρο το σόι ήταν εκεί. Προσπαθούσα να αποφεύγω βλέμματα και χειραψίες. Ήθελα μόνο να τελειώσει γρήγορα η τελετή και να φύγω.

Με τον Στάθη βρεθήκαμε αντικριστά πάνω από τον τάφο. Φορούσε μαύρα γυαλιά. Η καράφλα του γυάλιζε. Το ίδιο σουλούπι όπως παλιά, ένας χοντρομπαλάς, κορδωμένος, με ύφος ανθρώπου που πιστεύει πως όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα πάνω του. Στεκόταν ανάμεσα στην αδερφή του και σε μια άλλη γυναίκα που υπέθεσα πως ήταν η γυναίκα του – δεν την ήξερα, δεν την είχα δει ποτέ. Η αδερφή του Στάθη ήταν σε κατάσταση υστερίας. Όσο πλησίαζε η στιγμή που θα κατέβαζαν το φέρετρο στην τρύπα τόσο μεγάλωνε ο σπαραγμός της. Δεν μπόρεσα να μην κάνω τη σκέψη ότι υπήρχε κάτι το θεατρικό στο κλάμα και στα λόγια της.

Δυο κεφάλια πιο ψηλός από τον Στάθη, ακριβώς πίσω του, πρόβαλε ένας τεράστιος τύπος με ξυρισμένο κεφάλι, μουσάκι και διαστημικό μαύρο γυαλί. Ακριβώς δίπλα του μια ψηλή γυναίκα, εντυπωσιακή, μάλλον αλλοδαπή, νυχτόβιο πρόσωπο, με κοντό πλατινέ μαλλί, έντονο μακιγιάζ και λευκό εφαρμοστό φόρεμα κατάλληλο για νυχτερινή έξοδο.

Είχε πολύ κόσμο στο νεκροταφείο και όλοι προσπαθούσαν να κρυφτούν στους ίσκιους των κυπαρισσιών  για να αποφύγουν την κάψα. Κάποιοι έφυγαν πριν την ολοκλήρωση της ακολουθίας. Ο παπάς βιαζόταν. Είπε τα τελευταία λόγια και το χώμα άρχισε να πέφτει στο φέρετρο από τα χέρια των συγγενών. Η αδελφή του Στάθη άρχισε να φωνάζει «μανούλα μου, μανούλα μου, δεν θα σε ξαναδώ». Έκανε μια κίνηση προς τα μπρος, σαν να ήθελε να πέσει στο λάκκο μαζί με τη μάνα της, αλλά πρόλαβε και την έπιασε από πίσω ο γορίλας που συνόδευε τον Στάθη. Ο Στάθης φαινόταν ατάραχος, σαν να ήταν αλλού, δεν αντέδρασε σε τίποτα από όσα έγιναν. Αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η διαδικασία έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.  Έκανα πως δεν είδα την κίνησή του. Εκείνος μου ξαναέκανε νόημα και τελικά συναντηθήκαμε στην έξοδο του νεκροταφείου.

Και εκεί, δίπλα στον μαντρότοιχο, λίγα μέτρα μακριά από τους άλλους, χωρίς να μασάει τα λόγια του, μου πέταξε την πρόταση του πολύ χαλαρά, σαν να μου έκανε πρόταση να πάμε για καφέ. Με έπιασε από το μπράτσο, με έκανε να σκύψω λιγάκι και είπε «θέλω να δουλέψεις για μένα, μια φορά τον μήνα θα πηγαίνεις Αθήνα, θα μεταφέρεις το πακέτο και θα παίρνεις κολλαριστά τρία χιλιάρικα». (περισσότερα…)

Οι δύο εκκλησίες

*

Μεταξύ Κορίνθου και Ηραίου, υπάρχει ένα χωριό με το όνομα Σάββας – ή τουλάχιστον έτσι το αποκαλούσαν οι κάτοικοί του. Δεν κατάφερα ποτέ να το ξαναβρώ, αν και είχε σμιλευτεί στη μνήμη μου σαν να το είχα δει χθες. Το χωριό με τις δύο αντικριστές εκκλησίες.

Έκανα τη διαδρομή δεκάδες φορές, κάθε φορά δοκίμαζα νέους τρόπους: πέρασα από τις Αρχαίες Κλεωνές και την περιοχή των Δερβενακίων, οδήγησα γύρω από τις Μυκήνες και το Φίχτι, προσπάθησα να το εντοπίσω ακόμα και μέσω παράλογων παρακάμψεων, όπως διασχίζοντας τη Νεμέα κι ακολουθώντας τον δρόμο παράλληλα του Ινάχου ή περνώντας από το Χιλιομόδι. Εξέτασα την κάθε πιθανή εκδοχή, την κάθε διακλάδωση που θα μπορούσε να με οδηγήσει στο χωριό κι ανακάλεσα τις παύσεις και τις επιβραδύνσεις της πρώτης μου διαδρομής που με έφεραν τυχαία στο Σάββας. Ωστόσο οι ελπίδες μου συρρικνώνονταν όποτε πλησίαζα στο Ηραίο. Την επομένη, θα ξεκινούσα πάλι από την αρχή.

