θεολογία

Τρίτη 16 Ιουλίου | Η σκέψη στη σημερινή Ελλάδα

*

Τρίτη 16 Ιουλίου | Συζήτηση στρογγυλής τραπέζης

Η σκέψη στη σημερινή Ελλάδα

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Συζητούν: Ιωάννα Τσιβάκου, κοινωνιολόγος, ομότιμη καθηγήτρια του Πάντειου Πανεπιστημίου, Σωτήρης Γουνελάς, ποιητής και συγγραφέας, και Κώστας Ανδρουλιδάκης, καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

~.~

Ο Κώστας Ανδρουλιδάκης γεννήθηκε το 1956 στο Ηράκλειο Κρήτης. Είναι απόφοιτος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, διδάκτωρ της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Μονάχου και καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Τα ερευνητικά ενδιαφέροντά του επικεντρώνονται στην κλασική γερμανική φιλοσοφία, την ηθική, τη μεταφυσική και την αισθητική. Έχει μεταφράσει (με εκτενείς εισαγωγές και σχόλια) κορυφαία έργα της γερμανικής σκέψης, ιδίως του Ιμμάνουελ Καντ του οποίου έχει αποδώσει στα ελληνικά το μεγαλύτερο τμήμα του ώριμου έργου του, και έχει συγγράψει μελέτες για Έλληνες και ξένους λογοτέχνες (Σολωμό, Παλαμά, Σικελιανό, Γκόττφρηντ Μπεν). Τελευταία βιβλία του: Καντιανή Ηθική. Θεμελιώδη ζητήματα και προοπτικές, Σμίλη, Αθήνα, 2η έκδ. 2018· Δημήτριος Βικέλας,  Η Ελλάς προ του 1821. Τιμητική έκδοση για τα διακόσια χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, επιμέλεια, επιλεγόμενα, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη Ηρακλείου, Ηράκλειο 2021· Φρήντριχ Σίλλερ, Περί της αισθητικής παιδείας του ανθρώπου σε μια σειρά επιστολών, μετάφραση, σχόλια, επίμετρο (1η έκδ.: Ιδεόγραμμα, 2006), Σμίλη, Αθήνα, 2η έκδ. 2024 (υπό έκδοση). Ετοιμάζεται: Ι. Καντ, Ανθρωπολογία από άποψη πραγματιστική, μετάφραση, σχόλια, επίμετρο.

Ο Σωτήρης Γουνελάς πρωτοεμφανίζεται εκδοτικά με δύο πεζοποιητικά βιβλία το 1976 και 1978 (εκδόσεις Κέδρος) που αποτυπώνουν τη σχέση του με τα ευρωπαϊκά μοντέρνα λογοτεχνικά ρεύματα της εποχής. Η ανάγνωση των έργων του Πλάτωνα  και η μελέτη της νεοελληνικής  λογοτεχνίας τον τον στρέφουν προς τον αρχαιοελληνικό λόγο και την ορθόδοξη χριστιανική παράδοση. Συνεργάζεται με το περιοδικό Σύναξη σχεδόν από το πρώτο τεύχος (1982) και το 1986 μετά την εκδημία του ιδρυτή της, Παναγιώτη Νέλλα, αναλαμβάνει την εκδοτική επιμέλεια του περιοδικού  την οποία και συνεχίζει μέχρι το 1997. Εκείνη τη χρονιά εκδίδεται από τον Αρμό το βιβλίο του Η κρίση του πολιτισμού – κρίση του ανθρώπου, απώλεια του νοήματος, θέμα που θα τον απασχολήσει σταθερά και στα επόμενα τρία βιβλία του : Ο Αντιχριστιανισμός (2009), Πρόταση Λόγου και Πολιτισμού (2013) και Κριτική ανάγνωση στο έργο του Χρήστου Μαλεβίτση (2016). Το 2006 κυκλοφορεί το βιβλίο του Ο ποιητικός οραματισμός του Γ. Σαραντάρη. Την περίοδο 1995-2000  εκδίδει την Ποιητική τετραλογία και επιμελείται την σειρά ‘Γέφυρες’ στον Αρμό. Άλλα βιβλία του: η ποιητική σύνθεση Διάπλους (Αρμός 2016), το μακρύ ποίημα Ιωνάς (Αρμός 2021), το δοκίμιό του Το τέλος του ανθρώπου ή η παραμόρφωσή του (Αρμός 2022) και εντελώς πρόσφατα Νικηφόρος Βρεττάκος «ο αλήτης τ’ ουρανού» (1912-1991) Εισαγωγή-Ανθολόγηση-Επίμετρο Σωτήρη Γουνελά, Ίδρυμα Τάκης Σινόπουλος, 2024.

