Γιώργος Ταρασλιάς

Το μυστικό της θαλάσσιας ανεμώνης

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Παλιό όσο και ο άνθρωπος, το όνειρο της αθανασίας δεν έπαψε ποτέ να θρέφει την ψυχή του ανθρώπου και να δίνει ελπίδα και νόημα στη ζωή του. Ανήμπορο να εξηγήσει το υπαρξιακό του μυστήριο και να διαχειριστεί τον φόβο του θανάτου, το ανθρώπινο ον αναζητά διαρκώς στηρίγματα και αυταπάτες. Παρά την επιστημονική και τεχνολογική πρόοδο, ο άνθρωπος παραμένει θνητός, ανίδεος και ανυπεράσπιστος και ο πολιτισμός μια αναμέτρηση με το κενό και το τίποτα. Στη σκια του θανάτου ο άνθρωπος δημιουργεί, καταστρέφει και πεθαίνει. Οι συνταγές του πολιτισμού είναι ατελέσφορες. Το ανθρώπινο σώμα, πρωταρχική πηγή αγωνίας και βασάνων, εξακολουθεί να κρύβει καλά τα μυστικά του. Το βιολογικό πεπρωμένο παραμένει ακλόνητο. Η θνητότητα τρελαίνει τον άνθρωπο, προκαλεί ρωγμές σε όλα τα οχυρά του και τον κάνει να ψάχνει κάθε λογής παρηγοριές και καταφύγια. Για τη μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων που ζουν και πεθαίνουν χωρίς προνόμια, η θρησκεία και η πίστη στην αιώνια ζωή ήταν και είναι παρηγοριά και ελπίδα. Για τους ανθρώπους όμως της εξουσίας που ονειρεύονται αιώνια βασίλεια και θεϊκούς ρόλους επί της γης, η θρησκεία δεν ήταν ποτέ αρκετή.

Στο βιβλίο της ιστορίας υπάρχουν πολλά κεφάλαια με μάχες ενάντια στο ανέφικτο – μάχες ηρωικές, τραγικές ή γελοίες. Δεν είναι λίγοι οι βασιλιάδες κάθε εποχής που αναζήτησαν διακαώς την αιώνια νεότητα και την αθανασία μέσω ελιξηρίων, αλχημείας και μυστικισμού. Σε Δύση και Ανατολή τα παραδείγματα αφθονούν. Οι Κινέζοι αυτοκράτορες αποτελούν ιδιαίτερο κεφάλαιο. Η εμμονή και η πληγωμένη τους έπαρση είχαν τραγικά αποτελέσματα. Στην προσπάθειά τους να γίνουν αθάνατοι, πολλοί  πέθαναν από δηλητηρίαση καθώς πειραματίστηκαν με ελιξήρια που περιείχαν υδράργυρο, αρσενικό, θείο, μόλυβδο και άλλες τοξικές ουσίες. Παρά την τεράστια δύναμή τους ο φόβος της εκμηδένισης και η επιθυμία για αιώνια εξουσία τους οδήγησε στην απόγνωση και την αυτοκαταστροφή. Θνητοί όσο και οι σκλάβοι, θα μπορούσαν να συμβιβαστούν με το ταπεινό μεγαλείο της προσευχής και της ελπίδας αλλά προτίμησαν τη φαντασίωση του απίθανου και τον παραλογισμό της μεγαλομανίας.

Στις μέρες μας οι τρόποι έχουν αλλάξει αλλά ο πόθος για αιώνια ζωή παραμένει αναλλοίωτος. Σε μια συνάντηση Πούτιν και Σι στο Πεκίνο (3 Σεπτεμβρίου 2025) τα ανοιχτά μικρόφωνα τους έπιασαν να μιλούν για βιοτεχνολογία, μεταμοσχεύσεις και αθανασία. Η στιγμή μεταδόθηκε σε ζωντανή μετάδοση από τον κρατικό τηλεοπτικό σταθμό CCTV. Καθώς ο Πούτιν και ο Σι περπατούσαν προς το βάθρο της Πύλης Τιενανμέν, ο μεταφραστής του Πούτιν ακούστηκε να μεταφράζει τα λόγια του Ρώσου προέδρου στα Κινέζικα: «Η βιοτεχνολογία αναπτύσσεται συνεχώς. Τα ανθρώπινα όργανα μπορούν να μεταμοσχεύονται συνεχώς. Όσο περισσότερο ζεις, τόσο πιο νέος γίνεσαι και μπορείς ακόμη και να φτάσεις στην αθανασία» πρόσθεσε. Ο Κινέζος πρόεδρος, που ήταν εκτός κάμερας, ακούστηκε να απαντά: «Κάποιοι προβλέπουν ότι μέσα σε αυτόν τον αιώνα οι άνθρωποι μπορεί να ζουν έως και 150 χρόνια». (περισσότερα…)

