Παναγιώτης Κονδύλης

NΠ5 – Κώστας Ι. Μελάς, Η οικονομία στην προβληματική του Παναγιώτη Κονδύλη

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Ἰ. Μελᾶ, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Εἰ­σα­γω­γή

Ἡ ὅ­λη προ­βλη­μα­τι­κὴ τοῦ Παναγιώτη Κον­δύ­λη πα­ρέ­χει ση­μαν­τι­κὴ βο­ή­θει­α στὴν ἐ­πίρ­ρω­ση τῆς ἄ­πο­ψής μας πε­ρὶ τῆς πραγ­μα­τι­κῆς θέ­σης τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ὡς ἐ­ξαρ­τη­μέ­νου ὑ­πο­συ­στή­μα­τος τῆς κοι­νω­νί­ας. Πα­ράλ­λη­λα, μᾶς βο­η­θᾶ νὰ κα­τα­νο­ή­σου­με ὅ­τι ἡ ἀ­παί­τη­ση νὰ συλ­λη­φθεῖ ὁ μη­χα­νι­σμὸς τῆς κοι­νω­νι­κῆς ζω­ῆς ἀ­πὸ τὴ σκο­πιὰ τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας ἀ­πο­τε­λεῖ ἀ­πα­τη­λὴ ἐλ­πί­δα. Ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὅ­τι ἂν στὶς προ­κεί­με­νες ποὺ στη­ρί­ζουν τὴν οἰ­κο­νο­μι­κὴ “ἐ­πι­στή­μη” εἰ­σα­χθεῖ ἡ ἰ­σχύς, κα­ταρ­ρέ­ει τὸ ἐ­πι­στη­μο­λο­γι­κὸ πλαί­σι­ο ποὺ ὑ­πο­βα­στά­ζει τὴν οἰ­κο­νο­μί­α. Ἡ κα­τάρ­ρευ­ση ὀ­φεί­λε­ται στὸ ὅ­τι ἡ Οἰ­κο­νο­μι­κὴ στη­ρί­ζε­ται ἀ­να­πό­δρα­στα στὴ θέ­ση “τῆς ἁρ­μο­νί­ας τῶν συμ­φε­ρόν­των” τῶν συμ­με­τε­χόν­των. Μὲ βά­ση τὰ πα­ρα­πά­νω ἐ­πι­χει­ρεῖ­ται νὰ ἀ­να­λυ­θεῖ ἡ ἀν­τι­πο­λι­τι­κὴ σύλ­λη­ψη τῆς ἐ­νο­ποί­η­σης τῆς Ε.Ε. δε­δο­μέ­νου ὅ­τι ἡ ὅ­λη δι­α­δι­κα­σί­α στη­ρί­ζε­ται σὲ δε­δο­μέ­νες οἰ­κο­νο­μι­στι­κὲς ἀν­τι­λή­ψεις.

[…]

(περισσότερα…)

ΝΠ5 – Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτική παραδοσιολατρεία και ευρωφιλικός παρασιτισμός

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Κώστα Χατζηαντωνίου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Κα­τὰ τοὺς δύ­ο αἰ­ῶ­νες ἐ­λεύ­θε­ρου ὑ­πὸ τὴν τυ­πι­κὴ ἔν­νοι­α πο­λι­τι­κοῦ βί­ου, ἡ Ἑλ­λά­δα ἀ­πο­κό­μι­σε ἐμ­πει­ρί­ες ποὺ εὔ­λο­γα γεν­νοῦ­σαν ἄλ­λο­τε ὑ­πε­ρή­φα­νες δι­α­κη­ρύ­ξεις καὶ ἄλ­λο­τε θρη­νη­τι­κὲς εἰ­κα­σί­ες. Πα­ρὰ ὡ­στό­σο τὴ δι­αρ­κῆ  ἀν­τι­μα­χί­α πα­ρά­δο­σης καὶ νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας ποὺ σφρα­γί­ζει τὸν νε­ο­ελ­λη­νι­κὸ βί­ο ἐν συ­νό­λῳ, ἡ πο­λι­τι­κὴ ζω­ὴ καὶ ὁ πο­λι­τι­σμός μας ἐ­ξε­λίσ­σον­ταν καὶ ἡ χώ­ρα πα­ρα­κο­λου­θοῦ­σε, ἔ­στω μὲ βρα­δύ­τη­τα καὶ μὲ τρό­πο στρε­βλό, τὴν ἐ­ξέ­λι­ξη τοῦ δυ­τι­κοῦ κό­σμου, στὸν ὁ­ποῖ­ο ἀ­πὸ τὰ χρό­νι­α της Ἐ­πα­νά­στα­σης οἱ Ἕλ­λη­νες ἦ­ταν προ­σα­να­το­λι­σμέ­νοι. Αἴφ­νης, με­τὰ ἀ­πὸ μιὰ μο­να­δι­κὴ στὴν ἱ­στο­ρί­α μας πε­ρί­ο­δο ὁ­μα­λοῦ πο­λι­τι­κοῦ βί­ου τεσ­σά­ρων δε­κα­ε­τι­ῶν, ξέ­σπα­σε ἡ κα­ται­γί­δα. Κρί­ση, πα­ρακ­μὴ ἢ κα­τάρ­ρευ­ση, ὅ­πως καὶ νὰ ὁ­ρί­σει κα­νεὶς αὐ­τὸ ποὺ συμ­βαί­νει στὶς ἡ­μέ­ρες μας, τὸ βέ­βαι­ον εἶ­ναι ὅ­τι γί­νε­ται πλέ­ον πα­σι­φα­νὴς ἡ πλή­ρης δι­ά­βρω­ση θε­σμῶν καὶ ἠ­θῶν κι ἡ γε­νι­κευ­μέ­νη ἀ­νο­μί­α ποὺ κα­θι­στᾶ τὴν ὅ­ποια ἐλ­πί­δα ἀ­νά­τα­ξης νὰ μοιά­ζει ἀ­δύ­να­τη. Τὸ φά­σμα τῆς κα­τα­στρο­φῆς ὑ­ψώ­νε­ται πιὰ γύ­ρω μας. (περισσότερα…)

ΝΠ5 – Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ Υπεροψία

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ κείμενο τοῦ Γιάννη Κιουρτσάκη, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη)