Φυσικά, κανένας χάρτης της Πελοποννήσου δεν απεικόνιζε το χωριό και σε καμία πινακίδα δεν αναγραφόταν η λέξη Σάββας. Οι κάτοικοι γύρω από την περιοχή όπου είκαζα ότι βρισκόταν το Σάββας δεν είχαν ακούσει ποτέ γι’ αυτό, κι έτσι αναγκάστηκα να εμπιστευτώ τη μνήμη μου. Ήταν χειμώνας όταν το είχα βρει. Παράξενος χειμώνας. Δεν έπεφτε σταγόνα στα βουνά. Στο βάθος, κάπου μακριά, ένα σύννεφο, βαρύ και σκούρο, απλωνόταν απ’ τη μιαν άκρη τ’ ουρανού ως την άλλη. Ένα τελευταίο κιτρινωπό φως έλαμψε κάτω απ’ το σύννεφο κι αισθάνθηκα σαν να μου δινόταν κάποια προειδοποίηση. Εκείνη τη στιγμή, μ’ έπιασε ζαλάδα κι έπιασα το τιμόνι αδύναμα. Έπρεπε να φάω.

Ψηλά, πράσινα βουνά χωρίς τελειωμό και δρόμοι χωρίς εξόδους. Συνέχισα έτσι γι’ αρκετή ώρα, ώσπου πρόσεξα έναν γέροντα να περπατά ξυπόλητος σ’ ένα άνοιγμα στην απέναντι λωρίδα. Φαινόταν κουρασμένος κι ατημέλητος, στην πλάτη φορούσε ένα γαλάζιο σακίδιο έτοιμο να σκάσει κι υποπτευόμουν ότι είχε μέρες να πλυθεί – μια δυσωδία με κατέκλυσε απ’ το παράθυρο. Αποφάσισα να δοκιμάσω την τύχη μου και τον χαιρέτησα. Χαμογέλασε και με το χαμόγελο εμφανίστηκαν δόντια τριγωνικά σαν αγκάθια. Κανείς άλλος δε βρισκόταν στον δρόμο, οι καλοκαιρινοί επισκέπτες είχαν φύγει από καιρό και οι περισσότεροι ντόπιοι δεν πήγαιναν για μπάνιο στο Ηραίο μες στη νύχτα. «Είσαι με τα καλά σου;», θα έλεγε η αδελφή μου αν με έβλεπε, «Κλέλια, πότε θα πάρεις τη ζωή σου στα σοβαρά;». Έδειξα το άνοιγμα με το χέρι και ρώτησα αν υπήρχε κάποιο χωριό εκεί. Ο γέρος έγνεψε. «Ευχαριστώ», είπα και συνέχισα. (περισσότερα…)

Ο μαγικός κόσμος των πουλιών

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Ξύπνησε από τιτιβίσματα πουλιών. Πετάρισε τα μάτια κοιτώντας τριγύρω: στο κουρτινόξυλο, στο κομοδίνο, στο κρεβάτι, πουλιά… Κόκκινα, κίτρινα, μαύρα, γαλάζια, λευκά, σταχτοπράσινα, σε όλους τους δυνατούς συνδυασμούς, πουλιά… Με μικρές και μεγάλες φτερούγες, με περίεργες ουρές, με παράξενα ράμφη, με αλλόκοτες και μελωδικές φωνές, πουλιά… Άλλα τον κοίταζαν από μακριά, μερικά πλησίασαν κοντύτερα, κάποια κάθισαν στους ώμους του, στο στήθος, στα χέρια, πουλιά…

Έκλεισε τα βλέφαρα και σκέφτηκε:

«Όνειρο, βλέπω όνειρο! Τώρα θ’ ανοίξω τα μάτια και θα έχουν εξαφανιστεί».

Τινάχτηκε, λες και ξύπναγε από εφιάλτη. Ξαναντίκρισε τριγύρω πουλιά, παντού πουλιά…

Ιπτάμενοι εισβολείς απ’ το πουθενά, πτερόεντες επισκέπτες απ’ το ανεξήγητο κοίταζαν με τα στρογγυλά ματάκια τους. Τα κοίταζε κι αυτός.

«Καλημέρα!» ακούστηκε μια βραχνή φωνή δίπλα του.

Τρόμαξε! Του μιλούσε ένας παπαγάλος.

«Άι, στο καλό!» είπε δυνατά.

«Στο καλό!» είπε κι ο παπαγάλος.

«Θα τρελαθώ!» ψέλλισε ο άνθρωπος.

«Μα γιατί;» μίλησε πάλι ο παπαγάλος.

«Τι έκανε λέει; Μιλάς κανονικά; Οι παπαγάλοι επαναλαμβάνουν εκείνα που ακούν, δεν μιλούν σαν άνθρωποι!»

«Μα, δεν μιλώ σαν άνθρωπος, εσύ μιλάς σαν παπαγάλος!»

Ο άνθρωπος έμεινε με το στόμα ορθάνοιχτο. Κατόπιν κούνησε το κεφάλι πέρα-δώθε κάμποσες φορές, λες κι ήθελε να βεβαιωθεί πως το μυαλό του ήταν στην θέση του.