Η Ιωάννα Τσιβάκου είναι ομότιμη καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Πριν από την ακαδημαϊκή της καριέρα συνεργάστηκε με ξένες πολυεθνικές επιχειρήσεις στον τομέα της επιχειρηματικής ανάλυσης, οργάνωσης και προγραμματισμού, ενώ την περίοδο  1984-1990 αποτέλεσε μέλος της Διοικούσας Επιτροπής του Πανεπιστημίου Αιγαίου συμβάλλοντας στη λειτουργία του. Δίδαξε επί χρόνια Θεωρία και Κοινωνιολογία οργανώσεων στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου αρχικά και του Παντείου εν συνεχεία, όπου της δόθηκε η ευκαιρία να εντρυφήσει στην κοινωνική διάσταση των θεσμών και των τυπικών οργανώσεων. Επίσης, ως επισκέπτρια καθηγήτρια δίδαξε σε γνωστά ακαδημαϊκά και ερευνητικά κέντρα των ΗΠΑ και της Μεγάλης Βρετανίας. Άρθρα της έχουν δημοσιευτεί σε διεθνή και ελληνικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους· έχει τιμηθεί για την αρθρογραφία της με διεθνή βραβεία, ενώ έγκυροι ξένοι ακαδημαϊκοί έχουν αφιερώσει και επιστημονικό νόμο στη μεθοδολογία επίλυσης μέσω διαλόγου προβλημάτων στο πεδίο των κοινωνικών συστημάτων, με το όνομα της: “Tsivacous  Law of requisite autonomy”. Παλαιότερα βιβλία της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Θεμέλιο και Νεφέλη. Τα πιο πρόσφατα βιβλία της, όλα από τις εκδόσεις Ι. Σιδέρης: Ατομικισμός και φιλία: η ταυτότητα των νέων Ελλήνων (2017), το οποίο  τιμήθηκε ως το καλύτερο κοινωνικο-φιλοσοφικό δοκίμιο της χρονιάς από το ίδρυμα Φωτέα, Συναίσθημα και ορθολογικότητα: η ελληνική εμπειρία (2019) και  «Περίπλους στις ακτές του νοήματος (2023).

*

*

*

~

.

~

Τρίτη 16 Ιουλίου | Η σκέψη στη σημερινή Ελλάδα

*

Τρίτη 16 Ιουλίου | Συζήτηση στρογγυλής τραπέζης

Η σκέψη στη σημερινή Ελλάδα

Ποιες είναι οι τύχες του στοχασμού στη σημερινή Ελλάδα; Ακούγεται ο λόγος της φιλοσοφίας, των κοινωνικών επιστημών, της θεολογίας, των ανθρωπιστικών σπουδών στη δημόσια σφαίρα; Πώς προσλαμβάνεται και από ποιους, διεξάγεται ουσιαστικός διάλογος πάνω τους, ποια είναι η επιρροή των ιδεών που διακινούνται;

Συζητούν: Ιωάννα Τσιβάκου, κοινωνιολόγος, ομότιμη καθηγήτρια του Πάντειου Πανεπιστημίου, Σωτήρης Γουνελάς, ποιητής και συγγραφέας, και Κώστας Ανδρουλιδάκης, καθηγητής της φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Συντονίζει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

~

.

~

Τα δικαιώματα του χθες και του σήμερα

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Ο χρόνος κυλά και το ρεύμα του παρασύρει τις παλιές σημασίες και μαζί με τα νέα συστήματα ιδεών αφήνει να αναδυθούν στην επιφάνεια καινούργιες. Τα «δικαιώματα του Θεού» έδωσαν τη θέση τους στα «ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου», το ουσιοκρατικό «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» της Εκκλησίας των πιστών το διαδέχθηκε ο φυσιοκρατικός υπαρξισμός της μονάδας. Εντούτοις στην Ελλάδα τα προνεωτερικά δικαιώματα αρνήθηκαν να χαθούν στη λήθη της Ιστορίας για χάρη των νεωτερικών αντιπάλων τους. Η κραταιή παράδοση συνυπάρχει, άλλοτε με όρους δημιουργικής αλληλεπίδρασης και άλλοτε σε συνθήκες σφοδρής σύγκρουσης, μέσα στον νου των Νεοελλήνων. Πώς μπορούμε να μιλάμε για οποιοδήποτε φλέγον κοινωνικό ζήτημα όταν δεν λαμβάνουμε υπόψη ότι η σύγχρονη ελληνική σκέψη μοιάζει στην καλύτερη περίπτωση με χωνευτήρι, συνηθέστερα όμως με πεδίο μάχης;

Μα πρώτα από όλα ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις: Ο Ψαλμός 118 στην Παλαιά Διαθήκη αποτυπώνει ποιητικά την αγωνιώδη προσπάθεια του πιστού να φανεί αντάξιος των δικαιωμάτων του Θεού (5: ὄφελον κατευθυνθείησαν αἱ ὁδοί μου τοῦ φυλάξασθαι τὰ δικαιώματά σου· 8: τὰ δικαιώματά σου φυλάξω· 12: δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου κλπ.). Η λέξη υποδηλώνει εδώ τις προσταγές του Θεού στον άνθρωπο, μιλάμε άρα για την υποχρέωση που έχει το δημιούργημα απέναντι στον Δημιουργό του. Ωστόσο, το γεγονός της Πτώσης περιπλέκει τα πράγματα και βρίσκει τελικά τον άνθρωπο σε έναν συνεχή αγώνα για να υπερβεί την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει στην παρούσα ζωή, με σκοπό την επάνοδο του στην πρότερη συνθήκη του, ως κοινωνού του θεϊκού σχεδίου. Τα δικαιώματα της νεωτερικότητας δεν είναι τέτοιου είδους· αυτά παρέχονται από τη φύση στον άνθρωπο από τη στιγμή της γέννησής του και τον συντροφεύουν καθ’ όλη τη διάρκεια της υλικής του ύπαρξης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρατηρούνται και άλλες σημασιολογικές μεταθέσεις καθώς περνάμε από το ένα σύστημα στο άλλο, και μάλιστα σε ακρογωνιαίες λέξεις. Επί παραδείγματι, η κεντρικότατη χριστιανική έννοια της φιλανθρωπίας, εγγενές χαρακτηριστικό του ίδιου του Χριστού και κατά συνέπεια οποιουδήποτε πιστού επιθυμεί να πολιτεύεται «χριστομίμητα», μετενσαρκώνεται στην αποϊεροποιημένη ανακούφιση του συνανθρώπου, ο οποίος, όπως και εμείς, έχει σε τούτη τη ζωή το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.