Ματαιογραφία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Κάθε φορά που προσπαθώ να γράψω κάτι για το παρελθόν, η μνήμη μου παρουσιάζεται επιλεκτική και διπρόσωπη. Το ένα πρόσωπο είναι καθαρό και ζωντανό, με εικόνες και γεγονότα ζωηρά και ευδιάκριτα. Το άλλο θολό και ομιχλώδες, αναμνήσεις που όσο τις σκαλίζω τόσο περισσότερο απομακρύνονται από την αλήθεια και γίνονται υποθέσεις, ερμηνείες και ερωτήματα. Ειδικά η παιδική μου ηλικία είναι γεμάτη αμφίβολες και αβέβαιες πληροφορίες αλλά και ορισμένα επεισόδια που νοιώθω πως έπαιξαν κρίσιμο ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής και του χαρακτήρα μου. Οι λίγες σελίδες που ακολουθούν είναι ένας συνδυασμός αυτών των δύο διαστάσεων της μνήμης μου. Είναι επίσης μία από τις πολλές εκδοχές που έγραψα, αυτή που διαισθάνομαι ότι βρίσκεται πιο κοντά στην αλήθεια ή έστω ότι περιέχει τις λιγότερες επινοήσεις. Άλλωστε, κάθε απόπειρα εξιστόρησης της ζωής μας είναι λίγο πολύ μια μορφή μυθοπλασίας. Όσο για τον τίτλο – είναι μια λέξη αυθαίρετη, επινοημένη. Ίσως τη δημιούργησα για να προκαλέσω εντύπωση. Ίσως πάλι για να δείξω ότι αυτό το κείμενο είναι εφήμερο, περίπου θνησιγενές. Και στις δύο περιπτώσεις ισχύει το προφανές: αυτό το αφήγημα θα μπορούσε να μην είχε γραφτεί – δεν θα άλλαζε τίποτα.

 

2

Έχουν περάσει πάνω από είκοσι χρόνια από το τέλος της παιδικής μου ηλικίας και έχω την αίσθηση ότι η πραγματική αφετηρία της ζωής μου δεν ήταν η μέρα που γεννήθηκα αλλά η μέρα που αποφάσισα να παρατήσω το σχολείο. Έβγαλα με χίλιες δυο δυσκολίες το δημοτικό και στα δώδεκα μου η προοπτική να βασανίζομαι για άλλα έξι χρόνια σε γυμνάσιο και λύκειο μου φάνηκε τρομαχτική και ανυπόφορη. Δεν μετάνιωσα ούτε στιγμή και αργότερα, όταν άρχισα να αναλύω και να ερμηνεύω τις αναμνήσεις μου, κατάλαβα ότι με κείνη την απόφαση είχα κάνει ένα κρίσιμο βήμα για να χαράξω τη δική μου αυτόνομη πορεία. Ταυτόχρονα διαπίστωσα ότι δεν με απασχολούσε και πολύ η γνώμη των άλλων και ότι το να αρέσω και να με εκτιμούν δεν ήταν και δεν έγινε ποτέ η βασική μου προτεραιότητα.  (περισσότερα…)

Παραλλαγές θανάτου

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~ 

«Δεν υπάρχει σοφία (ούτε έλεος) χωρίς μακάβριες ψυχώσεις.»
ΕΜΙΛ ΣΙΟΡΑΝ

1

Εξήντα δύο χρόνια έζησε. Πέρασε τη μισή ζωή του μέσα στο ξυλουργείο, με τα ροκανίδια, τη σκόνη και τα χημικά. Εκεί μέσα αρρώστησε. Από τη διάγνωση μέχρι την τελευταία εισαγωγή στο νοσοκομείο, όλα έγιναν με συνοπτικές διαδικασίες. Οξεία μυελογενής λευχαιμία – καλπάζουσα μορφή, οκτώ μήνες άντεξε. Οι θεραπείες δεν απέδωσαν.

Η κηδεία έγινε κάποιο απόγευμα. Το φως είχε αρχίσει να λιγοστεύει όταν ο Ανδρέας στάθηκε δίπλα στον ανοιχτό τάφο του πατέρα του. Συγγενείς, γνωστοί και φίλοι έκλαιγαν απαρηγόρητοι. Ο ίδιος ένοιωθε στεγνός μετά από μήνες αγωνίας και δακρύων. Τα λόγια του ιερέα έφταναν στ’ αφτιά του αδιάφορα, χωρίς νόημα, σαν προσευχή χωρίς αποδέκτη. Το μυαλό του είχε κολλήσει στην τρύπα. Σε λίγο οι νεκροθάφτες θα άρχιζαν να φτυαρίζουν το χώμα και να καλύπτουν το φέρετρο και τον πατέρα του για πάντα. Τόση ζωή, τόση δράση, τόση δουλειά, τόσες υλικές κατακτήσεις και στο τέλος… Ο Ανδρέας δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτό ήταν όλο: αφανισμός και ξερίζωμα από κάθε σημείο του χώρου και του χρόνου. Μετάνιωσε πικρά για όλες τις αναβολές, για όλες τις αθετημένες υποσχέσεις, για όλες τις παρεξηγήσεις, για όλα τα ανεκπλήρωτα «αύριο» που είχε πει στον πατέρα του.