«Καλά, γιατί κάνεις έτσι;» είπε ένας κούκος που κάθονταν στο κομοδίνο.

Ο άνθρωπος γούρλωσε τα μάτια.

«Ονειρεύομαι, αυτό είναι! Δεν έχω ξυπνήσει ακόμα… Κοιμάμαι όρθιος! Σε λίγο θα μου πει κι ο κούκος πως δεν μιλάει ανθρωπινά, αλλά πως εγώ κάνω “κούκου κούκου”».

«Ε, ναι, εσύ κάνεις “κούκου κούκου”. Πού είναι το περίεργο;»

«Πού είναι το περίεργο που μιλάω κουκίσια; Πού είναι το περίεργο;»

«Δεν μιλάς μόνον κουκίσια και παπαγαλίσια», είπε ένα κοράκι που κάθονταν στο κουρτινόξυλο, «μιλάς και κορακίσια και κουκουβαγίσια! Και γενικά μιλάς όλες τις γλώσσες των πουλιών!»

«Μιλάω… όοολες τις γλώσσες των πουλιών;»

«Ναι, όοολες!» επιβεβαίωσε κι ένα μεγάλο ξωτικό πουλί, με τεράστιο ράμφος και κιτρινοπράσινες φτερούγες. (περισσότερα…)

Η μυγδαλιά

*

Απέναντι από το σπίτι της, στον φράχτη του απέναντι οικοπέδου, δίπλα στον δρόμο ακριβώς, είναι η μυγδαλιά. Οι γείτονες που τη φύτεψαν και μαζεύουν τους καρπούς έρχονται κάθε καλοκαίρι, όταν το χωριό γεμίζει κόσμο και τα πράγματα αλλάζουν, γενικά, άλλη καθημερινότητα, άλλος ρυθμός. Μετά τον Σεπτέμβρη όμως, μένει σχεδόν μόνη στη γειτονιά, τι σχεδόν, μόνη όλο το πρωινό, αφού κι ο άντρας της φεύγει για τη δουλειά του. Πάει, όμως, να πλύνει τα πιάτα, κι απέναντι ακριβώς η μυγδαλιά. Παίρνει να μαγειρέψει, τη μυγδαλιά βλέπει σηκώνοντας τα μάτια της προς το παράθυρο. Κάθεται στον καναπέ να πιει καφέ, να τη η μυγδαλιά έξω από το τζάμι. Πάει να ξαπλώσει λίγο για μεσημέρι, με το παντζούρι ανοιχτό, μην την πάρει κι ο ύπνος για πολλή ώρα και ξυπνήσει μετά μουρτζούφλω, τη μυγδαλιά έχει στα μάτια της. Δεν γίνεται κι αλλιώς, όλα τα παράθυρα του σπιτιού κατά κει ανοίγουν.

Είναι η καθημερινή της εικόνα, η καθημερινή της ζωή, Να βλέπει τον χειμώνα να έρχεται όταν γυμνώνουν τα κλαδιά της, να περιμένει με λαχτάρα να ανακαλύψει να φουσκώνουν τα μπουμπούκια της λίγο μετά τις γιορτές, να τρελαίνεται από τη χαρά της όταν ανθίζει κάτασπρη κι αέρινη και, μετά το Πάσχα, όταν καλωσυνεύει κι ο καιρός και μπορούν πια να κάθονται στην αυλή, να κόβει και κάνα τσάγαλο για μεζέ στο ούζο. Τα αγαπάει τα δέντρα, τα φροντίζει τα λουλούδια της, αλλά με τούτη τη μυγδαλίτσα είναι σαν φιλενάδες, τρέμει η ψυχή της μήπως και πάθει κάνα κακό. Ώρες ώρες σκέφτεται κιόλας μπας και δεν είναι καλά, τι της κόλλησε; Αλλά πάλι, αυτή τη χαρά, για μήνες, να βλέπει κάθε μέρα τα κλαδάκια να παίρνουν ζωή, να μαλακώνουν, κι ύστερα να έρχεται εκείνη η γιορτή με τα άσπρα, και να γεμίζει ο δρόμος κι η αυλή της αυτή τη μυρωδιά τη μελένια και τα άσπρα πέταλα… Αχ, ευτυχία χωρίς κόπο! (περισσότερα…)

Ιστορίες χωρισμών

*

Προδημοσίευση από το βιβλίο «Ιστορίες Χωρισμών» της Γεωργίας Τριανταφυλλίδου που, εικονογραφημένο από τη Μυρτώ Δεληβοριά, θα κυκλοφορήσει αυτές τις μέρες από την Κάπα Εκδοτική. «Δέκα μικρές ιστορίες που μιλούν για διαφορετικούς χωρισμούς, εστιάζοντας, παράλληλα, στα πράγματα της καθημερινότητας. Γιατί όταν χωρίζουν οι άνθρωποι ένα σωρό αντικείμενα καθημερινής χρήσης έχουν ενωθεί εναντίον τους.» (από το ΔΤ).