Στην ελληνική κοσμοθεωρία τα δικαιώματα κατέχουν φυσιολογικά κεντρική θέση. Το παράδοξο είναι ότι η ύλη που περιβάλλει το κέντρο δεν διακρίνεται από σταθερότητα· πρόκειται περισσότερο για μία εύπλαστη μάζα μέσα στην οποία συνυπάρχουν και συγκρούονται παραδοσιακά και νεωτερικά στοιχεία, προερχόμενα από διαφορετικά συστήματα θεώρησης πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. Κάθε ένα από αυτά έχει τους θεωρητικούς του, καθώς και τους δημόσιους υποστηρικτές του. Η ιδιωτική σφαίρα διαφέρει – άλλοι προσχωρούν στις τάξεις ενός εκ των δύο, ενώ άλλοι δέχονται επιρροές εξ αμφοτέρων. Καλό είναι πάντως να έχουμε υπόψη μας ότι ακόμα και όσοι διατρανώνουν την άθεη προοδευτικότητά τους έχουν, έστω και εν αγνοία τους, τον σπόρο της προνεωτερικότητας μέσα τους. Αλήθεια, υπάρχει κάποιος ανάμεσά μας που σκάβοντας στα τρίσβαθα της συνείδησής του θα αρνιόταν τη δωρεάν ιατρική περίθαλψη στον συνάνθρωπό του; Και όμως, σε χώρες τις πεφωτισμένης Δύσης κατά τη διάρκεια της πανδημίας υπήρχαν φωνές που υποστήριζαν ότι οι αρνητές του ιού κόβιντ και οι αντιεμβολιαστές δεν θα έπρεπε να δικαιούνται νοσηλείας. Στα καθ’ ημάς, η χριστιανική φιλανθρωπία, απόρροια των δικαιωμάτων του Θεού, δεν αποδιώχνεται εύκολα από το συλλογικό υποσυνείδητο. (περισσότερα…)

Νεύτων, Γενικό Σχόλιο

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Η πρώτη έκδοση των Μαθηματικών αρχών της φυσικής φιλοσοφίας (1687) δεν περιείχε επίλογο αφού ο Νεύτων απέφυγε να περιλάβει την conclusio που είχε σχεδιάσει. Όταν έφθασε η ώρα της δεύτερης έκδοσης του έργου (1713), είχε καταστεί πια απαραίτητο για τον Νεύτωνα να απαντήσει στους επικριτές του και να διορθώσει βασικές παρανοήσεις. Έχοντας συντάξει και απορρίψει διάφορες εκδοχές σχολιασμού ή/και επιλογικού σημειώματος, κάλυψε τελικά το κενό προσθέτοντας το Γενικό Σχόλιο. Ελαφρώς επεξεργασμένο, το Σχόλιο περιλήφθηκε και στην τρίτη –και τελευταία– έκδοση των Principia, δημοσιευμένη το 1726. Το Γενικό Σχόλιο –οι διασημότερες σελίδες που έγραψε ποτέ ο Νεύτων– συνιστά επιτομή και παρακαταθήκη ανέθιστης πυκνότητας. Στην τελική του μορφή περιλαμβάνει μόλις 1442 λέξεις και χωρίζεται σε έξι περιεκτικές παραγράφους, στις οποίες σμιλεύονται ιδέες που εκτείνονται από τη φυσική έως τη θεολογία, και από τη φιλοσοφία της επιστήμης έως τη γνωσιολογία. Συνυφασμένη δε άρρηκτα με την πυκνότητα της γραφής είναι και η πολεμική διάθεση που το διαπνέει. Γιατί, αν σε κάποιον βαθμό είναι απολύτως αναγνωρίσιμοι οι αποδέκτες των βελών του, γνωρίζουμε ταυτόχρονα πως ο Νεύτων επέλεξε σε ορισμένα σημεία μια γραφή σχεδόν κρυπτική προκειμένου να συγκαλύψει «αιρετικές» πεποιθήσεις που μόνον πεπαιδευμένοι αναγνώστες ήταν δυνατό να αποκωδικοποιήσουν.

