Γιάννης Υφαντής

Η Λίτσα και το Ομορφοβούνι

*

Η ΛΙΤΣΑ

Η Λίτσα που επέμενε ποίημα γι’ αυτήν να γράψω.
Μα τί να γράψω αν αυτή δεν είν’ ερωτευμένη
μ’ εμένα, κ’ η ψυχή μου, εδώ, δεν είναι διψασμένη
για τη μορφή της; Να μπορώ το βλέμμα ν’ αναπάψω
πάνω της και τα χέρια της φιλώντας τα να κλάψω.

~.~

ΟΜΟΡΦΟΒΟΥΝΙ

Τη Λίμνη του Πλαστήρα παρακάμπτοντας
βρέθηκα ν’ ανεβαίνω τις στροφές
προς το Ομορφοβούνι.
Γέρος με σταματά, πού ’χε στον ώμο του
γκλίτσα και από κείνη κρεμασμένο
σακούλι πορφυρό και ολοκέντητο.
«Μη παίρν’ς κι μένα ουρέ παλ’κάρ;».
«Αμέ! Πού να σε πάω;»
«Ιδώ στ’ Ομορφοβούνι, στου χουριό μου».
Μπαίνει και με ρωτάει πώς με λένε. Του το λέω.
Κ’ ύστερα σκύβει προς το μέρος μου σα να ’θελε
να μην ακούσουν άλλοι, (ενώ είμασταν
μόνοι μέσα στο Punto).
Σκύβει για να μου πει ψιθυριστά
και κάπως συνωμοτικά, χαμογελώντας:
«Ιγώ που λες Γιαννάκη μ’ του χουριό μ’
του λέου κι Ομορφομούνι»
Κι ευθύς, τάχα μου έκπληκτος
αμέσως του απαντάω:
«Μα εγώ
πάντοτε νόμιζα το λεν Ομορφομούνι».
«Έτσι θα έπρεπε, αλλά… Έχουν μυαλό; Δεν έχουν».
Μου ’πε ο γεροάγγελος, τάχα μου θυμωμένος.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

 

~.~

*

Γιάννης Υφαντής, Φίλε

*

ΦΙΛΕ

Μακαρισμένε συ που αν δεν είσαι στα Νησιά μαζί με τον Σωκράτη, τον Ηρόδοτο, τον Όμηρο, που τόσο αγαπούσες
απολαμβάνεις σίγουρα την άπειρη γαλήνη αυτού που είναι Όλα και συνάμα είναι Τίποτε.
Αλλά εγώ έχω ανάγκη να μιλήσω κι ας μην έχεις την ανάγκη εσύ να σου μιλήσω όντας πλήρης μέσα στο αρχαίο κάλλος όπου έφτασες:

Θέλω να πω ευχαριστώ γι’ αυτό το σπίτι που σοφά επέλεξες τον τόπο να το χτίσεις
σοφά τον τρόπο να τον χτίσεις και σοφά
τα υλικά, τη διαρρύθμιση, τα πάντα.
Και βέβαια όχι δίπλα απ’ το δρόμο αλλά ούτε κι ένα μίλι μακριά.
Εκεί, ακριβώς στα 80, 100 περίπου μέτρα.

Και βέβαια το ’χτισες σε λόφο αλλά όχι υψηλόν όπου πηγαίνουν κεραυνοί για να κουρνιάσουν.
Να ’ναι σε λόφο χαμηλό που να ’χει στράγγιο πάντα κι ολοένα τα ρυάκια
τον παρακάμπτουν είτε κελαρύζουνε κυλώντας τον πολύμορφο καθρέφτη τους
είτε βουίζουν φουσκωμένα και θολά.

