«Πατροθεσία» όπως τεκνοθεσία

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

Κάθε ταινία με πρωταγωνιστές παιδιά δεν είναι οπωσδήποτε και μια ταινία για την παιδική ηλικία. Τι σημαίνει άλλωστε παιδική ηλικία; Είναι ίδια ενός παιδιού στη Δυτική Ευρώπη και ενός παιδιού στην υποσαχάρια Αφρική; Η έννοια είναι μάλλον μια καταχρηστική γενίκευση που έχει πάρει κάποιες ακραίες διαστάσεις κατά τον τελευταίο αιώνα και είναι, βέβαια, κατασκεύασμα των ενηλίκων. Το βλέμμα τους πέφτει χαϊδευτικά πάνω στα παιδιά, προστατευτικά, τα ανάγει σε μιαν απόλυτη αξία, σε έναν «χρυσό αιώνα» της δικής τους ηλικιακής τροχιάς. Τα ίδια τα παιδιά εσωτερικεύουν αυτό το βλέμμα και διεκδικούν επιτακτικά πολλές φορές την «παιδικότητά» τους. Μια παιδικότητα που κολακεύει τον ναρκισσισμό των ενηλίκων, καθώς τα θωπεύουν, με όλες τις σημασίες του όρου, έχοντας έτσι την εγγύηση ότι δεν θα παλινδρομήσουν και δεν θα απολέσουν την, κοπιωδώς κεκτημένη, ωριμότητά τους. Υπάρχουν ίσως τόσες παιδικές ηλικίες όσες και παιδιά.

Με μιαν από αυτές τις παιδικές ηλικίες έρχεται αντιμέτωπη και η Σαρλότ Ρήγκαν στην ταινία της Το Αλάνι. Μια ηλικία άγρια καθότι η ηρωίδα έχει χάσει τη μητέρα της, ζει χωρίς τον πατέρα της, είναι μόνη στο σπίτι, διατρέχοντας συνεχώς τον κίνδυνο να τεθεί υπό την κηδεμονία της Κοινωνικής Πρόνοιας, και είναι μόλις δώδεκα χρόνων. Είναι άγρια διότι η ηρωίδα έχει υπερβεί ήδη το όριο της νομιμότητας, κλέβοντας κυρίως ποδήλατα, κι αυτό δίνεται από τη σκηνοθέτιδα και βιώνεται από την ηρωίδα σαν να είναι κάτι απλό και φυσικό, σαν μια δραστηριότητα που η ίδια καταλαβαίνει ότι διώκεται μεν από τον νόμο, αλλά που εντάσσεται σε ένα κανονικό ρυθμό ζωής και επιβίωσης στο ζωτικό της περιβάλλον. Αυτό δεν θα αλλάξει ακόμη κι όταν εμφανισθεί ο πατέρας της μικρής ηρωίδας, που ναι μεν θα διαπιστώσει ότι το ποδήλατο της κόρης του είναι κλεμμένο, αλλά δεν θα διστάσει να αποπειραθεί να κλέψει μαζί της κάποιο άλλο.

Η «παιδικότητα» της ηρωίδας, της Τζόρτζι, δεν οδεύει επομένως στην πεπατημένη. Όταν εμφανισθεί ο πατέρας της, μετά τον θάνατο της μητέρας της, η συμπεριφορά της δεν θα είναι καθόλου ενός παιδιού, που έστω έχει ένα κενό της πατρικής φιγούρας. Θα είναι σκληρή απέναντι σε έναν πατέρα, που, από τη μεριά του, δεν θα της χαριστεί εξίσου και δεν θα αντιμετωπίσει με συγκατάβαση την παιδική της απόρριψη. Αυτός θα μπει και θα εγκατασταθεί στο σπίτι σχεδόν εκβιαστικά, επισείοντας τον μπαμπούλα της Κοινωνικής Πρόνοιας. Καμιά οιδιπόδεια έλλειψη λοιπόν για το κορίτσι, αλλά μια ακύρωση του Οιδίποδα, που αντισταθμίζεται με την προσκόλληση σε μια φαλλική μητέρα. (περισσότερα…)

Τα ιδιωτικά πανεπιστήμια κερκόπορτα του γουοκισμού;

*

της ΙΩΑΝΝΑΣ ΤΣΙΒΑΚΟΥ

Η συζήτηση που αναπτύχθηκε γύρω από το νομοσχέδιο για τα ομόφυλα ζευγάρια έφερε και στην Ελλάδα έναν προβληματισμό, που έχει ήδη αναπτυχθεί στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, σχετικά με το κίνημα woke, ήτοι το κίνημα των «αφυπνισμένων». Πρόκειται για ιδεολογικό ρεύμα που βρήκε πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί στις ΗΠΑ και ιδίως στα τμήματα σπουδών φύλου ή φυλής, μετά την έκπτωση των δυτικο-ευρωπαϊκών  αξιών και την εκτίναξη του μηδενισμού.  Η αριστερή αμερικανική διανόηση, με επί κεφαλής το γυναικείο κίνημα, εξαρτημένη στο παρελθόν σε μεγάλο βαθμό από την αντίστοιχη ευρωπαϊκή, αφού αγκάλιασε και εν πολλοίς παραποίησε τον γαλλικό αποδομισμό και μεταδομισμό, βρήκε στις μέρες μας πρόσφορο έδαφος για να ανεξαρτητοποιηθεί από τον ευρωπαϊκό πολιτισμό, στρεφόμενη προς τα ατομικά δικαιώματα των μειοψηφιών.

Σήμερα, στις ΗΠΑ, το κίνημα του γουοκισμού το έχει προσεταιριστεί το Δημοκρατικό κόμμα ενώ το αντιμάχεται το Ρεπουμπλικανικό, με αποτέλεσμα το πρώτο να ανεμίζει τη σημαία της προόδου, μιλώντας για πολιτική ορθότητα και για υπεράσπιση των δικαιωμάτων όσων ατόμων έχουν επί αιώνες υποφέρει από την εξουσία του «λευκού άντρα», όπως αυτή έχει αποτυπωθεί σε κείμενα και έργα τέχνης που μας κληροδότησε ο αρχαίος ελληνικός και ρωμαϊκός πολιτισμός, η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός. Κάθε νόημα, κάθε έννοια, ακόμη και κάθε λέξη ή έργο τέχνης που ριζώνει σε αυτούς τους πολιτισμούς, γίνεται όχι μόνο σημείο αντιπαράθεσης, αλλά σημείο εκδίωξης και περιφρόνησης από τους υπερασπιστές του γουοκισμού. Ο «λευκός άντρας» είναι ο εχθρός και η αναφορά οποιουδήποτε διανοούμενου, καθηγητή ή καλλιτέχνη σε κάποιο μεγάλο στοχαστή που υπήρξε «λευκός άντρας» (π.χ., στον Αριστοτέλη, στον Κικέρωνα, στον Σαίξπηρ, στον Καντ, στον Δαρβίνο, και πάει λέγοντας), κινητοποιεί έντονες αντιδράσεις με κύριο σκοπό τη φίμωσή του.  Το κίνημα των «αφυπνισμένων» θέτει σε κάθε αντιφρονούντα το σημάδι του αποσυνάγωγου, όπως παλιά ο ναζισμός έθετε το άστρο του Δαυίδ στους Εβραίους.

