*
ΕΕ
Επανεξοπλισμός της Γερμανίας: Ένα παλαιό πολιτικό σχέδιο
*
του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ
~.~
Εδώ και αρκετό καιρό, ένα ερώτημα αντηχεί στις κυβερνήσεις των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών (και όχι μόνο): «Προς τα πού βαδίζει η Γερμανία;». Τα μέχρι σήμερα δεδομένα δείχνουν με σαφήνεια ότι έχουμε να κάνουμε με έναν ριζικό αναπροσδιορισμό της ισορροπίας δυνάμεων στη Γηραιά Ήπειρο. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φωτοαντίγραφο, αλλά μετεξελισσόμενη, και μάλιστα προς επίρρωση της ετερογένειας των σκοπών της.
Το Βερολίνο βιώνει αυτή τη στιγμή μια στρατηγική επανάσταση, η οποία προετοιμάζεται εδώ και πάνω από μια δεκαετία και επιταχύνεται δραματικά μετά την έναρξη της ρωσικής «Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης» στην Ουκρανία. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, αυτή η μετατόπιση θα αναδιαμορφώσει την παρουσία της Γερμανίας και τον ρόλο της στον κόσμο. Τουλάχιστον αυτό θα πρέπει να θεωρείται βέβαιο. Ο επανεξοπλισμός αποτελεί τον πυρήνα αυτού που τολμώ να ονομάσω ως «γερμανική επανάσταση». Για να κατανοήσουμε τη μελλοντική στρατηγική διαμόρφωση της χώρας, δεν αρκεί να απαριθμήσουμε τα τεράστια κεφάλαια που διέθεσε το Βερολίνο για την Bundeswehr τους τελευταίους μήνες, τις προγραμματισμένες αγορές ή τις ηχηρές δηλώσεις του καγκελάριου Φρήντριχ Μερτς και άλλων υπουργών της κυβέρνησής του. Οι αριθμοί, όσο σημαντικοί κι αν είναι, μόνο επιφανειακά μας αποκαλύπτουν την πραγματικότητα. Το ζήτημα στην ουσία του είναι πολιτισμικό, και όχι απλώς υλικό[1].
Η Γερμανία έχει αναγνωρίσει επίσημα τη στρατιωτική ισχύ ως τον αποφασιστικό παράγοντα για την αναγέννησή της και την αύξηση της ισχύος της. Σήμερα, παντού στο Βερολίνο γίνεται παραδεκτό με ασυνήθιστη ειλικρίνεια ότι οι ακρογωνιαίοι λίθοι πάντω στους οποίους οι Γερμανοί στήριζαν την ευημερία τους για πάνω από τριάντα χρόνια έχουν καταρρεύσει: το ευρώ, η φτηνή ρωσική ενέργεια και οι μεταρρυθμίσεις Σραίντερ δεν μπορούν να συνεισφέρουν πια στην οικονομική ισχύ της Γερμανίας. Μια νέα ερμηνεία κερδίζει έδαφος: η πραγματική εναλλακτική λύση στην παρακμή είναι να επαναπροσδιοριστεί η σχέση με τις αμυντικές δαπάνες και τον ρόλο της στρατιωτικής ισχύος. (περισσότερα…)
Hate Speech
*
στον συνταγματάρχη Ζάκ Μπώ (Jacques Baud)
ένδειξη αλληλεγγύης κι εκτίμησης
Προτιμά την αμάσητη αλήθεια,
των γενναίων την τροφή, των απλών,
απ’ την ψεύτικη γλύκα της τσίχλας;
Σκέτο μίσος ο λόγος λοιπόν
και τον τρέμουν – μα πότε δέν τρέμαν; –
της κλειστής πολιτείας οι ταγοί.
Πόσο θά ’θελαν νά ’μπει μια μέρα
στο αχαλίνωτο στόμα φραγή!
Τα κανάλια του κλείνουν, τις πύλες,
τις πλατφόρμες που πάει να κρυφτεί.
Τί του μένει; Η κοιλιά μιας μποτίλιας
και μιας άστοργης μούσας το αυτί.