///

Μάζεψες τίποτε;

Ήταν ξεκάθαρη. Να τα μαζέψεις όλα, του είπε, και να φύγεις. «Bέβαια, μπορείς να κοιμηθείς το βράδυ στο κρεβάτι. Είναι πιο εύκολο να μην χάσουν δυο άνθρωποι τη βολή τους άμα βρίσκονται πάνω στα χωρίσματα». Ευχαρίστως θα της άστραφτε ένα χαστούκι εκείνη τη στιγμή. Τη στιγμή που επιβεβαίωνε την απόλυτη περιφρόνησή της για κείνον με το να καταδεχτεί να μοιραστούνε τελευταίο βράδυ αυτό που μέχρι χθες ήταν «το κρεβάτι τους». Καρφάκι δεν μου καίγεται. Να τι του έλεγε. Μ’ άλλα λόγια, το σώμα σου μου είναι τόσο αδιάφορο που όχι να το λιμπιστώ δεν υπάρχει φόβος αλλά ούτε και να το σιχαθώ. Στο ψυγείο συνέχιζε να κρυώνει, από τρεις μέρες ανοιγμένο, ένα μισογεμάτο μπουκάλι λευκό κρασί. Τον παλιό καιρό, θα ερχόταν προς το μέρος του, θα άρπαζε το μπουκάλι και θα έμπηγε τις φωνές. «Τώρα πια αυτό το κρασί είναι για το μαγείρεμα, για σβήσιμο»! Πόσο του άρεζε η εν μέρει ακατανόητη κουβέντα της. Για σβήσιμο. Γέμισε το ποτήρι του. Την είδε που τον κοίταξε. Μάλλον αυτό ήθελε. Να καταλάβει εκείνος πως με το συγκεκριμένο μπουκάλι σβήνονταν όλα. Η φαινομενική έγνοια, η δύναμη της συνήθειας, αχ, η πολυαγαπημένη δύναμη της συνήθειας, το προσποιητό ενδιαφέρον, η προσποιητή έκπληξη απέναντι στο προσποιητό ενδιαφέρον, όλες οι ψευτιές που χτίζουν λίγο λίγο, μέρα με τη μέρα, το βασίλειο της αληθινής συμβίωσης. Τέλειωσε το κρασί του και σηκώθηκε αναστενάζοντας. Και πώς μαζεύεις τώρα τα πράγματά σου από το ίδιο σου το σπίτι; Και πώς ξέρεις ότι τα μάζεψες όλα; (περισσότερα…)

Το αγόρι με τα μεγάλα χείλη

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Πριν από χρόνια, σε μια πολύ κρίσιμη καμπή της ζωής μου, γνώρισα ένα πλάσμα που δεν έμαθα ποτέ το όνομά του και που ακόμα και σήμερα το θυμάμαι ως το «αγόρι με τα μεγάλα χείλη». Εξαντλημένος εκείνη την εποχή από τις ριπές των γεγονότων που είχαν προηγηθεί, αγωνιζόμουν απλώς να επιβιώσω. Εσωτερικά βίωνα μια κατάσταση ασάφειας και σύγχυσης. Όλα όσα κατοικούσαν στο μυαλό μου –σκέψεις, συναισθήματα, αναμνήσεις, ελπίδες, προσδοκίες– πολύ συχνά μου φαίνονταν ξένα, απρόσιτα, κομμάτια ενός μυστηρίου που ήταν αδύνατο να ερμηνεύσω. Αλλά και τα πρόσωπα που συναντούσα καθημερινά και όσα μπαινόβγαιναν στη ζωή μου, ενίσχυαν κι αυτά τη σύγχυση και την αδυναμία μου να ασκήσω τον οποιονδήποτε έλεγχο στην ύπαρξή μου. Ένοιωθα έρμαιο της μοίρας και αυτή η εγκατάλειψη κατά βάθος με βόλευε καθώς λειτουργούσε ως άλλοθι για τις αποτυχίες και τα λάθη μου. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γνώρισα εκείνο το αλλόκοτο πλάσμα. Και παρότι η μνήμη μου είναι αδύναμη και προβληματική και μεγάλα διαστήματα της ζωής μου έχουν χαθεί λες και δεν υπήρξαν ποτέ, από την εφήμερη γνωριμία μου μαζί του θυμάμαι γεγονότα που με ξαφνιάζουν ακόμα με τις λεπτομέρειες και τη ζωντάνια τους.

///

Ήταν ένα ανοιξιάτικο βράδυ και η οδός Βύρωνος μύριζε σάπια φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή αγορά εκείνης της μέρας. Σε ορισμένα σημεία το πεζοδρόμιο ήταν αδιαπέραστο από τα πλαστικά τελάρα, τα λιωμένα φρούτα και τα πατημένα φύλα των λαχανικών. Οι κάδοι απορριμμάτων ήταν ξεχειλισμένοι και σε μικρή απόσταση υπήρχαν λευκές συσκευασίες από φελιζόλ με εντόσθια ψαριών και γλοιώδεις εκκρίσεις. Τα υγρά είχαν διαποτίσει ένα μέρος του πεζοδρομίου και η μπόχα ήταν αφόρητη. Ο δρόμος ανάμεσα στο δημοτικό στάδιο και στα μεσαιωνικά τείχη γυάλιζε από το ανοιξιάτικο ψιλόβροχο και την αντανάκλαση των φώτων πάνω στο οδόστρωμα. Η ευωδιά των βρεγμένων πεύκων και των χορταριών πνιγόταν μέσα στη πηχτή μυρωδιά της σαπίλας που εισχωρούσε παντού στην ατμόσφαιρα και στη νύχτα και ξυπνούσε μέσα μου παλιά συναισθήματα για μια πόλη που με άφηνε διχασμένο ανάμεσα στην αγάπη και τον οίκτο.