Ὅ­ποιος ἐ­πι­χει­ρεῖ τὸν ἀ­πο­λο­γι­σμὸ ἕ­ξι χρό­νων κα­τα­στρο­φῆς τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς οἰ­κο­νο­μί­ας, δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὴ θαυ­μά­σει τὴ δι­ο­ρα­τι­κὴ προ­ει­δο­ποί­η­ση τοῦ Πα­να­γι­ώ­τη Κον­δύ­λη στὶς ἀρ­χὲς τῆς δε­κα­ε­τί­ας τοῦ ’90: πὼς κά­ποια μέ­ρα οἱ ἑ­ταῖ­ροι μας στὴν Ε.Ε. θὰ ἀρ­νοῦν­ταν «νὰ χρη­μα­το­δο­τή­σουν […] τὸν ἑλ­λη­νι­κὸ πα­ρα­σι­τι­κὸ κα­τα­να­λω­τι­σμὸ ἐ­πι­βάλ­λον­τας στὴν οἰ­κο­νο­μί­α [μας] αὐ­στη­ρὴ δί­αι­τα ἐ­ξυ­γι­άν­σε­ως καὶ ἐ­πα­να­φέ­ρον­τας τὸ βι­ο­τι­κὸ ἐ­πί­πε­δο στὸ ὕ­ψος ποὺ ἐ­πι­τρέ­πουν οἱ δυ­να­τό­τη­τές της».[i] Μπρο­στὰ στὴν ἀ­μεί­λι­κτη ἐ­πι­βε­βαί­ω­ση αὐ­τοῦ τοῦ λό­γου, τί βα­ρύ­τη­τα μπο­ροῦν νὰ ἔ­χουν οἱ δι­αι­ω­νι­ζό­με­νοι δῆ­θεν ἰ­δε­ο­λο­γι­κοὶ κα­βγά­δες μας γιὰ τὸν κα­τα­με­ρι­σμὸ τῶν εὐ­θυ­νῶν; Ἀλ­λὰ ἂν ὁ Κον­δύ­λης ἔ­βλε­πε τό­σο κα­θα­ρὰ τὸ μέλ­λον, ἦ­ταν ἐ­πει­δὴ ἔ­βλε­πε βα­θι­ὰ στὸ πα­ρελ­θὸν τὰ δο­μι­κὰ αἴ­τι­α τῆς πα­ρακ­μῆς: τὴν ἀ­δυ­να­μί­α νὰ στε­ρι­ώ­σει στὴ νε­ό­τε­ρη Ἑλ­λά­δα ἀ­στι­κὸς πο­λι­τι­σμὸς ἱ­κα­νὸς νὰ οἰ­κο­δο­μή­σει εὔ­ρω­στη κοι­νω­νί­α τῶν πο­λι­τῶν καὶ σύγ­χρο­νο κρά­τος. Ἐ­ξοῦ μιὰ μό­νι­μη πνευ­μα­τι­κὴ κα­χε­ξί­α ποὺ δὲν ἄ­φη­σε νὰ ρι­ζώ­σουν στὸ συλ­λο­γι­κὸ σῶ­μα οἱ μεί­ζο­νες νε­ω­τε­ρι­κὲς ἰ­δε­ο­λο­γί­ες ―φι­λε­λευ­θε­ρι­σμός, συν­τη­ρη­τι­σμός, σο­σι­α­λι­σμό­ς― πα­ρὰ μό­νο ὡς κομ­μα­τι­κὰ κα­κέ­κτυ­πα στὸ πλαί­σι­ο τῆς ἐγ­χώ­ρι­ας πε­λα­τει­ο­κρα­τί­ας. Ἄλ­λω­στε, πῶς θὰ ρί­ζω­ναν, ὅ­ταν ὁ ἴ­διος ὁ Κον­δύ­λης δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι ἀ­παρ­χαι­ώ­νον­ταν στὴν ἴ­δια τὴν εὐ­ρω­πα­ϊ­κὴ κοι­τί­δα τους, χά­νον­τας προ­ο­δευ­τι­κὰ τὸ ἱ­στο­ρι­κό τους πε­ρι­ε­χό­με­νο;[ii]

(περισσότερα…)

ΝΠ5 – Μανώλης Μπουζάκης, Ο Παναγιώτης Κονδύλης όπως τον γνώρισα

(Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὴν ἀνέκδοτη αὐτοβιογραφία τοῦ Μανώλη Μπουζάκη, ἱδρυτῆ καὶ διευθυντῆ τῶν ἱστορικῶν ἐκδόσεων «Γνώση», Ὁ δρόμος τοῦ Ποσειδώνη: ἀναμνήσεις ἑνὸς πλάνητα ὁδοιπόρου, τὸ ὁποῖο φιλοξενεῖται στὸ ἀφιέρωμα τοῦ ΝΠ5 στὸν Παναγιώτη Κονδύλη μὲ τίτλο: «Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα»)

[…]

