μυθιστορηματική βιογραφία

Ταξιδεύοντας προς την Κωνσταντινούπολη

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Η Ελισάβετ Β. Κονταξάκη (1819-1879), αμφιλεγόμενη διανοούμενη του 19ου αιώνα από την Κρήτη, έδρασε στην Αθήνα και θαυμάστηκε από Έλληνες και ξένους ως «κόσμημα του έθνους της». Όταν ώριμη επέστρεψε στην πατρίδα της, μισήθηκε με πάθος, λόγω της τουρκοφιλίας της. Πέθανε περιφρονημένη, μόνη και πάμπτωχη στην Κωνσταντινούπολη. Η επίσημη ελληνική Ιστορία την έχει αγνοήσει και διαγράψει. Με την υπό έκδοση μυθιστορηματική βιογραφία της επιχειρώ, με βάση τις πηγές, να την προσεγγίσω ως ιστορικό πρόσωπο και ως άνθρωπο και να εξηγήσω, ή τουλάχιστον να καταλάβω, την όψιμη τουρκοφιλία της. Το παρακάτω απόσπασμα, με το οποίο συμπληρώνονται οι προδημοσιεύσεις του βιβλίου στο Νέο Πλανόδιον, είναι από τα τελευταία κεφάλαια. – Α.Κ.

~.~

Όταν η Ελισάβετ διαπιστώνει ότι ο φαναριώτης Φάχρη, ταλαντούχος απατεώνας, δεν σκοπεύει να τηρήσει την υπόσχεση της επιστροφής των οφειλόμενων, αποφασίζει να πάει η ίδια στην Κωνσταντινούπολη, να προσφύγει στα ανώτατα δικαστήρια να βρει το δίκιο της.

«Πώς μ’ έπεισε για τις καλές τάχα προθέσεις του!» σκεφτόταν καθώς ταξίδευε, ψέγοντας τον εαυτό της· δεν μπορούσε να αποδεχθεί την τόσο μεγάλη αποτυχία της στα οικονομικά θέματα· «ανίδεη εγώ, το ίδιο ανίδεος κι άσχετος κι ο αδελφός μου» μονολόγησε.

Την τελευταία και πλέον εικοσαετία που ζούσε στα Χανιά μόνο η πολιτική την απασχολούσε σοβαρά. Ασκημένη στην Αθήνα θεωρητικά στην πολιτική τέχνη,  έμαθε έμπρακτα να ελίσσεται, να προτείνει λύσεις στους πασάδες, σε όλους τους πασάδες, που ανενδοίαστα την εμπιστεύονταν. «Δεν πρόδωσα ποτέ την πατρίδα, όπως με κατηγορούν, διαχειριζόμουν τα πολιτικά προς όφελος και των δύο πλευρών, επιτυχημένα, πιστεύω», σκεφτόταν. (περισσότερα…)

Οι αρραβωνιασμένοι

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Στo παρακάτω απόσπασμα του υπό έκδοση βιβλίου μου Η Ελισάβετ της Κρήτης. Από ταπεινό κορίτσι μοχλός πολιτικών εξελίξεων παρακολουθούμε ένα προσωπικό γεγονός της Ελισάβετ, καθόλου αποκομμένο από τα πολιτικά και εθνικά θέματα ούτε από τη Γενική Διοίκηση της Κρήτης.

~.~

Πολύ μεγάλη χαρά ένιωσε η Ελισάβετ, όταν είδε τον Χριστόφορο να της χτυπά την πόρτα λίγο πριν από εκείνο το ζεστό μεσημέρι της τελευταίας ημέρας του Οκτωβρίου του 1858. Δεν ήταν μικρότερη και η δική του. Αυθόρμητα την αγκάλιασε και τη φίλησε στη δεξιά παρειά. Έκπληξη και ευχαρίστηση ένιωσε η Ελισάβετ, αλλά δεν την έδειξε· «ένας θερμός φιλικός ασπασμός είναι», σκέφτηκε, μη δίνοντας άλλη ερμηνεία στον νεανικό ενθουσιασμό του. Είχε εξάλλου να την δει πολύ καιρό.

—Δεν σε περίμενα, νόμιζα πως μας ελησμόνησες, του είπε με δυσδιάκριτο παράπονο.

—Να λησμονήσω εσένα, Ελισάβετ; Είναι δυνατόν; Ήλθα για σένα κυρίως…

—Κυρίως; Τι εννοείς, έχομε κάποια αποστολή;

—Ακριβώς· μόνο που αυτή τη φορά έχω αναθέσει την αποστολή στον εαυτό μου.

—Εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω, Χριστόφορε.

—Άκουσε με προσοχή ό,τι θα πω. Έχω έλθει με τον πατέρα μου, για να σε ζητήσω σε γάμο από τη μητέρα και τον αδελφό σου. Δεν σε έχει δει ποτέ, αλλά του έχω μιλήσει για σένα τόσο, που σε έχει μάθει καλά.

—Νομίζεις πως οι συνθήκες είναι κατάλληλες για γάμο;

—Η γνήσια αγάπη θάλλει κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, Ελισάβετ.