Η βροχή είχε αρχίσει να δυναμώνει αλλά η φυσική στοά που δημιουργούσαν τα πεύκα πάνω από το κεφάλι μου συγκρατούσε την ορμή της βροχής και μόνο σε κάποια ανοίγματα ένοιωθα τις ψιχάλες να ακουμπούν το πρόσωπό μου. Κουρασμένος, αργοκίνητος, αηδιασμένος με το βρώμικο πεζοδρόμιο, συλλογιζόμουν τη ζωή μου, τις αιτίες της κατάστασής μου, τη σιωπή και τη μοναξιά που με περίμεναν για μια ακόμα νύχτα, την απουσία μιας γυναίκας ή ενός φίλου, τη λαχτάρα για ένα φιλί και ένα χάδι, συλλογιζόμουν ακόμα μια σειρά από αφηρημένα γεγονότα που θα άλλαζαν ριζικά την προσωπική μου κατάσταση και θα μου έδιναν το δικαίωμα να πιστέψω ότι η ζωή μου δεν ήταν μια μάταιη και τελειωμένη υπόθεση. (περισσότερα…)

Το πάζλ του Οδυσσέα

*

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ «ΣΩΣΤΟΥ»

Καθώς κοίταζε το πόμολο της πόρτας αναζήτησε μια τεθλασμένη χαρακιά στ’ αριστερά. Δε θυμόταν πώς είχε γίνει, αλλά ήταν το πρώτο που έψαχνε, όταν βρισκόταν μπροστά στην πόρτα. Τη βρήκε η προσμονή του πρώτα κι ύστερα το βλέμμα του.

Σχεδόν έξι χρόνια είχαν περάσει. Είχε φύγει θυμωμένος. Τον έπνιγε το δίκιο. Ήταν τη μέρα που είχε επιστρέψει ο μικρότερος αδελφός του. Τέσσερα χρόνια φευγάτος κι ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Πάντα ο κανακάρης που του τα δικαιολογούσαν όλα. Αυτός από την άλλη, πάντα ο ένοχος. Ο πρωτότοκος που του είχαν κλέψει την ευκαιρία του λάθους. Το «σωστό» είχε τρυπώσει σαν ασθένεια μέσα του. Ο μικρός είχε ζητήσει λεφτά από τον πατέρα και πήρε των ομματιών του.

Όσο έλειπε ο αδελφός του όλα ήταν σωστά. Κάθε πρωί ξεκινούσε ευλαβικά τη ρουτίνα του. Πήγαινε στη δουλειά του πατέρα του. Όλη μέρα μαζί. Στην αρχή, είχε ιδέες πολλές. Να προχωρήσει η επιχείρηση. Να εκσυγχρονιστεί. Μελετούσε, κατέστρωνε πλάνα. Φανταζόταν με χτυποκάρδι ότι θα τα παρουσίαζε  στον πατέρα του κι εκείνος θα τον κοίταζε με περηφάνια. Κάθε φορά, κάτι έλειπε. Κάτι δεν είχε υπολογίσει σωστά. Με τόσο «σωστό» μέσα του και πάλι να μην μπορεί να φτάσει το «κατάλληλο», το «αποδεκτό».

Ο μικρός γύρισε μια μέρα απροειδοποίητα, όπως είχε φύγει. Δεν του παραπονέθηκε κανείς. Όλοι τον αγκάλιασαν με θέρμη. «Μας έλειψες», του είπαν. Τι είχε λείψει, λοιπόν; Το «λάθος». Αυτό που γίνεται αλλιώς Όταν επέστρεψε, το «λάθος» κατέλαβε και την πιο μικρή γωνιά της ζωής τους, σαν αέρας που ανοίγει με δύναμη ένα παράθυρο και εισβάλλει και στο πιο απόμερο σημείο. Τρύπωσε ακόμα και στα μάτια του πατέρα του και καθώς τον έβλεπε πώς κοίταζε τον μικρό κατάλαβε πως το «κατάλληλο» είχε επιτευχθεί.

Το ίδιο βράδυ, έφυγε ξαφνικά. Δούλεψε σκληρά. Μόνος. Όλα από την αρχή. Ανακάλυψε το «κατάλληλο» σχέδιο. Εφάρμοσε τα πλάνα του που πέτυχαν. Έβγαλε χρήμα με ουρά μα με τους δικούς του ξέκοψε οριστικά. Ούτε κουβέντα. (περισσότερα…)

Το Κλήμα Λάζαρος

*

Το διήγημα «Το Κλήμα Λάζαρος» του Δ. Ε. Σολδάτου παρουσιάζεται θεατροποιημένο αυτό το Σάββατο 12.4.2025 –ανήμερα του Λαζάρου– από τον ηθοποιό Δημήτρη Βερύκιο (κιθάρα, μαντολίνο, τραγούδι: Αρετή Κοκκίνου) στον Ιερό Ναό των Αγίων Αναργύρων στου Ψυρρή. Ώρα έναρξης 19:15.

