Αστέρω | Νύχτες του Ιουλίου 2025

*

Τετάρτη 9 Ιουλίου, 9μμ
Κινηματογραφική προβολή με συνοδεία πιάνου

Προβολή και Συζήτηση

«Η Αστέρω»

(σε σύμπραξη με την Ταινιοθήκη της Ελλάδος)

Η Αστέρω, ποιμενικό ειδύλλιο γυρισμένο στις κορυφές των Καλαβρύτων τo 1929, υπήρξε η πρώτη μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία του ελληνικού κινηματογράφου. Πρόκειται για μια βουκολική ματιά της Ελλάδας κατά τις αρχές του 20ού αιώνα μέσα από τον φακό των Αδελφών Γαζιάδη. Ο διακεκριμένος συνθέτης Φίλιππος Τσαλαχούρης που θα συνοδεύσει ζωντανά το φιλμ στο πιάνο αναβιώνοντας την παράδοση των μετά μουσικής προβολών του βωβού κινηματογράφου, συνέθεσε το έργο που θα ερμηνεύσει έπειτα από παραγγελία της Ταινιοθήκης της Ελλάδος και το παρουσίασε έκτοτε επανειλημμένα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, μεταξύ άλλων στη σκηνή του Ηρωδείου. Μετά το τέλος της προβολής, με τον συνθέτη θα συζητήσει ο Κώστας Κουτσουρέλης.

Είσοδος ελεύθερη

*

*

*

Άσματα από χαμένα έπη (Χειρόγραφο Πατρών)

*

ΔΙΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΑΜΑΖΟΝΑ
(παραλλαγή Χ)

Μέσα στου δάσους την καρδιά
μετά της μάχης τη φωτιά.

Αμ. Μικρός τι θέλησες να γίνεις;
Δ. Χορευτής. Αμ. Πες μου, τι συνέβη;
Δ. Έγινα· το κορμί μού χάριζε ζωή
κι ήταν η μουσική κλαγγή… και φοβερή βουή.
Αμ. Αυτό, καλέ μου, μην μου κρύψεις·
ο φόβος μούσκευε τα γένια σου
στα χείλη σαν ξαπόσταινες
των ετοιμόρροπων βουνών;
Δ. Στους άντρες δάκρυ δεν αρμόζει.
Αμ. Και μες στη νύχτα, κάτω απ’ το φεγγάρι;
Δ. Στη λάμψη του μονάχος… Αμ. Μόνο αυτό;
Δ. Και φοβισμένος. Σύντροφος με κάποιον
που δεν τον είχα ξαναδεί, σε σώμα
φτωχό και ρημαγμένο. Αμ. Τώρα στέκεσαι
κοντά μου. Δ. Ναι… Είναι σαν να βρήκα την καρδιά μου.
Αμ. Αλίμονό μου, δεν αρκεί! Δ. Γιατί;
Αμ. Πρέπει να γίνεις η δικιά μου.

Και φίλιωσαν τα δυο κορμιά
σαν δυο σταγόνες στη δροσιά. (περισσότερα…)

Ο Τσέχωφ ταξιδεύει στην «Ελβετία του Ντονέτς» και στα μοναστήρια του

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Στις 5 Μαΐου 1887, ο Άντον Τσέχωφ γράφει στον Λέϊκιν (ακολουθώ τη μετάφραση της Μέλπως Αξιώτη):

Τώρα πάω στο Σλαβιάνσκ κι’ από κει στα Άγια Όρη όπου θα περάσω τρεις-τέσσερεις μέρες με νηστεία και προσευχή. Από τα Άγια Όρη, επιστροφή στο Ταϊγάνι.