Ἡ «Φι­λο­σο­φι­κὴ καὶ Πο­λι­τι­κὴ Βι­βλι­ο­θή­κη» τῆς «γνώ­σης» ἔ­χει ἤ­δη κα­θι­ε­ρω­θεῖ στὴν Ἑλ­λά­δα ὡς μιὰ ση­μαν­τι­κὴ ἐκ­δο­τι­κὴ πρω­το­βου­λί­α. Τὰ πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πὸ τὰ Πα­νε­πι­στη­μο­νι­κά μας Ἱ­δρύ­μα­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦν κάμ­πο­σα ἀ­πὸ τὰ βι­βλί­α μας ὡς ἐκ­παι­δευ­τι­κὰ βο­η­θή­μα­τα. Ἕ­νας με­γά­λος ἀ­ριθ­μὸς «φι­λο­σό­φων», «συγ­γρα­φέ­ων», «κα­θη­γη­τῶν» ἀλ­λὰ καὶ κα­θη­γη­τῶν, με­λε­τη­τῶν, στο­χα­στῶν, ἐ­πι­σκέ­πτον­ται κα­θη­με­ρι­νὰ τὴ «γνώ­ση» καὶ ζη­τοῦν νὰ δεῖ ὁ «κύ­ρι­ος Κον­δύ­λης» τὰ ἔρ­γα τοὺς προ­κει­μέ­νου νὰ ἐν­τα­χθοῦν στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρά. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ζοῦ­σε καὶ ἐρ­γα­ζό­ταν στὴ Χα­ϊ­δελ­βέρ­γη τέσ­σε­ρις ἕ­ως ἕ­ξι μῆ­νες κά­θε χρό­νο. Τὸν ὑ­πό­λοι­πο χρό­νο ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Ἕ­να πρω­ὶ δέ­χο­μαι ἕ­να τη­λε­φώ­νη­μα ἀ­πὸ πε­ρι­ώ­νυ­μο Πρύ­τα­νη τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Σχο­λῆς με­γά­λου μας Πα­νε­πι­στη­μί­ου. Συμ­φω­νή­σα­με ραν­τε­βοὺ τὸ με­ση­μέ­ρι τῆς ἴ­διας μέ­ρας. Ἦρ­θε στὴν ὥ­ρα τοῦ ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς συ­νο­δευ­ό­με­νος ἀ­πὸ δύ­ο βο­η­θούς του. Κά­θι­σαν στὶς κα­ρέ­κλες ποὺ τοὺς πρό­σφε­ρα, δὲν ἤ­θε­λαν κα­φὲ οὔ­τε τσά­ι. Ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς σο­βα­ρός, ψυ­χρός, ἀ­μί­λη­τος ζη­τὰ μὲ νό­η­μα ἀ­πὸ τοὺς βο­η­θούς του νὰ ξε­κι­νή­σουν. Ἀ­νέ­λα­βαν ἐ­κεῖ­νοι νὰ μοῦ πα­ρου­σιά­σουν τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου Κα­θη­γη­τῆ τὸ ὁ­ποῖ­ο ἐ­πι­θυ­μοῦ­σε ὁ Συγ­γρα­φέ­ας του νὰ πε­ρι­λη­φθεῖ στὰ ὑ­πὸ ἔκ­δο­σιν βι­βλί­α τῆς Φι­λο­σο­φι­κῆς Βι­βλι­ο­θή­κης. Ὁ Κον­δύ­λης τὴν ἐ­πο­χὴ ἐ­κεί­νη ἦ­ταν στὴν Ἀ­θή­να. Τοὺς εἶ­πα ὅ­τι θὰ με­λε­τή­σει τὴν ἐρ­γα­σί­α ὁ Δι­ευ­θυν­τὴς τῆς Σει­ρᾶς μας καὶ θὰ τοὺς ἐ­νη­με­ρώ­σου­με σὲ ἕ­να πε­ρί­που μή­να. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σαν οἱ βο­η­θοὶ ὅ­τι θὰ προ­τι­μοῦ­σαν μιὰ ἀ­πάν­τη­ση σὲ δε­κα­πέν­τε το πο­λὺ ἡ­μέ­ρες. Δὲν ἔ­χουν μου λέ­νε πε­ρι­θώ­ρι­ο γιὰ με­γα­λύ­τε­ρη ἀ­να­μο­νή. Εἶ­πα, «κα­λά, θὰ κά­νω ὅ,­τι εἶ­ναι δυ­να­τόν.» Μοῦ πα­ρέ­δω­σαν τὸ ἔρ­γο τους καὶ ἀ­πῆλ­θαν. Τὴν ἑ­πο­μέ­νη ἔ­δω­σα τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο στὸν Κον­δύ­λη. Σὲ μί­α ἑ­βδο­μά­δα μου τὸ ἐ­πέ­στρε­ψε. Τὸ ξε­φύλ­λι­σα. Θυ­μή­θη­κα τὶς δι­ορ­θω­μέ­νες μὲ κόκ­κι­νο στυ­λὸ κα­κὲς ἐκ­θέ­σεις τοῦ φι­λο­λό­γου μου στὸ γυ­μνά­σι­ο. Πα­ρα­θέ­τω μιὰ πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ κα­θη­γη­τῆ μας σὲ κα­κὴ ἔκ­θε­ση συμ­μα­θη­τή. «Ἂν ἑ­ξαι­ρέ­σου­με τὸ γε­γο­νὸς ὅ­τι δὲν εἶ­χες πρό­λο­γο καὶ ἐ­πί­λο­γο καὶ ὅ­τι ἤ­σουν ἐ­κτὸς θέ­μα­τος, προ­σέ­τι ἡ ἔκ­θε­σίς σου βρί­θει γραμ­μα­τι­κῶν καὶ συν­τα­κτι­κῶν λα­θῶν. Ἕ­να (1)» (Μὲ ἄ­ρι­στά το 20).

Με­ρι­κὲς ἀ­πὸ τὶς πα­ρα­τη­ρή­σεις τοῦ Κον­δύ­λη ποὺ θυ­μᾶ­μαι γιὰ τὸ ἔρ­γο τοῦ κυ­ρί­ου κα­θη­γη­τῆ. «Ἀ­δό­κι­μη ἔκ­φρα­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «πολ­λα­πλὴ ἐ­πα­νά­λη­ψις», «λα­θε­μέ­νη πα­ρά­θε­σις, βλ. ἔρ­γο… συγ­γρα­φέ­α… ἐκ­δό­σεις…», «δὲν νο­μί­ζω ὅ­τι ὁ συγ­γρα­φέ­ας τῆς συγ­κε­κρι­μέ­νης προ­σέγ­γι­σης θὰ συμ­φω­νοῦ­σε μὲ τὴν πα­ροῦ­σα κα­τα­χώ­ρη­ση ἄ­νευ τῆς ἔγ­γρα­φης ἀ­δεί­ας του…», «αὐ­θαί­ρε­τη εἰ­κα­σί­α» κ.α. κ.α. κ.α… Τὸ δα­κτυ­λό­γρα­φο ὁ­λό­κλη­ρο κα­τα­κόκ­κι­νο. Στὴν πρώ­τη σε­λί­δα μὲ κόκ­κι­να κε­φα­λαί­α γράμ­μα­τα: «ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΟΝ!» Μοῦ ἐ­ξή­γη­σε ὅ­τι δὲν εἶ­ναι ἐ­πι­τρε­πτὸ τέ­τοια ἔρ­γα νὰ ἀ­πο­τε­λοῦν πα­νε­πι­στη­μι­α­κὰ συγ­γράμ­μα­τα. Τὸ μι­σὸ ἔρ­γο κλεμ­μέ­νο ἀ­πὸ δι­ά­φο­ρες ἑλ­λη­νι­κὲς καὶ ξέ­νες ἐκ­δό­σεις, ἀ­πα­ρά­δε­κτες πα­ρα­δο­χὲς καὶ πλῆ­θος ἀμ­πε­λο­φι­λο­σο­φι­ῶν. Εἶ­πα στὸν Κον­δύ­λη ὅ­τι θὰ μπο­ρού­σα­με νὰ τοῦ ἀ­παν­τή­σου­με πὼς τὸ ἔρ­γο δὲν μπο­ρεῖ νὰ ἐν­τα­χθεῖ στὴ Φι­λο­σο­φι­κή μας Σει­ρὰ χω­ρὶς κα­μι­ὰ πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξή­γη­ση καὶ δι­και­ο­λο­γί­α. Μοῦ ἀ­πάν­τη­σε κο­φτά: «ὁ κύ­ρι­ος Κα­θη­γη­τὴς πρέ­πει νὰ ξέ­ρει πὼς ἐ­μεῖς ξέ­ρου­με!»