~.~

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Μόνο εκεί που υπάρχουν τάφοι υπάρχει ανάσταση.
FRIEDRICH NIETZSCHE

Δίπλ’ απ’ το πατρικό μου στο χωριό –εκεί που τώρα βρίσκεται το Silenus Bill’s Bar– υπήρχε παλιά ένα ελαιοτριβείο. Η ευωδιά του φρεσκοστυμμένου λαδιού φλόμωνε τα ρουθούνια μας. Απ’ τ’ άγρια χαράματα βοούσε το μελισσομάνι των λιτρουβιαραίων. Βογκούσαν τα τρακτέρ στην ανηφόρα, φορτωμένα σακιά τίγκα στον ελαιόκαρπο. Βουνό το λιοκόκκι. Άχνιζαν τα τσόλια στον φράχτη σαν γδαρμένα τομάρια. Κι εμείς –λιμασμένα παιδιά της γειτονιάς– κλωθογυρίζαμε εκεί γύρω, ώσπου κάποιος γνωστός να μας φωνάξει να ιδούμε τις μυλόπετρες που αλέθουν και να μας τρατάρει μια πρωμάδα: ψωμί πυρωμένο στην φωτιά, αλειμμένο με ζεστό φρέσκο λάδι. «Όταν μεγαλώσω», έλεγα, «θα γίνω λιτρουβιάρης! Θα πίνω ούζο 12 και θα καπνίζω άφιλτρα τσιγάρα Καρέλια».

Πριν προλάβω να μεγαλώσω, το λιτρουβιό έκλεισε. Το παραπάνω χωριό από το δικό μας ερήμωσε. Κι έτσι, το Δημοτικό Σχολείο μεταφέρθηκε στο εγκαταλελειμμένο ελαιοτριβείο, που το μισό διαμορφώθηκε σε διδακτικό χώρο και το άλλο μισό παρέμεινε κλειδωμένο, με σκουριασμένα καζάνια κι αραχνιασμένες μυλόπετρες. Καμιά φορά, κατά την διάρκεια του μαθήματος, ακούγαμε το «κριτς-κριτς» των ποντικών από δίπλα.

Κάποτε και το δικό μας χωριό άδειασε. Ο κόσμος πήγαινε στις μεγάλες πόλεις να βρει δουλειά. Το σχολείο έκλεισε. Μετακόμισε στον παρακάτω οικισμό. Και το παλαιό ελαιοτριβείο του Καμαρίλα νοικιάστηκε σε μια εξηντάχρονη Εγγλέζα μετρίου αναστήματος, με βαμμένο ξανθό μαλλί και αέρα φλεγματικής λαίδης. Κανείς δεν ήξερε τίποτα γι’ αυτήν. Μόνον πως την έλεγαν Τζόυ, που στην γλώσσα της θα πει Χαρά, μα οι χωριάτες το εκλάμβαναν ως Ζωή. Αμάξι δεν είχε. Έρχονταν και την έπαιρναν οι φίλοι της με τα δικά τους αυτοκίνητα και τα χαράματα την ξανάφερναν.

Ήταν γλεντζού!

Κυκλοφόρησαν πολλές φήμες για λόγου της, πως έτρεχε το χρήμα απ’ τα μπατζάκια της, πως είχε ιδιωτικό νησί στην πατρίδα της, αλλά βαρέθηκε την ζωή που έκανε και διάλεξε το μέρος μας για να περάσει τα τελευταία της χρόνια, αφήνοντας πίσω τις πολυτέλειες και τις ομίχλες της Αγγλίας και κάνοντας μια καινούργια αρχή κάτω απ’ τον λαμπρό ήλιο της Ελλάδας.

Με τον καιρό η Τζόυ άρχισε ν’ αλλάζει…

Οι φίλοι της αραίωσαν. Αν ήθελε κάπου να πάει, έπαιρνε ταξί ή πήγαινε με τα πόδια. (περισσότερα…)

Η τελευταία προσευχή

*
του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Ο Χρήστος, ένας παλιός φίλος, έλεγε πως μόνον η αγάπη μπορεί να ακυρώσει τον κίνδυνο της οριστικής εκμηδένισης και του οριστικού αποχωρισμού που επιφέρει ο θάνατος.

Αγιογράφος στο επάγγελμα διατηρούσε ένα μικρό εργαστήριο χωμένο σ’ ένα δρομάκι της λιμενικής ζώνης. Γνωριστήκαμε τυχαία σε μια έκθεση ζωγραφικής– ό,τι κι αν σημαίνει αυτό το «τυχαία». Είχα μπει στον χώρο της έκθεσης ένα βράδυ κυνηγημένος από τη μοναξιά και τα προβλήματά μου. Με είχε δει που στεκόμουν μπροστά σε έναν πίνακα του Χριστού – μια καλλιτεχνική απεικόνιση, όχι αυστηρά αγιογραφική. «Τι πιστεύεις;» με ρώτησε χαλαρά λες και γνωριζόμασταν χρόνια. «Τον Υιό τον εκτιμώ, με τον Πατέρα έχω πρόβλημα» απάντησα. Χαμογέλασε συγκρατημένα. Συστηθήκαμε και με προσκάλεσε στο εργαστήριό του.