Φοβερό πράμα: έχω πενήντα τρία ρούμπλια όλα κι’ όλα. Πρέπει να σφιχτώ και να καταπίνω το σάλιο μου αντί να τρώω. Τώρα ταξιδεύω Τρίτη θέση κι’ όταν δε θα μου μένουν παραπάνω από είκοσι ρούμπλια, θα του δίνω για τη Μόσχα, για να μην πέσω στην αλητεία. […]

Τον τελευταίο καιρό ήμουν στην «Ελβετία του Ντονιέτς», στο κέντρο αυτού που λέγεται οροσειρά του Ντονιέτς: βουνά, λίμνες, δασάκια, ποτάμια και η στέπα όπου γυρίσεις να δεις! Έμεινα στο σπίτι ενός απόστρατου κοζάκου υπολοχαγού, που έχει ένα απόμερο κομμάτι γης. Μου μαγειρέψανε χήνα βραστή, με βάλανε να κοιμηθώ σ’ ένα ξύλινο ντιβάνι, τη νύχτα με ξυπνούσαν οι τουφεκιές –εδώ τις κότες και τις χήνες δεν τις σφάζουν, τις σκοτώνουν με το τουφέκι– και τα γαυγίσματα των σκύλων που δέρνουν, ωστόσο η ζωή ήταν πολύ ευχάριστη. Και πλήθος οι εντυπώσεις.

~·~

Έχοντας ήδη πια επιστρέψει στο Ταγκανρόγκ (το Ταϊγάνι των Ελλήνων), στις 11 Μαΐου 1887, περιγράφει στην αδελφή του Μαρία και στην οικογένειά του, αυτή την επίσκεψή του στην Λαύρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην απόκρημνη δεξιά όχθη του ποταμού Σεβέρτσκι Ντονέτς, στα Άγια Όρη της περιφέρειας του Ντονέτσκ. Αντιγράφω: (περισσότερα…)

Μανόλης Αναγνωστάκης, «Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους» | Νύχτες του Ιουλίου 2025

*

Σάββατο 5 Ιουλίου, 9μμ, Πρεμιέρα

Μανόλης Αναγνωστάκης
«Όρθιοι και μόνοι μες στη φοβερή ερημία του πλήθους»

Πλήθος περιφερόταν χρόνια μέσα στο σπίτι του αλλά
κανείς ποτέ δεν μπήκε στο μικρό καμαράκι κάτω από τη σκάλα
Μ. Αναγνωστάκης, ΥΓ.

H Εταιρεία Θεάτρου ΜΝΗΜΗ παρουσιάζει μια θεατρική παράσταση βασισμένη στην ποίηση, στα κείμενα και στα μελοποιημένα τραγούδια του βασικότερου ίσως εκπροσώπου της Α΄ Μεταπολεμικής Γενιάς. 100 χρόνια από την γέννησή του και 20 χρόνια από τον θάνατό του, η ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη είναι στις μέρες μας πιο επίκαιρη παρά ποτέ! Σκηνοθεσία, αισθητική, δραματουργική σύλληψη: Μιχάλης Βιρβιδάκης, συνθέσεις ήχων: Δημήτρης Ιατρόπουλος, φωτισμοί: Κυριάκος Τσάνας. Συμμετέχουν οι ηθοποιοί: Μαρία Γιαννικάκη, Αλέξανδρος Ντοκάκης, Δημήτρης Κιοστεράκης, Χρυσούλα Λιγγερίδου.

Γενική είσοδος 14 ευρώ

ΠΡΟΠΩΛΗΣΗ: https://www.ticketservices.gr/…/theatro-kydonia…/

*

*

«Παναγούδα: θαυμάσια τοποθεσία για τη σκήτη μας»

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΩΑΝΤΩΝΙΟΥ

Στις 28 Νοεμβρίου 1914 ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Άγγελος Σικελιανός μετρούσαν ήδη δέκα μέρες στο Άγιον Όρος. Το προσκύνημα και η αναζήτηση ενός λυτρωτικού δρόμου που από καιρό η ψυχή τους ζητούσε (αξεδίψαστη από τη δόξα που είχαν προαναγγείλει ο Όφις και το κρίνο ή ο Αλαφροΐσκιωτος), τους είχε φέρει μάλλον απροσδόκητα εδώ. Τρεις μόλις ημέρες μετά την συγκλονιστική και για τους δυο γνωριμία τους στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 1914, όπου ευθύς αναγνωρίστηκαν ως αδελφοί, σε μιαν εποχή που ένας ολόκληρος κόσμος γκρεμιζόταν (θυμίζω πως το φθινόπωρο εκείνο η Ευρώπη βυθιζόταν στο τέλμα ενός χωρίς προηγούμενο πολέμου), ένα λεύκωμα που τυχαία τράβηξε ο Καζαντζάκης από τη βιβλιοθήκη του Σικελιανού (αν πιστέψουμε τη μυθοποιημένη εκδοχή για την απόφαση του ταξιδιού, όπως στην «Αναφορά στον Γκρέκο» διαβάζουμε), τους είχε φέρει στο περιβόλι της Παναγιάς. Από τις 18 Νοεμβρίου που πήραν το καραβάκι για το Όρος (μετά από ένα τριήμερο στη Θεσσαλονίκη) ως τις 28 οι δύο νέοι φίλοι είχαν ήδη επισκεφθεί τις μονές Ιβήρων, Σταυρονικήτα και Παντοκράτορος.