Ο γουοκισμός δεν σταματά εδώ. Από κίνημα εναντίον των κοινωνικών διακρίσεων έγινε κίνημα εναντίον κάθε διαφοράς, και ιδίως των βιολογικών διαφορών. Δεν υπάρχει φύλο, δεν υπάρχουν βιολογικά φαινόμενα, δεν υπάρχει άρρεν και θήλυ, αφού όλα είναι πολιτισμικές κατασκευές. Υπό το πρόσχημα της καταργήσεως των διακρίσεων, έφθασε στην κατάργηση των διαφορών, ακόμη και των βιολογικών, εξ ου και η νομιμοποίηση της παρένθετης κύησης όχι μόνο για ιατρικούς λόγους.  Ο ολοκληρωτισμός του  λέγειν και πράττειν του γουοκισμού προσελκύει μέρος της νεολαίας της Δύσης, το οποίο, ελλείψει άλλων ιδανικών, σπεύδει να καταγγείλει με βιαιότητα κάθε πολιτισμική δημοκρατική κατάκτηση που θέσπισε την ελευθερία του δυτικού «λευκού άντρα» εις βάρος όσων απέκλιναν βιολογικά, ενώ αφήνει στο απυρόβλητο της κριτικής του τη διαφορά καπιταλιστή-εργαζομένου, εξ ου και ο εναγκαλισμός του γουοκισμού από τις μεγάλες εταιρείες του διαδικτύου. (περισσότερα…)

Ο εκστατικός λόγος του μύθου

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Νίκος Ξένιος, Αλλοτεκοίτη:
Εκεί που χάθηκε η βλάστηση,
Κριτική, 2023

Διαβάζοντας τον τίτλο του νέου μυθιστορήματος του Νίκου Ξένιου Αλλοτεκοίτη, αισθάνεσαι αμέσως ένα είδος παραξενέματος, που επιτείνεται από την αίσθηση του δυσοίωνου που προκαλεί ο υπότιτλος Εκεί που χάθηκε η βλάστηση. Με μια πρώτη ματιά πρόκειται για μια δυστοπική ιστορία που αφορά το μέλλον και μας δείχνει την δυσάρεστη τροπή που θα πάρει μια ήδη υπάρχουσα ανυπόφορη κατάσταση, όμως καθώς το παρόν της αφήγησης τοποθετείται στο πολύ κοντινό 2050, με δύο αναδρομές στο παρελθόν, στο 2011 αλλά και στον 19ο αιώνα, παρόν και μέλλον αναμειγνύονται και η διαφορά τους σχεδόν καταργείται. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το πού, ο τόπος, εκεί όπου έχει χαθεί η βλάστηση, που εύκολα μπορούμε να τον ταυτίσουμε με τον Θεσσαλικό Κάμπο, μία άλλοτε-κοίτη, που πριν ένα χρόνο με τις πλημμύρες ξανάγινε θάλασσα, κοίτη ποταμού ή λιμνοθάλασσας, όπως ήταν στα αρχαία χρόνια, με τα επιβλητικά Μετέωρα να ορθώνονται μέσα στην αχλύ της περήφανης μοναξιάς τους.

Στην ιστορία μας, στη θέση ενός ξεραμένου ποταμού χτίζεται μια πόλη, η Αλλοτεκοίτη, ενώ η κάποτε εύφορη, καλλιεργήσιμη κοιλάδα έχει καταντήσει άνυδρη έρημος, τα χωριά έχουν συρρικνωθεί και όσοι νοσταλγούν το πράσινο καταδιώκονται, και έχουν αποσυρθεί σε οικισμούς στα κορφοβούνια της Μάβρης, που δεν υπολείπονται σε αγριότητα από τα γνωστά μας Μετέωρα, ακολουθώντας, θα λέγαμε, την παράδοση των ανταρτών, που καταφεύγουν στις απάτητες βουνοκορφές, προσπαθώντας να σπείρουν τον σπόρο της εξέγερσης και στους υπόλοιπους. Στην εξουσία βρίσκεται το κόμμα «Νέοι Δρόμοι για τον Λαό», που επιβάλλει ένα απολυταρχικό καθεστώς που διαχειρίζεται με άθλιο τρόπο το περιβάλλον, καταστρέφοντας τη γη βιολογικά, χημικά και μορφολογικά, ένα αυταρχικό καθεστώς, όπου όλοι είναι υποταγμένοι στις τεχνοκρατικές και γραφειοκρατικές δομές του, με αποτέλεσμα τη στέρηση των πολιτικών ελευθεριών και αβάστακτες συνθήκες διαβίωσης. (περισσότερα…)

Τα δικαιώματα του χθες και του σήμερα

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Ο χρόνος κυλά και το ρεύμα του παρασύρει τις παλιές σημασίες και μαζί με τα νέα συστήματα ιδεών αφήνει να αναδυθούν στην επιφάνεια καινούργιες. Τα «δικαιώματα του Θεού» έδωσαν τη θέση τους στα «ατομικά δικαιώματα του ανθρώπου», το ουσιοκρατικό «κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσιν» της Εκκλησίας των πιστών το διαδέχθηκε ο φυσιοκρατικός υπαρξισμός της μονάδας. Εντούτοις στην Ελλάδα τα προνεωτερικά δικαιώματα αρνήθηκαν να χαθούν στη λήθη της Ιστορίας για χάρη των νεωτερικών αντιπάλων τους. Η κραταιή παράδοση συνυπάρχει, άλλοτε με όρους δημιουργικής αλληλεπίδρασης και άλλοτε σε συνθήκες σφοδρής σύγκρουσης, μέσα στον νου των Νεοελλήνων. Πώς μπορούμε να μιλάμε για οποιοδήποτε φλέγον κοινωνικό ζήτημα όταν δεν λαμβάνουμε υπόψη ότι η σύγχρονη ελληνική σκέψη μοιάζει στην καλύτερη περίπτωση με χωνευτήρι, συνηθέστερα όμως με πεδίο μάχης;