Στις δύο πρώτες παραγράφους, ο Νεύτων συνοψίζει την κριτική του εναντίον της «θεωρίας των δινών». Αποκούμπι του μηχανικισμού επί σχεδόν μια εκατονταετία, η θεωρία των δινών απορρίπτει την ιδέα του κενού και τη δυνατότητα αιτιακής και αδιαμεσολάβητης διάδρασης ανάμεσα σε σώματα που τα χωρίζει μεγάλη απόσταση. Υποθέτει ότι τις κινήσεις και την τροχιά των ουρανίων σωμάτων καθορίζει η ισορροπία ανάμεσα σε φυγόκεντρες δίνες ρευστής ύλης που τα ίδια τα ουράνια σώματα δημιουργούν. Πέρα από τον Ντεκάρτ, ο Νεύτων σημαδεύει οπωσδήποτε εδώ τον Λάιμπνιτς και τον Χόυχενς. Υπενθυμίζει τα εσφαλμένα «μαθηματικά» της υπόθεσης των δινών, την αδυναμία της τελευταίας να εξηγήσει την κίνηση των κομητών, την ανάγκη αποδοχής του κενού στο διάστημα και, ασφαλώς, την εξηγητική υπεροχή της θεωρίας και των νόμων της βαρύτητας.

Στην τρίτη και τέταρτη παράγραφο ο Νεύτων προχωρά σε μεταφυσικές και θεολογικές υπογραμμίσεις. Η τρίτη περιλαμβάνει μια από τις κλασσικότερες εκθέσεις του τελολογικού επιχειρήματος. Στην εκτενή τέταρτη παράγραφο, με διαφορά την πιο δυσνόητη του Γενικού Σχολίου, ο Νεύτων στέκεται κριτικά απέναντι σε οποιαδήποτε κατανόηση του Θεού αποτυγχάνει να λάβει σοβαρά υπόψη την πιο σημαντική του ιδιότητα: την παντοκρατορία. Η έννοια του θεού αποτελεί για τον Νεύτωνα έννοια σχέσης, η οποία υποδηλώνει την πραγματική και διαρκή κυριαρχία του υψίστου απέναντι σε όντα που του είναι -από κάθε άποψη- υποτελή. Η αιχμή διατυπώνεται εναντίον του μηχανικιστικού θεϊσμού, ο οποίος περιορίζει τον Θεό στον ρόλο και τη θέση μιας τέλειας αλλά αμέτοχης υπερκόσμιας νόησης. Ταυτόχρονα, όμως, για τον προσεκτικό αναγνώστη, ο Νεύτων σκιαγραφεί μια αντιτριαδική θεολογία στην οποία αναγνωρίζει κανείς στοιχεία παρμένα από τον Φίλωνα τον Αλεξανδρινό έως τους Πλατωνιστές του Κέημπριτζ και τον Λίπσιους, και από την theologia prisca έως τον σοκινιανισμό.

Η πέμπτη παράγραφος περιλαμβάνει την περίδοξη φράση hypotheses non fingo. Ο Νεύτων, υπερμαχόμενος ασφαλώς της πραγματικότητας της βαρύτητας, παραδέχεται ότι δεν έχει κατορθώσει να προσδιορίσει την ακριβή αιτία της. Απροθυμεί όμως να συγκατανεύσει σε αμφισβητήσιμες υποθέσεις. Βάλλοντας ξανά κατά του καρτεσιανού μηχανικισμού, επικρίνει την ετοιμότητά του να υιοθετήσει γενικευμένες θεωρητικές υποθέσεις και να υποκλιθεί σε ύποπτες μεταφυσικές «ποιότητες» που είναι αδύνατον να τεκμηριωθούν μαθηματικά-πειραματικά. Στην τελευταία παράγραφο ο Νεύτων υπαινίσσεται ότι η λύση ίσως βρίσκεται στην κατανόηση της φύσης του λεπτοφυούς «πνεύματος» που φαίνεται να δρα σε φυσικά φαινόμενα που μόλις τότε αρχίζουν να μελετώνται πιο συστηματικά, όπως ο ηλεκτρισμός.

~.~

ΝΕΥΤΩΝ

Γενικό Σχόλιο [1]

Η υπόθεση των δινών είναι κατάφορτη με δυσκολίες. Εάν η ακτίνα που ενώνει κάθε πλανήτη με τον ήλιο διαγράφει εμβαδά ανάλογα προς τον χρόνο, τότε οι περιοδικοί χρόνοι των μερών των δινών θα έπρεπε να είναι ανάλογοι της απόστασής τους από τον ήλιο υψωμένης στο τετράγωνο. Και όπως τα τετράγωνα των χρόνων περιφοράς των πλανητών είναι ανάλογα προς τον κύβο της απόστασής τους από τον ήλιο[2] έτσι και τα τετράγωνα των περιοδικών χρόνων των μερών των δινών θα έπρεπε να είναι ανάλογα προς τον κύβο των αποστάσεών τους. Εάν πρέπει να διατηρηθούν οι μικρότερες δίνες που περιφέρονται κυκλικά γύρω από τον Κρόνο, τον Δία και τους άλλους πλανήτες, θεωρώντας πως πλέουν σε κατάσταση ηρεμίας πάνω στη δίνη του Hλίου, τότε οι περιοδικοί χρόνοι των μερών της ηλιακής δίνης πρέπει να είναι οι ίδιοι. Όμως οι περιστροφές του Hλίου και των πλανητών γύρω από τον άξονά τους, οι οποίες θα έπρεπε να συμφωνούν με τις κινήσεις των δινών τους, αποκλίνουν από όλες αυτές τις αναλογίες. Οι κινήσεις των κομητών είναι απολύτως τακτικές, υπακούν δε στους ίδιους νόμους που ισχύουν για τις κινήσεις των πλανητών, ωστόσο δεν μπορούν να εξηγηθούν μέσω των δινών. Οι κομήτες διαγράφουν εξαιρετικά έκκεντρες κινήσεις, και μάλιστα σε όλα τα μέρη των ουρανών, πράγμα που δεν θα ήταν δυνατόν να συμβαίνει παρά μόνον εάν αρνούμαστε την ύπαρξη των δινών. (περισσότερα…)