Πότε ωχρός συνωμότης υπόγειος,
πότε εξόριστος πρό των πυλών
σκέτο μίσος ο ασίγαστος λόγος,
σκέτο μίσος ας πνέει λοιπόν…
ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ
*
*
*
*
«Μια δευτέρα παρουσία σωμάτων»
*
ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 12:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
«…ξαπλωμένος πάνω σε μια κασέλα σαν ένας κοινός κουρασμένος εργάτης. Τον άγγιξα στο στήθος, εκεί που δένει το μπράτσο με τον ώμο, στην κοιλιά, στα μαλλιά του. Μου φάνηκα πως άγγιζα το δικό μου σώμα. Σκέφτηκα πως θα του έδινα μ’ ευχαρίστηση να γλεντήσει τη γυναίκα που θ’ αγαπούσα. Συλλογίστηκα ακόμη πως ο τεχνίτης που έπλασε τούτο το σώμα είχε στα χ έ ρ ι α τη συνειδηση πως έδινε ζωή σ’ έναν θεό που είχε πολύ μοιχέψει ανάμεσα στους θνητούς· μου φάνηκε παράξενο. Αυτός ο μεγάλος άντρας, πλαγιασμένος ανάσκελα, είχε μια διάταξη βρέφους».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ
Τρίτη, 4.6.1945
Πενήντα τόσα χρόνια κρυμμένος στα άδυτα της Casa Buonarroti, περίμενε καρτερικά τους συντηρητές του. Πρόπλασμα ενός μαρμάρινου αγάλματος που δεν φτιάχτηκε ποτέ, ο ποτάμιος θεός του Μιχαήλ Αγγέλου, αυτός ο «Fluß-Gott des Bluts» όπως θα τον έλεγε ο Ρίλκε, αποκατεστημένος πια στην αρχική μαρμάρινη λάμψη του, απαλλαγμένος από τη χαλκόχρωμη παλιά του πατίνα, εδώ και λίγα χρόνια περιμένει και πάλι το βλέμμα μας στην πατρική Φλωρεντία. Και μας αντιγυρίζει, κιόλας, το δικό του:
Όμως το στήθος του φλογίζει σαν κερί
κι εκεί το βλέμμα, λες ριζωμένο τώρα σ’ άλλη
θέση, ζει και διαρκεί…
Σαν το ξέθαμμα του Δία ή Ποσειδώνα του Αρχαιολογικού Μουσείου μετά τον Πόλεμο, που περιγράφει στις Μέρες του ο Σεφέρης, το ίδιο συναίσθημα κι εδώ: «αναστάσιμος χορός αναδυομένων, μια δευτέρα παρουσία σωμάτων». (περισσότερα…)
Η Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Ένωση: 45 χρόνια διαψεύσεις
*
του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
~.~
Σαράντα πέντε χρόνια συμπληρώνονται σε λίγες μέρες από την επίσημη εισδοχή της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ, τη σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση. Τρεις υποσχέσεις είχαν λάβει οι Έλληνες, τρεις θετικές εξελίξεις προσδοκούσαν από την ένταξή τους το 1981. Η πρώτη ήταν η βελτίωση του βιοτικού τους επιπέδου, η ενδυνάμωση της οικονομίας και των εισοδημάτων. Η δεύτερη, η στήριξη της διεθνούς θέσης της χώρας, ιδίως έναντι του αναθεωρητισμού της Τουρκίας, που ελάχιστα χρόνια πριν είχε καταλάβει τη βόρεια Κύπρο. Τέλος, αίτημα αυτονόητο αφού οι μνήμες της Χούντας ήταν ακόμη νωπές, οι Έλληνες προσδοκούσαν την εμπέδωση του δημοκρατικού πολιτεύματος.