Και σταυροδρόμι να ’ναι αυτό ρευμάτων ώστε ουδέποτε να στέκονται κουνούπια κ’ η δροσιά να κατεβαίνει απ’ τα λαγκάδια που χωρίζουνε τους λόφους.
Και βέβαια το κάτω μέρος του σπιτιού να ’ναι χωμένο μες στο έδαφος του λόφου,
το πίσω μέρος του χωμένο για να έχει το ισόγειο δροσιά το καλοκαίρι και να έχει ζέστη το χειμώνα.
Δύο τα τζάκια του, το ένα στο ισόγειο και να ’ναι προς Βορράν, ενώ το άλλο
στον πρώτο όροφο και να ’ναι προς το Νότο.
Και βέβαια με πέτρα και με λάσπη, κεραμίδια και ξυλεία θαυμαστή.
Και πέτρινη αυλή και οι φραγμένοι του μπαχτσέδες.
Και η κληματαριά και τ’ άλλα δέντρα να ’ναι γύρω του τ’ ατίμητα στολίδια. Κ’ οι σκιές.
Και να ’ναι η πηγή κοντά και μακριά κάπου εκεί στα 80 μέτρα.
Δίπλα ο φούρνος του. Πιο πέρα η αποθήκη.

Και σε θυμήθηκα πατέρα εσένα που σε όλα ήσουν σοφός
–πάντοτε σε θυμάμαι και μιλώ μαζί σου, εννοώ,
μ’ αυτό το είδωλό σου πού ’χω μέσα μου–
σήμερα ιδιαιτέρως σε θυμήθηκα
γιατί ενώ η χώρα όλη βράζει μες στον καύσωνα
εγώ χάρη σ’ εσένα, «μπάρμπα Μήτσο», φίλε υπέροχε
χάρη σε σένα και μ’ αιτία τη σοφία σου
έχω το καταφύγιο τούτο της δροσιάς μακαρισμένε.

ΥΓ

Άντε να εξηγήσεις σε ηλίθιους τη σοφία τη δική σου
πώς όλα τα μελέτησε μ’ ακρίβειαν αυτή η φρόνησή σου
πως λάθος δεν ευρήκα στη ζωή σου εγώ ποτέ μου και ουδ’ εν
παρόλο που εσύ ποτέ σου δεν εσπούδασες το ζεν.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

*

Γιάννης Υφαντής, Δύο ποιήματα

*

ΕΠΟΨ

Σ’ είπαμε τσαλαπετεινό, σ’ είπαμε έποψ, όμως τίποτε.
Σ’ είπαμ’ αγριοκόκκορα, μα πάλι
όντας του Θέρους, έφυγες, να ’σαι παντού μαζί του.

Αχ να ’μενες και να ’σουνα στολίδι της αυλής μας,
να ’σουν ο άγριος βασιλιάς, έμβλημα της φυλής μας.

~.~

ΑΣΠΡΟΓΕΡΑΚΑΤΑ ΛΕΥΚΑΔΟΣ, ΙΟΥΛΙΟΣ, 2023:

(«Ερμηνεύοντας για πολλοστή φορά τον εαυτό μου είτε το αγαπημένο χαρτί της Τράπουλας του Ταρώ* που ονομάζεται «Ο Τρελός»)

Είμαι αυτός που περπατεί μη ξέροντας για πού γοητευμένος από τ’ άστρα.
Μια πεταλούδα διαρκώς με συντροφεύει πότε μπρος πετώντας πότε πίσω, δεξιά κι αριστερά.
Μες στο σακούλι που κρεμάω στο ραβδί το περασμένο από τον ώμο
δεν έχω πλέον τίποτε αφού
τα σύκα, το θυμάρι μου, τα σκόρδα, το ψωμί **
που είχε μέσα μού τ’ αρπάξανε ληστές.
(Δεν ξέραν πως μ’ απάλασσαν κι απ’ το στερνό μου βάρος).

Οι άνθρωποι μου φέρθηκαν σαν άνθρωποι. Στις δόξες μου
αναμερίζαν προσκυνώντας με παντού για να περάσω. Στις μη δόξες μου
έστελναν τα σκυλιά τους να τραβήξουνε το ρούχο μου
για να φανεί ο κώλος μου και οι έρμοι να γελάσουν.

Κι έφτασα εντέλει στο ποτάμι αυτό του Γαλαξία
όπου οι έξυπνοι άνθρωποι αδυνατούν να φτάσουν.