Βερνάρδος του Κλαιρβώ, Απολογία προς τον αββά Γουλιέλμο

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Περί το 1124 ο Γουλιέλμος, αββάς του Σαιντ-Τιερρύ, φέρεται να παρακάλεσε τον μέντορά του, Βερνάρδο του Κλαιρβώ, να συντάξει μια πραγματεία που θα υπερασπιζόταν το βαθιά διακριτό μοναστικό φρόνημα των Κιστερσιανών στους κόλπους των Βενεδικτίνων. Ο Βερνάρδος, επιφανής ηθικολόγος του 12ου αιώνα και σκαπανέας μιας εντυπωσιακής αναζωογόνησης των Κιστερσιανών, ανταποκρίθηκε μάλλον άμεσα, συγγράφοντας ένα από τα διασημότερα κείμενα της δυτικής μεσαιωνικής μοναστικής γραμματείας: την Απολογία.

Την πιο επιδραστική στιγμή του κειμένου σηματοδοτούν αναμφίβολα οι ενότητες 28-29, όπου ο Βερνάρδος συντάσσει μια πολεμική εναντίον της ακόρεστης επιθυμίας για πολυδάπανη (αναπαραστατική) τέχνη ή/και διακόσμηση σε μοναστικούς τόπους λατρείας, την οποία αντιπροσώπευε, ίσως πιο χαρακτηριστικά, η κλουνιακή πτέρυγα. Στις ενότητες αυτές αναβλύζει ρηξικέλευθη αισθητική σκέψη ενώ από ιστορική άποψη είναι εξίσου ενδιαφέρον ότι η πραγματεία του Βερνάρδου είναι συγκαιρινή της άνθισης της ρομανικής και γοτθικής τέχνης.

~.~

ΒΕΡΝΑΡΔΟΣ ΤΟΥ ΚΛΑΙΡΒΩ

Απολογία προς τον αββά Γουλιέλμο

(28-29) [1]

ΧII. 28. Αλλά αυτά είναι ασήμαντα. Θα σχολιάσω τώρα τα μεγάλα, τα οποία, βέβαια, μοιάζουν μικρά, επειδή είναι τόσο κοινά. Δεν θα πω τίποτα για το τεράστιο ύψος, το υπερβολικό μήκος και το περιττό πλάτος των χώρων προσευχής, τον δαπανηρό καταστολισμό και τις εξεζητημένες απεικονίσεις που τραβούν το βλέμμα του προσευχόμενου και περιορίζουν την ευλάβειά του, και που, προσωπικά, μου φαίνεται λες και αναβιώνουν την αρχαία εβραϊκή λατρεία. Και θα παραδεχθώ ότι όλα αυτά γίνονται προς τιμήν του Θεού. Ωστόσο, θα απευθύνω ως μοναχός στους μοναχούς το ερώτημα που απηύθυνε ο εθνικός στους εθνικούς: «Πείτε μου, ποντίφικες», είχε πει, «τι κάνει το χρυσάφι στο ιερό;»[2].

Δίνοντας δε σημασία στο νόημα και όχι στο μέτρο του στίχου, παραφράζω το ερώτημα: «Πείτε μου, φτωχοί, αν είστε πραγματικά φτωχοί, τι κάνει το χρυσάφι στο ιερό;». Ας μην συγχέουμε εδώ τους επισκόπους με τους μοναχούς. Γνωρίζουμε ότι οι επίσκοποι, έχοντας ευθύνη απέναντι τόσο στους σοφούς όσο και στους αμόρφωτους[3], χρησιμοποιούν τον υλικό καλλωπισμό για να διεγείρουν την ευλάβεια ενός σαρκικού πλήθους, αφού δεν είναι δυνατόν να το επιτύχουν αυτό με τον πνευματικό.  Εμείς, όμως, που αποσυρθήκαμε από αυτό το πλήθος, εμείς που αφήσαμε τα πολύτιμα και υπέροχα πράγματα του κόσμου για χάρη του Χριστού[4], εμείς που επιλέξαμε να θεωρούμε καθετί που λάμπει από ομορφιά, ηχεί απαλά, ευωδιάζει γλυκά, τέρπει τη γεύση μας ή είναι ευχάριστο στην αφή -εν ολίγοις, όλες τις σωματικές απολαύσεις- σκέτη κοπριά προκειμένου να κερδίσουμε τον Χριστό[5], ποιανού την ευλάβεια περιμένουμε να διεγείρουμε με αυτόν τον καλλωπισμό; Πού αποσκοπούμε ακριβώς[6]; Στον θαυμασμό των αδαών, ή άραγε στις προσφορές των αφελών;  Ή μήπως, επειδή συγχρωτιστήκαμε με τους εθνικούς, υιοθετήσαμε τους τρόπους τους[7] και υπηρετούμε τα είδωλά τους; (περισσότερα…)