Μα πρώτα από όλα ἡ τῶν ὀνομάτων ἐπίσκεψις: Ο Ψαλμός 118 στην Παλαιά Διαθήκη αποτυπώνει ποιητικά την αγωνιώδη προσπάθεια του πιστού να φανεί αντάξιος των δικαιωμάτων του Θεού (5: ὄφελον κατευθυνθείησαν αἱ ὁδοί μου τοῦ φυλάξασθαι τὰ δικαιώματά σου· 8: τὰ δικαιώματά σου φυλάξω· 12: δίδαξόν με τὰ δικαιώματά σου κλπ.). Η λέξη υποδηλώνει εδώ τις προσταγές του Θεού στον άνθρωπο, μιλάμε άρα για την υποχρέωση που έχει το δημιούργημα απέναντι στον Δημιουργό του. Ωστόσο, το γεγονός της Πτώσης περιπλέκει τα πράγματα και βρίσκει τελικά τον άνθρωπο σε έναν συνεχή αγώνα για να υπερβεί την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει στην παρούσα ζωή, με σκοπό την επάνοδο του στην πρότερη συνθήκη του, ως κοινωνού του θεϊκού σχεδίου. Τα δικαιώματα της νεωτερικότητας δεν είναι τέτοιου είδους· αυτά παρέχονται από τη φύση στον άνθρωπο από τη στιγμή της γέννησής του και τον συντροφεύουν καθ’ όλη τη διάρκεια της υλικής του ύπαρξης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο παρατηρούνται και άλλες σημασιολογικές μεταθέσεις καθώς περνάμε από το ένα σύστημα στο άλλο, και μάλιστα σε ακρογωνιαίες λέξεις. Επί παραδείγματι, η κεντρικότατη χριστιανική έννοια της φιλανθρωπίας, εγγενές χαρακτηριστικό του ίδιου του Χριστού και κατά συνέπεια οποιουδήποτε πιστού επιθυμεί να πολιτεύεται «χριστομίμητα», μετενσαρκώνεται στην αποϊεροποιημένη ανακούφιση του συνανθρώπου, ο οποίος, όπως και εμείς, έχει σε τούτη τη ζωή το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια.

Στην ελληνική κοσμοθεωρία τα δικαιώματα κατέχουν φυσιολογικά κεντρική θέση. Το παράδοξο είναι ότι η ύλη που περιβάλλει το κέντρο δεν διακρίνεται από σταθερότητα· πρόκειται περισσότερο για μία εύπλαστη μάζα μέσα στην οποία συνυπάρχουν και συγκρούονται παραδοσιακά και νεωτερικά στοιχεία, προερχόμενα από διαφορετικά συστήματα θεώρησης πάνω στην ανθρώπινη ύπαρξη. Κάθε ένα από αυτά έχει τους θεωρητικούς του, καθώς και τους δημόσιους υποστηρικτές του. Η ιδιωτική σφαίρα διαφέρει – άλλοι προσχωρούν στις τάξεις ενός εκ των δύο, ενώ άλλοι δέχονται επιρροές εξ αμφοτέρων. Καλό είναι πάντως να έχουμε υπόψη μας ότι ακόμα και όσοι διατρανώνουν την άθεη προοδευτικότητά τους έχουν, έστω και εν αγνοία τους, τον σπόρο της προνεωτερικότητας μέσα τους. Αλήθεια, υπάρχει κάποιος ανάμεσά μας που σκάβοντας στα τρίσβαθα της συνείδησής του θα αρνιόταν τη δωρεάν ιατρική περίθαλψη στον συνάνθρωπό του; Και όμως, σε χώρες τις πεφωτισμένης Δύσης κατά τη διάρκεια της πανδημίας υπήρχαν φωνές που υποστήριζαν ότι οι αρνητές του ιού κόβιντ και οι αντιεμβολιαστές δεν θα έπρεπε να δικαιούνται νοσηλείας. Στα καθ’ ημάς, η χριστιανική φιλανθρωπία, απόρροια των δικαιωμάτων του Θεού, δεν αποδιώχνεται εύκολα από το συλλογικό υποσυνείδητο. (περισσότερα…)

Λορέντσο Βάλλα, Εγκώμιο Αγίου Θωμά Ακινάτη

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς οι Δομινικανοί εισήγαγαν την παράδοση να προσκαλούν εξέχουσες προσωπικότητες εκτός του τάγματος προκειμένου να απευθύνουν πανηγυρικούς για τον Άγιο Θωμά Ακινάτη κατά την 7η Μαρτίου, την ημέρα τίμησης και μνήμης του. Στη σχετική παράδοση των Δομινικανών της Ρώμης, η παλαιότερη ομιλία που διασώζεται είναι εκείνη του Λορέντσο Βάλλα, θεμελιωτή της νεότερης φιλολογίας και ιστορικής κριτικής, η οποία εκφωνήθηκε το 1457 στη Βασιλική της Santa Maria sopra Minerva. Ο λόγος του Βάλλα, βέβαια, είναι ο λιγότερο αντιπροσωπευτικός και έχει πολλάκις χαρακτηρισθεί «αντι-πανηγυρικός». Δεν είναι τυχαίο ότι, καθώς μαθαίνουμε από συγκαιρινές πηγές, έτυχε ιδιαιτέρως δυσμενούς υποδοχής. Λαμβάνοντας υπόψη την εκτεταμένη αναζωογόνηση του θωμισμού στις αρχές του 15ου αιώνα –με τον Ακινάτη να έχει καταστεί κεντρικό σημείο αναφοράς της δομινικανής αυτοσυνειδησίας και τη Summa να επισκιάζει ως εγχειρίδιο ακόμα και τις Sententiae του Πέτρου Λομβαρδού–, οι ακροατές ενός λόγου που όχι μόνον αμφισβητούσε τη διαιώνια και υπερχρονική αξία της θωμιστικής φιλοσοφίας αλλά, εμμέσως πλην σαφώς, την καταδείκνυε και ως παράδειγμα προς αποφυγή, πρέπει να ένιωσαν τουλάχιστον αμήχανα. Στο Εγκώμιο του Αγίου Θωμά Ακινάτη ο Βάλλα συνοψίζει αφενός τις ρηξικέλευθες αντιμεταφυσικές του θέσεις και αφετέρου τον βιβλικό ανθρωπισμό που θα επηρέαζε αποφασιστικά μεταγενέστερους συγγραφείς, και πιο χαρακτηριστικά τον Έρασμο.