[…]

ΜΑΝΩΛΗΣ ΜΠΟΥΖΑΚΗΣ

[Ἀπὸ τὸ ΝΠ5 ποὺ μόλις κυκλοφόρησε. Ἀναζητῆστε το!]

Κυκλοφόρησε!

Ἀφιέρωμα: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΝΔΥΛΗΣ

Πολιτικὴ καὶ Φιλοσοφία

Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
‒ Παναγιώτης Κονδύλης, [Οἱ θεοὶ τοῦ Ὁμήρου καὶ ἡ ἠθική]
(ἀνέκδοτο σημείωμα ἀπὸ τὰ κατάλοιπα, μεταγραφή – ἐπιμέλεια: Κώστας Κουτσουρέλης)
‒ Παναγιώτης Κονδύλης, Φίλιππου Ἠλιοῦ ἐγκώμιον (τὸ τελευταῖο, ἀθησαύριστο στὶς κονδυλικὲς ἐκδόσεις, ἑλληνικὸ ἄρθρο τοῦ συγγραφέα)
‒ Μανώλης Μπουζάκης, Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης ὅπως τὸν γνώρισα
‒ Γιάννης Κιουρτσάκης, Διορατικότητα καὶ ὑπεροψία
‒ Κώστας Χατζηαντωνίου, Νευρωτικὴ παραδοσιολατρεία καὶ εὐρωφιλικὸς παρασιτισμός: Ἡ παρακμὴ ὡς ἐθνικὴ ἑνότητα
‒ Κώστας Ι. Μελᾶς, Ἡ οἰκονομία στὴν προβληματικὴ τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη: Ἡ περίπτωση τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης
‒ Ἰωάννα Τσιβάκου, Ἡ ἰδέα τοῦ ἔθνους στὸν Παναγιώτη Κονδύλη
‒ Κώστας Κουτσουρέλης, Ὁ Παναγιώτης Κονδύλης καὶ ὁ 21ος αιώνας
‒ Παναγιώτα Βάσση, Στοχασμοὶ γιὰ τὴ μαζικὴ δημοκρατία στὸν Παναγιώτη Κονδύλη καὶ τὸν Κώστα Παπαϊωάννου
‒ Σωτήρης Γουνελᾶς, Ὁ Μάρξ, ὁ Κονδύλης καὶ ἡ Ἀρχαία Ἑλλάδα
‒ Γιῶργος Ξηροπαΐδης, Εἶναι πρὸς θάνατο: Κονδύλης καὶ Χάϊντεγγερ, μιὰ κριτικὴ θεώρηση
‒ π. Εὐάγγελος Γκανᾶς, Κράτος καὶ Ἐκκλησία, ἱστορία καὶ προοπτικὲς μιᾶς περίπλοκης σχέσης: Σχόλια ὑπὸ τὴν προοπτικὴ τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη
‒ Πέτρος Πολυμένης, Διαθλάσεις τοῦ ἡδονισμοῦ

Ἐπίσης:

Κ Ε Ι Μ Ε Ν Α

‒ Γιάννης Πατίλης, Σονέτα μὲ σημαία εὐκαιρίας
‒ W. H. Auden, Τέχνη ἡ συγγραφική [μτφρ. Ἕλενα Σταγκουράκη]
‒ Μαρίνος Πουργούρης, Ἡ ἐπίδραση τοῦ Ἀλμπὲρ Καμὺ στὴ διαμόρφωση τῆς θεωρίας τῶν ἀναλογιῶν τοῦ Ὀδυσσέα Ἐλύτη
‒ Δημήτρης Καρακίτσος, Ἀγριόχηνες
‒ Roberto Juarroz, Κατακόρυφη ποίηση. Ἑπτὰ ποιήματα καὶ ἕνα θραῦσμα [μτφρ. Γιῶργος Ἀποσκίτης]
‒ Θωμᾶς Ἰωάννου, Δύο ποιήματα
‒ Δήμητρα Δημητρίου, Τὸ τραγούδι τῆς πράσινης ἰτιᾶς
‒ Αὐγὴ Λίλλη, Πέντε ποιήματα
‒ Λάμπρος Λαρέλης, Λιμερίκια μπινελίκια
~.~
Α Ν Α Φ Ο Ρ Ε Σ
‒ Στιχάκιας, Δελτίο τύπου
‒ Φώτης Δοῦσος, Τὸ συγγραφικὸ ἀδιέξοδο τοῦ Στρατῆ Τσίρκα
‒ Μύρων Ζαχαράκης, Ὁ Λίππμαν, ὁ Μπέρνεϋς καὶ ἡ διαμόρφωση τῆς κοινῆς γνώμης στὶς σύγχρονες δημοκρατίες
‒ Εὐσταθία Δήμου, Ποιητικὴ περιπλάνηση σὲ ἀν(οίκειους) τόπους [Ζωῆς Σαμαρᾶ, Ἐν ξένῃ γῇ. Ἐπιλεγμένα ποιήματα]
‒ Θεώνη Κοτίνη, Ἀτέλειωτος πόλεμος [Φώτη Σταθόπουλου, Χάνονται στὸ χιόνι]
‒ Κωστούλα Μάκη, Γιὰ μιὰ λεωφόρο ταχείας κυκλοφορίας [Νικήτα Σινιόσογλου, Λεωφόρος Νάτο]
‒ Κωστούλα Μάκη, Μιὰ ἰσορροπημένη πληθωρικὴ βιογραφία [Nick Henck, Subcomandante MarcosΒιογραφία]
‒ Παναγιώτης Νικολαΐδης, Τὸ πληγωμένο πρόσωπο τῆς Μήδειας [Δήμητρας Κουβάτα, Καθαρὸ οἰνόπνευμα]
‒ Θανάσης Γαλανάκης, Εἰκοσικάτηδες-σακάτηδες μὲ μνημηγγίτιδα
‒ Στέφανος Γιονᾶς, Ἡ νύστα τοῦ Μαραμπού
~.~
Στοὺς Τ Ε Ν Ε Κ Ε Δ Ε Ν Ι Ο Υ Σ  Σ Ι Δ Η Ρ Ο Δ Ρ Ο Μ Ο Υ Σ, ὁ Ἠλίας Μαλεβίτης γράφει γιὰ τοὺς Κυκλῶνες τοῦ Καββαδία καὶ κάποιες ἄλλες, παλιὲς περιδινήσεις.