Καθώς οι συγγενείς έφευγαν, απόμεινε να κοιτάζει τα γειτονικά μνήματα. Διάβασε ονόματα και ημερομηνίες. Γέροι, νέοι και παιδιά που δεν πρόλαβαν να ζήσουν. Πίσω ακριβώς από τον τάφο του πατέρα του μια εικόνα ακινητοποίησε το βλέμμα του. Η φωτογραφία και το όνομα ήταν γνώριμα, ένας παλιός συμμαθητής του από το λύκειο που είχε πεθάνει στον ύπνο του, στην τελευταία τάξη του λυκείου. Τον είχε ξεχάσει. Είχε ξεχάσει ότι είχε ζήσει και ότι είχε πεθάνει. Ένοιωσε ένα ξαφνικό φτερούγισμα στην καρδιά. Τον αναστάτωσε βαθιά η μηδαμινότητα της ανθρώπινης ύπαρξης – πρώτη φορά το διαπίστωνε τόσο καθαρά και χωρίς καμιά διάθεση να εξαπατήσει τον εαυτό του. Ο θάνατος του φάνηκε αδυσώπητος, απάνθρωπος. Έβαζε οριστική τελεία στα πάντα. Μπορεί κάτι να υπήρχε μετά, αλλά το σώμα αφανιζόταν αμετάκλητα. Το πρόσωπο χανόταν για πάντα στη λήθη. Αν κάτι μπορούσε να κάνει ήταν να ζήσει, να ζήσει, να ζήσει. Αλλά όχι με τον ανόητο τρόπο που είχε ζήσει μέχρι τότε. (περισσότερα…)

Εφήμερη σχέση

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Η ιστορία της σχέσης μου με τη Χρυσάνθη θα μπορούσε να γίνει μυθιστόρημα αλλά μπορεί το ίδιο άνετα να χωρέσει και σε λίγες σελίδες. Εξάλλου, ακόμα και αν ήθελα να την κάνω μυθιστόρημα, το αποτέλεσμα θα ήταν τουλάχιστον βαρετό: δεν διαθέτω τις αρετές για να γράψω εκατοντάδες σελίδες χωρίς να χάσω την ουσία της υπόθεσης και χωρίς να παρασυρθώ σε ακατάσχετη λογοδιάρροια.

Με εξαίρεση κάποιες λεπτομέρειες που ίσως είναι μοναδικές, γενικά η σχέση μου με τη Χρυσάνθη ήταν μια τυπική, συνηθισμένη ιστορία, όμοια με εκατομμύρια άλλες: μια περίπτωση γάμου δυο ανθρώπων που, παρά τον αρχικό ενθουσιασμό τους και τους όρκους ισόβιας αγάπης, δεν μπορούσαν τελικά να συνυπάρξουν και να ανθίσουν ο ένας δίπλα στον άλλον καθώς έψαχναν τελείως διαφορετικά πράγματα.

Η Χρυσάνθη ήταν μια ελκυστική γυναίκα, ποθητή, με εύρωστο σώμα, ιδανικές καμπύλες, κοντά καστανά μαλλιά, προσωπάκι μάλλον μικρό σε σχέση με το σώμα της, χαριτωμένο σαν ξωτικό, βγαλμένο από τα παραμύθια που διάβαζε. Ακτινοβολούσε θηλυκότητα, ζωντάνια, καλή διάθεση και αγάπη για τη ζωή. Aυτά αγάπησα πάνω της  από την πρώτη μας συνάντηση. Γνωριστήκαμε στην παρουσίαση ενός βιβλίου. Ήμουν τριάντα έξι, εκείνη τριάντα δύο. Το διάβασμα και η αγάπη για τα βιβλία ήταν ένας πρόσθετος λόγος που με είχε κάνει να ελπίζω σε μια σχέση βαθιά και με διάρκεια. Της άρεσαν τα παραμύθια και τα ιστορικά μυθιστορήματα. Μια φορά το μήνα πήγαινε σε βιβλιοπωλεία για να αγοράσει ή να παραγγείλει βιβλία. Παρότι θεωρούσε «σκληρές» ή «ενοχλητικές» τις δικές μου αναγνωστικές προτιμήσεις, ξεφύλλιζε συχνά τα βιβλία που διάβαζα και δεν ήταν λίγες οι φορές που έμπαινε στον πειρασμό και διάβαζε αποσπάσματα.

Η μόνη καλή περίοδος ήταν οι μήνες πριν τον γάμο. Μάλλον η λέξη «καλή» δεν είναι αρκετή για να περιγράψει εκείνο το διάστημα. Η σχέση μας ήταν ιδανική σωματικά και πνευματικά. Κάναμε έρωτα σαν τρελοί, χωρίς αναστολές, χωρίς προκαταλήψεις, δοκιμάζοντας πηγές ηδονής που ακόμα και τώρα μου προκαλούν εξίσου νοσταλγία και ντροπή. (περισσότερα…)

Ένας ασήμαντος άνθρωπος

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Είμαι ένας τυχαίος άνθρωπος, ένας ασήμαντος άνθρωπος, εσωτερικά εξαντλημένος, πληγωμένος από πίκρες που έχουν σημασία μόνο για μένα, μετέωρος ανάμεσα στον κυνισμό και τη συμπόνια, επιρρεπής αλλά όχι παραδομένος στη μνησικακία, κουρασμένος απ’ το παιχνίδι των προσδοκιών και της υποκρισίας, εθισμένος σε ορισμένες ιδεοληψίες: να ζήσω την προσωπική μου ιστορία χωρίς διαμαρτυρίες, χωρίς ξεφωνητά, να μην γίνω γελοίος, να κατακτήσω την διαύγεια που μου είναι απαραίτητη για να φτάσω μέχρι το τέλος χωρίς να προδώσω τον εαυτό μου, να διαχειριστώ ψύχραιμα την προοπτική του θανάτου μου, την τελική αποτυχία της επίγειας ύπαρξής μου.