Στο προοίμιο ο Βάλλα υπερασπίζεται την πρακτική της επίκλησης των θείων κατά την έναρξη μιας ομιλίας. Στη διήγηση παρουσιάζει ένα μακροσκελές σκεπτικό δυσπιστίας απέναντι στην τυπική διάκριση των αγίων σε «μάρτυρες» και «ομολογητές», εντός της οποίας οι δεύτεροι θεωρούνται γενικά υποδεέστεροι των πρώτων. Ο Θωμάς, εξηγεί ο Βάλλα, αν και συγκαταλέγεται στους «ομολογητές», είναι στην πραγματικότητα ανώτερος από πολλούς «μάρτυρες». Οδηγώντας δε το σκεπτικό στην υπερβολή, φθάνει να τον συγκαταριθμήσει μεταξύ των Χερουβείμ και των Σεραφείμ, προκειμένου ακριβώς να αναγνωρίσει, γρήγορα και έντεχνα, την ανάγκη να τον εγκωμιάσει με αυστηρή αίσθηση του μέτρου. Στη σχετικά σύντομη απόδειξη ο Θωμάς επαινείται τόσο για τις αρετές του όσο και για τα σημάδια θεϊκής εύνοιας που συνόδευσαν τη ζωή του.

Το πιο διάσημο μέρος της ομιλίας του Βάλλα είναι, δίχως αμφιβολία, ο έλεγχος. Εκεί ο Βάλλα, αφού μεμφθεί με λεπτότητα την υποτιθέμενη πανεπιστημοσύνη του Ακινάτη, στρέφεται εναντίον τόσο του αντικειμένου, όσο και της ορολογίας της σχολαστικής μεταφυσικής. Για το πρώτο παρατηρεί ότι η σύμφυρση της θεολογίας με την –εγγενώς– σαθρή φιλοσοφία καταφέρνει μόνον να επιτείνει την άγνοια και την περιπλοκή γύρω από ιερά ζητήματα. Ως προς το δεύτερο, υπενθυμίζει τον βεβιασμένο/απερίσκεπτο χαρακτήρα της μεταφοράς ελληνικών φιλοσοφικών όρων στα λατινικά καθώς και ότι οι Λατίνοι πατέρες της εκκλησίας, κατεξοχήν εκείνοι του 4ου και του 5ου αιώνα, ουδέποτε υιοθέτησαν τέτοια ορολογία. Εκφράζοντας, λοιπόν, την αποστροφή του απέναντι στην τεχνητή και αφύσικη γλώσσα της σχολαστικής και πιστός στην προάσπιση του πρωτείου της ρητορικής έναντι της φιλοσοφίας, προβάλλει ως ανώτατο πρότυπο θεολογικού λόγου και ύφους τον Παύλο. Στον επίλογο ο Βάλλα παρουσιάζει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αποτίμηση και αντιπαραβολή των διδασκάλων της εκκλησίας σε Δύση και Ανατολή, δίνοντας στον Θωμά μια θέση πλάι στον Ιωάννη Δαμασκηνό.

~.~

ΛΟΡΕΝΤΣΟ ΒΑΛΛΑ

Εγκώμιο Αγίου Θωμά Ακινάτη [1]

I 1 Στα αρχαία χρόνια, τόσο στους Έλληνες όσο και στους Λατίνους, όταν κάποιος επρόκειτο να αγορεύσει για ένα σπουδαίο θέμα ενώπιον δικαστών ή του πλήθους, είθιστο να ξεκινά με μια επίκληση των θείων[2]. 2 Νομίζω πως τούτο το τελετουργικό εισήχθη από τους λάτρεις του αληθινού θεού, όπως άλλωστε και οι θυσίες, οι απαρχές[3], οι ιεροτελεστίες και άλλες μορφές τίμησης των θείων. Έπειτα δε, τούτο το τελετουργικό, όπως και όλα τα υπόλοιπα, μεταφέρθηκε από την αληθινή θρησκεία στις ψεύτικες. Αναμφισβήτητα, από όλα τα πράγματα που κάνουν οι άνθρωποι τούτο ξεχωρίζει ως η τερατωδέστερη ανοσιότητα και αποτελεί, ενδεχομένως, τη ρίζα όλων των κακών: να αποτίνουν τη θρησκευτική λατρεία που οφείλεται στον αθάνατο θεό και μοναδικό δημιουργό, στους θνητούς και τα δημιουργήματα. 3 Τούτη η συνήθεια, αφού ευδοκίμησε για πολλούς αιώνες και στα δύο έθνη, άρχισε σταδιακά να χάνει τη δύναμή της και οι άνθρωποι, είτε επρόκειτο να υπερασπιστούν καλό σκοπό, είτε κακό, έπαψαν να επικαλούνται τα θεία. Όσοι υπερασπίζονταν κακό σκοπό έπαψαν να τα επικαλούνται είτε επειδή δεν πίστευαν ότι υπάρχουν θεοί, είτε επειδή τους έτρεμαν (αφού, οποιοσδήποτε απευθύνει μια ικεσία στους θεούς, την απευθύνει προκειμένου να διασφαλίσουν την αλήθεια και τη δικαιοσύνη, πράγματα που ο κακός αποστρέφεται). Όσοι από την άλλη υπερασπίζονταν έναν καλό σκοπό, αφενός ήθελαν να καλλιεργούν την εντύπωση πως αποδίδουν μεγαλύτερη βάση στη θεσμοσύνη τους έναντι της κηδεμονίας των θεών, αφετέρου θεωρούσαν πως θα φαίνονταν πιο ανδροπρεπείς και σπουδαίοι εάν δεν κατέφευγαν διαρκώς σε ικεσίες προς τους θεούς όπως κάνουν οι γυναίκες (καθώς θεωρείτο τότε γυναικίσιο, και όχι ανδροπρεπές, να επικαλείσαι τα θεία, για αυτό και ο Κάτων -στον Σαλούστιο- λέει: «η αρωγή των θεών δεν εξασφαλίζεται ούτε με υποσχέσεις, ούτε με γυναικίσια παρακάλια»[4]). (περισσότερα…)

-> Από πού να ξεκινήσω; #2 Γιάννης Ρίτσος

*

Νιώθουμε συχνά την επιθυμία να ασχοληθούμε σε βάθος με ποιητές, πεζογράφους, καλλιτεχνικά κινήματα και σχολές. Ωστόσο μας δυσκολεύει πολλές φορές ο όγκος τους, η διαφορά του ύφους τους ανά περιόδους και χρονικές φάσεις, καθώς και ο φόβος μιας εσφαλμένης πρώτης εντύπωσης που θα μας αποθαρρύνει. Στο πνεύμα αντίστοιχων εκλαϊκευτικών και βοηθητικών άρθρων για συγγραφείς, σκηνοθέτες, μουσικούς κ.ο.κ., που αφθονούν σε ιστότοπους του εξωτερικού, ο Θάνος Γιαννούδης επιδιώκει να σκιαγραφήσει έναν οδικό χάρτη ανάγνωσης του νεοελληνικού ποιητικού τοπίου. Έναν χάρτη σε καμία περίπτωση πατερναλιστικό, παρά περισσότερο βοηθητικό για τον νέο, καλοπροαίρετο και –κυρίως– απροκατάληπτο αναγνώστη.

