Άννα Σπυράτου

Ρουφήχτρα

*

ΡΟΥΦΗΧΤΡΑ

Κάτω από τα φουστάνια μου, σφυρίζει μια ρουφήχτρα·
τη σέρνω στις παρέες μου, με παίρνει απ’ τη χαρά μου·
κουρνιάζει μες στο στρώμα μου, ρουφάει τα όνειρά μου
κι είμαι εγώ λεβέντισσα κι αυτή λεβεντοπνίχτρα.

Δεν τη νικώ, δε με νικά, μα δε με λευτερώνει.
Δεμένη είναι στα πόδια μου, σαν μπάλα από μολύβι·
χώνει στον κόρφο της το φως, τις ομορφιές μου κρύβει·
στον κάτω κόσμο με τραβά, σαν με πετύχει μόνη.

Στέκω η μισή στο στόμα της· κι η άλλη μισή που μένει,
αρπάζεται απ’ όπου βρει: μνήμες, κλαδιά, σεντόνια·
με τη ζωή και με το φως βαθιά ερωτευμένη·

μα λύνονται τα δάχτυλα απ’ την ορμή, απ’ τα χρόνια…
Άραγε θα με σπλαχνιστεί και θα μ’ αφήσει πίσω,
ή τάχα εγώ, κατάκοπη, τα χέρια μου θ’ αφήσω;

~.~

(περισσότερα…)

Ο χρόνος

*

ΠΕΡΙΔΙΝΗΣΗ

Κι αν μας ευλόγησαν οι καιροί με ανακωχές
ή αν μας καταράστηκαν με μάχες
μη γελιέσαι·
δεν είναι που το αξίζαμε, μήτε τό ’να, μήτε τ’ άλλο.
Καβαλάρηδες βρεθήκαμε μονάχα
σε μια σπείρα του τρυπανιού της ιστορίας,
που στρέφεται και προχωρεί
σε μιαν αέναη διάτρηση του χρόνου.
Κι είναι η μόνη που μας μένει επιλογή
να λικνιστούμε στον ρυθμό της περιδίνησης.

~.~

Ο ΧΡΟΝΟΣ

Ανακωχή ζητώ η τρελή
στου χρόνου τ’ άτιμο σκυλί,
μα εκείνο, δε φιλιώνει·
είναι διώκτης μου γοργός
ο χρόνος ο σιδηρουργός·
με πελεκάει στ’ αμόνι.

Ο χρόνος ντύνεται γιατρός·
και σύμμαχος· και κηπουρός·
φυτεύει στην αυλή μου
του παραδείσου τη μηλιά,
βάτους, βοτάνια, περγουλιά,
και ρόδο της ερήμου.

Ο χρόνος είναι συνοδός·
μ’ έχει αγκαζέ του συνεχώς·
τις τσέπες μου γεμίζει
μ’ ορμήνιες σε παλιόχαρτα,
στου κόσμου την εξώπορτα
ως με ξεπροβοδίζει.

ΑΝΝΑ ΣΠΥΡΑΤΟΥ

*

*

*

«Τρεις εναντίον ενός» και άλλα σονέτα

*

ΣΤΑΓΟΝΑ

Μονάχα η θάλασσα του διάβρωνε τη θλίψη·
στο τραύμα το αίμα τού το ξέραινε τ’ αλάτι.
Ξάπλωνε το κορμί του στη νερένια πλάτη·
ήξερε· κείνη δεν θα τον εγκαταλείψει…

Παιδί ερωτεύτηκε το βότσαλο, το φύκι
την αχιβάδα που ανοιγόκλεινε τα χείλη·
το λάγνο κάλεσμα στο ξύπνημα του Απρίλη:
«Δώς’ μου τα μάτια σου να πλύνω από τη φρίκη…»

Εκεί τ’ ακούμπαγε τα μαύρα μυστικά του
κι αυτή τον βάφτιζε πάλι άνθρωπο· και πάλι·
και τού ’παιρνε μέχρι τον φόβο του θανάτου!

‘Ώσπου μία μέρα, μια μορφή στην υγρή αγκάλη·
ήταν του Αλέξανδρου του βασιλιά η γοργόνα!
Τα χέρια του άπλωσε και γίνηκε σταγόνα…

~.~

(περισσότερα…)