—Φοβούμαι μήπως ο πατέρας σου δεν εγκρίνει τη μεγάλη διαφορά της ηλικίας μας.

—Ο πατέρας μου με εμπιστεύεται, δεν θα φέρει καμιά αντίρρηση, της είπε και την αγκάλιασε με θέρμη.

* * *

Μετά τον αρραβώνα, ο Χριστόφορος παρέμεινε στα Χανιά αρκετό καιρό, υποσχόμενος ότι θα πηγαινοέρχεται με το ατμόπλοιο από το Ηράκλειο, μέχρι να γίνει ο γάμος· ακόμη δεν είχε προσδιοριστεί η ημερομηνία του.

Στο διάστημα αυτό ήθελε να γνωρισθούν καλύτερα, να μιλήσουν περισσότερο για την προηγούμενη ζωή τους, για τις λύπες, τις χαρές, τις εμπειρίες τους· να γίνει η ζωή τού ενός κομμάτι της ζωής τού άλλου· πριν ενωθούν «εἰς σάρκα μίαν», να  νιώσουν πως έχουν ενωθεί «εἰς ψυχὴν μίαν»· κι αυτό απαιτεί χρόνο και προϋπόθεση της σαρκικής ένωσης.

Η Ελισάβετ εξιστορούσε στον Χριστόφορο για μέρες όλη την περασμένη ζωή της και με λεπτομέρειες· ακόμη και τον έρωτά της με τον Πέτρο Μωραΐτη τού ομολόγησε, δεν ήθελε να έχει μυστικές πτυχές η σχέση τους. (περισσότερα…)

«Είμαι στη διάθεσή σας, εξοχότατε…»

*

της ΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΚΑΡΑΘΑΝΑΣΗ

Τo απόσπασμα είναι από το Β΄ μέρος του ανέκδοτου βιβλίου Η Ελισάβετ της Κρήτης. Πιεσμένη από τους Χιλλ, ύστερα από όσα μεσολάβησαν στην Αθήνα, η Ελισάβετ επιστρέφει ακούσια στα Χανιά, ως ξένο σώμα, όπως πιστεύει· κι αμέσως προσπαθεί να ενταχθεί στην υψηλή κοινωνία της πόλης.

~ . ~

Ντυμένος ευρωπαϊκά, όπως πάντα, και φορώντας με χάρη το τούρκικο φέσι την περίμενε με ανυπομονησία στην κουνιστή πολυθρόνα. Πότε πότε σηκωνόταν να δει από το παράθυρο μήπως έρχεται. Του είχε πει ότι το σπίτι της γειτόνευε με την επισκοπή, με τα πόδια θα ερχόταν· το Διοικητήριο είναι σχετικά κοντά.

Κι όμως καθυστερούσε· προσπαθούσε μέσα του να τη δικαιολογήσει κι απέρριπτε την πιθανότητα να μην έλθει. Η νευρικότητα σκίασε το πρόσωπό του· ο υπηρέτης του θέλησε να τον ηρεμήσει και του έφερε γεμάτο τον ναργιλέ. Τον άναψε και του έδωσε το μαρκούτσι. Εκείνος το έφερε αργά στα χείλη του κι άρχισε να ρουφάει. Αφοσιωμένος στην ευχαρίστηση του καπνίσματος, η αδημονία του έσβηνε σιγά σιγά.

Μετά από ώρα άκουσε την πόρτα να κτυπά, είδε τον υπηρέτη να τη μισανοίγει· «ήλθε» του είπε. Ο Βελής άφησε το μαρκούσι και σηκώθηκε, καθώς η Ελισάβετ εισερχόταν στο μεγάλο γραφείο· εξαϋλωμένος ο πασάς στο θολό σύννεφο του δωματίου, «σας περιμένω πολλή ώρα» της είπε και την καλωσόρισε θερμά. Εκείνη, ελαφρά ζαλισμένη από την έντονη μυρωδιά που έβγαζε το πλούσιο χαρμάνι, απάντησε:

— Εξοχότατε, ζητώ ταπεινά να με συγχωρέσετε για την καθυστέρηση, δεν ήταν ηθελημένη. Θα σας εξηγήσω.

Την άκουσε να μιλεί κάπως πνιγμένα και χαμηλόφωνα. Κατάλαβε ότι την είχε πειράξει ο ναργιλές του. Κάλεσε τον υπηρέτη να ανοίξει τα παράθυρα και να πάρει τον ναργιλέ· βγήκαν στο μπαλκόνι, ώσπου να αεριστεί ο χώρος. Η Ελισάβετ ανέπνευσε βαθιά κι άφησε τη ματιά της να περιπλανηθεί στη θάλασσα.

— Ας καθήσουμε για λίγο εδώ, έχει ήλιο ζεστό σήμερα, της είπε και της έδειξε τις πολυθρόνες.

— Τι ωραίο μπαλκόνι! Δική σας η θάλασσα, δική σας και η πόλη, που ξανοίγεται πίσω, κάτω από τα πόδια σας, του είπε με θαυμασμό, υποκρύπτοντας τα υπονοούμενα των λέξεων. (περισσότερα…)