Αυγουστίνος, Για τη χρησιμότητα του να πιστεύεις [2/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το De utilitate credendi είναι το πρώτο έργο που έγραψε ο Αυγουστίνος (354-430) μετά τη χειροτόνησή του. Γράφτηκε περί το 391 και αποτελεί επιστολικό δοκίμιο που απευθύνεται στον παλιό του φίλο Ονοράτο. Ο αναγνώστης παραπέμπεται στη σύντομη εισαγωγή η οποία παρέχεται στη δημοσίευση του Α΄ μέρους των αποσπασμάτων του έργου.

~.~

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

Για τη χρησιμότητα του να πιστεύεις

(Αποσπάσματα από τη δεύτερη ενότητα: §§14-36[1]

7. 14.  Τώρα θα προσπαθήσω να ολοκληρώσω αυτό που ξεκίνησα. Και χωρίς να προσπαθήσω να σου παραθέσω ανοιχτά την Καθολική πίστη, θα σoυ δείξω ότι, όσοι ενδιαφέρονται να εξετάσουν εξονυχιστικά τα μυστήρια της και μεριμνούν για την ψυχή τους, μπορούν να ελπίζουν στη θεϊκή εύνοια ενόσω προσπαθούν να βρουν την αλήθεια. Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι εκείνος που αναζητά την αληθινή θρησκεία είτε πιστεύει ήδη στην αθανασία της ψυχής -την οποία αυτή η θρησκεία χαρίζει-, είτε θέλει να βρει αυτήν την αθανασία στην ίδια τη θρησκεία. Επομένως, κάθε θρησκεία ορθώνεται για χάρη της ψυχής. […]

15 .  Ας υποθέσουμε ότι δεν έχουμε ακούσει ακόμη τον κατηχητή καμίας θρησκείας. Είναι, ας πούμε, για εμάς ένα καινούργιο θέμα έρευνας. Μα τότε θα αναζητήσουμε, θαρρώ, ανθρώπους που διδάσκουν το αντικείμενο, όποιο και αν είναι αυτό. […]

16 .  […] Την αλήθεια την κατέχουν μόνον λίγοι. Γνωρίζουμε λοιπόν ποια είναι η αλήθεια, όταν γνωρίζουμε με ποιους βρίσκεται. […] Kαι αν από την ίδια τη φύση της αλήθειας συνάγουμε ότι λίγοι την κατέχουν, αυτό δεν συνεπάγεται ότι γνωρίζουμε και ποιοι είναι αυτοί. Τι πρέπει λοιπόν να κάνουμε όταν υπάρχουν τόσο λίγοι που γνωρίζουν την αλήθεια, και οι οποίοι, μάλιστα, ελέγχουν το πλήθος δια της αυθεντίας τους, όμως από το πλήθος αυτό είναι μετρημένοι στα δάχτυλα εκείνοι που ξεγλιστρούν από την αυθεντία και φθάνουν να διαλευκάνουν τη μυστική αλήθεια; […]

8. 20.  Έχοντας θέσει αυτές τις βάσεις, οι οποίες, νομίζω, είναι τόσο θεμιτές ώστε να μου εξασφαλίσουν τη νίκη σε αυτήν την υπόθεση ενώπιόν σου όποιος και αν είναι ο αντίπαλός μου, θα σου εκθέσω όσο καλύτερα μπορώ ποιο μονοπάτι ακολούθησα όταν αναζητούσα την αληθινή θρησκεία με τη στάση που, όπως εξήγησα παραπάνω, πρέπει να αναζητείται. Όταν σε άφησα και διέσχισα τη θάλασσα[1], ταλαντευόμουν και ακροβατούσα: τι πρέπει να κρατήσω και τι να αφήσω; Και αυτή η αμφιταλάντευση φούντωνε μέσα μου κάθε μέρα και πιο πολύ. Έχοντας δε υπάρξει μαθητής εκείνου του άνδρα[2] του οποίου η άφιξη μας είχε διαμηνυθεί, όπως γνωρίζεις, ως ουρανόπεμπτη, αυτός δε ως προορισμένος να ξεκαθαρίσει όλες μας τις απορίες, έφθασα πια να συνειδητοποιήσω ότι τούτος, εάν εξαιρέσεις κάποια ευγλωττία, δεν διέφερε και πολύ από τους υπολοίπους. Εγκατεστημένος πια στην Ιταλία διαλογιζόμουν και αναρωτιόμουν βαθιά, όχι αν θα παρέμενα σε αυτή την αίρεση, στην οποία μετάνιωσα που είχα ενταχθεί, αλλά με ποιον τρόπο θα έβρισκα την αλήθεια, για την οποία ξέρεις καλύτερα από τον καθένα πόσο έχει στενάξει η καρδιά μου. Συχνά μου φαινόταν αδύνατο να τη βρω, και μέσα στον κλυδωνισμό των σκέψεών μου ένιωθα έλξη προς τους Ακαδημεικούς. Άλλοτε, πάλι, στον βαθμό που μπορούσα, έκανα ενδοσκόπηση βρίσκοντας παρηγοριά στη δύναμη του ανθρώπινου νου: του τόσο ζωηρού, του τόσο διεισδυτικού, του τόσο οξυδερκούς. Θεωρούσα πως, αν η αλήθεια παραμένει κρυμμένη από αυτόν, τούτο θα συμβαίνει μόνον επειδή το μέσο αναζήτησής της παραμένει κρυμμένο μέσα της, και πως είναι απαραίτητο να λάβουμε αυτό ακριβώς το μέσο από κάποια θεϊκή αυθεντία. Έμενε λοιπόν να διερευνήσω ποια θα ήταν αυτή η αυθεντία, αφού, σε συνθήκες οξύτατης διαφωνίας, όλοι επαγγέλλονται πως την κατέχουν και την παραδίδουν. […] (περισσότερα…)

