σατιρική ποίηση
Αγγέλα Καϊμακλιώτη, Ποιητική βραδιά
Ποιητική βραδιά
Τζένη La Revolución, Τρία Ποιήματα

Τζένη La Revolución
[Από την ενότητα: Αληθινές Ιστορίες με Βαθύ Νόημα]
Η μεζονέτα
Ήμουν μια απλή, σχεδόν αρχαία μεζονέτα
Έβλεπα Ακρόπολη, μοντέρνα οικοδομή
Υπήρξα εστία σ’ «οικογένειες-φιλέτα»
Μετά γραφεία και στο τέλος ερμπιενμπί
Όλο χαζόξανθα ζευγάρια κι Αμερκάνοι
Ύπνος, γαμήσι, φαγητό και άντε γεια
Έβαλε λάδι μια Ρωσίδα στο τηγάνι
Πήγε τουαλέτα (η δυσκοίλια), πυρκαγιά!
Είχα αντίστροφη πορεία απ’ τους ανθρώπους:
Πρώτα οικογένεια με παιδιά, μετά δουλειές
και τέλος έρωτες και νιάτα που διψάνε
Όμως, υπάρχει ένα κοινό, σ’ όλους τους τόπους
σ’ έμψυχα, σ’ άψυχα σ’ όλες τις εποχές
όλοι από πέσιμο ή χέσιμο θα πάνε. (περισσότερα…)
Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

Απολογισμός
Βαδίσαμε ωραία! Όπως αρμόζει
το βάδισμα σε συνετούς ανθρώπους
κάναμε πού και πού τον καραγκιόζη
όμως κρατήσαμε ένα ήθος, κάποιους τρόπους…
Ψηλά κρατώντας πάντα το κεφάλι
σκοντάφταμε σε λάσπες… σε γκρεμούς…
πέφταμε… σηκωνόμασταν… χαλάλι…
Φτάνει που υπέροχα βαδίσαμε, το ακούς;
Τι κι αν στον δρόμο χάθηκε η πορεία;
Τι κι αν μας πρόδωσε η πυξίδα κατά βάθος;
Τι κι αν πουλήσαμε κι εμείς στα εμπορεία;
Να λες βαδίσαμε υπέροχα… με πάθος…
Μονάχα που… στο τέλειωμα του δρόμου
κάτι έχει μείνει να πονά… να αγκυλώνει…
Και στο ‘χα πει δεν είναι αυτό το νούμερό μου
πάλι στενό πήγες και πήρες παντελόνι.
~.~ (περισσότερα…)
Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

Oh Captain my Captain!
Στέκεσαι αγέρωχος με βλέμμα ονειροπόλο
και νιώθεις το μπαλκόνι σα μια πλώρη
που ταξιδεύει και γυρνά τον κόσμο όλο
«Βίρα τις άγκυρες σαλπάρει το βαπόρι!»
Captain εσύ και πλήρωμα δυο πολυθρόνες
από μπαμπού, στον πρώτο όροφο –εκεί πάνω-
(Οι Κύκλωπες με Ray Ban και οι Λαιστρυγόνες
με τις Σειρήνες τραγουδάνε… Μητροπάνο)
«Captain my Captain» για πηδάλιο μια βρύση
και για πανί ανοίγει –αυτόματη– η τέντα
(Στον ήλιο δίνεις διαταγή να πάει να δύσει.
Μετά, μια fisherman στο στόμα –γεύση μέντα–)
Κι αρχίζεις να φωνάζεις. «Πάμε! Βίρα!
Έχουμε Πόλεμο!» Φωνάζεις… ολοένα
Αν δε σε ήξερα, θα ’λεγα φταίει η αλμύρα
πολύ φοβάμαι όμως πως φταίνε τα… ληγμένα!