Οἱ διορθώσεις τοῦ τεύχους ἔγιναν ἀπὸ τοὺς Πάνο Γιαλελῆ καὶ Ἠλία Μαλεβίτη.

Στέλιος Ράμφος, Γιὰ τὸν Παναγιώτη Κονδύλη

Ράμφος        282_kondilis_panagiotis

Γνώρισα τὸν Κονδύλη πρωτοετῆ τῆς Νομικῆς. Μοῦ δήλωσε ἐξ ἀρχῆς πὼς ἡ Νομικὴ τὸν εἶχε ἀπογοητεύσει καὶ πὼς ἑτοιμαζόταν ἤδη γιὰ τὶς εἰσαγωγικὲς στὴν Φιλοσοφική. Βλεπόμασταν ἀραιὰ καὶ ποῦ· ἀνταμώσαμε πάλι στὸ Δ΄ Πανσπουδαστικὸ Συνέδριο (Μάιος 1963) ὅ­που μετεῖχε στὴν ἀντιπροσωπεία τῆς Σχολῆς του. Ξαναβρεθήκαμε ἀπροσδόκητα τὸν Ὀκτώβριο 1973 στὴν βιβλιοθήκη τοῦ πανεπιστημίου τῆς Χαϊδελβέργης. Ἐ­κεῖνος ἑτοίμαζε τὴν διατριβή του κι ἐγὼ θὰ ἔμενα ἐκεῖ ἕως τὴν ἄνοιξι γιὰ νὰ βοηθήσω τὰ γερμανικά μου καὶ νὰ γνωρίσω ἀπὸ κοντὰ τὴν πνευματικὴ ζωὴ τοῦ τόπου. Πηγαινοερχόμουν ταυτόχρονα κάθε 15 ἡμέρες στὸ Παρίσι, ἐπειδὴ δίδασκα στὴν Βενσέν. Καὶ οἱ δύο εἴχαμε πρὸ πολλοῦ πάρει ἀποστάσεις ἀπὸ τὴν Ἀριστερά. Μιὰ φορὰ τὴν ἑβδομάδα παρακολουθούσαμε μαζὶ τὸ σεμινάριο τοῦ Ἴζο Κὲρν γιὰ τὸν Φίληβο τοῦ Πλάτωνος, μετὰ τὸ τέλος τοῦ ὁποίου ἀκολουθοῦσε συχνὰ βόλτα καὶ κουβέντα γιὰ τὴν δουλειά μας, γιὰ τὴν Ἑλλάδα, γιὰ τὸν κόσμο. Τοῦ μιλοῦσα γιὰ τὴν ἐργασία μου πάνω στὸν Πλάτωνα καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκ­κλησίας, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς πνευματικὲς ζυμώσεις στὸ Παρίσι, ποὺ ἦταν τότε στὶς δόξες του. Μοῦ μιλοῦσε γιὰ τὸν Σέλλινγκ, ἀλλὰ τὸν κρατοῦσε ὁ διαλεκτικὸς ἱστορισμὸς τοῦ Χέγκελ καί, νομίζω, δὲν τὸν ἄφησε ποτέ. Σχολίαζε, θυμᾶμαι, τὰ γεγονότα τοῦ Πολυτεχνείου, γιὰ τὰ ὁποῖα διαβάζαμε στὶς ἐφημερίδες, σὰν παράδειγμα τῆς «παν­ουργίας τοῦ λόγου»: Ἕνας ἀντιδικτατορικὸς ξεσηκωμός, ἔλεγε, ἔφερε μία χειρότερη ἐκδοχὴ δικτατορίας τὴν ὥρα ποὺ πηγαίναμε γιὰ ἐκ­λογές.

Τὸ 1978-79 ξαναβρεθήκαμε, αὐτὴ τὴν φορὰ συν­υποψήφιοι γιὰ ἕδρα τῆς Φιλοσοφίας στὸ Καποδιστριακὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Ἡ ἐμπειρία τῆς ἄκαρπης καὶ γιὰ τοὺς δύο ὑποψηφιότητος μᾶς ἔδεσε περισσότερο καὶ στερέωσε μέσα μας τὴν ἀπόφασι νὰ μείνουμε μὲ τὸν τρόπο μας ἐνεργοὶ ἐκτὸς συστήματος. Τηλεφωνιόμασταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Εἶ­χα διαβάσει καὶ ἐκτιμήσει τὸ βιβλίο του γιὰ τὸν εὐρωπαϊκὸ διαφωτισμὸ καὶ ἔ­βλεπα νὰ παίρνῃ στέρεα μορφὴ ἡ ἱστορική του κλίσι (τοῦ ἄρεσε νὰ λέῃ: «εἶμαι ἕνας ἱ­στορικός»), μολονότι ἀκόμη τὰ διαβάσματα ὑπερεῖχαν τῆς στοχαστικῆς τους ἐπεξεργασίας, κάτι ποὺ ἰσχύει χαρακτηριστικὰ γιὰ τὴν ἐργασία του περὶ νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ. Τοῦ ἄρεσε ἡ μελέτη μου γιὰ τοὺς ἀσκητὲς τῆς ἐρήμου (Πελεκᾶνοι ἐρημικοί) παρὰ τὶς γενικὲς ἐπιφυλάξεις του γιὰ τὴν πίστι καὶ τὸ νόημα. Τὰ σεμινάρια τοῦ Γκάνταμερ ποὺ εἶχε παρακολουθήσει τὸν εἶχαν ἐξοικειώσει μὲ τὴν ἑρμηνευτική. Ὅμως ἡ ἐπιμονή του στὴν διαλεκτικὴ τῶν ἱστορικῶν δεδομένων καὶ διεργασιῶν, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν δική μου προσήλωσι στὴν πνευματικὴ σύστασι τοῦ νοήματος, χώριζε τὶς διαδρομές μας χωρὶς νὰ δοκιμάζεται ἡ σχέσι μας.