Αυγουστίνος, Για τη χρησιμότητα του να πιστεύεις [1/2]

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Το De utilitate credendi είναι το πρώτο έργο που έγραψε ο Αυγουστίνος (354-430) μετά τη χειροτόνησή του. Γράφτηκε περί το 391 και αποτελεί επιστολικό δοκίμιο που απευθύνεται στον παλιό του φίλο Ονοράτο. Ο Αυγουστίνος υπήρξε για εννέα χρόνια ακροατής στην αίρεση των Μανιχαίων και είχε πείσει τον Ονοράτο να κάνει το ίδιο. Όταν γράφει το De utilitate credendi έχουν περάσει ήδη οκτώ χρόνια από τότε που αποστασιοποιήθηκε από τους Μανιχαίους και τουλάχιστον πέντε χρόνια από τη μεταστροφή του στον χριστιανισμό. Ο παλιός του φίλος, όμως, είχε παραμείνει στο πλευρό των Μανιχαίων. Με την επιστολή του ο Αυγουστίνος ελπίζει να πείσει τον Ονοράτο να αντιμετωπίσει πιο ευνοϊκά την καθολική διδασκαλία. Και για αυτό συζητά και απαντά σε, δύο βασικές κριτικές τοποθετήσεις των Μανιχαίων απέναντι στον καθολικό χριστιανισμό: α) την απόρριψη της Παλαιάς Διαθήκης (§§4-13) και β) την υπεράσπιση του πρωτείου της λογικής έναντι της αυθεντίας (§§15-35).

Μέλημα του Αυγουστίνου είναι να καταδείξει την ανθρωπολογική, θεολογική και επιστημολογική χρησιμότητα (το όφελος, τα πλεονεκτήματα) της πίστης κατά τη διαδικασία της αναζήτησης -και εύρεσης- της αληθινής θρησκείας. Την αναζήτηση αυτή τη συνδέει και την εμπλουτίζει όχι μόνον με εμφανώς νεοπλατωνικές ιδέες, αλλά και με μια αυτοβιογραφική αναψηλάφηση που προοικονομεί τις διάσημες Εξομολογήσεις. Το κείμενο είναι, υπό μια έννοια, χαρακτηριστικά ρωμαϊκό αφού η λέξη-κλειδί του, η auctoritas («αυθεντία»), απουσιάζει τόσο ως όρος, αλλά εν πολλοίς και ως σύλληψη, από την ελληνική παράδοση. Αποτελεί κοινό τόπο στη Ρώμη ότι η αυθεντία οδηγεί στην πίστη. Πιστεύουμε, πρωτίστως, τα πρόσωπα, τις ομάδες, τους θεσμούς που διαθέτουν κύρος και αποτελούν για εμάς αυθεντίες. Ο Κικέρων, τα γραπτά του οποίου αποτελούν βασικό σημείο αναφοράς για τον Αυγουστίνο, ήταν εκείνος που έδωσε τις πιο κλασικές διατυπώσεις της αντίθεσης μεταξύ της ratio και της auctoritas. Για τον Αυγουστίνο, η φιλοσοφία διεκδικεί την πρώτη και υπόσχεται τη νόηση, ενώ η θρησκεία ξεκινά από τη δεύτερη, εδραιώνοντας την πίστη. Όμως, η λογική και ο νους πρέπει στην αρχή της διαδρομής να λάβουν τη θέση ικέτη και να ταπεινωθούν, αφού, δίχως την ισχυρή επίδραση της αυθεντίας και του δώρου της πίστης, είναι απολύτως αδύνατο να μυηθεί κανείς ορθά στην αληθινή γνώση του Θεού.

