*
«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ
~.~
Ἦταν καλοκαίρι τοῦ 1946 σὲ ἕνα χωριὸ τοῦ Ξηρομέρου Ἀκαρνανίας. Ὅποιος ξέρει ἀπὸ Ξηρόμερο γνωρίζει ὅτι δὲν εἶναι μιὰ περιοχὴ παῖξε-γέλασε ἀκόμα καὶ σήμερα. Πρόκειται γιὰ ἕναν εὔφορο τόπο μοιχῶν, κλεφτῶν καὶ πορνῶν. Στὰ χρόνια ἐκεῖνα ὅμως τὰ πράγματα ἦταν ἀκόμα δυσκολότερα. Ὁ κόσμος ποὺ δὲν κατεῖχε γῆ καὶ ἰδιοκτησία ‒πέρα ἀπὸ ἕνα πετρόχτιστο δωμάτιο στὸ ὁποῖο κατοικοῦσε μιὰ διευρυμένη οἰκογένεια‒ δούλευε σέμπρικα τὰ χωράφια τῶν ἐχόντων, κρατῶντας ἕνα μικρὸ κλάσμα τῆς ἐτήσιας παραγωγῆς καὶ εὐελπιστῶντας σὲ κάποια ἐπωφελῆ κουμπαριὰ μὲ τοὺς προύχοντες ὥστε νὰ καταφέρνει νὰ τὰ βγάλει πέρα. Ἡ σχεδὸν καθολικὴ ἰδεολογικὴ —τάχα μου, τάχα μου— ἐπικράτηση τῆς Δεξιᾶς στὴν περιοχὴ δὲν ἄφηνε περιθώρια γιὰ ἀντεγκλήσεις τέτοιου τύπου, ἑπομένως ὁποιαδήποτε διαφορὰ προέκυπτε λυνόταν ἅμα τῇ ἐμφανίσει ἀπὸ τὴ Χωροφυλακή, ἡ ὁποία καιροφυλακτοῦσε γιὰ τὴν ἐμφάνιση ταραχοποιῶν στοιχείων ποὺ θὰ διατάρασσαν τὴ βολὴ τῶν ἀφεντικῶν τους, δηλαδὴ τῶν κτηματιῶν τῆς περιοχῆς.
Δύο ξαδέρφια, ἕνας Λευτέρης κι’ ἕνας Γιάννης, δὲν εἶχαν τίποτα πέρα ἀπὸ ἕνα σπίτι ἕκαστος, στὸ ὁποῖο φιλοξενοῦνταν περὶ τὰ δέκα ἄτομα τῆς ἑκάστης φαμίλιας. Φτωχοὶ καὶ ἄκληροι, δούλευαν ἀπὸ δῶ κι’ ἀπὸ κεῖ, ὡστόσο τὰ πενιχρά τους ἔσοδα ἀφενὸς δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἀφετέρου καταναλώνονταν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σὲ ἀλκοολοῦχα ποτὰ τοπικῆς παραγωγῆς. Μία ἢ ἄλλη, τὰ πράγματα δὲν πήγαιναν καλά.
Ἔτσι, ἀποφάσισαν ἕνα βράδυ νὰ πᾶνε νὰ κλέψουν ἕνα μοσχάρι ἀπὸ ἕναν πλούσιο τῆς περιοχῆς. Ἤξεραν ὅτι ἕνα τμῆμα τοῦ κοπαδιοῦ του ἔβοσκε κοντὰ στὸ χωριὸ Κομπωτη (ἄλλως: Πέρσεβος), κι’ ἔτσι μιὰ καὶ δυὸ ξεκίνησαν πρὸς τὰ κεῖ. Ἔπειτα ἀπὸ ὧρες πεζοπορίας ἔφεραν τὸ μοσχάρι μὲ ἄκρα μυστικότητα στὸ σπίτι τοῦ Λευτέρη καὶ τὸ ἔσφαξαν μέσα στὸν ἀχυρώνα, ἀφοῦ πρῶτα σκόρπισαν πριονίδι στὸ ἔδαφος γιὰ νὰ ἀπορροφήσει τὸ αἷμα τοῦ ζώου. Τὸ ἔγδαραν, τὸ τεμάχισαν καὶ τὸ μοίρασαν. Ὕστερα πῆγαν ὁ καθένας στὸ χωράφι ὅπου ὄφειλαν νὰ βρίσκονται ὡς σέμπροι γιὰ τὴ συγκομιδὴ τοῦ καπνοῦ ὡς νὰ μὴ συνέβη τίποτε. (περισσότερα…)
