Μουσαίος

«Ἔρως δ’ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας»: Μουσαίου Γραμματικού, Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

[ 1 / 4 ]

~.~

Ζώντας στο μεταίχμιο δυο κόσμων στην Ύστερη Αρχαιότητα, ο Μουσαίος αναφέρεται στις γραμματολογίες τόσο της αρχαιοελληνικής όσο και της βυζαντινής λογοτεχνίας. Με τον ίδιο βέβαια πάντα τρόπο που επιβάλλει η ολοσχερής έλλειψη στοιχείων. Σχετικά λοιπόν με τον παντελώς άγνωστο ποιητή που έζησε κατά τα τέλη του 5ου με τις αρχές του 6ου μεταχριστιανικού αιώνα, με μονότροπη επαναλαμβανόμενη σιγουριά λέγεται, ξανά και ξανά, πως στη στιχοποιΐα και τη μετρική συγκαταλέγεται στη «σχολή» του Νόννου.  Το μόνο δημιούργημά του όμως που έφτασε ως τις μέρες μας άρκεσε για να διασώσει ακέραιο και το δικό του όνομα επί δεκαπέντε αιώνες μες στον μεγάλο ωκεανό της ελληνικής λογοτεχνίας. Κι αυτό δεν είναι άλλο από τους θαλασσόβρεχτους έρωτες της Ηρώς και του Λέανδρου, η τραγική ιστορία δυο ερωτευμένων νέων. Το επύλλιο λοιπόν Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον διηγείται μια παλιά ερωτική ιστορία που συνέβη στον πορθμό του Ελλησπόντου, ανάμεσα στις πόλεις Σηστό και Άβυδο. Η όμορφη Ηρώ, ιέρεια της Αφροδίτης που ζει απομονωμένη σ’ έναν πύργο πλάι στη θάλασσα ερωτεύεται τον Λέανδρο από την αντικρινή ακτή της Αβύδου κι ο έρωτάς τους συντελείται μυστικά, κάθε βράδυ, όταν ο Λέανδρος κολυμπά από την Άβυδο στην Σηστό οδηγούμενος από το φως του λυχναριού που ανάβει η Ηρώ από τον πύργο της. Όταν μια βαριά χειμωνιάτικη βραδιά σβήνει το λυχνάρι, ο Λέανδρος πνίγεται μες στα αφρισμένα κύματα του Ελλησπόντου, ακολουθώντας την ακατάβλητη επιθυμία του να συναντήσει την Ηρώ. Σαν αντικρίζει η Ηρώ το πτώμα του αγαπημένου της που έχει ξεβράσει η ακτή, πέφτει από τον ψηλό τον  πύργο και σκοτώνεται και αυτή.

Ο θρύλος στη μορφή που μας παραδίνεται δεν πρέπει να είναι παλιότερος από τη δημιουργία του φάρου της Αλεξάνδρειας (280 π. Χ.), όπως έχει επισημανθεί. Η τραγική ιστορία των δυο ερωτευμένων νέων γνώρισε γρήγορα μεγάλη κι ευρεία διάδοση κι ήδη από τον πρώτο μεταχριστιανικό αιώνα έχουμε αποσπάσματα ποιήματος με αυτό το θέμα. Ο Βιργίλιος, ο Στάτιος, ο Οβίδιος κι ο Μαρτιάλης μνημονεύουν την ιστορία, κι από εκεί διαχέεται σε όλον τον δυτικό Μεσαίωνα. Η ιστορία του Μουσαίου όμως από την άλλη διαπερνά την ελληνική Ανατολή, αρχής γενομένης με την αναφορά του Αγαθία, κι από εκεί φτάνει μέχρι τους βυζαντινούς κέντρωνες, τον Τζέτζη, το βυζαντινό μυθιστόρημα (Νικήτα Ευγενιανού, Τα κατά Δροσίλλαν και Χαρικλέα): (περισσότερα…)

Τρία βυζαντινά ερωτικά ποιήματα

*

Μετάφραση-Σημειώσεις
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

~.~

1. Μουσαίος, Ηρώ και Λέανδρος
(5ος-6ος αι.), στ. 203-218

[ Ο μονόλογος του Λέανδρου ]

«Κόρη, για την αγάπη σου τα κύματα θα σκίσω
κι ας είναι η θάλασσα δεινή κι εχθρός μου το νερό της.
Κινώντας για την κλίνη σου το ρεύμα δεν θα τρέμω
και διόλου δεν θα φοβηθώ το πέλαγος που ουρλιάζει.
Μα κάθε νύχτα που περνά για τον υγρό εραστή σου
τον άγριο τον Ελλήσποντο θα διαπερνά με θάρρος.
Την Άβυδο, την πόλη μου, μακριά πολύ δεν κτίσαν.
Ένα λυχνάρι μοναχά στον πύργο σου εκεί πάνω
στη νύχτα ας φέγγει τη βαθιά. Κι όταν θα το κοιτάζω
καράβι θα ’μαι του Έρωτα κι ο λύχνος σου ένα αστέρι·
εκείνον θα ’χω για οδηγό, τον Βοώτη δεν θα βλέπω
κι ο τολμηρός Ωρίωνας βοηθός μου δεν θα γίνει
κι ούτε την άβροχη τροχιά θ’ ακολουθώ της Άρκτου,
σαν έρχομαι από απέναντι προς το γλυκό λιμάνι.
Μόνο, καλή μου, πρόσεχε τους δυνατούς ανέμους
μήπως τυχόν τον σβήσουνε και χάσω την ψυχή μου,
τον λύχνο τον λαμπρό ταγό που ορίζει τη ζωή μου».

[Σημείωση: Στο ποίημα του Μουσαίου, δύο νέα παιδιά, η Ηρώ και ο Λέανδρος, βιώνουν τον κεραυνοβόλο έρωτα. Υπάρχει όμως το πρόβλημα της απόστασης, καθώς τις πόλεις τους τις χωρίζει ο Ελλήσποντος. Το σχέδιο που συλλαμβάνει ο Λέανδρος, και τελικά εφαρμόζουν οι ερωτευμένοι, είναι παράτολμο: Το αγόρι κολυμπά κάθε βράδυ από την πόλη του σ’ εκείνη της αγαπημένης του, ενώ αυτή φροντίζει το φως του λυχναριού της να του δείχνει τον δρόμο. Η άφιξη της βαρυχειμωνιάς οδηγεί στο τραγικό τέλος, με τον χαμό του ζευγαριού. Ακόμα κι έτσι, ο θάνατος βρίσκει τα σώματα των δύο νέων το ένα δίπλα στο άλλο. Ο τελευταίος στίχος του ποιήματος σχολιάζει: «Και στην τελευταία αυτή συμφορά κατάφεραν ν’ απολαύσουν ο ένας τον άλλο».]

~.~ (περισσότερα…)