Και οι τρεις αυτές προσδοκίες αποδείχτηκαν φρούδες. Οικονομικά, η Ελλάδα είναι σήμερα πολύ φτωχότερη από το 1981, συγκρινόμενη με τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες. Τότε ήμασταν πιο εύποροι από τους Ισπανούς λ.χ., πολύ πιο ευκατάστατοι από τους Πορτογάλους, ενώ απείχαμε παρασάγγες από τις, κομμουνιστικές ακόμη, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Σήμερα, οι μετρήσεις μάς φέρνουν έσχατους σε αγοραστική δύναμη, κυριολεκτικά στον πάτο. Και αυτό δεν είναι το μόνο. Το 1981 είχαμε ακόμη ισχυρή αγροτική παραγωγή, αξιόλογη βιομηχανία, ελάχιστο δημόσιο χρέος. Σήμερα είμαστε μια καταχρεωμένη χώρα εξαρτημένη από την μονοκαλλιέργεια του τουρισμού.
Ανάλογα ισχύουν για την ασφάλεια της χώρας. Από το 1981 και εντεύθεν, οι τουρκικές διεκδικήσεις όχι μόνο δεν ανασχέθηκαν, αλλά γιγαντώθηκαν κιόλας, φέρνοντάς μας στα πρόθυρα του πολέμου τουλάχιστον τρεις φορές. Η μεν Κύπρος μπήκε και αυτή στην Ένωση, ωστόσο αυτό δεν παρενόχλησε καθόλου την ερωτοτροπία των εταίρων μας με την Άγκυρα. Εμείς υποχρεωθήκαμε να πάρουμε πίσω κάθε βέτο και ένσταση σχετική με τις ευρωτουρκικές σχέσεις, οι Τούρκοι δεν εξαναγκάστηκαν στην παραμικρή υποχώρηση. Στην πράξη, οι ευρωπαϊκοί θεσμικοί μηχανισμοί (τελευταίο παράδειγμα τα επιχειρούμενα, έστω, περί ευρωάμυνας) έγιναν προνομιακό πεδίο της γείτονος διά των οποίων ενισχύουν την πίεση που μας ασκούν. (περισσότερα…)
Ποζάροντας για την αιωνιότητα
*
ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 11:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
«Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία».
Η περιγραφή είναι, βέβαια, του Παύλου Νιρβάνα, από το ιστορικό της περίφημης φωτογράφησης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη στη Δεξαμενή το 1906, το δημοσιευμένο στη Νέα Εστία το 1933, 22 χρόνια δηλαδή μετά τον θάνατο του εικονιζόμενου. Ο Νιρβάνας τη θεωρούσε τότε μοναδική, αγωνιούσε μήπως χαθεί για τους μεταγενέστερους η μορφή του μεγάλου διηγηματογράφου, και εκθέτει σε μάκρος πώς τον κατάφερε να του «ποζάρει». Έκτοτε έχουν έρθει στο φως μερικές ακόμη μεταγενέστερες, μια με τον Βλαχογιάννη το 1908 και δυο τρία πορτραίτα. Όμως η φωτογραφία του Νιρβάνα είναι πασίγνωστη, έχει πια ταυτιστεί με την εικόνα του Σκιαθίτη συγγραφέα, έχει σε μεγάλο βαθμό διαπλάσει τη μυθολογία που τον συνοδεύει. Ο φωτογράφος είχε δίκιο, τέτοια ευτυχία ο φακός πολύ σπανίως προσφέρει.
