Γιάννης Κακριδής

«Μακριά μονάχα!» Τρεις ωδές

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΚΡΙΔΗ

~.~

Ωδή υπ. αριθμ. 1

Χτυπάω, χτυπάω, χτυπάω τον σκληρό ρυθμό
μιας μούσας ξένης –έστω προγονικής–
με θάρρος ξεκινώντας πάντα
το ίδιο, χωρίς συντροφιά, ταξίδι.

Με φέρνει πότε σ’ ένδοξα αρχαία νησιά
και πότε στ’ άγρια, στ’ αγαλήνευτα
πελάγη που κανείς δέν ξέρει
ποιές ομορφιές στην οργή-τους κρύβουν.

Μακριά μονάχα! Δέν τις αντέχω πιά
τις ίδιες κάθε μέρα, τις ανιαρές
κουβέντες των ανθρώπων πού ’χουν
θάψει στην άμμο την άγκυρά-τους…

Τον χάρτη ανοίγουν κι όλοι μαζί μιλούν
για πλοία-θηρία, ναύλους κι ασφάλιστρα –
μα των κλειστών-τους οριζόντων
τον αρνητή τον θυμούνται μήπως;

Κι άν σχίσουν οι άνεμοι το πανί-μου, κι άν
γυρίσω μ’ άδεια χέρια – θα βγεί κανείς
ποτέ δακρύζοντας να υμνήσει
το άσκοπο κι όμως ωραίο ταξίδι; (περισσότερα…)

Hate Speech

*

στον συνταγματάρχη Ζάκ Μπώ (Jacques Baud)
ένδειξη αλληλεγγύης κι εκτίμησης

Προτιμά την αμάσητη αλήθεια,
των γενναίων την τροφή, των απλών,
απ’ την ψεύτικη γλύκα της τσίχλας;
Σκέτο μίσος ο λόγος λοιπόν

και τον τρέμουν – μα πότε δέν τρέμαν; –
της κλειστής πολιτείας οι ταγοί.
Πόσο θά ’θελαν νά ’μπει μια μέρα
στο αχαλίνωτο στόμα φραγή!

Τα κανάλια του κλείνουν, τις πύλες,
τις πλατφόρμες που πάει να κρυφτεί.
Τί του μένει; Η κοιλιά μιας μποτίλιας
και μιας άστοργης μούσας το αυτί.

Πότε ωχρός συνωμότης υπόγειος,
πότε εξόριστος πρό των πυλών
σκέτο μίσος ο ασίγαστος λόγος,
σκέτο μίσος ας πνέει λοιπόν…

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

*

 

Γιρμεγιάχου

*

σεισμὸς μέγας ἐκ γῆς βορρᾶ (Ιερεμίας 10,22)

Σάν να τραντάζεται η γή
Καλπάζουν οι καβαλάρηδες
της καταιγίδας οι γιοί
Άργησες άργησες άργησες

Σάν να τραντάζεται η γή
Τί μας προσμένει το ξέρουμε
Σακατεμός συντριβή
κι ενα τσαντήρι στην έρημο

Βγαίνει η πουτάνα Κραγιόν
βάζει στα μούτρα-της μάσκαρα
Νύν υπερ πάντων ο αγών
και θα τον δώσεις ανάσκελα

Πέφτει ο φρουρός καταγής
Βάζει στην πέτρα τον κρόταφο
μήπως ακούσει στο υπόκωφο
τράνταγμα τον ψιθυριστό
λ ό γ ο  τ η ς  κ α τ α λ λ α γ ή ς (περισσότερα…)

Τρίτη ηλικία

*

Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;

Πόσο σ’ αρέσει να ξεχνιέσαι
και πόσο γρήγορα ξεχνάς.
Στης λύπης το μαντίλι δέσε
δώδεκα κόμπους ξενοιασιάς.

Τί κι άν θολώνει το ποτάμι,
τί κι άν οι θύμησες ριγούν;
Στης βουβαμάρας το θαλάμι
μήν τις αφήσεις να πνιγούν.

Βγές για περίπατο και μίλα.
Στο δάσος δέ σ’ ακούει κανείς.
Τα χρυσοκόκκινα τα φύλλα
σκύψε και μέτρα τα. Μπορείς;

Ασπριδερά, καφέ και γκρίζα
καβάλησαν στα κουτουρού
μικρά ομπρελάκια δίχως ρίζα
τα δαχτυλίδια ενος κορμού.

