πάθος

Ουδέν νεώτερον από το Ανατολικό Μέτωπο

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Ουδέν νεώτερον από το Ανατολικό Μέτωπο

Διόλου δεν εκπλήσσει το ότι οι γνωστοί μας αγέρωχοι στρατηγοί, «κινάν και παν / για πόλεμο στο μακρινό το Ιράν» με το τυφλοπάνι στα μάτια. Φαντάζονται μία σύντομη πειρατική επιδρομή που θα πετύχει τους στόχους της από αέρος και –μετά το πάθημα του Αφγανιστάν– χωρίς ρεσάλτο στα εχθρικά εδάφη. Κάτι εκ προοιμίου ανεπίτευκτο και με έκβαση προοπτικά αεριώδη, γιατί οι εμπνευστές της επίθεσης δεν λαμβάνουν υπόψη τους τη διαφορά στην αντίληψη τoυ χρόνου. Ο δυτικός είναι γραμμικός και εκβιάζει το άμεσο αποτέλεσμα ενώ ο ανατολικός παραμένει σε μεγάλο βαθμό κυκλικός και πρεσβεύει την αργή του ωρίμανση. Οι ΗΠΑ και το Ισραήλ υπερέχουν σε ταχυκινησία και συγκεντρωτική δύναμη πυρός αλλά οι Ιρανοί, όπως και όλοι οι λαοί της ευρύτερης περιοχής υπερτερούν σε αντοχή. Οι στρατοί τους είναι ασκημένοι σε αναμετρήσεις χαμηλής εντάσεως και μακράς διαρκείας. Όταν βάλλεται το κέντρο εξακτινώνουν τις δυνάμεις τους σε περιφέρεια άπειρων σημείων και επιδίδονται σε πόλεμο φθοράς. Προσβλέπουν στην κόπωση των επιτιθέμενων και γνωρίζοντας πως η επ’ αόριστον και σε πλήρη ετοιμότητα συντήρηση μίας πολεμικής μηχανής υψηλής τεχνολογίας αποβαίνει εξουθενωτική, της αντιτάσσουν τον πανδαμάτορα συσχετισμό της παθητικής τριβής με τη δυναμική αδράνεια. Σ’ ένα τέτοιο πεδίο κάθε νίκη των εχθρών, ακόμα και συντριπτική, τους επιφυλάσσει μία σειρά από μικρές αλλά σωρευτικά αποφασιστικές ήττες.

Το απαίσιο καθεστώς του Ιράν ενδέχεται λοιπόν να καταρρεύσει για πολλούς και εύλογα συνδυάσιμους λόγους: τις συνέπειες μίας στρατιωτικής συντριβής και τις φατριαστικές διαμάχες στο εσωτερικό της ηγεσίας του, την εξέγερση απέναντι στη θεοκρατική καταπίεση ή την αποσχιστική φορά μειονοτικών κινημάτων. Οι σπόροι του όμως θα μεταφυτευτούν και το τι θα ακολουθήσει είναι ήδη γνωστό από τις αλγεινές επιπτώσεις των αμερικανικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή, το υποκινούμενο από τους έξωθεν ανταγωνισμούς χάος στην υποσαχάρια Αφρική και την εκτροπή της αραβικής άνοιξης σε δριμύ χειμώνα με εντεινόμενα αδιέξοδα – πρωτίστως για τους λαούς της περιοχής αλλά και για τους ίδιους τους επεμβασίες. Τα ανδρείκελα που θρονιάζουν στην εξουσία μετατρέπονται σε εχθρούς, οι παλαιοί αυταρχικοί ηγέτες αντικαθίστανται με εξίσου αιμοσταγείς δικτάτορες και τα εξ υφαρπαγής πλεονάσματα επεκτείνουν το έλλειμμα του δυτικού κόσμου σε όλα τα επίπεδα: ηθικό, πολιτισμικό και γεωπολιτικό. Αποτέλεσμα φυσικό καθώς η ωμότητα φυραίνει το μυαλό, η θηριωδία συμμαχεί με την αθλιότητα και η βουλιμική ισχύς μωραίνει. (περισσότερα…)

Δεν απειλώ – ονειρεύομαι!

*

«Αφού ως και τ’ άχρηστα μυρμήγκια και τα κουνούπια
λένε πως έχουνε φαρμάκι, πώς ζητάς
χωρίς φαρμάκι και βρισιές ν’ αντιδικώ
μ’ αυτούς που με αδίκησαν; Μου λες να μουγγαθώ,
να μπουκωθώ χορτάρι ώσπου να σκάσω;»

Έτσι ακριβώς διατύπωσε την οδύνη του ανθρώπου, ο οποίος δεν αντέχει πια να δέχεται με στωικότητα ό,τι τον αναιρεί σαν ύπαρξη, ο υπέροχος εκείνος φτωχοδιάβολος ποιητής, ο Παλλάδας ο Αλεξανδρινός.