Βρισκόμασταν δυο τρεις φορές την εβδομάδα. Πίναμε καφέ και μιλούσαμε με τις ώρες. Εκείνα τα χρόνια ήταν ο μοναδικός άνθρωπος με τον οποίον μπορούσα να κάνω μια κουβέντα πέρα από τα καθιερωμένα, να μιλήσω για λογοτεχνία και για τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής και του θανάτου. Όποια και αν ήταν η αφετηρία των συζητήσεων μας, καταλήγαμε να μιλάμε για το μυστήριο της ανθρώπινης παρουσίας μέσα στον κόσμο, για την προέλευση και τον σκοπό της, για το ίδιο το κοσμικό αίνιγμα, καθώς και για τις μεταφυσικές και ηθικές διαστάσεις του θανάτου. Πάντα σχεδόν ο Χρήστος οδηγούσε την κουβέντα στο θέμα του τέλους. Λίγο πριν γνωριστούμε είχε χάσει τη γυναίκα του. Παθιασμένος με την τέχνη του και ακούραστος αναγνώστης, προσπαθούσε με τη δημιουργία και τον στοχασμό να διαχειριστεί τον πρόωρο θάνατο της.

«Αυτοί που αγαπήθηκαν αληθινά θα ξαναβρεθούν» έλεγε. Στο ισχνό, ασκητικό του πρόσωπο έβλεπα το πάθος ενός ανθρώπου που ήταν σίγουρος για την ιδέα του αλλά και την ελπίδα που γεννά η απώλεια και το πένθος.

Ο Χρήστος έψαχνε και διάβαζε με πάθος. Σε μια γωνιά του εργαστηρίου υπήρχε ένα τραπεζάκι φορτωμένο με βιβλία, αποκόμματα εφημερίδων και εκτυπώσεις κειμένων που έβρισκε στο διαδίκτυο. Ανάμεσά τους υπήρχαν πρόσφατες μελέτες για τη σχέση του ανθρώπινου εγκεφάλου με τη συνείδηση την ώρα του θανάτου. Ο Χρήστος μιλούσε με ενθουσιασμό για τα αποτελέσματα των ερευνών από σοβαρούς και αξιόπιστους επιστήμονες – ήταν και αυτός ένας τρόπος να πιαστεί από κάπου.

«Πολλές έρευνες δείχνουν ότι ασθενείς που ήταν κλινικά νεκροί μετά από ανακοπή καρδιάς και με κάποιον τρόπο επανήλθαν, περιέγραφαν με λεπτομέρειες όσα γίνονταν γύρω τους, τις συνομιλίες των γιατρών και γενικά ότι είχαν επίγνωση του περιβάλλοντος όση ώρα ήταν νεκροί. Πρόκειται για συγκλονιστικό εύρημα, για μια επιστημονική απόδειξη ότι η συνείδηση είναι ξεχωριστή από τον εγκέφαλο και ότι συνεχίζει να λειτουργεί και μετά τον θάνατο». (περισσότερα…)

Απ’ το ημερολόγιο ενός Φιλικού

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Κατά την ανακαίνιση της Οικίας Ζαμπελίων, για την δημιουργία του «Ζαμπέλιου Κέντρου Γραμμάτων και Τεχνών Δήμου Λευκάδας», ανευρέθη σε κρύπτη του ισογείου –εντός ασημένιας πεποικιλμένης θήκης– το ημερολόγιο του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου. Ο εργάτης που ανακάλυψε το πολύτιμο αυτό χειρόγραφο το εμπιστεύθηκε σε μένα, μιας κι ήταν στενότατος φίλος μου κι εγώ εργαζόμουν εκείνον τον καιρό στην Χαραμόγλειο Ειδική Λευκαδιακή Βιβλιοθήκη.

Για να παραλάβω το χειρόγραφο, θα έπρεπε να κατατεθεί επισήμως. Του πρότεινα να το παραδώσει στον υπεύθυνο του έργου και κατόπιν, αφού ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία, να περιληφθεί το πρωτότυπο ή αντίγραφό του στην Χαραμόγλειο.

Ομολογώ πως υπέκυψα στον πειρασμό να το φυλλομετρήσω κι έμεινα έκπληκτος απ’ το συναρπαστικό του περιεχόμενο. Αδυνατώντας ν’ αντισταθώ στην εσωτερική μου παρόρμηση, φωτοτύπησα μερικές σελίδες, εκείνες που με συνάρπασαν περισσότερο, και προέτρεψα τον φίλο μου να μην πει τίποτα σε κανέναν γι’ αυτό, πολύ δε περισσότερο πως το έφερε σ’ εμένα.