Η πρώτη εικόνα του Σολωμού που διαθέτουμε, δεν θα μπορούσε να διαφέρει περισσότερο. Είναι ένας πίνακας (η φωτογραφική μηχανή δεν είχε ακόμη εφευρεθεί) εκ των χειρών του Νικολάου Κουτούζη, ζωγράφου, σατιρικού ποιητή και ιερωμένου Επτανήσιου (1741-1813). Είναι ένα πορτραίτο του 1799 ή του 1800 που δείχνει τον ποιητή, που είχε γεννηθεί την άνοιξη του 1798, σε βρεφική ηλικία. Σε αντίθεση με το σκυμμένο βλέμμα του 55χρονου Παπαδιαμάντη, ο ολιγόμηνος Σολωμός κοιτάζει κατάματα τον θεατή με μια παράδοξη σοβαρότητα. Το κορμάκι του φασκιωμένο αλλά ευθυτενές, τα μαλλιά του σε στυλ αυτοκρατορικό, ναπολεόντειο, το πρόσωπο εκφραστικό, μεγαλίστικο, με μια μελαγχολία αλλιώτικη από εκείνη των νηπίων, λες και ο εικονιζόμενος γνωρίζει ότι ποζάρει κι εκείνος για την αιωνιότητα. (περισσότερα…)
«Ένα τραγικό λάθος»
*
Τον Μάρτιο του 2014, δηλαδή μετά την ανατροπή του νομίμως εκλεγμένου προέδρου Γιανουκόβιτς, τη σφαγή στο Μέγαρο των Συνδικάτων της Οδησσού, την κατάληψη της Κριμαίας από τη Μόσχα και την ένοπλη εξέγερση των Ρωσσοουκρανών στο Ντονμπάς, ο Χέλμουτ Σμιτ, ο σπουδαίος Γερμανός πρώην καγκελάριος, παραχώρησε μια βαρυσήμαντη συνέντευξη στην εφημερίδα Bild. Και δεν μάσησε τα λόγια του για τα γεγονότα στη χώρα του Δνείπερου.
«Η απόπειρα της ΕΕ και της Κομμισιόν να προσαρτήσει την Ουκρανία είναι μεγαλομανία, δεν έχουμε καμία δουλειά εκεί. Οι γραφειοκράτες στις Βρυξέλλες δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν. Και εξαναγκάζουν την Ουκρανία να αποφασίσει, ελεύθερα τάχα μου, μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Δεν είναι ώρα αυτή ν΄ ανοίγουμε με ρητορεύματα τον δρόμο προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και σίγουρα δεν είναι για περισσότερους νατοϊκούς εξοπλισμούς. Αλλά ο κίνδυνος να χειροτερέψει η κατάσταση, όπως τον Αύγουστο του 1914, αυξάνεται μέρα με τη μέρα».
Ο διάδοχος του στη καγκελαρία, Χέλμουτ Κολ, την ίδια εκείνη περίοδο μιλώντας στον Τύπο, συμπλήρωνε στο ίδιο πνεύμα: (περισσότερα…)
Σκέψεις για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα
*
του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ
1.
Σε περιόδους παρακμής διαπιστώνεται μια ταλάντωση μεταξύ των λεπτότερων αποχρώσεων της πιο σχολαστικής υπερευαισθησίας και της ξαφνικής συχνά υστερικής κτηνωδίας. Επίσης μια βαθιά δυσαρέσκεια με την κουλτούρα του παρόντος, μια δυσφορία, μια εξέγερση εναντίον της, αλλά μια εξέγερση στην οποία ο «εξεγερμένος» δεν θέλει να δει τα δικά του παρασιτικά προνόμια και την κοινωνική τους βάση να θίγονται σε καμιά περίπτωση, και έτσι το καλωσορίζει με ενθουσιασμό όταν ο επαναστατικός χαρακτήρας αυτής της δυσαρέσκειας επιδοκιμάζεται φιλοσοφικά, αλλά ταυτόχρονα, ως προς το κοινωνικό του περιεχόμενο, μετατρέπεται σε άμυνα κατά οποιασδήποτε αλλαγής του υφιστάμενου καθεστώτος.
ΓΚΕΟΡΓΚ ΛΟΥΚΑΤΣ
Στο περιβάλλον της προχωρημένης μετανεωτερικότητας, όπου η ιδεολογία ζει και βασιλεύει και τους ανθρώπους κυριεύει, παρά τα όσα αντίθετα λέγονται, η πολιτική ως κυβερνητικό φαινόμενο, δηλαδή ως άσκηση της εξουσίας και «διαχείριση» της κυριαρχίας από το πολιτικό προσωπικό των ελίτ, παράλληλα με την εξάρθρωση της λαϊκής υποκειμενικότητας, αδυνατεί να προκαλέσει την γνήσια εκδίπλωση εκείνων των συγκρουσιακών καταστάσεων που αποτελούν τον πυρήνα της Δημοκρατίας.