Ὁ Κονδύλης ὑποτιμοῦσε τὴν ζωὴ τῆς ψυ­χῆς καὶ τῶν συμβόλων της ὡς παραστατικὴ ἐγ­γραφὴ τοῦ ἀπολύτου στὸ μερικὸ μὲ ὑπερχρονικὴ καὶ ὑπερατομικὴ ἐμβέλεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ σκέψι του ἄνοιγε χῶρο καὶ ὄχι χρόνο, συνέθετε προσθετικά, ὄχι ποιητικά. Τὸν εἶχε κερδήσει τὸ ἑγελιανὸ πνεῦμα τῆς ἱστορικότητος, τῆς ἐκλογικεύσεως τῶν γεγονότων, κάτι ποὺ ἔδινε μέσα του κυρίαρχη θέσι στὸν παράγοντα τῆς συνειδήσεως. Μὲ ἐνδιέφεραν καὶ μὲ ἐνδιαφέρουν πίσω ἀπὸ τὰ γεγονότα, ποὺ δὲν παραθεωρῶ, τὰ νοήματα καὶ τὰ σύμβολα. Στὴν ἀφῃρημένη ἱστορικὴ νομοτέλεια ἀντιπαραθέτω τὸν παλμὸ τῶν βιωμάτων καὶ τῶν συμβολισμῶν ποὺ αἱμοδοτοῦν τὶς νοοτροπίες καὶ τὶς ἀντιστάσεις τους. Οὐδέποτε μοῦ μίλησε ἡ συνείδησι χωρὶς τὸ ἀσυνείδητο καί, τὸ κυριώτερο, χωρὶς τὴν κουλτούρα ἡ ὁποία τὸ μορφοποιεῖ κοινωνικά. Δὲν ἔβλεπε εἴτε δυσπιστοῦσε στὸ βάθος τῶν ψυχικῶν ῥιζωμάτων, ὁπότε ἐπιχειροῦσε διαρκῶς μία «χαρτοκοπτικὴ» ποὺ ὑπέτασσε τοὺς ψυχισμοὺς στὴν ἀναπόδραστη ματαιότητα τῶν πραγμάτων. Ἐξ οὗ καὶ διατηροῦσε στὸ σκεπτικό του παρελθούσης χρήσεως «ἐργαλεῖα», ὅπως ἐκεῖνο τῆς ἀστικῆς ὑπαναπτύξεως, προκειμένου νὰ ἑρμηνεύσῃ τὴν ἑλληνικὴ κακοδαιμονία. Γιατί ἆράγε δὲν συσχετίζει, καθ’ οἱονδήποτε τρόπο, τὰ αἴτια τῆς νεοελληνικῆς παρακμῆς μὲ τὸ ῥεῦμα τοῦ προεπαναστατικοῦ διαφωτισμοῦ μας; Μήπως γιὰ τὸν ἴδιο λόγο ποὺ δὲν βλέπει ὅτι τὸ ἑλληνικὸ πρόβλημα τὸ ἔχουν ὅλες οἱ κοινωνίες τοῦ λεγομένου «ὀρθοδόξου τόξου» ἀπὸ τὴν Κύπρο ἕως τὴν ῾Ρωσία, μέσῳ Βουλγαρίας, Σερβίας, ῾Ρουμανίας, Γεωργίας καὶ Οὐκρανίας; Οἱ νοοτροπίες καὶ οἱ πνευματικότητες γι’ αὐτὸν ἦταν ἁπλὸ παρεπόμενο! Ἀρνιόταν πὼς ἡ ζωὴ ἔχει νόημα –ὅθεν τὸ ἰσοδύναμο τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἀποφάσεως– ἐπειδὴ ἀκριβῶς τὸ θεωροῦσε ἕνα εἶδος χίμαιρας γιὰ νὰ λησμονοῦμε τὴν σχετικότητά μας. Θὰ συμμεριζόμουν τὴν πεποίθησί του, ἂν καὶ ἡ ἴδια δὲν εἶχε νόημα, ἂν δηλαδὴ τὸ νόημα δὲν συν­υφαινόταν μὲ τὴν ἰδιαίτερη φύσι μας, διαφορετικὴ ἀπὸ ἐκείνη τῶν ζῴων τοῦ δάσους. Σκοπὸς εἶναι ἡ εὐχαρίστησί μας νὰ κάνῃ ὅλο καὶ μεγαλύτερο χῶρο στὴν ἐσωτερικὴ πληρότητα, στὴν καλλιέργεια πνευματικῶν δυνάμεων μὲ ἀνατατικὸ ῥόλο γιὰ τὴν ζωή μας. Μήπως ὑπηρετοῦσε κάτι διαφορετικὸ μὲ τὰ γραπτά του ἢ τὶς φιλόδοξες σειρὲς βιβλίων ποὺ σχεδίασε καὶ διηύθυνε γιὰ τὶς ἐκδόσεις «Γνώση» καὶ «Νεφέλη»; Ἀσφαλῶς καὶ ἤ­θελε νὰ εἰσφέρῃ τὸν πνευματικό του ὀβολό, νὰ στηρίξῃ, χωρὶς ψευδαισθήσεις, τὸν τόπο του ὁ ὁποῖος μονίμως παραπατᾷ. Ἐπεδίωκε προφανῶς νὰ ἐπηρεάσῃ πρὸς τὸ καλύτερο τὶς συνειδήσεις, παρὰ τὴν σκληρὴ εἰρωνεία του γιὰ κάθε ἀνώτερη πίστι. Τοῦ διέφευγε ἆράγε πὼς νόη­μα δὲν εἶναι ὁ λειτουργικὸς σκοπὸς τὸν ὁποῖο ἀποδίδομε στὰ πράγματα ἀλλὰ ὁ ἀναγεννητικὸς ὁρίζοντας τῆς δημιουργίας πνευματικῶν κόσμων πάνω στὸν κόσμο, τὸ γεγονὸς ὅτι πορευόμαστε ὑψώνοντας τὴν σημαία τοῦ λόγου ὑπεράνω τῶν αἰσθήσεων, ζυμώνοντας τὴν σκέψι μὲ τὶς λέξεις;

