*
του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Μια επανάγνωση της Μεσοτοιχίας
της Νάντιας Δουλαβέρα (Μελάνι, 2018)
~.~
Αλλάζεις καΐκι στο τρίτο λιμάνι του Αχέροντα, διασχίζεις τον Κωκυτό ως το τέλος του και, αριστερά, απλώνεται η πεδιάδα με τους ασφοδέλους — αγριολούλουδα που μαρτυρούν ζωή στην απουσία της. Λένε πως ήρθαν ως εκεί σπόροι στο σώμα του περιστεριού που ξέφυγε απ’ τα Τάρταρα με μια ελπίδα γυρισμού. Σ’ αυτόν τον οικισμό τα παιδιά νανουρίζονται με ιστορίες θλίψης και θανάτου. Μαθαίνουν για την κυρά Τασία που «όταν έγινε το κακό// άλλος της έκλεινε τα μάτια// άλλος της άνοιγε τη χούφτα// να της πάρει τα ψίχουλα» («Τα ψίχουλα»). Φοβούνται εκείνον που «αν μας τρόμαζε// ήταν που θύμιζε άνθρωπο» («Η φοβέρα»). Κι όμως, το χωριό αυτό είναι σαν όλα τα χωριά: ζωή πιο κοινόβια από της πόλης, ταυτόχρονα πιο κλειστή, πιο αδιαπραγμάτευτη. Όσοι μεγαλώσαμε σε ένα τέτοιο χωριό μάθαμε να ζούμε με τον θάνατο καρφωμένο στο μυαλό, με μια οικειότητα που μοιάζει με φιλία. Λες και παίξαμε κρυφτό μαζί του στο προαύλιο της εκκλησίας κι έμεινε το «φτου ξελευτερία» να αντηχεί στο χτύπημα μίας καμπάνας.
Κάπως έτσι μοιάζει να μεγάλωσε και η Νάντια Δουλαβέρα, κι η ποίησή της — όπως τη γνωρίζουμε, τουλάχιστον, από την πρώτη της συλλογή, Μεσοτοιχία — δεν θα μπορούσε παρά να είναι ποτισμένη από θάνατο. Κάθε ποίημα της Μεσοτοιχίας μοιάζει με φωτογραφία που ακινητοποίησε τον χρόνο, μια σκηνή όπως έχει εντυπωθεί σε παιδική ή νεανική μνήμη. Μια δόση θλίψης, μια τζούρα σαρκασμού. Ο τόνος αυτός διατρέχει σχεδόν κάθε ποίημα της συλλογής. Κι όμως, δεν είναι ο σκληρός σαρκασμός της ειρωνείας ενός παντογνώστη, μα περισσότερο η απόληξη μιας οικειότητας με το τετελεσμένο της ζωής. Με δύο λόγια, η Μεσοτοιχία είναι ποιήματα ζωής και ποιήματα θανάτου στο χωριό. Μα το κυριότερο, είναι ποιήματα-γεγονότα. (περισσότερα…)