Υπάρχω αυθαίρετα, ανεξήγητα. Δεν ξέρω τι είμαι και γιατί υπάρχω. Δεν ζήτησα να υπάρξω. Ξένες αποφάσεις καθόρισαν την είσοδό μου στη ζωή. Άγνωστες δυνάμεις θα καθορίσουν και την έξοδο μου. Η πορεία καθορισμένη αμετάκλητα, τα μεγάλα ερωτήματα αναπάντητα. Αιχμάλωτος στην ύπαρξη έχω να υποστώ ένα πεπρωμένο, μια σειρά από συμπτώματα και αγωνίες, μια ζωή και έναν θάνατο, χωρίς να ξέρω τι υπερασπίζομαι, αποφασισμένος ωστόσο να βρω ένα νόημα και να εξαντλήσω τα πάντα μέχρι τέλους, συλλογιζόμενος κάθε τόσο ότι όλα αυτά ίσως να μην έχουν τελικά καμιά σημασία, κανένα νόημα, καταδικασμένα όλα σε έναν αθεράπευτο παραλογισμό και σε μια ολοκληρωτική εκμηδένιση.

Κάποτε (μόλις χθες) ήμουν παιδί – τα χρόνια εξαϋλώθηκαν λες και δεν υπήρξαν. Κληρονόμησα μια ορισμένη κατάσταση, αυτό που αφαιρετικά ονομάζουμε «φτώχεια», με καθόρισε, με έκανε αυτό που είμαι. (Θυμάμαι ένα παγωμένο αποχωρητήριο στην άκρη μιας αυλής, θυμάμαι ένα παγωμένο σπίτι, θυμάμαι έναν άντρα που πρέπει να ήταν ο πατέρας μου – δεν έμαθα ποιος ήταν, δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Θυμάμαι την απουσία άλλων, τις σπάνιες επισκέψεις κάποιων. Κάπως έτσι μεγάλωσα. Κάπως έτσι διαμόρφωσα τη ντροπή και την περηφάνια μου).

Υπό άλλες συνθήκες θα γινόμουν κάποιος άλλος; Δεν ξέρω. Ίσως ναι, ίσως όχι. (περισσότερα…)

Κραιπάλη

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

 ~.~

Άπαξ και ανάψει, το κερί αρχίζει να σώνεται. Άλλοι
το ανάβουν από τη μια μεριά, άλλοι κι από τις δύο.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ, Περί μέθης

1

Μετά τον θάνατο του πατέρα του ο Γ. άρχισε να πίνει. Ερχόταν στο μπαράκι που δούλευα. Τον ήξερα από παλιά, από την εποχή που δούλευα στο καρνάγιο. Κάθε χειμώνα έβγαζαν το οικογενειακό σκάφος για συντήρηση – ένα γιοτ δεκαέξι μέτρα. Κάποιες νύχτες ο Γ. έμενε στο σκάφος, πότε μόνος, πότε με γυναίκα. Τριαντάρης, όμορφος, δεν περνούσε απαρατήρητος. Η ξαφνική απώλεια του πατέρα του τον έφερε αντιμέτωπο με ερωτήματα που δεν τον είχαν απασχολήσει μέχρι τότε. Άβγαλτος στο ποτό, στην αρχή γινόταν λιώμα, σταδιακά βρήκε τις ισορροπίες του. Μεθούσε αλλά δεν κατέρρεε, στεκόταν στα πόδια του. Δοκίμασε χρώματα και γεύσεις. Κατέληξε να πίνει σταθερά Μανχάταν – σκληρό ποτό για τα δικά μου δεδομένα.

Μια νύχτα του έκανα παρέα. Συνήθως καθόταν σε κάποιο τραπέζι, εκείνη τη φορά ήρθε στη μπάρα. Ήπια μαζί του, συγκρατημένα. Μιλήσαμε, για ποτά κυρίως. Το χάραμα με ρώτησε αν μπορούσα να τον μεταφέρω στο σκάφος – εκεί κοιμόταν, δεν άντεχε να πάει στο σπίτι. Είχε πιει παραπάνω από το συνηθισμένο, ήθελε κάποιο στήριγμα. Ένοιωθα εξαντλημένος αλλά  δεν μπόρεσα να αρνηθώ. Κάλεσα ταξί. Καθίσαμε πίσω. Μετά από λίγο έγειρε στον ώμο μου, αποκοιμήθηκε. Τον κοίταξα. Ένας μεθυσμένος άγγελος. Όπως και άλλες φορές, είχα την αίσθηση ότι αυτές οι πρόσκαιρες γνωριμίες ήταν μοιραίες, αναπόφευκτες, προέκταση ενός παρελθόντος που παιζόταν κάθε φορά σε νέες παραλλαγές. Έκλεισα τα μάτια, θυμήθηκα τα περασμένα. Παλιά ξεχασμένα δωμάτια, γλαρωμένα χαμόγελα, ξένα πάθη που άφησαν μέσα μου ανεξίτηλα τα πένθιμα και σκοτεινά τους ίχνη.