Ξεκινώντας το πρωί της 28ης Νοεμβρίου από τη μονή Παντοκράτορος για να πάνε στην παρακείμενη (ρωσική τότε) σκήτη του Προφήτη Ηλία, το μονοπάτι τούς βγάζει στην Παναγούδα, στη δασώδη ασκητική περιοχή της Καψάλας, σε ένα ρημαγμένο κάθισμα της οποίας, πολλά χρόνια αργότερα (το 1979) επρόκειτο να εγκατασταθεί ο όσιος Παΐσιος. Η καταγραφή του Νίκου Καζαντζάκη (ο τίτλος που ήδη διαβάσατε) για εκείνη τη μέρα φαίνεται πως είναι μεταγενέστερη, γράφτηκε μάλλον όταν κοίταξε μετά από δεκαετίες ξανά το ημερολόγιό του, πάντως είναι πολύ πριν η εξηρτημένη από τη μονή Κουτλουμουσίου Παναγούδα πάρει την κατοπινή της δόξα εξαιτίας της παρουσίας του Παϊσίου. Σε μια απόληξη λοφίσκου, μέσα σε πυκνή βλάστηση, στον δρόμο από τις Καρυές προς την Ιβήρων, με το παλαιό εκκλησάκι του Γενέσιου της Θεοτόκου (εξ ου Παναγούδα), στη νοτιοανατολική γωνιά της καλύβης και μια πόρτα να βγάζει στην απλωταριά και τη μαγική θέα προς τις Καρυές, ήταν όντως «θαυμάσια τοποθεσία για τη Σκήτη» τους.

Δεν είναι αυτή η πρώτη ή η μόνη αναφορά του Καζαντζάκη στη φιλοδοξία για μια σκήτη. Από την πρώτη μέρα που βρέθηκαν στο Όρος, στις 19 Νοεμβρίου, στον δρόμο από τις Καρυές για τη μονή Ιβήρων, θαυμάζοντας το περιβάλλον, συνεπαρμένοι από το τοπίο αλλά και την ενδιάθετη μεταφυσική ροπή τους (που ξεκινά από την ασκητική αφοσίωση και φτάνει ως την επιθυμία για… ίδρυση θρησκείας), οι δύο φίλοι συζητούν την ιδέα της οργάνωσης μιας σκήτης. Την ιδέα την καταγράφει ο Καζαντζάκης για πρώτη φορά στην ημερολογιακή σημείωση εκείνης της ημέρας («Σκέψεις να χτίσομε μια σκήτη»), πριν προσθέσει λίγο παρακάτω: «Πρέπει να πάρομε μίαν απόφαση ριζική στη Μοίρα μας». Όταν βρεθούν δυο μέρες μετά στη μονή Σταυρονικήτα, βλέποντας το κοιμητήρι της μονής, ο Καζαντζάκης σημειώνει και πάλι: «Θαυμάσιο υπόδειγμα για τη σκήτη μου». Το αντίκρισμα της Παναγούδας είναι λοιπόν η τρίτη αναφορά για τη σκήτη. Και η τελευταία. Στις 29 Νοεμβρίου, το βράδυ, πριν κοιμηθούν στη μονή Καρακάλλου, συζητούν πλέον για κάτι πολύ σοβαρότερο: «για την ουσία της υπέρτατης επιθυμίας μας – να δημιουργήσουμε μια θρησκεία». Μια σκήτη φαντάζει πια χαμηλός στόχος. (περισσότερα…)