Το πολιτικό προσωπικό των αρχηγεσιών που ηγείται σήμερα μετριέται στην ικανότητα να «αλλάζει γήπεδο», να φαντάζεται και να εφευρίσκει νέες ευκαιρίες για σύγκρουση, μέσω όμως των οποίων επιτυγχάνεται πάντοτε η συναίνεση στα προκαθορισμένα σημεία εντός ενός δεδομένου πλαισίου. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο μεταξύ της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας του εκλογικού σώματος, αλλά και εντός της ίδιας της πλειοψηφίας, των κομμάτων –ή των ρευμάτων– τεστάροντας συνεχώς τα αναχώματα του αντιπάλου, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τη ροή των εξερχόμενων ψήφων.
Σε αντίθεση με όσους είχαν ελπίσει ότι η βαθιά πολύπλευρη κρίση που διέρχεται η χώρα θα οδηγούσε σε στοιχειώδη ποιοτική αλλαγή της συμπεριφοράς των πολιτικών κομμάτων της χώρας, η αδήριτη πραγματικότητα δικαιώνει όλους όσοι είχαν τολμήσει να υποστηρίξουν (-ζουν) ότι αντιθέτως αυτή όχι μόνο θα παραμείνει η ίδια αλλά και θα κατρακυλήσει σε χειρότερα επίπεδα. Μάλιστα η συμπεριφορά των πολιτικών κομμάτων οδηγεί σε οδυνηρές σκέψεις ότι τελικά «δεν υπάρχει πολιτικό κόμμα που να μη μαίνεται κατά της πατρίδας».[1]
Δυστυχώς κανένα πολιτικό κόμμα για το ζήτημα αυτό δεν δίνει καμία εξήγηση. Καθένα έχει τα δικά του σκοτεινά σημεία, τις κρυφές του εκατόμβες και τα ανομολόγητα όνειρά του. Τους θησαυρούς του από απερίσκεπτα πράγματα και από προπέτειες. Όσα λησμόνησε στα σχέδιά του και όσα θέλει να κάνει να ξεχάσουν οι άλλοι. Αποσύρουν, προκειμένου να επιβιώσουν, όλα εκείνα τα οποία υπόσχονται προκειμένου να εξασφαλίσουν την ύπαρξή τους. Συμπεριφέρονται «λαϊκιστικά» όσο βρίσκονται εκτός εξουσίας και άλλο τόσο και περισσότερο όταν βρίσκονται στην εξουσία. (περισσότερα…)
Κλαυσίγελως
*
του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ
1.
Η δεύτερη συνάντηση του Τραμπ με τον Πούτιν θα φιλοξενηθεί, ως γνωστόν, στην Βουδαπέστη με στόχο μια νέα προσπάθεια για τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία. Καθένας μπορεί να έχει την άποψή του για τον τρόπο που θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος. Εκ των πραγμάτων η ΕΕ και γενικά οι χώρες της Ηπείρου μας θα έπρεπε να πρωτοστατούν επιδιώκοντας τον τερματισμό του πολέμου, με παράλληλη διαπραγμάτευση για μια νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Αντ’ αυτού όμως, και εκτός του ότι για άλλη μια φορά έμεινε άναυδη από την πρωτοβουλία του Ντόναλντ Τραμπ να συναντηθεί με τον Βλάντιμιρ Πούτιν, η Ευρώπη αντιμετωπίζει επίσης ένα πρόβλημα που είναι τόσο διπλωματικό όσο και νομικό. Και προκαλεί σημαντική αμηχανία. Συγκεκριμένα: πώς μπορεί ο Ρώσος πρόεδρος να φτάσει στην Ουγγαρία, και επομένως σε έδαφος της ΕΕ, χωρίς να παραβιάσει τις κυρώσεις που έχουν εκδοθεί από τις Βρυξέλλες και το ένταλμα σύλληψης του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου; Mεγάλο αίνιγμα!