Στο πνεύμα της στήλης, η μετάφραση υποβάλλεται αρχικά ως «δοκιμή» και αποσπασματικά, στις δύο συναπτές αναρτήσεις της Μ. Πέμπτης και της Μ. Παρασκευής. Ολοκληρωμένη και στην τελική της απόδοση -όσο γίνεται να είναι τελική η απόδοση ενός τόσο απαιτητικού και διαχρονικού κειμένου- θα δημοσιευθεί στο 8ο τεύχος του περιοδικού Νέο Πλανόδιον, μαζί με μια εισαγωγή που θα ξεκλειδώνει κάποια από τα μυστικά του έργου και επαρκή σχολιασμό. Η μετάφραση αφιερώνεται στον Παντελή Μπασάκο, στη δροσερή σκιά της αυθεντίας του οποίου, έτη πολλά πριν, επιδόθηκα στη μελέτη του Αυγουστίνου.

~ . ~

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ

Για τη χρησιμότητα του να πιστεύεις

(Αποσπάσματα από την πρώτη ενότητα: §§1-13) [1]

1. 1.  Αν θεωρούσα, Ονοράτε, ότι o άνθρωπος o αιρετικός και ο άνθρωπος που πιστεύει τους αιρετικούς είναι ένα και το αυτό, θα επέλεγα τη σιωπή, αφήνοντας το ζήτημα μακριά από τη γλώσσα και τη γραφίδα μου. Είναι βέβαιο, όμως, πως υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο. Κατά τη γνώμη μου αιρετικός είναι εκείνος ο οποίος, επιδιώκοντας κάποιο πρόσκαιρο όφελος, ή, συχνότερα, επιδιώκοντας υπέρμετρη δόξα και περιωπή, είτε γεννά, είτε συμπαρατάσσεται με, ψευδείς και πρωτοφανείς δοξασίες. Εκείνος, από την άλλη, που πιστεύει ανθρώπους αυτού του είδους, έχει παραπλανηθεί από κάποιο ομοίωμα αλήθειας και ευσέβειας. Και επειδή έτσι έχουν τα πράγματα, δεν θεώρησα σωστό να σου κρύψω τις απόψεις μου για τον τρόπο με τον οποίο βρίσκει και συγκρατεί κανείς την αλήθεια. Όπως σίγουρα θα θυμάσαι, η φλογερή μας αγάπη για την αλήθεια είναι κάτι που μας συνδέει από τα νεανικά μας χρόνια. Η αλήθεια, όμως, βρίσκεται πολύ μακριά από τον νου μωρόσοφων ανθρώπων, οι οποίοι, έχοντας βαδίσει πολύ, ή, πιο σωστά, έχοντας φάει τα μούτρα τους στο μονοπάτι των σωματικών πραγμάτων, θαρρούν ότι η πραγματικότητα εξαντλείται σε ό,τι γίνεται αισθητό μέσω των πέντε διάσημων ανταποκριτών του σώματος. Και οι εντυπώσεις ή εικόνες που έχουν λάβει από αυτούς τους ανταποκριτές, στροβιλίζονται μέσα τους ακόμη και όταν αυτοί πασχίζουν να απομακρυνθούν από τις αισθήσεις. Mε τούτον τον θανατηφόρο και απατηλότατο γνώμονα δε, τις αισθήσεις, φαντάζονται ότι ορθοτομούν τα άφατα και ενδότατα διαμερίσματα της αλήθειας. […] (περισσότερα…)

Επιστήμη και θρησκεία: από τον δέκατο έβδομο μέχρι και τον εικοστό αιώνα

~.~

του ΜΥΡΩΝΑ ΖΑΧΑΡΑΚΗ

Πριν από μια δεκαετία είχε κυκλοφορήσει ένα ενδιαφέρον αλλά και αμφιλεγόμενο βιβλίο, με τον τίτλο Θρησκεία για άθεους (2011). O συγγραφέας του, Αλαίν ντε Μποτόν, δεχόταν τη μομφή των παλιών μεγάλων αθεϊστών ότι η θρησκευτικότητα προσιδιάζει στους ψυχικά αδύναμους και εξαθλιωμένους, όντας ένας παιδαριώδης πόθος, συνάμα όμως ενέκρινε τη θρησκευτικότητα ακριβώς για τον ίδιο λόγο που εκείνοι την απέρριπταν: μπορούμε, πιστεύει, να δεχτούμε από τις θρησκευτικές παραδόσεις μεγάλη παρηγοριά για τις συναισθηματικά “δυσάρεστες” συνέπειες της εκκοσμίκευσης (π.χ. ατομικισμός, υπερβολικός ορθολογισμός, ηθικός σχετικισμός). Κύριο ρόλο στις προτάσεις του δεδηλωμένου αθεϊστή Μποτόν κατέχει φυσικά αυτό που για πολλούς θεωρείται ως το κύριο υποκατάστατο της θρησκείας σήμερα: η τέχνη. Αν “μεταφυτεύσουμε” σε καλλιτεχνικές δραστηριότητες τις συναισθηματικά πλούσιες θρησκευτικές τελετουργίες του παρελθόντος, μπορούμε να κάνουμε πιο ανεκτή τη ζωή στη σύγχρονη κοσμική Δύση. Η εκκοσμίκευση είναι πλέον δεδομένη και η καταφυγή στο ιερό φαντάζει απίθανη, καθώς αντιβαίνει στην “επιστημονική” λογική των σημερινών ανθρώπων. Πώς φτάσαμε όμως ώς εδώ; (περισσότερα…)