Κρητικό Αναγεννησιακό Θέατρο | Νύχτες του Ιουλίου 2025

*

Δευτέρα 30 Ιουνίου, Ανοιχτή Πρόβα

Στούντιο Υποκριτικής

Κρητικό Αναγεννησιακό Θέατρο

ΣΚΗΝΕΣ, ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΚΑΙ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΚΡΗΤΙΚΟ
ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΙΑΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
ΕΚΕΙΝΗΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ (14ος – 17ος αι.)
κι οπού κατέχει να μιλεί με γνώση και με τρόπο,
κάνει και κλαίσι και γελούν τα μάτια των αθρώπω
Ερωτόκριτος, Α 889-890

Ο Μιχάλης Βιρβιδάκης, ηθοποιός, σκηνοθέτης και θεατρικός συγγραφέας, παρουσιάζει την δουλειά του ως δάσκαλος ηθοποιών. Παρουσιάζει επί σκηνής ένα πανόραμα μονολόγων και σκηνών από το Κρητικό Αναγεννησιακό Θέατρο αλλά και αποσπασμάτων από την ποίηση εκείνης της εποχής, επικεντρώνοντας την προσοχή του σε κορυφαία έργα συγγραφέων όπως οι Βιτσέντσος Κορνάρος, Γεώργιος Χορτάτσης, Μάρκος Αντώνιος Φώσκολος, Μπεργαδής κ.α. Συμμετέχουν νεότεροι και παλαιότεροι μαθητές του εργαστηρίου του.

Είσοδος ελεύθερη

*

*

Άρης Αλεξανδρου, Exercices de rédaction / Ασκήσεις γραφής

*

Επτά ποιήματα του Άρη Αλεξάνδρου από τα γαλλικά

Μετάφραση ΞΑΝΘΟΣ ΜΑΪΝΤΑΣ

Στην διάρκεια της δικτατορίας στην Ελλάδα ο Άρης Αλεξάνδρου βρέθηκε στο Παρίσι, όπου έζησε κάνοντας διάφορα επαγγέλματα, γράφοντας το Κιβώτιο. Την περίοδο εκείνη και για την ακρίβεια στα 1969 με 1971 έγραψε υπό τη μορφή άσκησης εννέα ποιήματα στα γαλλικά, τα οποία περιέχονται στην β’ έκδοση του συλλογικού τόμου Ποιήματα (1941-1974), και φέρουν τον τίτλο «Exercices de rédaction». Δύο εξ αυτών αποδίδονται και στα ελληνικά από τον ίδιο και περιέχονται στον ίδιο συλλογικό τόμο. Τα υπόλοιπα επτά δίνονται σήμερα στην μετάφρασή τους. — ΞΜ

///

ΑΠΟΔΟΧΗ

Εκτός από τον ουρανό
χωρίς πουλιά
τα βρεγμένα ονόματα
των δρόμων
τα νησιά παλιών καιρών
εξαφανισμένα
σ’ ένα ξεχασμένο μάθημα
γεωγραφίας
εκτός από τη γλώσσα μου
χαμένη κι αυτή
τις λέξεις μεταφρασμένες
με λεξικό
χωρίς ιστορία χωρίς γη
χωρίς νερό
εκτός από τον πόνο της
τρίτης μου εξορίας.

Εκτός απ’ όλα αυτά
πάμε καλά

///

ΟΠΕΡ ΕΔΕΙ ΔΕΙΞΑΙ

Ο φυλακισμένος, όταν τον αναγκάζουν
να μείνει όρθιος στο κελί του, μια μέρα,
δυο μέρες, μια βδομάδα, αρχίζει να βλέπει
γύρω του τεράστιους ιστούς αράχνης.
Αμύνεται ενάντια στις τριχωτές ταραντούλες
και τότε έν’ άσπρο συρματόπλεγμα μπαίνει
ανάμεσά τους.