~ . ~
Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

*
Φουρκέτα
Έχω ένα Πύργο στην άκρη της Πόλης
μέσα υπάρχουν στολές πανοπλίες
και μία φατσούλα εξώλης προώλης
που κάνει τα βράδια γκριμάτσες αστείες
Έρχονται εδώ οδοιπόροι τουρίστες
σε γκρουπ κι ορισμένοι συχνά κατά μόνας
χορεύουν τις νύχτες σε λούτρινες πίστες
ενώ τον καιρό του ετοιμάζει ο χειμώνας
Ποτά φαγητά μουσικές και κοκτέιλ
πολυέλαιοι φώτα χοροί αλά μπρατσέτα
στον κήπο μου τρέχουν ο Τσίπ με τον Ντέηλ
κι εγώ των μαλλιών σου κοιτώ τη φουρκέτα
Αχ τούτη η φουρκέτα δεν ξέρει τι κάνει
κρατάει φυλακή τα μακριά τα μαλλιά σου
κι εγώ που κοιτάζω σα να ‘μαι χαϊβάνι
για κοίτα πώς τρέχω –τι χάρη!– κοντά σου
Πώς τρέχω κοντά σου με μια πιρουέτα
κρατώ –την καρδιά– μαξιλάρι εκεί πάνω
εκεί να καρφώσεις βαθιά τη φουρκέτα
να δω τα μαλλιά σου λυτά κι ας πεθάνω (περισσότερα…)
Στιχάκιας, Πέντε ποιήματα

Μπουρνάζι
Σε γνώρισα ένα βράδυ δακρυσμένο
(βροχή είχε αρχίσει)
Είχες παράνομα το αμάξι σταθμευμένο
και με είχες κλείσει
Άφησα post it στον υαλοκαθαριστήρα
νεύρα γεμάτο
μα όταν σε είδα έδειξα άλλο χαρακτήρα
πιο πιπεράτο
Γέλασα και σου είπα δεν πειράζει
θα περιμένω
Έτσι όπως έχει γίνει το Μπουρνάζι
καταλαβαίνω
Μου γέλασες κι εσύ πίσω απ’ το τζάμι
(κόπηκε η ανάσα)
Βρήκατε κίνηση καθόλου στο ποτάμι;
(ρίχνω την πάσα)
Δείχνεις διάθεση να συνεχίσεις την κουβέντα
(Τράβηξα άσσο!
Κοίτα να δεις που απόψε έχω ρέντα
μη με ματιάσω…)
Σκοπεύετε να βγείτε από το αμάξι;
(Θεέ μου ευφράδεια!)
Πριν απαντήσεις ήδη είχα αρπάξει
χωρίς καν άδεια
την πόρτα και τραβούσα σαν τανάλια
που είχε σφίξει
Δεν άνοιγε… Αν δε βγάλω την ασφάλεια
λες δε θ’ ανοίξει…
Α! Η ασφάλεια λέω αμήχανα λιγάκι…
Και κοκκινίζω
Βλέπεις εγώ οδηγάω μηχανάκι
Πού να γνωρίζω…
–Τι!!! Δεν είναι δικιά σου η SLK?
Σε άλλον ανήκει;
–Σε άλλον ασφαλώς. Εγώ έχω χρέη
Κι ούτε για… νοίκι…
Αααα λες εσύ απότομα με ύφος
σκοτεινιασμένο
και αφού το έπιασα το νόημα πως τζίφος
δεν επιμένω
Γυρίζω σπίτι. Βρέχει! Ματαιώθηκε
το όνειρο πως θα ’μαστε μαζί
Και το παπάκι σάμπως να πληγώθηκε
με άφησε στο δρόμο από μπουζί…
~ . ~ (περισσότερα…)
Λάμπρος Λαρέλης: Vita poetica

~ ~ ~
ΣΕ ΚΡΙΤΙΚΟ ΚΑΘ’ ΟΛΑ ΣΥΝΕΠΗ
Οι μπουρδολόγοι σού ’τανε καρφί στο μάτι,
με τους αγύρτες, α, δεν είχες κολιγιές,
ήσουν των κλόουν και των τρα-λα-λά ο φονεύς.
Τώρα ζαχάρωσες· σαν του Χατζηαβάτη
έγινε η γλώσσα σου κομψή και ντελικάτη
και γλυκογλείφει όσους πίκραινε ώς χθές.
~ ~ ~
ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΕΚΔΟΤΙΣΚΟ
Ιούδας; Όχι δα! Φτωχομαλάκας…
Σιγανοπαπαδιά σιελοφόρα
που ’κανε τη ρομαντικιά ώς την ώρα
να σπιτωθεί κι αυτός μες στην Παράγκα.
(Πια τρώει ενός σκατόγερου τα φράγκα
στίχους σωρό τυπώνοντας της πλάκας.)
~ ~ ~
ΣΕ ΣΤΙΧΟΠΛΟΚΟ ΞΕΜΩΡΑΜΕΝΟ
Τι νόμισες, τα πλήθη θα σ’ υμνήσουν;
Α, τούβλο, κοκκορόμυαλος θα ήσουν!
Τα πλήθη απαξιούν και να σε φτύσουν.