Το ένταλμα σύλληψης για τον Πούτιν εκδόθηκε από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Είναι αλήθεια ότι η Βουδαπέστη αποσύρθηκε από το Δικαστήριο πριν από μερικούς μήνες, αλλά η ιδιότητά της ως μέλους ισχύει για ένα έτος μετά την «παραίτησή» της. Επομένως, η Ουγγαρία είναι επί του παρόντος πλήρες μέλος. Και μάλιστα, εξήγησε ένας εκπρόσωπος του ΔΠΔ, «η αποχώρηση δεν έχει καμία επίδραση στις τρέχουσες διαδικασίες ή σε οποιοδήποτε θέμα που ήδη εξετάζεται από το Δικαστήριο». Επομένως, και για τις ουγγρικές αρχές, η εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης αποτελεί «νομική υποχρέωση και ευθύνη»! (περισσότερα…)
Ευρώπη: Υπό το κράτος όχι του φόβου, αλλά της φοβίας
*
του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ
1.
Εδώ και περίπου 30 χρόνια πάνω κάτω, οι υπέρμαχοι της ενοποίησης της ΕΕ αναφέρονται σε αυτή ως το κυριότερο επίτευγμα του «μετανεωτερικού κόσμου». Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, η ΕΕ διαφοροποιείται τόσο από τα συμβατικά εθνικά κράτη του «νεωτερικού κόσμου» όσο και από τον «προνεωτερικό κόσμο», δηλαδή το χάος που προηγήθηκε του εθνικού κράτους και έπεται των αυτοκρατοριών[1]. Η μετανεωτερική ΕΕ προσφέρει το όραμα ενός μεταμοντέρνου[2] «συνεργατικού διακυβερνητικού χώρου», με κοινό επίπεδο ελευθεριών και κοινή ασφάλεια, με μειωμένη εθνική κυριαρχία – στοιχείο που χαρακτήριζε όλες τις αυτοκρατορίες στην ιστορία.
Μέσα από τις μακροχρόνιες διαδικασίες του ευρωπαϊκού state-building, η ΕΕ σχηματοποιείται σιγά-σιγά σε ένα «μεταμοντέρνο σύστημα», που έχει σαφή χαρακτηριστικά μεταεθνικής, μετακυριαρχικής ή μετακρατικής πολιτείας.[3] Ένα τέτοιο μετανεωτερικό μόρφωμα καθοδηγούμενο από μεταμοντέρνες αντιλήψεις αλλά και από αντιλήψεις «εκσυγχρονιστικού ορθολογισμού» τύπου Χάμπερμας, αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο καμία χώρα δεν κυριαρχεί αλλά παράγονται αρχές που δεν είναι εθνικές αλλά ηθικές και νομικοκανονιστικές[4].
Τα κράτη που συγκροτούν την ΕΕ επιχειρούν να διαμορφώσουν το πρώτο μεταεθνικό διακυβερνητικό μόρφωμα στην παγκόσμια ιστορία. Αυτό το μόρφωμα αποκτά μια διακριτότητα μέσα από τη χρήση πολλαπλών μέσων επηρεασμού του διεθνούς περιβάλλοντος, αποκλειόμενης της στρατιωτικής ισχύος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι ένα ιδιαίτερο διακρατικό μόρφωμα που, μόνο ως τέτοιο[5], θεωρεί ότι ο πόλεμος –η τραυματική ευρωπαϊκή εμπειρία των δύο παγκόσμιων πολέμων προβάλλεται ως βασικό επιχείρημα– αποτελεί αποτυχία της πολιτικής.