Ο ποιητής βλέπει γιγάντια ερπετά
που οι κοριοί τα έχουν καταφάει,
ξέρει ότι το τείχος αντίκρυ
απ’ αυτόν που αγρυπνά
είναι μια ψυχολογική διαδοχή
γεωλογικών φαινομένων. (περισσότερα…)

Μηδέν στα Θρησκευτικά

*

Όταν διάβαζες στα παιδιά το παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά Ποιος έκανε πιπί στον Μισισιπή;, το μικρό παπί, μετά από την έρευνα του καπετάνιου, ομολογούσε: «Eγώ είμαι ο ένοχος, εγώ έκανα πιπί στη μέση του Μισισιπή». Και τα παιδιά χαιρόντουσαν στην επανάληψη και την έμφαση της φωνής σου. Μήπως αυτή η έμφαση έκρυβε άλλες πρότερες ενοχές δικές σου;

Κοιτάς τη φωτογραφία της τάξης μας που έστειλε ο παλιός συμμαθητής, ο Αιμίλιος. Πρέπει να ήταν στην Γ΄ ή την Δ΄ Δημοτικού, στου ’70 τις εποχές. Διάλειμμα. Η κόλαση είναι συνήθως οι άλλοι. Εκείνοι, οι εξυπνότεροι συμμαθητές σε έβαλαν στα αίματα. Ή μήπως ήταν και το ορμέμφυτο του φύλου; Όπως είναι στις γάτες να κυνηγούν ό,τι τρέχει και ό,τι πετά. Έγινε «κόλαση» στο διάλειμμα με τα κορίτσια. Κι εσύ, έπρεπε κάτι στους άλλους ν’ αποδείξεις; Ή όσο εκείνες γελούσαν και χαριεντίζονταν, το πήρες για παρορμητικό παιχνίδι; Μια προεφηβεία να ζητάει το έτερον άγνωστο. Ένας ήλιος λαμπρός να τυφλώνει εκείνη την άνοιξη.

Τελειώνει το διάλειμμα, μπαίνουμε στην τάξη. Πετάγονται χωρίς να χάσουν ευκαιρία τα κορίτσια: «Κυρία, κυρία, ο Τ. στο διάλειμμα μας σήκωνε τις ποδιές». Σε καλεί η δασκάλα μας, η κυρία Κατίνα, ν’ ανεβείς στο «υπερώον», την ξύλινη υπερυψωμένη βαθμίδα για να φθάνουμε τον πίνακα. Και ζητά εξηγήσεις. Κι εσύ, κατακόκκινος και απορών για την πράξη, ομολόγησες: «Εγώ, εγώ το άθλιο, εγώ το τόλμησα, εγώ». Ο πέλεκυς της τιμωρίας ήρθε πάραυτα: «Μηδέν στα Θρησκευτικά». Ένοχος από την Δ’ Δημοτικού και μετέπειτα. Κι αν είδες κάτω ικανοποιημένες φατσούλες, σου φάνηκε ταυτόχρονα ότι διέκρινες μια κάποια αμφιβολία πίσω από ματάκια παιχνιδιάρικα. Όμως ο χρόνος κάνει τα κέφια του και η μνήμη είναι γελάστρα. Ξεκινούσε μια εποχή εσωτερικής αιμορραγίας, μ’ έναν ήλιο-μεταίχμιο, εκλειπτικό. Μια ενδέκατη εντολή σκοτείνιαζε τον ουρανό. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. (περισσότερα…)

Βρώμικη ιστορία

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

1

Τον Στάθη Αποστόλου τον είχα δει για τελευταία φορά στην κηδεία του πατέρα μου πριν από είκοσι χρόνια. Ξαναβρέθηκε μπροστά μου σε μια άλλη κηδεία, της μάνας του. Κι εκεί άρχισαν όλα. Παρασύρθηκα από τα γεγονότα χωρίς αντίσταση. Λες και ήταν προκαθορισμένο να γίνουν. Σχεδόν μοιραίο.

Σε κηδείες συγγενών δεν πήγαινα, είχα τους λόγους μου. Με τη θεία μου, τη μάνα του Στάθη, η σχέση μου ήταν τυπική. Τυπική ήταν και η παρουσία μου στην κηδεία της. Δάκρυα δεν είχα πια για κανέναν, ειδικά για ανθρώπους που με είχαν ξεγράψει και τους είχα ξεγράψει. Μου το είχε ζητήσει η μάνα μου να πάω – λόγω προβλημάτων υγείας δεν μπορούσε να βγει απ’ το σπίτι.