Βέβαια, ο Παλλάδας έζησε τον 4ο μ.Χ. αιώνα, σε μιαν εποχή από εκείνες που σκληραίνουν την γλώσσα. Η ανθρώπινη ψυχή είχε μείνει μόνη, με τα ένστικτα. Ωστόσο, ανάμεσα στον Όμηρο και τον Παλλάδα –κοντά 1200 χρόνια– η συνήθεια των ποιητών να καθυβρίζουν όποιον απεχθάνονταν, με πρώτους-πρώτους τους πολιτικούς, μεγαλούργησε. Αν ο Όμηρος μας παρουσίαζε λόγια άλλων, αν έστω του χρεώσουμε μια προσπάθεια να υπερβάλει σε όλα, προκειμένου να δημιουργήσει ήρωες, τι να πούμε για τη λυρική ποίηση, την προσωπική έκφραση; Η ατομική, άμεση, ποιητική φωνή, αναδύθηκε κρατώντας στο ένα χέρι τον έρωτα και στο άλλο την πολιτική έριδα. Η ειλικρινής έκφραση του έρωτα ήταν πραγματικά κάτι καινούργιο. Μέχρι τότε ακολουθούσε τις κοινωνικές συμβάσεις. Η πολιτική έριδα, όμως, συνέχιζε μια παράδοση.

Αυτή τη φορά ο ποιητής χρεωνόταν άμεσα τις συνέπειες των παθών του. Ο Αλκαίος εξορίστηκε και κακοποιήθηκε πολλές φορές, αλλά αυτό δεν φαίνεται να έκαμψε την υβριστική διάθεσή του απέναντι στους πολιτικούς αντιπάλους του. Τον λαϊκιστή Πιττακό τον χαρακτήρισε «Στραβάδι» και «Σκουντούφλη» και «Μπούρδα» και «Σαπιοκοιλιά» και «Κούτσαβλο» και «Λεχρίτη». Ο Θέογνις από τα Μέγαρα και ο Σόλων υπήρξαν πιο «κομψοί» στις βρισιές, αλλά ο Αρχίλοχος και ο Ιππώναξ ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Οι τραγικοί ποιητές, προφυλαγμένοι πίσω από τα προσωπεία μπορούσαν να καθυβρίζουν «συμβολικά» τους πολιτικούς άνδρες, συχνά διακινδυνεύοντας την ακεραιότητά τους. Όσο για τον Αριστοφάνη… Ο «επιφανής άνδρας», που θα επιχειρούσε να παρακολουθήσει παράσταση του κωμικού ποιητή, αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να γίνει μέρος του θιάσου, στον χειρότερο ρόλο.

Δίχως πάθη δεν γίνεται ποίηση. Κάθε άνθρωπος που φλέγεται από πάθος, θέλει να το μοιραστεί με τους άλλους. Η ποίηση, η πολιτική και ο έρωτας μοιράζονται την ανεξέλεγκτη οργή απέναντι στη ματαίωση.

Ο Μπάιρον εξευτέλισε τον Λόρδο Έλγιν στο ποίημά του Η Κατάρα της Αθηνάς και πανηγύρισε με ένα σκωπτικό επίγραμμα την αυτοκτονία του διεφθαρμένου συντηρητικού πολιτικού Κάσλριτζ. Ο Σέλλεϋ χαρακτήρισε «χασάπηδες» τους Άγγλους συντηρητικούς και τους παρουσίασε σαν αιμοσταγείς δαίμονες στη Μάσκα της Αναρχίας. Ο Ρεμπώ φώναξε «πουτάνα» το Παρίσι στο Παρισινό Όργιο. Ο Οσίπ Μαντελστάμ παρομοίασε τα δάχτυλα του Στάλιν με δέκα παχιά σκουλήκια και τα μουστάκια του με κατσαρίδες. Ο Έζρα Πάουντ αποκάλεσε τους Αμερικανούς πολιτικούς «κωλομέρια», «σαύρες», «γυμνοσάλιαγκες», «σκουλήκια», «βρικόλακες», «πασαλειμμένους με σκατά». Ο Μαγιακόβσκη ξεκίνησε ένα ποιητικό αριστούργημα, το Σύννεφο με Παντελόνια, γράφοντας πως οι σκέψεις των ανέραστων και πολιτικά αντιδραστικών συμπατριωτών του «χάσκουν στη μούργα του μυαλού τους σαν λακέδες». Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ είπε στην Αμερική «να πάει να γαμηθεί».

Στο πλαίσιο του σύγχρονου καπιταλισμού της γενικευμένης βαρβαρότητας, η πολιτική βρισιά έχει εξαφανιστεί από την ποίηση. Το άσχημο είναι πως μαζί της εξαφανίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά και το πάθος.

Νομίζω πως δικαιολογήθηκα αρκετά, ώστε να μπορώ να φωνάξω, χωρίς να χαρακτηριστώ βάρβαρος ή το λιγότερο λαϊκιστής…

Όχι, λοιπόν. δεν θα σας κάνω την χάρη. Εξάλλου τι νόημα έχει πια να βρίζεις ανθρώπους, που κάθε λόγος τους είναι βρισιά από μόνη της και κάθε πράξη τους αυτοεξευτελισμός.

Η τιμωρία σας είναι πως δεν θα καθίσετε ποτέ σούρουπο σ’ ένα παγκάκι ανάμεσα στην Αρχαία και την Ρωμαϊκή αγορά, ακούγοντας τις κρυστάλλινες φωνές των μικρών της κουκουβάγιας να καλούν την μητέρα τους. Γιατί κάτω από την Ακρόπολή υπάρχουν ακόμα κουκουβάγιες και το σούρουπο είναι μαγευτικό.

Ω, δεν απειλώ, δυστυχισμένα πλάσματα. Δεν απειλώ – ονειρεύομαι. Αυτό εγώ κι εκατομμύρια θύματά σας μπορούμε να το κάνουμε ακόμα.

Και δεν είμαστε καθόλου διατεθειμένοι να το εγκαταλείψουμε.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

*

*