~.~

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
1909-1990

-> Από πού να ξεκινήσω;

Το συνηθέστερο και προσφιλέστερο κατώφλι για την εισαγωγή στον εκτενέστατο ποιητικό κόσμο του Γιάννη Ρίτσου είναι πιθανότατα ο ενιαίος τόμος της Τέταρτης Διάστασης. Στους –θεατρικά σκηνοθετημένους– μονολόγους της συλλογής, ο αναγνώστης θα έρθει σε επαφή με μια νέα οπτική πάνω σε πασίγνωστους αρχαίους μύθους, θα αισθανθεί τον έντονο υπαρξιακό πόνο του μοντέρνου και μεταπολεμικού ανθρώπου όπως αποτυπώνεται στους κατά βάση ηττημένους ήρωες που ο Ρίτσος πλάθει, ενώ θα βιώσει υπόγεια (κι ενίοτε κι εμφανέστερα) μια υπόγεια κοινωνική και πολιτική διάσταση που συνέχει τη συλλογή ως διαρκές σχόλιο, δίχως, ωστόσο, να γίνεται κυρίαρχη και πατερναλιστική έναντι της γενικότερης εικόνας. Είτε στις θεωρητικά αρχαιοπρεπέστερες εκφάνσεις της (Ορέστης) είτε στην εξέταση της παρακμής και του θρυμματισμού των ονείρων στη μοντέρνα πόλη και τον απομαγεμένο μεταπολεμικό κόσμο (Η σονάτα του σεληνόφωτος) είτε ακόμα και στο έμμεσο κάλεσμα για κοινωνικοπολιτική αφύπνιση (Όταν έρχεται ο ξένος), η συλλογή αποτελεί μια δυνατή εισαγωγή στη γραφή του Ρίτσου, τόσο με τα πολλαπλά προτερήματα όσο και με τα δεδομένα (κατά βάση, την πολυλογία ορισμένων τμημάτων) ελαττώματά του. (περισσότερα…)

Μακάβριος χορός

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 01:24
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Στην πιο διάσημη ίσως σκηνή του παγκόσμιου κινηματογράφου πρωταγωνίστησαν… φροντιστές και βοηθοί. Η ώρα ήταν προχωρημένη και το γύρισμα είχε τελειώσει όταν ο Μπέργκμαν και ο φωτογράφος του, Γκούναρ Φισερ, είχαν την ιδέα του «Μακάβριου χορού», της κινηματογραφικής δηλαδή εκδοχής του μεσαιωνικού «danse macabre» ή «Totentanz», της γυροβολιάς του Χάρου που πάει μπροστά και σέρνει πίσω τους αποθαμένους, για να θυμηθώ τα δικά μας αντίστοιχα. Κι επειδή οι ηθοποιοί είχαν σχολάσει, τα ρούχα τους φόρεσαν τεχνικοί και εργάτες που είχαν απομείνει στο σετ. Ισχύει λοιπόν, ο θάνατος μας εξισώνει – για να παραφράσω κι έναν δικό μας ποιητή.

~.~

Όσο περισσότερα βιβλία ή φιλμ βιογραφικά βλέπει κανείς, τόσο πιο φανερό γίνεται: το πιο δυσεξήγητο πράγμα στον κόσμο είναι το μεγαλείο. Γιατί ο Βοναπάρτης, γιατί ο Λέοναρντ Μπερνστάιν υπήρξαν σπουδαίοι, γιατί εξακολουθούν από τον τάφο τους να μας ενδιαφέρουν, να μας γοητεύουν, να μας συνταράσσουν, ενίοτε να μας ενοχλούν; Ο Ρίντλεϋ Σκοτ στην (θεαματικά ναυαγισμένη) ταινία του «Ναπολέων» και ο Μπράντλεϋ Κούπερ στον δικό του (αξιοθέατο πάντως) «Μαέστρο» ουσιαστικά το ομολογούν: ιδέα δεν έχουν. Το μουσικό ή το στρατιωτικό χάρισμα, το βουλητικό θεμέλιο, η τρομερή δύναμη που προϋποθέτει και αποπνέει κάθε κορυφαίο έργο είναι πράγματα ψυχικώς ανεξιχνίαστα, άρα απερίγραπτα: κανείς βιογράφος δεν μπορεί να τα αναπαραστήσει για τον απλό λόγο ότι κανείς βιογράφος δεν μπορεί να τα κατανοήσει.

Οι καλοί βιογράφοι αυτά τα γνωρίζουν και περιορίζονται στα όσα μπορούν: στο αράδιασμα των εξωτερικών, των αντικειμενικών συμβάντων. Δίνουν έτσι μια ιδέα της εποχής, του μιλιέ, του περίγυρου, των συνθηκών, του σκηνικού διάκοσμου εντέλει. Οι κακοί και οι μέτριοι, και φοβάμαι ότι σ’ αυτούς ανήκουν και οι δυο που προανέφερα, δεν κάνουν ούτε αυτό αλλά κυνηγούν τη χίμαιρα. Προσπαθούν να δουν το βλέμμα της Μέδουσας πάνω στην ασπίδα του Περσέα. Κόλπο παρόμοιο με εκείνο που επιστρατεύουν οι αστρονόμοι όταν παρατηρούν τις μελανές οπές του Σύμπαντος. Καθώς τις ίδιες δεν μπορούν να τις δουν, αφού καταπίνουν τα πάντα ακόμη και το ίδιο τους το φως, μελετούν τα ουράνια σώματα που περιδινίζονται γύρω τους.

Πόσο μάταια ωστόσο! Γιατί ούτε η Ιωσηφίνα ντε Μπωαρναί ούτε η Φελίσια Μοντεαλέγκρε, που σπαταλούν τόσα πλάνα, έχουν κάτι, το παραμικρό, να μας μαρτυρήσουν για τα ηγετικά ή καλλιτεχνικά κατορθώματα των συζύγων τους. Αυτό το χούι της εποχής μας, προϊόν ίσως ανεπίγνωστου φθόνου για την κατωτερότητά της, να παρουσιάζει τις εξέχουσες φυσιογνωμίες του παρελθόντος σαν ανθρωπάκια διαρκώς ετοιμόρροπα, σαν μισοαυτιστικά ρομποτάκια (Ναπολέων) ή λάγνα κτήνη (Μπερνστάιν) για να μας δείξει τάχα τη «λοξότητά» τους, είναι μια (αυτ)απάτη.