Τί χρώμα έχει η χαρά, θυμάσαι;
Βρές μια γερή βαλανιδιά
κι αφού την αγκαλιάσεις, άσε
στη φλούδα-της μια χαρακιά. (περισσότερα…)

Τα ταυ του έρωτα

*

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν

Κι άν του έρωτα το γλυκερό
ψωμί δέ σε χορταίνει,
και μοιάζει κιόλας το φτερό
κομμένο απο χαρτόνι,

σεβάσου, μήν υποτιμάς
το μπράτσο-του το αφράτο.
Δέν τό ’χει τίποτα μεμιάς
να φέρει πάνω κάτω

λαχτάρες, όνειρα, ακριβές
κι ατράνταχτες αλήθειες,
αγαπημένες μέχρι χτές
παλιές καλές συνήθειες,

τις πατερίτσες της καρδιάς,
του νού τα δεκανίκια…
Κι άν κάνεις πως τον σταματάς,
σηκώνει τα μανίκια,

τραβάει απ’ τα χαλάσματα
το πιό χοντρό καδρόνι
και με παιδιάστικη χαρά
μπροστά-σου το κραδαίνει! (περισσότερα…)

Γεώργιος Άβλιχος, Κοπέλα στο παράθυρο

*

Θα το ζωγράφιζα κι αυτό άν μπορούσα:
το μακρινό σημείο που σε κρατά
στην απουσία-του επίμονα παρούσα.

Νά ’ναι απο κεί που φύσηξε το αγέρι
κι ανέβασε στον ώμο αριστερά
την κόκκινη κορδέλα; Εκείνο ξέρει

τί θα σου αφήσει, τί θα πρωτοαρπάξει.
Μα εγώ πασχίζω κόντρα στον καιρό
τρίχα απο των μαλλιών-σου το μετάξι

να μή χαθεί… Και παίρνω στο κυνήγι
με το πινέλο-μου ενα σκόρπιο ρο-
δοπέταλο που πάει να μου ξεφύγει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

* (περισσότερα…)

Η επιστροφή του Σισάρα

*
Κριταί 4, 12-24

«Κουράστηκες; Να στρώσω τη φλοκάτη;
Κοιμήσου. Εδώ κανείς δέ θα σε βρεί.»
Στο αριστερό κρατάει το πασσαλάκι,
με το δεξί σηκώνει το σφυρί,

παίρνει μια ανάσα, ψιθυρίζει «Τώρα.
Τώρα ή ποτέ» και νά ʼτην που τρυπάει
του στρατηγού το καύκαλο η προδότρα
παλληκαρού! Τον σκότωσε και πάει.

…Όχι, δέν πάει. Με πληγιασμένα πόδια
κι από ʼνα μαυροκόκκινο λεκέ (περισσότερα…)

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Ἀληθῶς ὁ Κύριος

*

Παράξενες μέρες, ανάστατες.
Τρέχω στο μνήμα και λείπεις.
Κλειδώνομαι σπίτι και νά ʼμαστε
πάλι μαζί. Μα της λύπης

δέν παύει το μαύρο φτερούγισμα
να με σκεπάζει, και κάπου
στα βάθη της μνήμης ακούγεσαι
να λές αυστηρά: Μή μου ἅπτου.

Παράξενες μέρες. Δύσκολες.
Σάν να μή θέλεις νʼ αφήσω
τη νύχτα που η σπείρα μας κύκλωσε
ποτέ πιά, κι ας τό ʼσκασα, πίσω.

Της νύχτας εκείνης το σάστισμα
νά ʼρχεται πάλι και πάλι
και να μου περνά το αναστάσιμο
κερί στην τρύπια παλάμη.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλο Σάββατο

*

Να καθαρίσω τις πληγές-Σου με τ’ απόκοτα,
τ’ αθώα-μου χέρια.
Να λησμονήσω πως εγώ είμαι που Σε σκότωσα.
Πάνω-μου ακέρια

της καταδίκης-Σου – τί λέω; της καταδίκης-μου
βαραίνει η ευθύνη,
κι η πίστη, επιταγή χωρίς αντίκρισμα,
πότε μ’ αφήνει

και πότε με κυλάει σε φλογισμένο βόρβορο.
Σε κλαίω και φρίσσω…
Αστόλιστος θα μείνεις, άταφος. Και πώς μπορώ
να Σ’ αναστήσω;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Παρασκευή

*

— Φιλόσοφε, τί ψάχνεις; — Την αλήθεια.
— Μεγάλος λόγος. Και τη βρήκες; — Όχι.
Μόλις τη βρώ θα σου τη δείξω πάντως.
— Θέλεις εγώ να σου τη δείξω; Νά τη:

Μαστιγωμένη, αιμόφυρτη, γυμνή
–τί σίχαμα!– σπαράζει καρφωμένη
σ’ ενα δοκάρι. Γύρω-της χιλιάδες.
Άλλοι με λύσσα τη χλευάζουν κι άλλοι
γονάτισαν. Οι πιό πολλοί γυρίζουν
το βλέμμα-τους αλλού και προσπερνάνε.