Το λιοπύρι ήταν αφόρητο εκείνο το απόγευμα. Τέλη Ιουλίου, καύσωνας. Ήμουν κιόλας μούσκεμα στον ιδρώτα όταν έφτασα στο νεκροταφείο. Ολόκληρο το σόι ήταν εκεί. Προσπαθούσα να αποφεύγω βλέμματα και χειραψίες. Ήθελα μόνο να τελειώσει γρήγορα η τελετή και να φύγω.

Με τον Στάθη βρεθήκαμε αντικριστά πάνω από τον τάφο. Φορούσε μαύρα γυαλιά. Η καράφλα του γυάλιζε. Το ίδιο σουλούπι όπως παλιά, ένας χοντρομπαλάς, κορδωμένος, με ύφος ανθρώπου που πιστεύει πως όλα τα βλέμματα είναι καρφωμένα πάνω του. Στεκόταν ανάμεσα στην αδερφή του και σε μια άλλη γυναίκα που υπέθεσα πως ήταν η γυναίκα του – δεν την ήξερα, δεν την είχα δει ποτέ. Η αδερφή του Στάθη ήταν σε κατάσταση υστερίας. Όσο πλησίαζε η στιγμή που θα κατέβαζαν το φέρετρο στην τρύπα τόσο μεγάλωνε ο σπαραγμός της. Δεν μπόρεσα να μην κάνω τη σκέψη ότι υπήρχε κάτι το θεατρικό στο κλάμα και στα λόγια της.

Δυο κεφάλια πιο ψηλός από τον Στάθη, ακριβώς πίσω του, πρόβαλε ένας τεράστιος τύπος με ξυρισμένο κεφάλι, μουσάκι και διαστημικό μαύρο γυαλί. Ακριβώς δίπλα του μια ψηλή γυναίκα, εντυπωσιακή, μάλλον αλλοδαπή, νυχτόβιο πρόσωπο, με κοντό πλατινέ μαλλί, έντονο μακιγιάζ και λευκό εφαρμοστό φόρεμα κατάλληλο για νυχτερινή έξοδο.

Είχε πολύ κόσμο στο νεκροταφείο και όλοι προσπαθούσαν να κρυφτούν στους ίσκιους των κυπαρισσιών  για να αποφύγουν την κάψα. Κάποιοι έφυγαν πριν την ολοκλήρωση της ακολουθίας. Ο παπάς βιαζόταν. Είπε τα τελευταία λόγια και το χώμα άρχισε να πέφτει στο φέρετρο από τα χέρια των συγγενών. Η αδελφή του Στάθη άρχισε να φωνάζει «μανούλα μου, μανούλα μου, δεν θα σε ξαναδώ». Έκανε μια κίνηση προς τα μπρος, σαν να ήθελε να πέσει στο λάκκο μαζί με τη μάνα της, αλλά πρόλαβε και την έπιασε από πίσω ο γορίλας που συνόδευε τον Στάθη. Ο Στάθης φαινόταν ατάραχος, σαν να ήταν αλλού, δεν αντέδρασε σε τίποτα από όσα έγιναν. Αμέσως μόλις ολοκληρώθηκε η διαδικασία έβγαλε τα μαύρα γυαλιά του και μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω.  Έκανα πως δεν είδα την κίνησή του. Εκείνος μου ξαναέκανε νόημα και τελικά συναντηθήκαμε στην έξοδο του νεκροταφείου.

Και εκεί, δίπλα στον μαντρότοιχο, λίγα μέτρα μακριά από τους άλλους, χωρίς να μασάει τα λόγια του, μου πέταξε την πρόταση του πολύ χαλαρά, σαν να μου έκανε πρόταση να πάμε για καφέ. Με έπιασε από το μπράτσο, με έκανε να σκύψω λιγάκι και είπε «θέλω να δουλέψεις για μένα, μια φορά τον μήνα θα πηγαίνεις Αθήνα, θα μεταφέρεις το πακέτο και θα παίρνεις κολλαριστά τρία χιλιάρικα». (περισσότερα…)

Η επιστροφή του Σισάρα

*
Κριταί 4, 12-24

«Κουράστηκες; Να στρώσω τη φλοκάτη;
Κοιμήσου. Εδώ κανείς δέ θα σε βρεί.»
Στο αριστερό κρατάει το πασσαλάκι,
με το δεξί σηκώνει το σφυρί,

παίρνει μια ανάσα, ψιθυρίζει «Τώρα.
Τώρα ή ποτέ» και νά ʼτην που τρυπάει
του στρατηγού το καύκαλο η προδότρα
παλληκαρού! Τον σκότωσε και πάει.