Οι Ευρωπαίοι τείνουν να αντιλαμβάνονται το δικό τους μεταμοντέρνο σύστημα ως μέρος ενός γενικότερου συστήματος, στο οποίο η έννοια του συσχετισμού δυνάμεων πρέπει να αντικατασταθεί από έννοιες όπως η «απόρριψη της ισχύος» και η «αυτοεπιβαλλόμενη συμπεριφορά». Αυτό τους οδηγεί στην απόρριψη του κλασικού raison d’état από την εποχή του Μακιαβέλλι, δηλαδή της αποτελεσματικότητας –άρα, εν πολλοίς, και της μη ηθικής– της λειτουργίας του κράτους, και στην αντικατάστασή του από μια συγχορδία, όσο και να φαντάζει αντιφατικό, οικουμενικής και σχετικιστικής ηθικής στις διεθνείς υποθέσεις.[6]. (περισσότερα…)
«Κλασσικοί» τελευταίας εσοδείας
*
ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 08:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ
Διαβάζω πάντα με ενδιαφέρον για όλες αυτές τις λίστες που στήνονται εδώ και έξω: Τα 100 καλύτερα βιβλία του 21ου αιώνα, Τα 10 καλύτερα μυθιστορήματα της εποχής μας, Οι 20 κορυφαίοι συγγραφείς μετά το 1970, κλπ., κλπ… Και στις άλλες τέχνες, τις έχουσες μακρά παράδοση τουλάχιστον, τα ίδια.
Χρήσιμα είναι κάποτε όλα αυτά, ως δηλώσεις κριτικής προτίμησης. Σε ότι αφορά όμως την αντοχή της αξιολόγησης, ο κόπος είναι μάταιος. Κανόνες, έργα από τα λογιζόμενα «κλασσικά», ο καιρός μας δεν μπορεί να δώσει. Όχι επειδή δεν υπάρχουν κείμενα με αρετές συγκρίσιμες με εκείνες των κλασσικών του παρελθόντος – το ταλέντο ποτέ δεν στερεύει, αν δεν πάψει η καλλιέργειά του. Αλλά επειδή δεν υπάρχει η «περιρρέουσα ατμοσφαίρα», για να θυμηθώ τον Ροΐδη, που καταξιώνει και υψώνει τους «κλασσικούς». Ο παράγων χρόνος, προπάντων.
«Κλασσικό» είναι πάντα το έργο αναφοράς, που μας ελκύει ή μας απωθεί, αδιάφορο, αλλά πάντως είναι αδύνατο να αγνοήσουμε. Και που ως εκ της παρουσίας του απασχολεί διαρκώς όχι απλώς μια δράκα ή μια αγέλη afficionados, αλλά την ευρεία συλλογικότητα. Πού γίνεται επίκεντρο διαχρονικών συζητήσεων και παθών, σημείο προσανατολισμού, και θεμέλιο των κοσμοεικόνων μας.
Αυτού του είδους την καθοδηγητική, οιονεί θρησκευτική σημασία του έργου τέχνης, ο τωρινός ηδονικός ατομοκεντρισμός την έχει εξατμίσει. Τα έργα δεν είναι προορισμοί στους οποίους οι γενεές επανερχόνται διά βίου. Είναι πρόσκαιρες και ευκαιριακές στάσεις για την τάδε ή τη δείνα ομάδα, που δεν δεσμεύουν κανέναν άλλο πλην εκείνης και, το κυριότερο, δεν δημιουργούν συνήθως γραμμές κατιόντων, μαθητών ή επιγόνων.
Ποιος μαθητεύει εξάλλου σήμερα; Για το αυτοπραγματούμενο άτομο, και η ίδια η έννοια της διδαχής είναι προσβολή, πατρωνάρισμα ανεπιθύμητο της αυτογενούς του και ανυπέρθετης ανεξαρτησίας.