Ντυμένος μπήκα μέσα του και διάβηκαꞏ
γυμνός και ολοκάθαρος βγήκα στην άλλη όχθη.
Κι άγνωστος πια σε μένανε προς τ’ άγνωστο τραβάω.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

__________________

* Για τα χαρτιά της Τράπουλας του Ταρώ μιλώ στο βιβλίο μου Αθανάτου Μνήμης Σημεία, 4η έκδοση, Οδός Πανός, 2023.
**Είναι οι τροφές που περιείχε η πήρα (το σακούλι) των αγαπημένων μου Κυνικών.

*

Γιάννης Υφαντής, Αθησαύριστα ποιήματα

*

ΜΟΥΣΑ ΑΝΤΑΡΤΙΣΣΑ

Πότε θα κάνει ξαστεριά, πότε θα φλεβαρίσει
να πάρω το τουφέκι μου την όμορφη πατρόνα
να κατεβώ στον Ομαλό, ν’ ανέβω στην Αθήνα
τις κριτικές επιτροπές βραβείων ν’ ανταμώσω
όπου μοιράζουνε λεφτά στους ίδιους και στους ίδιους
ανάξιους κι ατάλαντους ωσάν τους εαυτούς των.
Μοιράζουν τον ιδρώτα μου, το αίμα του λαού μου
χωρίς ποτέ να κρίνονται, ποτέ να κυνηγιούνται.

Άλλωστε από ποιούς, εδώ, που όλα ξεπουλιούνται;

Μα σαν το σιδερένιο μου το βλέμμα μπρος τους δούνε
να δεις πώς θα ιδρώνουνε και πώς θα κατουριούνται
πίσω απ’ τα γραφεία τους, πώς θα μ’ εκλιπαρούνε
να συχωρέσω τ’ άδικο, την άτιμη δουλειά τους
λίγο προτού η καρέκλα τους γεμίσει απ’ τα σκατά τους
λίγο προτού να λερωθούν οι τοίχοι απ’ τα μυαλά τους.

*

(περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Δύο ποιήματα

*

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Φαντάσου να σου εύχεται
χρόνια πολλά ο «Μπαμπούλας» πού ’χει θάψει
χιλιάδες κόσμο σ’ όλα τα Βαλκάνια.
Ή να σου εύχεται ο «Χάνδακας» που έχαψε
όλο το Περιστέρι και το Ίλιον, ολόκληρη
τη Δυτική Αττική.

Φαντάσου να σου εύχονται υγεία οι γιατροί που περιμένουν
πότε θα πάθεις κάτι να σ’ τ’ αρπάξουνε
γιατί αυτοί χωρίς αρρώστους θα πεινάσουν.

Και τί να περιμένεις απ’ ανθρώπους
που έχουν συνεργείο αυτοκινήτων;
Αφού σαν φεύγεις πίσω σου μουτζώνουνε
για να τρακάρεις και να βγάλουνε λεφτά.

Οι δικηγόροι ανάβουνε κεριά στην Παναγία
για να μαλώνουνε οι άνθρωποι, να φτάνουν ως τον φόνο,
γιατί αυτοί απ’ το κακό πάντα κερδίζουν.

Δεν πάει άλλο βρε παιδιά με τους γρουσούζηδες,
μ’ αυτούς τους κερδοσκόπους, τα βαμπίρ, τους νεκροθάφτες,
τους παπάδες, τους γιατρούς, τους δικηγόρους, (ε;)
τα συνεργεία, ναι, δεν πάει άλλο,
μ’ όλους αυτούς
τους δημοσιογράφους στα κανάλια π’ όλο εύχονται
να γίνονται στον κόσμο τα φριχτότερα
ώστε να έχουνε αυτοί κακές ειδήσεις
για ν’ ανεβάζουν την ακρόαση. Γαμώ το!

Όχι σ’ αυτούς, μην τους σηκώνετε τηλέφωνο.
Κλείστε την τηλεόραση σα λένε τις ειδήσεις.
Μήνυμα όταν στείλουνε αυτοί στο κινητό
σβήστε το πριν να το διαβάσετε. Κι αν τύχει
κάρτα μ’ ευχές από αυτούς
να φέρει ο ταχυδρόμος, να την στείλετε
πίσω αμέσως γράφοντας στο φάκελο:
«Ευχαριστώ, επίσης, ρε καριόλη». (περισσότερα…)

Γιάννης Υφαντής, Η φτώχεια

*

Αναδρομές : Μια στήλη του ΝΠ αφιερωμένη σε αξιομνημόνευτες στιγμές της ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας και σκέψης.