Είχα χρόνια να κατέβω στο καρνάγιο. Ξημέρωνε. Το φεγγάρι μισό, ανεξήγητο. Ο φύλακας ήταν παλιός γνωστός. Φέρθηκε εγκάρδια. Του εξήγησα την κατάσταση. Το ξέρω, μου λέει, κάθε νύχτα τα ίδια. Τον ανεβάσαμε στην καμπίνα και τον βάλαμε στο κρεβάτι. Το εσωτερικό του σκάφους ήταν εντυπωσιακό, άνετο αλλά ακατάστατο. Πάνω στο τραπέζι του σαλονιού υπήρχαν άδεια μπουκάλια κρασί, ένα σταχτοδοχείο γεμάτο αποτσίγαρα, χαρτιά, φάκελοι και μια φωτογραφία σε μεγάλη επίχρυση κορνίζα – υπέθεσα πως ήταν ο πατέρας του, τον θυμόμουν αμυδρά. Πήγα να φύγω αλλά ο φύλακας μου ζήτησε να κοιμηθώ εκεί. Ανησυχούσε μη γίνει καμιά στραβή και πάρει φωτιά το σκάφος. Πριν από καιρό ένας μεθυσμένος Ισπανός είχε καεί μαζί με το ιστιοφόρο του από ένα ξεχασμένο τσιγάρο. (περισσότερα…)

Βασικά δεδομένα

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

«Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει». Η βιογραφία του Ανθρώπου σε μια φράση.

///

Περίπου 73 χρόνια είναι το προσδόκιμο ζωής συνολικά στον κόσμο και περίπου 82 χρόνια στη χώρα μας και στην Ευρώπη. Πολλά ή λίγα; Εξαρτάται από το πόσο έχεις υποφέρει.

///

Συγνώμη Κύριε, εγώ τι φταίω αν ο Αδάμ έκανε τη μαλακία; Γιατί πρέπει να υποφέρουν και να πεθαίνουν δισεκατομμύρια για το λάθος του Πρώτου;

///

Ιδανικός τρόπος ζωής δεν υπάρχει. Όλοι τελούμε υπό τη διαρκή απειλή του πόνου, της αρρώστιας και του θανάτου. Ακόμα και οι καλύτερα προετοιμασμένες ζωές διατρέχουν κινδύνους. Το χειρότερο που μπορεί να κάνει κάποιος στον εαυτό του είναι να το παίζει άτρωτος και να κλείνει τα μάτια μπροστά στα βασικά δεδομένα της ύπαρξης.

///

Εφόσον υπάρχει ο θάνατος, όλες οι πράξεις μας πάσχουν από απόλυτη ματαιότητα. Είναι, όμως, αυτός λόγος να τα παρατήσουμε και να παραιτηθούμε; Όχι. Είναι λόγος να εξαντλήσουμε τα πάντα και να εξαντληθούμε αλλά όχι και να ξεφτιλιστούμε. Ο θάνατος μπορεί και πρέπει να λειτουργεί ως ηθικό φίλτρο όλων των πράξεων και όλων των αποφάσεών μας.

///

Σε αντίθεση, ίσως, με την κοινή αντίληψη, η αυτοκτονία δεν είναι σπάνια ή ασυνήθιστη επιλογή. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, κάθε σαράντα δευτερόλεπτα ένας άνθρωπος βάζει τέλος στη ζωή του. Προσωπικά απορρίπτω την αυτοκτονία ως λύση στο πρόβλημα της ματαιότητας αλλά ταυτόχρονα δεν έχω κανένα ακλόνητο επιχείρημα υπέρ της ζωής για κάποιον που δεν μπορεί πια να την αντέξει.

///

Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛΣΤΑΤ) είναι αποκαλυπτικά: στην Ελλάδα το 2024 καταγράφηκαν 128.259 θάνατοι και μόλις 69.675 γεννήσεις. Δηλαδή στη χώρα μας οι θάνατοι είναι σχεδόν διπλάσιοι από τις γεννήσεις. Το 2010 οι γεννήσεις ξεπερνούσαν τους θανάτους. Από το 2011 και μετά η εικόνα αντιστράφηκε οριστικά. Η Ελλάδα αργοπεθαίνει. Χωρίς συμβατικούς πολέμους αλλά με δόλιες μεδοθεύσεις το έθνος μας σταδιακά αφανίζεται.

///

Αν η μακροζωία είναι ο βασικός στόχος των περισσότερων ανθρώπων τότε πρέπει να δούμε τις συνταγές ζωής κάποιων που έφτασαν τα 110 και τα 120 χρόνια. Μελετώντας συνοπτικά τις βιογραφίες τους και τις δηλώσεις τους κατέληξα στο συμπέρασμα ότι με κάποιες διαφορές όλοι ομολογούν πως τρία ήταν τα βασικά δεδομένα του τρόπου ζωής τους. Λιτή ζωή και διατροφή, ήρεμη καρδιά και συμπόνια. Και τα τρία είναι δύσκολα αλλά όχι ανέφικτα. Αρκεί να έχει κάποιος το θάρρος να αντισταθεί στον καθιερωμένο τρόπο ζωής (χρήμα, επιτυχία κτλ) και να ζήσει σε μια απόσταση ασφαλείας από την υστερία της κοινωνίας. Είναι σχεδόν αδύνατο ή εξαιρετικά δύσκολο, αυτές οι προϋποθέσεις μακροζωίας να καλλιεργηθούν στο κέντρο μιας κοινωνίας που έχει ως βασικές αξίες ζωής την υλιστική υπερβολή, την ακατάσχετη κίνηση, τη μίμηση και την απληστία. (περισσότερα…)