…Όχι, δέν πάει. Με πληγιασμένα πόδια
κι από ʼνα μαυροκόκκινο λεκέ (περισσότερα…)

Κυριακή του Παραλύτου ή Κυριακή του Ασώτου; Πότε γεννήθηκε;

*

του ΤΑΚΗ ΓΕΡΑΡΔΗ

Όταν δεν υπάρχουν συγγενείς πρώτου βαθμού ή ενεργοί διαχειριστές των πνευματικών δικαιωμάτων, η διαχείριση των βιογραφικών στοιχείων καθίσταται ευάλωτη σε ανακρίβειες, λάθη και αυθαιρεσίες. Η περίπτωση της ημερομηνίας γέννησης του Μένη Κουμανταρέα θεωρώ πως εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο.

Ας σημειωθεί πως στο Google, αλλά και σε πλήθος διαδικτυακών πηγών –ελληνικών, αγγλικών και γαλλικών– καταγράφεται ως ημερομηνία γέννησης του Μένη Κουμανταρέα η 4η Ιανουαρίου 1931. Εγώ, όμως, και ο αδελφός μου Άρης, διατηρούμε ζωντανή τη μνήμη πως τα γενέθλια του μεγάλου συγγραφέα ήταν στις 17 Μαΐου – μια ημερομηνία που μας είχε αναφέρει ο ίδιος και που επιβεβαιώνεται, έστω σποραδικά, σε προσωπικά τεκμήρια και παραγνωρισμένες σημειώσεις καθώς και από αρχειακές αναφορές που δεν έχουν λάβει τη δέουσα προβολή. Το ζήτημα της γέννησης δεν είναι ποτέ απλώς ληξιαρχικό· ιδίως όταν προηγείται αοριστολογία.

Πώς όμως προέκυψε αυτή η ασυμφωνία; Πιθανότατα η πρώτη καταχώριση της λανθασμένης ημερομηνίας να έγινε από κάποια επιπόλαιη πηγή και στη συνέχεια αναπαράχθηκε μηχανικά – από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα, χωρίς να υποβληθεί σε έλεγχο. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία διακινείται ταχύτατα και συχνά άκριτα και με βιαστικά copy paste, ένα μικρό λάθος μπορεί να παγιωθεί και να αλλοιώσει τη δημόσια εικόνα ενός σημαντικού προσώπου. Δεν πρόκειται για απλή φιλολογική λεπτομέρεια. Η ημερομηνία γέννησης έχει το δικό της ειδικό βάρος στο συνολικό αφήγημα της ζωής και της δημιουργίας του Κουμανταρέα. Μια τέτοια ανακρίβεια γεννά ερωτήματα για τη φύση των πηγών, την αξιοπιστία τους, αλλά και για την ευθύνη μας απέναντι στην πολιτισμική μας κληρονομιά. Συνέβαλε όμως και ο ίδιος σε αυτή την σύγχυση.

Θυμάμαι πολύ έντονα τον Μένη να αποφεύγει με βδελυγμία να αποκαλύψει την ακριβή ημερομηνία των γενεθλίων του. Αυτήν την πληροφορία την έμαθα μόνο όταν έγινε γνωστός ο θάνατός του. Όποτε τον ρωτούσα, απαντούσε με αόριστο, σιβυλλικό ύφος, κάποιες φορές με έναν αστεϊσμό, πάντα με μια δόση ναρκισσισμού, κι άλλαζε αμέσως θέμα. Σχεδόν σαράντα χρόνια που τον γνώριζα δεν θυμάμαι ούτε μία φορά να μας καλεί κάπου για να γιορτάσουμε τα γενέθλιά του. Από τότε υποπτευόμουν πως δεν ήθελε να μάθουμε πότε γεννήθηκε, γιατί δεν άντεχε την πιστοποίηση του γήρατος. Όπως και το όνομά του (Αριστομένης) δεν γιορτάζει ποτέ, έτσι κι εκείνος δεν είχε ποτέ γενέθλια και με αυτόν τον τρόπο ένιωθε πως ξεφεύγει από το χρόνο. (περισσότερα…)