Και ακόμη, για ποια πάθη μιλάμε; Οι αγάπες μας ξεθυμαίνουν το ίδιο εύκολα με τα μίση μας. Έτσι μας θέλει ο εσωτερικευμένος καταναλωτισμός μας, να κορδωνόμαστε για τους πέντε-δέκα «κλασσικούς» τελευταίας εσοδείας που έχουμε στοιβάξει στο κομοδίνο μας, αλλά ανίκανους να δοθούμε, να αφοσιωθούμε σε κανέναν. Πώς να αντλήσουμε το μέγιστο από έναν συγγραφέα λοιπόν, ποιο βιβλίο έχει την ευκαιρία να μετρήσει πράγματι, όχι στην ατομική (σ’ αυτήν κι ένα φυλλάδιο διαφημιστικό μπορεί να φέρει τα πάνω-κάτω), αλλά στη συλλογική μας βιοπορία;
Όμως, όπως προείπα, το λάθος εδώ δεν είναι –δεν είναι αποκλειστικά, τουλάχιστον– των συγγραφέων. Κανείς συγγραφέας, όσο σημαντικός και αν είναι, δεν αντέχει την συνέκθεση με τους χιλιάδες άλλους κατώτερους που συνωστίζονται πλάι του. Στείλε τον Όμηρο ή τον Σαίξπηρ σε μια Διεθνή Έκθεση Βιβλίου και θα πάρεις έναν ακόμη γραφιά που ιδρώνει για να αποσπάσει λίγη προσοχή από τους παρατρεχάμενους. Για την Παλατινή Ανθολογία έχουν να πουν ότι μέσα της «αλληλοσυντρίβονται αριστουργήματα». (περισσότερα…)
Καμία πατρίδα για τους μελλοθανάτους
*
του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ
~.~
«Πετυχαίνεις περισσότερα όταν είσαι ευγενικός και
οπλισμένος παρά όταν είσαι μόνο ευγενικός.»
AL CAPONE
1.
Η σημερινή κατάρρευση της ΕΕ πηγάζει από τη σύγχυση που τρέφει σχετικά με τη φύση της εξουσίας. Οι Ευρωπαίοι ηγέτες ήθελαν να πιστεύουν[1](;) ότι η ηθική στάση μπορεί να υποκαταστήσει την υλική δύναμη και τα νομικά πλαίσια μπορούν να περιορίσουν τους δρώντες που δεν αναγνωρίζουν κανέναν νόμο παρά μόνο τη δύναμη.
Προφανώς πρόκειται για μια απόλυτη φιλελεύθερη αντίληψη (δεν την ορίζω ως πολιτική διότι ο φιλελευθερισμός δεν έχει τίποτε σχετικό με το Πολιτικό)[2]. Ο ιστορικός φιλελευθερισμός[3] που εγκαθιδρύθηκε με πλείστους πολέμους, με ποταμούς αίματος και σφαγές αθώων αρνείται να παραδεχθεί την απλή ρήση του Μαρά, που έμεινε στην ιστορία ως «παράδοξο του Μαρά και το οποίο αποτελεί το απόλυτο λογικό και πραγματικό όριο της φιλελεύθερης πολιτικής φιλοσοφίας:
«Η ελευθερία πρέπει να επιβληθεί με τη βία και έχει έρθει η στιγμή να οργανωθεί προσωρινά ο δεσποτισμός της ελευθερίας για να συντρίψει τον δεσποτισμό των βασιλιάδων»[4].
Ο φιλελευθερισμός δεν μπορεί να δράσει πολιτικά αν δεν μεταμφιεστεί. Αν μεταμφιεστεί προσαρμοζόμενος στην πραγματικότητα, προδίδει τις αρχές που διακηρύττει ότι πιστεύει. Αν φωνασκεί ότι τις σέβεται, ενώ στην πράξη δρα πολιτικά, ψεύδεται ασύστολα και κοροϊδεύει τους κυριαρχούμενους, με τη βοήθεια ενός μηχανισμού παραγωγής ψευδαισθήσεων, ο οποίος, στις μέρες μας, είναι τόσο ισχυρός που συναγωνίζεται –αν δεν τους έχει ξεπεράσει– επάξια τους αντίστοιχους των «ολοκληρωτικών» καθεστώτων».
Η νομιμότητα (ακριβώς όπως θεωρεί ο Μακιαβέλλι και τελείως αντίστροφα απ’ ότι πιστεύει ο Καντ) δεν είναι προϋπόθεση, αλλά προϊόν του πολιτικού αγώνα. Ο νόμος είναι τυπική έκφραση της κατίσχυσης. (περισσότερα…)