Αλίμονό μας αν ήταν όλοι οι λοξοί της ιστορίας κορυφαίοι. Στην πραγματικότητα αυτοί οι τελευταίοι είναι ελάχιστοι και ανάμεσά τους κάμποσοι που δεν είναι διόλου, μα διόλου λοξοί, αλλά το αντίθετο άνθρωποι κομιλφώ, κοινοί, βαρετοί. (Μπορεί κανείς να φανταστεί μια ταινία βιογραφική για τον Καντ ή τον Μπαχ, λ.χ. και το κοινό από κάτω να μη χασμάται ακατάσχετα;)

Θα το ξαναπώ με τα λόγια του Γιώργου Σεφέρη. Το ψυχικό βάθος του δημιουργού ανθρώπου δεν μπορεί να βολιδομετρηθεί. Η βολίδα που φανταζόμαστε ότι έχουμε γι’ αυτόν τον σκοπό, είναι κοντή.

~.~ (περισσότερα…)

Μυστικά νερά

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 29.Ι.24
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*
ΜΥΣΤΙΚΑ ΝΕΡΑ

Περπατάς στις ανηφοριές των βουνών και ξαφνικά κάτι σκιρτάει μέσα σου. Ακούς τον γνώριμο ήχο του νερού, που κατρακυλάει χαρούμενο. Τρέχεις τότε να το συναντήσεις και να προσεταιριστείς την αστραφτερή δροσιά και τη λάμψη του. Ναι, είναι το απόκρυφο, το μυστικό, το κρυφό νερό, που τρέχει διάφανο, μοναχικό και πάναγνο μέχρι να φτάσει κάτω στους οικισμούς και την ασύδοτη ανθρώπινη συνύπαρξη. Σκύβω και πλένω τα χέρια μου και μαζί το πρόσωπό μου. Πίνω και γεύομαι την αφρίζουσα καταρροή του. Ξεκουράζομαι στη θέα και την ομορφιά της εικόνας του. Του λέω ότι μου μοιάζει και το πιστεύει. Αφού άλλωστε με βλέπει κι αυτό προσεχτικά μέσα από τα χίλια βλέμματά του. Τι εμπειρία κι αυτή: να σε κοιτάζει το νερό και να σε εγκρίνει.

*

*

(περισσότερα…)

Ἀποχαιρετισμὸς στὸν ἄνθρωπο, ποιητὴ καὶ φίλο Νίκο Λεβέντη καὶ ὥριμο Καλωσόρισμα στὸ ἔργο του

*

του ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΤΙΛΗ

 (ἐπιμνημόσυνο τρίπτυχο)

I.

1976-1977. Ἦ­ταν κά­ποι­ο ἀ­πὸ ἐ­κεῖ­να τὰ ζε­στὰ Κα­λο­καί­ρια τῆς Με­τα­πο­λί­τευ­σης, ὅ­ταν τὰ δύ­ο ζευ­γά­ρια ἔ­βγαι­ναν μα­ζὶ γιὰ κά­ποι­ον και­ρὸ βρά­δυ Σαβ­βά­του – δι­ά­λειμ­μα δρο­σε­ρὸ μὲ φόν­το τὴν πυ­ρε­τώ­δη ἀ­με­ρι­μνη­σί­α τῆς Ἐ­πο­χῆς. Τὸ ἄ­κου­γα κα­θα­ρὰ σὰν τώ­ρα ἀ­πὸ τὴν Ἰ­ω­άν­να Ζερ­βοῦ, τὴν πα­ρά­φο­ρη Ὑ­πα­τί­α ἀ­πὸ τὸ φι­λο­σο­φι­κὸ πρω­το­ξύ­πνη­μα τῆς ἔμ­φυ­λης νε­ω­τε­ρι­κό­τη­τας στὴ ρὶβ γκὼς τοῦ Ση­κουά­να: Ὑ­πάρ­χουν τρεῖς Ἕλ­λη­νες ἐ­κεῖ ποὺ ἡ ἐ­πι­στρο­φή τους στὴν Ἑλ­λά­δα θὰ ἀλ­λά­ξει τὸ το­πί­ο τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν γραμ­μά­των! Κα­τά­πλη­κτος ἄ­κου­γα τρί­α ἐν­τε­λῶς ἄ­γνω­στά μου ὀ­νό­μα­τα συ­νο­μι­λή­κων: Κω­στῆς Πα­πα­γι­ώρ­γης, Ἀν­τώ­νης Ζέρ­βας, Νί­κος Λε­βέν­της! Πῶς!; Δὲν ἦ­ταν ἡ γε­νιὰ τοῦ ‘70, ὁ Γιά­ννης Κον­τός, ὁ Βα­σί­λης Στε­ριά­δης, ἡ Τζέ­νη Μα­στο­ρά­κη ποὺ ἔ­γρα­φαν τὶς φρέ­σκες λαμ­πρὲς ποι­η­τι­κὲς σε­λί­δες τῶν χρό­νων μας;…

Τὴν ἀ­πάν­τη­ση τὴν ἔ­δω­σε χρό­νια με­τὰ ὁ ποι­η­τὴς Δη­μή­τρης Ἀρ­μά­ος: «Δὲν θὰ εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κὴ ἐ­πο­χὴ ποὺ οἱ καρ­ποί της ὡ­ρί­μα­σαν στὸ ὑ­πέ­δα­φος.»