Σμιλεμένες ψυχές: Σκέψεις με αφορμή την τελευταία ταινία του Σταύρου Ψυλλάκη 

*

της ΛΙΛΑΣ ΤΡΟΥΛΙΝΟΥ

Ο Σταύρος Ψυλλάκης με τα ντοκυμαντέρ του σμιλεύει πορτρέτα ανθρώπων που αφηγούνται ιστορίες θάρρους, γενναιότητας, αυτογνωσίας. Με κύριο χαρακτηριστικό τους την σπαραχτική και φεγγοβόλα σωματικότητά τους, συνθέτουν μια συνταρακτική γλυπτοθήκη – 2000, “Ο άνθρωπος που ενόχλησε το σύμπαν” με το οδυνηρό παραλήρημα της τρέλας, 2009, “Άλλος δρόμος δεν υπήρχε” πέρα από εκείνον της αξιοπρέπειας που ακολούθησαν επικηρυγμένοι αντάρτες στα Χανιά με το τέλος του Εμφυλίου, 2014, “Μικρές ιστορίες Ρομά” ταπεινές ζωές και πολύχρωμα όνειρα, 2015, η “Ολυμπία” με την εγκυμοσύνη της να συμβαδίζει και να αντιπαλεύει με τον καρκίνο της, 2019, “Για χωρίς λόγους – συναντήσεις με τον Γιώργο Μανιάτη” τον εμπρηστικό του λόγο και τον εκκεντρικό του βίο, 2021, “Οφειλή”, απόδοση τιμής στη φιλία και στον Αλέκο Ζούκα, ξεφαντώματα στην Πυρσόγιαννη και εκμυστηρεύσεις του ρεπόρτερ για την εμπειρία του με τον καρκίνο, 2022, “Αποχαιρετισμός – Η Μνήμη του Τόπου”, ταξίδι μνήμης του πρώην αντάρτη του Δημοκρατικού Στρατού Γιάννη Λιονάκη στα θαλάσσια απόκρημνα σπήλαια του Αποκόρωνα όπου έζησε κρυμμένος επί 14 χρόνια με άλλους συντρόφους μετά το τέλος του Εμφυλίου, –για να αναφερθώ στις ταινίες του που είδα και μου έκαναν ισχυρή εντύπωση.

Διατρέχοντας το νήμα της συνολικής παραγωγής του μέχρι σήμερα, μπορούμε να ισχυριστούμε με βεβαιότητα πως η κινηματογραφική του γραφή είναι προσανατολισμένη στην αποτύπωση της πνευματικότητας του ανθρώπου, στην ανάδειξη της βαθύτερης ουσίας του που είναι η ευγένεια και η ανθρωπιά. Και νομίζω πως αυτό το πετυχαίνει περισσότερο στην τελευταία ταινία του “Σμιλεμένες ψυχές” (2025) που διαγωνίστηκε και κέρδισε πολύ σημαντικές διακρίσεις στο 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.

Το έργο εστιάζεται στην προσωπικότητα του φιλέλληνα οδοντιάτρου Ζυλιέν Γκριβέλ, που, ορμώμενος από την Ελβετία, με δική του απόφαση γίνεται για πολλά χρόνια (1972-1998) ο οδοντίατρος των λεπρών στο νοσοκομείο λοιμωδών νόσων Αγία Βαρβάρα, στο Αιγάλεω, όπου είχαν μεταφερθεί οι χανσενικοί από την Σπιναλόγκα και άλλα μέρη, μετά το 1957. Το θέμα της ταινίας δεν είναι η λέπρα καθεαυτή, αλλά η καταβύθιση του ανθρωπιστή γιατρού στα έγκατα της ζωής μέσα από την πυκνή και άφοβη συναναστροφή του με την λέπρα, στη μεθόριο εκείνη όπου η τρομερή ασθένεια της ζωής συνορεύει με τον θάνατο. (περισσότερα…)