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Σα να μην υπήρξαμε ποτέ
κι όμως πονέσαμε απ΄ τα βάθη
ΝΙΚΟΣ ΚΑΡΟΥΖΟΣ

Κοιτάζω πίσω στο παρελθόν. Ένα γκρίζο τοπίο η μνήμη. Ομίχλη παντού, λίγα τα ξέφωτα. Μέρη, πρόσωπα, πράγματα – ξεθώριασαν όλα. Άνθρωποι και σχέσεις: σκιές που πέρασαν και χάθηκαν. Η νιότη μου σφραγίστηκε από θανάτους αγαπημένων. Ακόμα και τώρα η απουσία τους μοιάζει με ψέμα. Κάποιες στιγμές νομίζω ότι δεν έχουν πεθάνει, ότι θα ανοίξω κάποια πόρτα και θα τους δω να στέκονται μπροστά μου, χαμογελαστοί, με τα χέρια απλωμένα για αγκαλιές και φιλιά. Θυμάμαι και κάποιους που είναι ακόμα ζωντανοί. Με πίκρα διαπιστώνω τα χρόνια που πέρασαν χωρίς επικοινωνία, χωρίς συναντήσεις. Γίναμε κι εμείς σαν εκείνους που κάποτε κοροϊδεύαμε, όλους εκείνους που αφήνουν μικρότητες, παρεξηγήσεις και συμφέροντα να διαγράψουν το κοινό παρελθόν τους.

Με τον αδελφό μου ήμασταν δυο ξένοι, χωρίς κανένα σημείο επαφής – δέκα χρόνια είχαμε να μιλήσουμε. Δεν ξέρω τι είχε φταίξει. Πήραμε διαφορετικούς δρόμους, ξεχάσαμε ο ένας την ύπαρξη του άλλου – λες και δεν υπήρξαν όλα όσα είχαμε ζήσει, όλες οι κοινές λύπες και οι ταλαιπωρίες στο μεγαλύτερο μέρος της ζωής μας. Μέσα στην ομίχλη της μνήμης μου κάποιες στιγμές θυμόμουν την τελευταία φορά που είχαμε βρεθεί.

Ήταν στο δεύτερο μνημόσυνο της μάνας. Βρεθήκαμε στο νεκροταφείο και η κουβέντα πήγε σε επαγγελματικά και οικονομικά θέματα. Διαφωνήσαμε έντονα, δεν θυμάμαι για τι ακριβώς. Γύρω μας οι τάφοι ψιθύριζαν, η αλήθεια έγνεφε, κι εμείς πιάσαμε να μιλάμε για τις πιο μάταιες ανθρώπινες υποθέσεις. Στο τέλος τον άκουσα να λέει με ασυγχώρητη σοβαρότητα «είσαι άχρηστος!». Από τότε δεν ξαναμιλήσαμε.

Ένα βράδυ –δέκα χρόνια μετά– μου τηλεφώνησε. Νόμιζα πως είχε πάρει κατά λάθος. Τελικά ήθελε να βρεθούμε για να μιλήσουμε για το πατρικό μας σπίτι. Καθόταν και ρήμαζε τόσα χρόνια, είχα ξεχάσει ότι υπήρχε. Ο αδελφός μου ήθελε να το πουλήσουμε και έπρεπε να ξεκινήσουμε τις διαδικασίες. (περισσότερα…)

Η κόλαση των άλλων

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

/// 

Η αγάπη τελειώνει όταν σταματάς να φέρνεις λεφτά στο σπίτι. Ο γάμος: ένα παιχνίδι προσδοκιών και συμφερόντων, μια καθημερινή παράσταση όπου τα χαμόγελα εξαρτώνται από τις οικονομικές επιδόσεις. Από την ύπαρξη του άλλου παίρνουμε μόνο όσα εξυπηρετούν τα συμφέροντά μας. Δεν αγαπάμε το πρόσωπο ή την ψυχή του, δηλαδή την ιερότητά του. Αγαπάμε πακέτα παροχών. Όσο δίνεις, όλα καλά. Όταν σταματήσεις, αρχίζουν οι γκρίνιες και τα δράματα. Υπάρχουν και εξαιρέσεις αλλά αυτός είναι ο κανόνας.

~~~

Προκαλούμε το ενδιαφέρον των άλλων στον βαθμό που πιστεύουν ότι κάτι έχουν να κερδίσουν από μας ή όταν η εικόνα που έχουν σχηματίσει για μας ανταποκρίνεται στις προσδοκίες τους. Όσο υπάρχουν αυτές οι προσδοκίες υπάρχει και μια ψευδαίσθηση σχέσης. Όταν ανακαλύψουν ότι η πραγματική μας κατάσταση –κυρίως οικονομική– δεν είναι αυτή που φαντάζονταν, η αυταπάτη καταρρέει. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει που δεν απαντούν στις κλήσεις μας ή όταν σε κάποια τυχαία συνάντηση στο δρόμο αποφεύγουν να μας κοιτάξουν ή να πιάσουν κουβέντα μαζί μας.