Ἕνα βράδυ, τὴν ἄνοιξι τοῦ 1998, ὁ Τάκης εἶχε ἔρθει μὲ τὸν Γιάννη Καλιόρη (Καλεώδη) στὸ σπίτι μου. Δειπνήσαμε καὶ περάσαμε ὧρες κουβεντιάζοντας. Δὲν ἦ­ταν ὅπως τὸν ἤξερα: Κάπνιζε νευρικὰ καὶ ἀκατάσχετα, πηδοῦσε στὰ πιὸ ἄσχετα μεταξύ τους θέματα καὶ μιλοῦσε ἀγχωτικὰ γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἔλεγε καὶ ξανάλεγε πὼς ὁλοκληρώνει μία κοινωνικὴ ὀντολογία – ὀντολογία, ἐπεξηγοῦσε, τῶν ἱστορικῶν διεργασιῶν στὶς ὁ­ποῖες βρίσκεται ἡ αὐθεντικὴ οὐσία. Ἔδειχνε νὰ πιέζεται μέσα του ἔντονα. Εἶχε μιὰ ταραχὴ τὴν ὁποία δὲν μποροῦσε νὰ συγκρατήσῃ. Χωρίζοντας εἴπαμε νὰ ξανανταμώσουμε μετὰ τὸ καλοκαίρι. Τὸ καλοκαίρι ἦρθε, ἀλλὰ δὲν πέρασε. Καταμεσήμερο Ἰουλίου χτύπησε τὸ τηλέφωνο κι ἄκουσα τὸν Καλιόρη νὰ μοῦ λέῃ: «Χάσαμε τὸν Τάκη». Κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ καὶ τέλος!

Πρώτη δημοσίευση 6. 5. 2015

[Σημείωση ΝΠ της 6.5.2015: Προδημοσίευση ἀπὸ τὸ καινούργιο βιβλίο τοῦ Στέλιου Ράμφου Ἡ νίκη σὰν παρηγοριὰ ποὺ θὰ κυκλοφορήσει προσεχῶς ἀπὸ τὶς Ἐκδόσεις Ἁρμός. Ἀπὸ τὸν ἐκτενέστατο (120 σελίδων) καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς ὕλης διάλογο τοῦ Ράμφου μὲ ὀμάδα συγγραφέων ὁ ὁποῖος ἔλαβε χώρα πέρσι τὸν Ὁκτώβρη. Τὴν πρωτοβουλία τῆς συνάντησης εἶχε ὁ Γιῶργος Θ. Χατζηιακώβου, ἐκδότης τοῦ Ἁρμοῦ. Ἀπὸ τὸ ΝΠ, μετεῖχαν ὁ Κωνσταντῖνος Πουλῆς καὶ ὁ Κώστας Κουτσουρέλης.]

Η ευρισκομένη εν απορία ελληνική κοινωνία

~.~

του ΚΩΣΤΑ Ι. ΜΕΛΑ

Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η

Η χώρα Ελλάδα, νοούμενη ως όλον, δηλαδή πολιτικό σύστημα, κοινωνία, οικονομία και πολιτισμός, βρίσκεται αντιμέτωπη με δύο αλληλεξαρτώμενες πραγματικότητες, αλλά και με σαφείς ιδιαιτερότητες που επιτρέπουν τη σχετική αυτονόμηση της μιας από την άλλη. Η πρώτη πραγματικότητα συνίσταται στο διεθνές-ευρωπαϊκό περιβάλλον στο οποίο ευρίσκεται ενταγμένη η ελληνική κοινωνία. Η δεύτερη αφορά στις εγχώριες εξελίξεις οι οποίες σαφώς επηρεάζονται από την πρώτη αλλά και από τις ιδιαιτερότητες της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.

Θεωρούμε ότι η πρώτη πραγματικότητα συνιστά μια “νέα” ιστορική εποχή με σαφή χαρακτηριστικά που όλο και περισσότερο εμπεδώνεται στο διεθνές περιβάλλον αποτελώντας πλέων το κυρίαρχο ισχύον υπόδειγμα. Συνεπώς δεν είναι πρέπον να χρησιμοποιήσουμε την έννοια “της κρίσεως”, προκειμένου να περιγράψουμε τη δεδομένη πραγματικότητα. Πρόκειται για την εγκαθίδρυση μιας νέας πραγματικότητας.

(περισσότερα…)

Παυλίνα Σκούφη, Είναι έναντι Δέοντος: Υπό αίρεση. Η περιγραφική θεωρία της απόφασης του Π. Κονδύλη

της ΠΑΥΛΙΝΑΣ ΣΚΟΥΦΗ

Ο «ταξιδιώτης» μιλάει.

Οι “σκέψεις για τις ηθικές προκαταλήψεις”, αν δεν θέλει κανείς να είναι προκαταλήψεις για τις προκαταλήψεις, προϋποθέτουν μια τοποθέτηση έξω από την ηθική, κάποιο σημείο πέρα απ’ το καλό και το κακό, στο οποίο πρέπει να ανεβούμε, να σκαρφαλώσουμε ή να πετάξουμε… το ζήτημα είναι αν μπορεί κανείς πραγματικά να πάει εκεί πάνω.

ΦΡ. ΝΙΤΣΕ, Η χαρούμενη επιστήμη, §380

I. Προανάκρουσμα

Η νεώτερη γνωσιοθεωρία απέσπασε τον άνθρωπο από το ομηρικό φως και τη θεία δόξα του και τον ενέταξε στον πεπερασμένο ορίζοντα των φυσικών διαδικασιών. Η γνώση κατανοήθηκε ως συσχετισμός των ανθρωπίνων γνωστικών ικανοτήτων και όχι ως αντανάκλαση δεδομένων μεταφυσικά ουσιών. Η ανάδειξη των ποικίλων δεσμεύσεων της γνώσης από τις βαθύτερες κλίσεις της ύπαρξης εμβάθυνε τον σκεπτικισμό έναντι κάθε ψευδαίσθησης της αυτοτέλειας του πνεύματος και το πρωτείο του Λόγου αντικαταστάθηκε από εκείνο του εργαλειακού χαρακτήρα της συνείδησης. Στον βαθμό που αναγνωρίστηκε ο προοπτικός και αποσπασματικός χαρακτήρας της ενθάδε ύπαρξης, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί η δυνατότητα του κόσμου να περικλείει άπειρες ερμηνείες και εναλλασσόμενες ηθικές επιταγές. Οι ερμηνευτικές κατηγορίες κάθε καθηκοντολογίας έχασαν το ουσιολογικό αντίκρισμά τους και αναζητήθηκε εκείνος ο νιτσεϊκός διονυσιακός άνθρωπος που μπορεί να αντέξει τη θέα του φοβερού και του αμφίβολου.[1]

(περισσότερα…)

Μανώλης Μπουζάκης, Ο δρόμος του Ποσειδώνη (Αποσπάσματα αυτοβιογραφίας)