~ ~ ~
ΣΕ ΠΡΩΗΝ ΤΙΜΗΤΗ, ΣΦΟΓΓΟΚΩΛΑΡΙΟ ΤΩΡΑ
Τσιρίζοντας στα ογδόντα ντεσιμπέλ
κατήγγελλες σινάφια και καρτέλ
κι έκανες κρότο μες στη σαστιμάρα.
Μα γρήγορα σε βούβανε η Βαβέλ·
στον σβέρκο που τον είχες για Νομπέλ,
πια τώρα πέφτει σύννεφο η σφαλιάρα.
~ ~ ~
ΣΥΝΑΔΕΛΦΟΣ ΑΥΤΟΠΑΡΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΣ
Ο θάνατός Σου – τι θεόσταλτη ευκαιρία!
Ας μη σε χώνευα, είχαμε κοινούς εχθρούς:
υμνώντας του Έργου σου την τόση σημασία,
μαζί μ’ εκείνο θα τους θάψω κι αυτουνούς.
~ ~ ~
ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΙΕΣΤΗΡΙΟΥ
Ο Σκέρτσος και ο σιορ Λειρής κι ο Ξέβρας
από της μέρας το έμπας ώσμε το έβγας
ομάδι ομώσασι βιβλία να βγάνου.
Αμόλα ο Σκέρτσος στη σελίδα απάνου
τσιρλιά και πόρδους ᾽πο τ᾽ αντερικά του,
βάθος να δώση κι ύφος στ᾽ Άπαντά του.
Με μια πιρούνα ο σιορ Λειρής τσιμπούσε
το έργατο που κει μπρος του βουρβουρούσε
κι αλάτιζέ το για να νοστιμέψη.
Μα δεν πετύχαινε ποτές τη γέψη
και στράφι πήγαινε η δουλειά του η τόση.
«Γιάντα καθυστεράς ;» του κάνει ο Ξέβρας
πούτανε κι αυτουνού του να τυπώση.
Και του αποκρίθηκε ο πρεσσάς με σέβας :
«Μια μέση και μια γλώσσα ειμ᾽ ο καημένος
κι απ᾽ τα χρειαζούμενα αποστερεμένος.
Ζωή να πης κι αυτή του χαμαιτύπη !
Όσο κι αν γλείφω, πάντα κάτι λείπει . . .
Παχύς ο Σκέρτσος, κι έχει πάτο αφράτο,
μα εδώ ᾽χω ανάγκη πράμα πιο ξυγγάτο.
Κώλον φαρδύ κι ακένωτον ακόμα
στα ξώφυλλά μου για να δώση χρώμα.
Α δε βαστώ, ζόρια βαριά μου επέσα.
Βούηθα και συ, μπρε Ξέβρα ! Χέσε μέσα . . . »
~ ~ ~
ΚΑΚΟΦΑΝΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Eίχαν ευθύνες, τρομερές ευθύνες
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΦΕΡΕΣΙΑΔΗΣ
Απείτις του γυρίσανε τη ράχη οι κριτικοί,
του Ποιητού πολύ του κακοφάνη·
και στο σινάφι έβγαλε φετφά
μ’ ανάθεμα βαρύ και κατηγόριες.
Πως οι γραφιάδες πράξαν αλαφρόμυαλα,
και την εμπιστοσύνη του προδώσαν·
πως δόλια εσούρθηκαν χαμαίς και του δαγκάσαν
τα χέρια τα ευεργετικά που τους χαϊδεύαν,
αντίς να τρέξουνε ευλαβώς να τα φιλήσουν·
πως άλλος πιο φριχτά δεν έφταιξε, μα ατός του,
που σκέφτηκε ο λωλός έτοιους ανήξερους,
για το Έργο του, που έχει πλοκάμια τόσα,
να στέρξει, να καταδεχτεί να τους ρωτήξει.
― ’Σύχασε, Ποιητά, στο χέρι σου είναι
κι άλλη φορά δεν τους ματαρωτάς.
Ή τις ορμήνειες αρχινάς ώς να αποκάμουνε
και το πολύ το ψου ψου ψου στ’ αυτί,
ώσπου σκασμένοι από το ινάτι σου στο τέλος,
σεβαστικά πια να σου γράψουν τά που θες.
~ ~ ~
ΕΙΣ ΟΜΟΤΕΧΝΟΝ
Ο Καίσαρ, άγριος θύτης η Ιστορία,
στη Μοίρα του έκλινε μπροστά το γόνυ,
ο Αλέξανδρος εχάθη στην Ασία
κι ο Διγενής πάντα λυγάει στ’ Αλώνι.