Ἡ ὑ­περ­κρα­τού­σα γε­νιὰ τοῦ ’70, αὐ­το­τε­λει­ώ­θη­κε θε­α­μα­τι­κῶς στὸ πα­λιμ­παι­δι­κὸ reunion της στὶς 19:30 τῆς Δευ­τέ­ρας τῆς 23ης Ὀ­κτω­βρί­ου 2017 στὸν κι­νη­μα­το­γρά­φο Ἀ­τλαν­τίς, στὸν ἀ­ριθ­μὸ 245 τῆς Λε­ω­φό­ρου Βου­λι­αγ­μέ­νης:

*

*

Οἱ νέ­οι θέ­λουν πάν­τα νὰ φθά­σουν νω­ρίς. Γέ­μι­σε γρή­γο­ρα ἡ Δι­ψα­σμέ­νη Με­τα­πο­λί­τευ­ση ἀ­πὸ νέ­ους φθα­σμέ­νους. Τὸ φθά­σι­μο κλη­ρο­δο­τή­θη­κε ὡς ὑ­ψη­λὴ αὐ­τα­ξί­α στὶς ἑ­πό­με­νες γε­νι­ές. Οἱ μη­χα­νὲς πα­ρα­γω­γῆς τους στὴν Ἑ­ται­ρεί­α Συγ­γρα­φέ­ων καὶ στὸν Κύ­κλο Ποι­η­τῶν δου­λεύ­ουν νυ­χθη­με­ρόν. Δὲν προ­λα­βαί­νεις νὰ ξε­φυλ­λί­σεις πιὰ τὰ (συ­νή­θως κα­τα­σκευ­α­σμέ­να) πει­στή­ρια… (Γιὰ τοὺς ἀ­πέ­ξω φρον­τί­ζει ἱ­πτά­με­νος ἕ­νας Ἵ­κα­ρος-Μπαμ­πα­σά­κης-στὸν-Κό­σμο-Του.) (περισσότερα…)

Εργοστάσιο τενεκέδων

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Η ζωή είναι ο εφιάλτης των ονείρων μας.

Το να χάνεις την δουλειά σου, είναι σαν να χάνεις την ζωή σου. Και στις δύο περιπτώσεις, δεν ξέρεις αν υπάρχει άλλη. Κι αν υπάρχει, δεν ξέρεις αν είναι καλύτερη απ’ την προηγούμενη.

Το να ξεμένεις από δουλειά στην Αθήνα, είναι σαν να κολυμπάς με αλιγάτορα σε πισίνα. Και το να ψάχνεις για δουλειά, είναι «σαν να ρίχνεις ένα ροδοπέταλο στο Γκραντ Κάνυον και να περιμένεις ν’ ακουστεί ο αντίκτυπός του».

Όταν έχασα την δουλειά μου, φράκαρε η πόρτα απ’ τους λογαριασμούς, άδειασε το ψυγείο, δυο-τρία τσιγάρα στο πακέτο, η μηχανή στην ρεζέρβα και πήρα τους δρόμους ποδαράτο…

Έλειωσα σόλες. Χτύπησα πόρτες, «έφαγα πόρτα». Πείνασα, δίψασα, νύσταξα. Κοιμήθηκα σε λεωφορεία, σε τρόλεϊ, σε παγκάκια.

Κατέληξα σ’ ένα εργοστάσιο τενεκέδων στην Ιερά Οδό. Ούτε Ιερά μου φάνηκε ούτε Οδός όπως την περιγράφει ο Σικελιανός. Ένας κωλόδρομος πηγμένος στ’ αμάξια ήτανε, πυρακτωμένη άσφαλτος, και τα πόδια μου γεμάτα φουσκάλες και ξεπετσαλιασμένα δάχτυλα. (περισσότερα…)

Δεν απειλώ – ονειρεύομαι!

*

«Αφού ως και τ’ άχρηστα μυρμήγκια και τα κουνούπια
λένε πως έχουνε φαρμάκι, πώς ζητάς
χωρίς φαρμάκι και βρισιές ν’ αντιδικώ
μ’ αυτούς που με αδίκησαν; Μου λες να μουγγαθώ,
να μπουκωθώ χορτάρι ώσπου να σκάσω;»

Έτσι ακριβώς διατύπωσε την οδύνη του ανθρώπου, ο οποίος δεν αντέχει πια να δέχεται με στωικότητα ό,τι τον αναιρεί σαν ύπαρξη, ο υπέροχος εκείνος φτωχοδιάβολος ποιητής, ο Παλλάδας ο Αλεξανδρινός.

Βέβαια, ο Παλλάδας έζησε τον 4ο μ.Χ. αιώνα, σε μιαν εποχή από εκείνες που σκληραίνουν την γλώσσα. Η ανθρώπινη ψυχή είχε μείνει μόνη, με τα ένστικτα. Ωστόσο, ανάμεσα στον Όμηρο και τον Παλλάδα –κοντά 1200 χρόνια– η συνήθεια των ποιητών να καθυβρίζουν όποιον απεχθάνονταν, με πρώτους-πρώτους τους πολιτικούς, μεγαλούργησε. Αν ο Όμηρος μας παρουσίαζε λόγια άλλων, αν έστω του χρεώσουμε μια προσπάθεια να υπερβάλει σε όλα, προκειμένου να δημιουργήσει ήρωες, τι να πούμε για τη λυρική ποίηση, την προσωπική έκφραση; Η ατομική, άμεση, ποιητική φωνή, αναδύθηκε κρατώντας στο ένα χέρι τον έρωτα και στο άλλο την πολιτική έριδα. Η ειλικρινής έκφραση του έρωτα ήταν πραγματικά κάτι καινούργιο. Μέχρι τότε ακολουθούσε τις κοινωνικές συμβάσεις. Η πολιτική έριδα, όμως, συνέχιζε μια παράδοση.

Αυτή τη φορά ο ποιητής χρεωνόταν άμεσα τις συνέπειες των παθών του. Ο Αλκαίος εξορίστηκε και κακοποιήθηκε πολλές φορές, αλλά αυτό δεν φαίνεται να έκαμψε την υβριστική διάθεσή του απέναντι στους πολιτικούς αντιπάλους του. Τον λαϊκιστή Πιττακό τον χαρακτήρισε «Στραβάδι» και «Σκουντούφλη» και «Μπούρδα» και «Σαπιοκοιλιά» και «Κούτσαβλο» και «Λεχρίτη». Ο Θέογνις από τα Μέγαρα και ο Σόλων υπήρξαν πιο «κομψοί» στις βρισιές, αλλά ο Αρχίλοχος και ο Ιππώναξ ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Οι τραγικοί ποιητές, προφυλαγμένοι πίσω από τα προσωπεία μπορούσαν να καθυβρίζουν «συμβολικά» τους πολιτικούς άνδρες, συχνά διακινδυνεύοντας την ακεραιότητά τους. Όσο για τον Αριστοφάνη… Ο «επιφανής άνδρας», που θα επιχειρούσε να παρακολουθήσει παράσταση του κωμικού ποιητή, αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο να γίνει μέρος του θιάσου, στον χειρότερο ρόλο.

Δίχως πάθη δεν γίνεται ποίηση. Κάθε άνθρωπος που φλέγεται από πάθος, θέλει να το μοιραστεί με τους άλλους. Η ποίηση, η πολιτική και ο έρωτας μοιράζονται την ανεξέλεγκτη οργή απέναντι στη ματαίωση.