Αυτή ’ναι η αλήθεια. Κοίτα την καλά
γιατι έχει λαξευτεί κιόλας η πέτρα
που θα την κρύψει. Κοίτα την καλά.

Κι άν έχεις το κουράγιο, πίστεψέ την!

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

///

*

*

*

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Πέμπτη

*

1

Δέ θα πάψω ώς τη συντέλεια του κόσμου,
δέ θα πάψω να σε διώχνω μακριά,
μακριά απο τον παράδεισο. Η οδός-μου
μια κορδέλα είναι στα μάτια του σποριά.

Μια κορδέλα, μια αλυσίδα απο κοράλι
ξεπροβάλλει απο τη θάλασσα. Γιορτή!
Κάποια υπόσχεση σου γνέφει τ’ ακρογιάλι
κι η αμμουδιά μοιάζει σάν άγραφο χαρτί.

Ψέμα τ’ όνειρο… Απο τη μιά στην άλλη ατόλη
την ασίγαστή-σου δίψα κουβαλάς,
και του ορίζοντα σε πνίγει το βραχιόλι,
κι ο παράδεισος σου γίνεται βραχνάς.

Στρέφεις τότε τη ματιά-σου στους αιθέρες,
στ’ ουρανού τα βάθη. Κάπου, λές, εκεί
μές στο κρύσταλλο γλιστράν δώδεκα σφαίρες
και κρυστάλλινη αναδίνουν μουσική.

Σφαίρες; Μουσική; Μια σούπα απο ροχάλες.
Μαύρες τρύπες, πλάνο φώς, δαιμονικές
αντίρροπες δυνάμεις, άλλες
να σε τυφλώνουν κι άλλες πέρα ώς πέρα σκοτεινές.

«Πάντα ἐν σοφίᾳ…» Ποιός είσαι για να κρίνεις;
Της μωρίας-μου σου ανοίγω τους κρουνούς.
Μόνο αριά και πού θα βλέπεις της ειρήνης
την επτάφωτη λυχνία στους ουρανούς.

2

Δέ θα πάψω ώς τη συντέλεια του αιώνος,
δέ θα πάψω να σε κρίνω. Στο σκαμνί!
Άυπνος. Σκυφτός. Μές στον ιδρώτα. Μόνος.
Και στην πόρτα ψευδομάρτυρες γραμμή.

Μισθοφόροι ενος αόρατου πολέμου,
χορευτάδες στο ταψί του Σατανά…
Δέ χρειάζεται κανείς. Μονάχα πέ μου:
Είσαι αυτός που περιμέναμε. Σωστά;

Πού ’ναι τότε τα προστάγματα του νόμου,
της αγάπης-σου το αλάνθαστο «ώς εδώ»;
Γιατί μ’ άφησες να κάνω το δικό-μου,
Στον γκρεμό που περπατάω να σκοτωθώ;

Χίλια χρόνια μια στιγμή… Του παραδείσου
ψάχνω ακόμα, πάντα ψάχνω τα κλειδιά.
Τα κατάπιε το πηγάδι της αβύσσου,
τα τυλίγει της αβύσσου η πυρκαγιά.

Κι όμως θά ’φτανε ενα νεύμα-σου, ενα χάδι,
μια ανυπόμονη, μια τρυφερή σκουντιά,
και θα χόρταινε το αχόρταγο πηγάδι,
και θα δρόσιζε η αδρόσιστη φωτιά.

Αίμα αθώο; Προδοσία; Δέ μετανιώνω.
Της οδύνης-σου την ύστατη κραυγή
πώς τη λαχταράω… Φοβάμαι μόνο
μή με πνίξουν στο άκουσμά-της οι λυγμοί.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*

Στίχοι για τη Μεγάλη Εβδομάδα: Μεγάλη Τετάρτη

*

Τα πόδια ή το κεφάλι – τί να πρωτοαλείψω
με της αγάπης-μου το ατίμητο το μύρο;
Σ’ όλο τον κόσμο θα το πώ, δέ θα το κρύψω
πόσο με κούρασε το ανώφελο, το στείρο

το μπλά-μπλά-μπλά που αποκοιμίζει τα γερόντια
και συγκινεί τις μειξοπάρθενες. Μια αλήθεια
γυρεύω με κορμί, με νύχια και με δόντια,
με κρέας και κόκαλα και μια φωνή στα στήθια

που να ξυπνάει και πεθαμένο. Και τη βρήκα!
Να σου τη δείξω; Μόλις μπήκε να δειπνήσει
στο σπίτι του λεπρού. Τί βάσανο, τί γλύκα
την ευωδιά-της ν’ αναπνέω – θείο μεθύσι…

Αυτή είν’ η αλήθεια-μου. Ακριβή κι αγαπημένη.
– Κι όταν τη δείς στον Γολγοθά-της ν’ ανεβαίνει;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

*

*

*