~~~

«Μόνο εγώ θα μπορούσα να σε αντέξω» – η συνηθισμένη δήλωσή μου σε αγαπημένο πρόσωπο. «Κι εγώ εσένα» η απάντησή της.

~~~ (περισσότερα…)

Βρώμικη ιστορία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Τον Στάθη Αποστόλου τον είχα δει για τελευταία φορά στην κηδεία του πατέρα μου πριν από είκοσι χρόνια. Ξαναβρέθηκε μπροστά μου σε μια άλλη κηδεία, της μάνας του. Κι εκεί άρχισαν όλα. Παρασύρθηκα από τα γεγονότα χωρίς αντίσταση. Λες και ήταν προκαθορισμένο να γίνουν. Σχεδόν μοιραίο.

Σε κηδείες συγγενών δεν πήγαινα, είχα τους λόγους μου. Με τη θεία μου, τη μάνα του Στάθη, η σχέση μου ήταν τυπική. Τυπική ήταν και η παρουσία μου στην κηδεία της. Δάκρυα δεν είχα πια για κανέναν, ειδικά για ανθρώπους που με είχαν ξεγράψει και τους είχα ξεγράψει. Μου το είχε ζητήσει η μάνα μου να πάω – λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορούσε να βγει απ’ το σπίτι.

Το λιοπύρι ήταν αφόρητο εκείνο το απόγευμα. Τέλη Ιουλίου, καύσωνας. Ήμουν κιόλας μούσκεμα στον ιδρώτα όταν έφτασα στο νεκροταφείο. Ολόκληρο το σόι ήταν εκεί. Προσπαθούσα να αποφεύγω βλέμματα και χειραψίες. Ήθελα μόνο να τελειώσει γρήγορα η τελετή και να φύγω.

Με τον Στάθη βρεθήκαμε αντικριστά πάνω από τον τάφο. Φορούσε μαύρα γυαλιά. Η καράφλα του γυάλιζε. Το ίδιο σουλούπι όπως παλιά, ένας χοντρομπαλάς, κορδωμένος, με ύφος ανθρώπου που πιστεύει πως όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα πάνω του. Στεκόταν ανάμεσα στην αδερφή του και σε μια άλλη γυναίκα που υπέθεσα πως ήταν η γυναίκα του – δεν την ήξερα, δεν την είχα δει ποτέ. Η αδερφή του Στάθη ήταν σε κατάσταση υστερίας. Όσο πλησίαζε η στιγμή που θα κατέβαζαν το φέρετρο στην τρύπα τόσο μεγάλωνε ο σπαραγμός της. Δεν μπόρεσα να μην κάνω τη σκέψη ότι υπήρχε κάτι το θεατρικό στο κλάμα και στα λόγια της.

Δυο κεφάλια πιο ψηλός από τον Στάθη, ακριβώς πίσω του, πρόβαλε ένας τεράστιος τύπος με ξυρισμένο κεφάλι, μουσάκι και διαστημικό μαύρο γυαλί. Ακριβώς δίπλα του μια ψηλή γυναίκα, εντυπωσιακή, μάλλον αλλοδαπή, νυχτόβιο πρόσωπο, με κοντό πλατινέ μαλλί, έντονο μακιγιάζ και λευκό εφαρμοστό φόρεμα κατάλληλο για νυχτερινή έξοδο.

Είχε πολύ κόσμο στο νεκροταφείο και όλοι προσπαθούσαν να κρυφτούν στους ίσκιους των κυπαρισσιών  για να αποφύγουν την κάψα. Κάποιοι έφυγαν πριν την ολοκλήρωση της ακολουθίας. Ο παπάς βιαζόταν. Είπε τα τελευταία λόγια και το χώμα άρχισε να πέφτει στο φέρετρο από τα χέρια των συγγενών. Η αδελφή του Στάθη άρχισε να φωνάζει «μανούλα μου, μανούλα μου, δεν θα σε ξαναδώ». Έκανε μια κίνηση προς τα μπρος, σαν να ήθελε να πέσει στο λάκκο μαζί με τη μάνα της, αλλά πρόλαβε και την έπιασε από πίσω ο γορίλας που συνόδευε τον Στάθη. Ο Στάθης φαινόταν ατάραχος, σαν να ήταν αλλού, δεν αντέδρασε σε τίποτα από όσα έγιναν. Αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η διαδικασία έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.  Έκανα πως δεν είδα την κίνησή του. Εκείνος μου ξαναέκανε νόημα και τελικά συναντηθήκαμε στην έξοδο του νεκροταφείου.

Και εκεί, δίπλα στον μαντρότοιχο, λίγα μέτρα μακριά από τους άλλους, χωρίς να μασάει τα λόγια του, μου πέταξε την πρόταση του πολύ χαλαρά, σαν να μου έκανε πρόταση να πάμε για καφέ. Με έπιασε από το μπράτσο, με έκανε να σκύψω λιγάκι και είπε «θέλω να δουλέψεις για μένα, μια φορά τον μήνα θα πηγαίνεις Αθήνα, θα μεταφέρεις το πακέτο και θα παίρνεις κολλαριστά τρία χιλιάρικα». (περισσότερα…)

Ξένη υπόθεση

*

Βομβαρδίζουν σπίτια.