Ο Μπάιρον εξευτέλισε τον Λόρδο Έλγιν στο ποίημά του Η Κατάρα της Αθηνάς και πανηγύρισε με ένα σκωπτικό επίγραμμα την αυτοκτονία του διεφθαρμένου συντηρητικού πολιτικού Κάσλριτζ. Ο Σέλλεϋ χαρακτήρισε «χασάπηδες» τους Άγγλους συντηρητικούς και τους παρουσίασε σαν αιμοσταγείς δαίμονες στη Μάσκα της Αναρχίας. Ο Ρεμπώ φώναξε «πουτάνα» το Παρίσι στο Παρισινό Όργιο. Ο Οσίπ Μαντελστάμ παρομοίασε τα δάχτυλα του Στάλιν με δέκα παχιά σκουλήκια και τα μουστάκια του με κατσαρίδες. Ο Έζρα Πάουντ αποκάλεσε τους Αμερικανούς πολιτικούς «κωλομέρια», «σαύρες», «γυμνοσάλιαγκες», «σκουλήκια», «βρικόλακες», «πασαλειμμένους με σκατά». Ο Μαγιακόβσκη ξεκίνησε ένα ποιητικό αριστούργημα, το Σύννεφο με Παντελόνια, γράφοντας πως οι σκέψεις των ανέραστων και πολιτικά αντιδραστικών συμπατριωτών του «χάσκουν στη μούργα του μυαλού τους σαν λακέδες». Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ είπε στην Αμερική «να πάει να γαμηθεί».

Στο πλαίσιο του σύγχρονου καπιταλισμού της γενικευμένης βαρβαρότητας, η πολιτική βρισιά έχει εξαφανιστεί από την ποίηση. Το άσχημο είναι πως μαζί της εξαφανίστηκε σχεδόν ολοκληρωτικά και το πάθος.

Νομίζω πως δικαιολογήθηκα αρκετά, ώστε να μπορώ να φωνάξω, χωρίς να χαρακτηριστώ βάρβαρος ή το λιγότερο λαϊκιστής…

Όχι, λοιπόν. δεν θα σας κάνω την χάρη. Εξάλλου τι νόημα έχει πια να βρίζεις ανθρώπους, που κάθε λόγος τους είναι βρισιά από μόνη της και κάθε πράξη τους αυτοεξευτελισμός.

Η τιμωρία σας είναι πως δεν θα καθίσετε ποτέ σούρουπο σ’ ένα παγκάκι ανάμεσα στην Αρχαία και την Ρωμαϊκή αγορά, ακούγοντας τις κρυστάλλινες φωνές των μικρών της κουκουβάγιας να καλούν την μητέρα τους. Γιατί κάτω από την Ακρόπολή υπάρχουν ακόμα κουκουβάγιες και το σούρουπο είναι μαγευτικό.

Ω, δεν απειλώ, δυστυχισμένα πλάσματα. Δεν απειλώ – ονειρεύομαι. Αυτό εγώ κι εκατομμύρια θύματά σας μπορούμε να το κάνουμε ακόμα.

Και δεν είμαστε καθόλου διατεθειμένοι να το εγκαταλείψουμε.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

*

*

Η οντολογική γεύση του εφηβικού σπασμού

*

του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΤΣΟΓΙΑΝΝΗ

«Θα μείνεις νηστικός», «Δεν θα κάνεις ποδήλατο», «Δεν θα έχεις κινητό για εικοσιτέσσερις ώρες»: να τρεις τιμωρίες παιδιών από τους γονείς στο πέρασμα των εποχών. Περιττό να σημειώσουμε ποια αντιστοιχεί στη δική μας. Πάντως, είναι μια τιμωρία που αναφέρεται στην ταινία της πρωτοεμφανιζόμενης Σαρλότ λε Μπον Η λίμνη Φάλκον. Η ιστορία της εκτυλίσσεται μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που λειτουργεί με βάση κανόνες και διαπαιδαγωγεί μέσω μιας πεφωτισμένης και εξορθολογισμένης παιδαγωγικής. Είναι αλήθεια ότι ο έφηβος ήρωας δεν έχει κινητό ακόμη‒ θα του επιτραπεί να αποκτήσει όταν κλείσει τα δεκατέσσερα, όπως ομολογεί ο ίδιος. Η ηρωίδα θα στερηθεί ως τιμωρία το κινητό της: η παραπάνω απαγόρευση αντανακλάται όμως θα λέγαμε και στον ήρωά μας, Μπαστιέν. Ένα κόσμιο και πνευματικά εξελιγμένο περιβάλλον, σε επίπεδο συμπεριφοράς τουλάχιστον, συνιστά το κοινωνικό στίγμα της οικογένειας του Μπαστιέν και της υπόθεσης της ταινίας γενικότερα.

Το άλλο βασικό κοινωνικό χαρακτηριστικό είναι η αστική ιδεολογία των διακοπών. Το φαντασιακό των κατοίκων της πόλης ικανοποιείται μέσα από τον χρόνο της ανάπαυλας, της αποδέσμευσης από τις υποχρεώσεις, της αποσυμπίεσης των επιθυμιών. Τούτο το υπόβαθρο είναι υπαρκτό, όμως δεν επιβάλλεται ως αιτιογόνος παράγοντας στην ταινία. Δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε όμως και το γεγονός ότι η σκηνοθέτις εστιάζει στο πρόσωπο του εφήβου πρωταγωνιστή χωρίς να αναζητά εξηγήσεις κοινωνικών καθορισμών. Μια οικογένεια με παιδί στη εφηβεία που δεν έχει αποσκιρτήσει ακόμη από τους κόλπους της, που παραμένει δεμένο μαζί της, μια οικογένεια που ακόμη και μπροστά στον θάνατο δείχνει μια «πολιτισμένη» αυτοσυγκράτηση, που ασπάζεται ένα ήπιο τελετουργικό με το οποίο οι αστοί της Δύσης έχουν αντικαταστήσει τη συμβολοποίηση της μοιραίας απώλειας στις προηγμένες κοινωνίες: οι θρήνοι και η έκτυπη σημειολογία του πένθους έχουν αντικατασταθεί από μια εσωτερίκευση της αυτεπίγνωσης της θνητότητας, ο θάνατος έχει γίνει ένας ουδέτερος συντελεστής της αυτοσυνείδητης ζωής. Αυτό φαίνεται στο τέλος της ταινίας όταν παρά τα αμφίσημα όρια ζωής-θανάτου η σκηνοθέτις θα προτείνει στον θεατή τον θάνατο ως «λύση» της ιστορίας του. (περισσότερα…)