Εκείνος μού έδωσε τον λόγο του. Παρέδωσε το εύρημα σε κάποιον υπεύθυνο και συνέχισε την εργασία του. Σύντομα, όμως, το έργο διακόπηκε, όπως συμβαίνει πολλάκις στα έργα του δημοσίου τομέα. Όταν συνεχίστηκε η ανακαίνιση, ο υπεύθυνος είχε αντικατασταθεί. Κατά παρότρυνσή μου, ο φίλος μου ρώτησε τον αντικαταστάτη για την τύχη του ημερολογίου. Εκείνος δεν ήξερε τίποτα, πέραν του ότι ο προκάτοχός του εργάζονταν πλέον σε κατασκευαστική του εξωτερικού. Ήταν προφανές πως το χειρόγραφο είχε κάνει φτερά. Ίσως πωλήθηκε σε κάποιον συλλέκτη αντί αδράς αμοιβής. Ίσως το κράτησε ο ίδιος. Εξάλλου δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι το παρέλαβε. Καμία, πλην των φωτοτυπημένων σελίδων που βρίσκονται στην κατοχή μου και που σήμερα –μεταγραμμένες στην νέα ελληνική– δημοσιεύω εδώ, με κίνδυνο να κατηγορηθώ πως υπεξαίρεσα ολόκληρο το ημερολόγιο ή πως πρόκειται περί αποκυήματος της φαντασίας μου. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν παραθέτω ούτε μία φωτοτυπημένη σελίδα του χειρογράφου, ώστε ν’ αποφύγω οποιαδήποτε νομική συνέπεια αν κατηγορηθώ για υπεξαίρεση, ισχυριζόμενος –σε μια τέτοια περίπτωση– πως η όλη υπόθεση είναι επινοημένη.

Κυρίες και κύριοι, σας παρουσιάζω –παραμονές της Εθνικής Παλιγγενεσίας– τις εκλεκτότερες πατριωτικές σελίδες που διάβασα ποτέ, τα σπαράγματα του χαμένου ημερολογίου του δικαστικού λειτουργού, μέλους της Φιλικής Εταιρείας και μετέπειτα δραματουργού, Ιωάννου Ζαμπελίου.

(περισσότερα…)

Πένθος λογοτέχνου


*

Αλήθεια σου το λέω· ταράχτηκα πολύ με τον χαμό του Γ. Είμ’ όλη μέρα στα τηλέφωνα. Μίλησα μόλις με τον Κ. Πριν απ’ αυτόν με είχε πάρει η Ν. Μας έχει όλους συγκλονίσει. Δεν θ’ αργήσουμε να βάλουμε μπρος ένα αφιέρωμα στην ποίηση του. Καλά, δεν είναι καιρός ακόμη. Απ’ τη βδομάδα που ’ρχεται τα σχέδια. Είναι το μούδιασμα που αφήνει το φευγιό, κατάλαβες; Θα μιλήσουμε και με τη Ζ, τον Β, τη Δ. Το επόμενο τεύχος πρέπει να του αφιερωθεί, έχουμε δρόμο να καλύψουμε στην ύλη. Εγώ; Θα αναλάβω μια σύντομη μελέτη. Στην πρώιμη φάση της ποίησής του θα εστιάσω. Μα για την ώρα σιωπή. Είναι το κενό που μας κοιτάζει μες στα μάτια, η απώλεια που βαραίνει στον ώμο μας. Η γλώσσα που φτωχαίνει.

Δεν ξεχνώ την πρώτη μας γνωριμία. Ήμουνα νέος – τι νέος, σχεδόν παιδί. Η συλλογή δεν είχε ακόμα δείξει. Κάνα δυο ποιήματα είχανε όλα κι όλα ακουστεί, τίποτα το σπουδαίο. Ό,τι είχα στείλει στο Π. μού το ’χαν απορρίψει (σε προσωπική μας συνομιλία αργότερα, ο Δ μου ζήτησε συγγνώμη και γι’ αυτό). Ίσα που είχα πάρει το πτυχίο μου και έπιανα το μεταπτυχιακό σε τόπο άλλον. Κρύο, σκοτεινιά, αμφιβολίες. Δύσκολες μέρες άπλωναν μπροστά. Και έπειτα, σ’ εκείνη την παρουσίαση που μιλούσε, πώς με κοίταξε με βλέμμα όλο ζωηράδα σαν πήγα και του ’σφιξα το χέρι, και πώς μου δήλωσε σιβυλλικά: «Τα ποιήματά σας αξίζουν προσοχής… και κάτι περισσότερο…». Εκείνο εκεί το «περισσότερο», εκείνο το «κάτι παραπάνω» μού έτρωγε την ψυχή… Σαν τι να εννοούσε; Το μάτι του σπινθήριζε – γαλάζια φλόγα που ’καιγε τους μέσα μου δισταγμούς. Πλημμύρησα ευχαρίστηση απέραντη. Λες κι είχα κάπου φτάσει· στο χ, το ψ σκαλί της σκάλας. Σίγουρα κάπου πέρα από το πρώτο κείνο που ’μουνα. Τα είχα καταφέρει –μα ταπεινά έσκυψα το κεφάλι. Γνώριζα πως δεν αρκεί. (περισσότερα…)