Βομβαρδίζουν σχολεία.
Βομβαρδίζουν νοσοκομεία.
Βομβαρδίζουν σκηνές.
Βομβαρδίζουν δρόμους.
Βομβαρδίζουν χωράφια.
Βομβαρδίζουν τα συντρίμμια
μέχρι να γίνουν όλα σκόνη.
Βομβαρδίζουν, βομβαρδίζουν, βομβαρδίζουν.
Ένας ερειπιώνας ολόκληρη η Γάζα.

Αλλά ποιος νοιάζεται.
Είναι μια ξένη υπόθεση.

Σκοτώνουν μωρά.
Σκοτώνουν παιδιά.
Σκοτώνουν μάνες.
Σκοτώνουν γέροντες.
Σκοτώνουν σώματα.
Σκοτώνουν ψυχές.
Σκοτώνουν Ζωές.
Σκοτώνουν, σκοτώνουν, σκοτώνουν.
Ένα σφαγείο ολόκληρη η Γάζα.

Αλλά ποιος νοιάζεται
Είναι μια ξένη υπόθεση.
(περισσότερα…)

Το αγόρι με τα μεγάλα χείλη

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Πριν από χρόνια, σε μια πολύ κρίσιμη καμπή της ζωής μου, γνώρισα ένα πλάσμα που δεν έμαθα ποτέ το όνομά του και που ακόμα και σήμερα το θυμάμαι ως το «αγόρι με τα μεγάλα χείλη». Εξαντλημένος εκείνη την εποχή από τις ριπές των γεγονότων που είχαν προηγηθεί, αγωνιζόμουν απλώς να επιβιώσω. Εσωτερικά βίωνα μια κατάσταση ασάφειας και σύγχυσης. Όλα όσα κατοικούσαν στο μυαλό μου –σκέψεις, συναισθήματα, αναμνήσεις, ελπίδες, προσδοκίες– πολύ συχνά μου φαίνονταν ξένα, απρόσιτα, κομμάτια ενός μυστηρίου που ήταν αδύνατο να ερμηνεύσω. Αλλά και τα πρόσωπα που συναντούσα καθημερινά και όσα μπαινόβγαιναν στη ζωή μου, ενίσχυαν κι αυτά τη σύγχυση και την αδυναμία μου να ασκήσω τον οποιονδήποτε έλεγχο στην ύπαρξή μου. Ένοιωθα έρμαιο της μοίρας και αυτή η εγκατάλειψη κατά βάθος με βόλευε καθώς λειτουργούσε ως άλλοθι για τις αποτυχίες και τα λάθη μου. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γνώρισα εκείνο το αλλόκοτο πλάσμα. Και παρότι η μνήμη μου είναι αδύναμη και προβληματική και μεγάλα διαστήματα της ζωής μου έχουν χαθεί λες και δεν υπήρξαν ποτέ, από την εφήμερη γνωριμία μου μαζί του θυμάμαι γεγονότα που με ξαφνιάζουν ακόμα με τις λεπτομέρειες και τη ζωντάνια τους.

///

Ήταν ένα ανοιξιάτικο βράδυ και η οδός Βύρωνος μύριζε σάπια φρούτα και λαχανικά από τη λαϊκή αγορά εκείνης της μέρας. Σε ορισμένα σημεία το πεζοδρόμιο ήταν αδιαπέραστο από τα πλαστικά τελάρα, τα λιωμένα φρούτα και τα πατημένα φύλα των λαχανικών. Οι κάδοι απορριμμάτων ήταν ξεχειλισμένοι και σε μικρή απόσταση υπήρχαν λευκές συσκευασίες από φελιζόλ με εντόσθια ψαριών και γλοιώδεις εκκρίσεις. Τα υγρά είχαν διαποτίσει ένα μέρος του πεζοδρομίου και η μπόχα ήταν αφόρητη. Ο δρόμος ανάμεσα στο δημοτικό στάδιο και στα μεσαιωνικά τείχη γυάλιζε από το ανοιξιάτικο ψιλόβροχο και την αντανάκλαση των φώτων πάνω στο οδόστρωμα. Η ευωδιά των βρεγμένων πεύκων και των χορταριών πνιγόταν μέσα στη πηχτή μυρωδιά της σαπίλας που εισχωρούσε παντού στην ατμόσφαιρα και στη νύχτα και ξυπνούσε μέσα μου παλιά συναισθήματα για μια πόλη που με άφηνε διχασμένο ανάμεσα στην αγάπη και τον οίκτο.

Η βροχή είχε αρχίσει να δυναμώνει αλλά η φυσική στοά που δημιουργούσαν τα πεύκα πάνω από το κεφάλι μου συγκρατούσε την ορμή της βροχής και μόνο σε κάποια ανοίγματα ένοιωθα τις ψιχάλες να ακουμπούν το πρόσωπό μου. Κουρασμένος, αργοκίνητος, αηδιασμένος με το βρώμικο πεζοδρόμιο, συλλογιζόμουν τη ζωή μου, τις αιτίες της κατάστασής μου, τη σιωπή και τη μοναξιά που με περίμεναν για μια ακόμα νύχτα, την απουσία μιας γυναίκας ή ενός φίλου, τη λαχτάρα για ένα φιλί και ένα χάδι, συλλογιζόμουν ακόμα μια σειρά από αφηρημένα γεγονότα που θα άλλαζαν ριζικά την προσωπική μου κατάσταση και θα μου έδιναν το δικαίωμα να πιστέψω ότι η ζωή μου δεν ήταν μια μάταιη και τελειωμένη υπόθεση. (περισσότερα…)