~.~

Στον αντιδικτατορικό αγώνα έλαβε μέρος στο περίφημο Κίνημα του Ναυτικού, όντας ο νεαρότερος από τους συλληφθέντες αξιωματικούς του στόλου. Μερικά χρόνια αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Μεταπολίτευσης, την ιστορική «γνώση». Αλλά και έξω απ’ αυτά, με την ανάμειξή του στη ζωή του τόπου, ο Μανώλης Μπουζάκης συμβάδισε πάντοτε με την εποχή του από την πρώτη γραμμή. Το Νέο Πλανόδιον έχει τη χαρά και την τιμή να προδημοσιεύει σήμερα αποσπάσματα από την ανέκδοτη αυτοβιογραφία του Ο δρόμος του Ποσειδώνη: Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου. Τρία χαρακτηριστικά αποσπάσματα: από τα παιδικά χρόνια στην Κρήτη και το μετεμφυλιακό κλίμα της εποχής, από τη φυλάκιση και τους βασανισμούς επί δικτατορίας, και από τη γνωριμία και τη συνεργασία με τον Παναγιώτη Κονδύλη στην περίφημη Φιλοσοφική και Πολιτική Βιβλιοθήκη των εκδόσεων «γνώση».

(περισσότερα…)

Ιωάννα Τσιβάκου, Προσεγγίζοντας τον Π. Κονδύλη μέσω της έννοιας της φιλίας

«…Μελετώντας τον Κονδύλη, συχνά διερωτώμουν μήπως η εκ μέρους του επιλογή ενός θεωρητικού υποδείγματος που οδηγούσε σε απαισιοδοξία για το μέλλον της ανθρώπινης κοινωνίας συνυφαινόταν στο βάθος με μια σκοπιμότητα για αλλαγή. Κι αυτό, διότι το αυστηρό θεωρητικό του μοντέλο, παρά τη συνοχή του, σε άφηνε να καταλάβεις πως εάν ένας από τους οντολογικούς του παράγοντες μεταβαλλόταν, τότε τα απορρέοντα από αυτό συμπεράσματα θα μπορούσαν να ανατραπούν. Πράγματι, δείχνοντάς μας ο Κονδύλης πού κατευθυνόμαστε, είναι σαν να μας προτρέπει να αλλάξουμε, έτσι ώστε το διαγραφόμενο μέλλον, άμα τη αφίξει του, να διαψεύσει τις προγνώσεις του…»

(περισσότερα…)

Συμπόσιο Κονδύλη: Οφειλές & ευχαριστίες

 

 

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΟΦΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ

Και τις δύο μέρες του Συμποσίου για τον Παναγιώτη Κονδύλη, οι γενικές εντυπώσεις ήταν εξαίρετες. Ζωηρή και έντονη συζήτηση, πρωτότυπες και ουσιαστικές εισηγήσεις, αθρόα προσέλευση και αμείωτο ενδιαφέρον του κοινού. Ίσως η αποστροφή εκείνη του Νίκου Ξυδάκη ότι τόσοι και τόσοι άνθρωποι από τους πιο διαφορετικούς χώρους, συγγραφείς και πολιτικοί, δημοσιογράφοι και πανεπιστημιακοί, λογοτέχνες και επιστήμονες, αφιερώσαμε ένα Σαββατοκύριακο για να μιλήσουμε για το έργο του Κονδύλη και την σημερινή Ελλάδα μέσα στην παρούσα συγκυρία, να συνοψίζει το πνεύμα της εκδήλωσης.

Ανάμεσα σ’ εκείνους που μας τίμησαν με την παρουσία τους, ο Μιχάλης και η Πόπη Γκανά, ο Γιάννης Καλιόρης, ο Γιάννης Πατίλης και η Ηρώ Νικοπούλου, ο Δημήτρης Νόλλας, ο Γιώργος Ευαγγελόπουλος, ο Θεοφάνης Τάσης, η Παναγιώτα Βάσση, ο Βασίλης Ξυδιάς, ο Σωτήρης Μητραλέξης, ο Σπύρος Κουτρούλης, ο Διονύσης Σκλήρης, η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, η Ζωή Μπέλλα, η αδελφή του τιμωμένου Μέλπω Μπούμπουλη-Κονδύλη, η Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, ο Άγγελος Καλογερόπουλος και ο Γιώργος Κοκκόλης, αντιδήμαρχος Ραφήνας, που προήδρευσαν σε τρεις από τις συνεδρίες μας και άλλοι πολλοί – ζητώ συγγνώμη απ’ όσους ξεχνώ αυτή τη στιγμή.

Εκτός από τους 16 συνολικά εισηγητές, για την επιτυχία της εκδήλωσης εργάστηκαν πολλοί άνθρωποι και με ποικίλους τρόπους. Πρώτα απ’ όλα όσοι είχαν την πρωτοβουλία του προγράμματος και του σχεδιασμού: ο Γιώργος Αντωνιάδης, που σήκωσε αγόγγυστα το μεγαλύτερο οργανωτικό βάρος και έκανε το περισσότερο τρέξιμο, ο Κυριάκος Κωσταρέλος (οι φωτογραφίες εδώ είναι δικές του), ο Λεωνίδας Σταματελόπουλος και ο Ηλίας Παπαγιαννόπουλος· οι εθελοντές του ΙΝΣΠΟΛ και οι συνεργάτες του Νέου Πλανόδιου (ειδική μνεία από μέρους μου στην Ειρήνη Γιαννάκη)· οι άνθρωποι του Δήμου Αθηναίων στην 7η Δημοτική Κοινότητα γύρω από την αεικίνητη, υποχρεωτικότατη και πάντοτε ευδιάθετη Σύμβουλο κ. Δάφνη Γαβρίλη· η κινηματογραφική ομάδα του Αντιφώνου και του Κωνσταντίνου Βεργή και άλλοι.

Προς όλους και όλες, και από τη θέση αυτή, τις θερμές μας ευχαριστίες!

Οι εισηγήσεις του Συμποσίου, εμπλουτισμένες με συνεισφορές συνεργατών που για διάφορους λόγους δεν μπόρεσαν να συμμετάσχουν, όπως λ.χ. εκείνην της καθηγήτριας Ιωάννας Τσιβάκου την οποία θα προδημοσιεύσουμε προσεχώς στον ιστότοπο του Νέου Πλανόδιου, προβλέπεται να δημοσιευτούν την επόμενη χρονιά. Θα προηγηθεί κάποια στιγμή διαδικτυακώς η βιντεοσκόπηση όλης της εκδήλωσης.

Κ. ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

 

Print

Συμπόσιο Κονδύλη, 9-10. 4. 2016

Print