~ . ~

 

H ΦΤΩΧΕΙΑ

Η φτώχεια με τραβάει προς τη λύτρωση.

«Σου φτάνει» λέει «ένα μικρό καλύβι στο βουνό
ή πιο σωστά να κατοικείς σε μια κουφάλα δέντρου.

Από βιβλία σου φτάνουνε ποιήματα
και παραμύθια.

Κ’ ίσως ούτε κι αυτά.

Σου πάει πιο καλά μια εντελώς
άδεια βιβλιοθήκη.

Αν και το τέλειο θα ήτανε τα ξύλα της
να επιστρέψουν το ταχύτερο στο δάσος».

Πηγή: Οι μεταμορφώσεις του μηδενός, Οδός Πανός, 2022

*

Γιάννης Υφαντής, Ποιήματα

*
*

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΣΕ ΥΦΟΣ «ΚΑΒΑΦΙΚΟ»

Όταν, ω Καίσαρ, θέλουνε να βάλουν
στη θέση σου τον Κάσσιο, τον Γάιο ή όποιο
ένδοξο στρατηγό πού ’χει νικήσει τους βαρβάρους,
τότε προσπάθησε να πείσεις για τις όποιες,
τις όσες ανεπάρκειες θα βρίσκεις σ’ ένα τέτοιο
πρόσωπο που προτείνουνε.
.                                                         Αλλ’ όταν
βλέπεις πως επιμένουνε ως καίσαρα να στέψουν
τον γάιδαρο που βόσκει μες στον κήπο της Συγκλήτου,
λέξη μην πεις, αλλά ντυμένος με κουρέλια,
νύχτα να φύγεις σε βουνά και σ’ αιγιαλούς
όπου αιγών ποιμένες θα φροντίσουνε
την πείνα και τη δίψα σου να ικανοποιήσουν.
Και ζήτησέ τους παρευθύς να γίνεις ένας
απ’ την παρέα τους. Ω Καίσαρ,
κρύψου εκεί και ζήσε, επί τέλους
όσα βαθιά σου επιθυμούσες και σ’ εμπόδιζαν
οι αρετές σου και τα πλούτη σου να πραγματοποιήσεις.
Ζήσε το ιερό, το ξεχασμένο, το υπέρτατο
«λάθε βιώσας» των καισάρων δίχως θρόνο.

____________________

(περισσότερα…)

Ο πολίτης ποιητής Αισχύλος

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΥΦΑΝΤΗ

Αυτός ο τύμβος που περνάς στη σιτοφόρο Γέλα
σκεπάζει τον Αισχύλο του Ευφορίωνος, Αθηναίο.
Μα είναι το πανένδοξο άλσος του Μαραθώνα
που θα μπορούσε να σου πει για την ανδρεία του
όπως κ’ οι μακρυμάλληδες οι Μήδοι που τον είδαν.

Είναι το επιτάφιο χάραγμα που ο ίδιος ο Αισχύλος (ο τραγικός ποιητής του 5ου αι.) έγραψε για τον εαυτό του και που μπορούσε να το διαβάσει κανείς αιώνες μετά στη Γέλα της Μεγάλης Ελλάδας. Καμμία μνεία του Αισχύλου στο επιτάφιο αυτό του επίγραμμα για το ότι υπήρξε ο δημιουργός δεκάδων λαμπρών τραγωδιών, κι εντέλει ένας από τους εξοχότερους ποιητές των Αθηνών.

Στο ποίημα του Καβάφη «Νέοι της Σιδώνος», βλέπουμε έναν νεαρό να διαμαρτύρεται εντόνως για την πράξη αυτή του Αισχύλου, που «περιφρονεί» είτε αποσιωπά την ιδιότητά του ως ποιητή, και αναφέρει μόνο την ιδιότητά του ως πολεμιστή στον Μαραθώνα. (περισσότερα…)