Οι φαραώ κοιμούνται στη Σαχάρα,
άμμος ψιλή τούς κήδεψεν η Λήθη,
τους κάιζερ θέρισε πικρή η Κατάρα
κι οι σάχηδες ξεπέσαν, μείναν μύθοι.
Πλην όμως, κι αν παρήκμασεν η Ρώμη,
το Τείχος πια κι αν έχει καταρρεύσει,
η Πόλις η ίδια κι αν εάλω ακόμη –
ασήμαντα όλα μοιάζουν, δίχως γεύση !
Εμπρός στης Γλώσσας τον κρυφό Μεσσία
που δίνει στα ποιήματά σου Ουσία.
Το σατιρικό έργο του Γιάννη Μπελεσιώτη, αλλέως «Στιχάκια»
Η παρακμή της σατιρικής ποίησης στην Ελλάδα ξεκίνησε με τον μοντερνισμό. Τίποτα δεν αντιστρατεύεται το πνεύμα της σάτιρας περισσότερο από το ιδεώδες της «καθαρής ποίησης» που μέσω του συμβολισμού σφράγισε και τους νεωτερικούς. Η σάτιρα είναι εξ ορισμού «ακάθαρτη», επικαιρική, βέβηλη και γειωμένη – πολύ μακριά από το αποσαρκωμένο ίνδαλμα της Ιδέας που λάτρεψαν οι poètes puristes. Επιπλέον, η μοντέρνα στροφή στον ελεύθερο στίχο στέρησε από τους σατιρικούς το σπουδαιότερο ίσως όπλο τους – τη διαβρωτική ομοιοκαταληξία.
Με πρώτα της δείγματα τα «μανουσοφασσικά» του Μανόλη Αναγνωστάκη και την Παρτούζα του Νίκου Φωκά, τα τελευταία χρόνια η σατιρική ποίηση έχει εντυπωσιακά ανακάμψει. Ποιητές όπως ο Γιώργος Κεντρωτής, ο Νίκος Παπαδόπουλος, ο Γιάννης Ευσταθιάδης, ο Μάριος Μαρκίδης, ο Ηλίας Λάγιος, ο Νάσος Βαγενάς, η Αριστέα Παπαλεξάνδρου κ.ά. έχουν δώσει εξαιρετικά δείγματα γραφής που ανανεώνουν κατά τρόπο γόνιμο το είδος. Σημαντική είναι η συμβολή μιας ομάδας νεώτερων που είτε πρωτοξεκίνησε να δημοσιεύει απευθείας στο διαδίκτυο είτε έχει και διατηρεί σ’ αυτό αξιόλογη παρουσία. Ο Δημήτρης Σολδάτος, ο Θεοδόσης Βολκώφ, η Σοφία Κολοτούρου και ο Στιχάκιας ανήκουν σ’ αυτήν.
Στο επικείμενο τρίτο τεύχος του το Νέο Πλανόδιον παρουσιάζει για πρώτη φορά εκτενώς «επί χάρτου» έναν από αυτούς τους ποιητές, τον Στιχάκια, κατά κόσμον Γιάννη Μπελεσιώτη. Ο Κώστας Κουτσουρέλης ανθολογεί το έργο του ενώ ο Γιώργος Πινακούλας το σχολιάζει στο επίμετρο.
Ρομαντικό δείπνο
Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
σ’ αγαπώ και σε θέλω πολύ
μια κουβέντα κακιά δε σου λέω
γιατί ξέρω αυτό σε ενοχλεί
Καθισμένοι κι οι δυο στο τραπέζι
ομορφούλα μου εσύ προκομμένη
με φατσούλα γλυκιά πετιμέζι
και κορμί που νεκρούς ανασταίνει
Με κεριά, πορσελάνινα πιάτα
με χεράκια λεπτά και δραστήρια
μού προσφέρεις εσύ τη σαλάτα
κι εγώ βάζω κρασί στα ποτήρια
Τι έχεις φτιάξει μικρή μου για μένα!
– η καρδιά μου ανοιγμένη βεντάλια –
τόσα πιάτα ωραία, στολισμένα
τα κοιτώ και μου τρέχουν τα σάλια
Σε κοιτάζω στα μάτια και κλαίω
Τρέχει η μύτη… Σου πιάνω το χέρι
σ’ αγαπώ και γι’ αυτό δε σου λέω
πως γαμάς το φαΐ στο πιπέρι


