Louise Glück, Η Εκπαίδευση του Ποιητή

*

Μετάφραση: Μαρία Δαλαμήτρου

~.~

Η θεμελιώδης εμπειρία του συγγραφέα είναι να νιώθει αβοήθητος. Σκοπός εδώ δεν είναι να διακρίνουμε τη γραφή από τη ζωή. Σκοπός είναι να διορθώσουμε τη φαντασίωση πως η δημιουργική εργασία είναι μία διαρκής καταγραφή του θριάμβου της βούλησης, πως ο συγγραφέας είναι κάποιος που έχει την καλοτυχία να μπορεί να κάνει αυτό που επιθυμεί να κάνει: να αποτυπώνει τακτικά και με αυτοπεποίθηση την ύπαρξη του σε μία κόλλα χαρτί. Η γραφή, όμως, δεν είναι μετάγγιση προσωπικότητας. Και οι περισσότεροι συγγραφείς ξοδεύουν αρκετό από τον χρόνο τους σε βασανιστήρια διαφόρων ειδών: θέλουν να γράψουν, δεν μπορούν να γράψουν, θέλουν να γράψουν διαφορετικά, δεν μπορούν να γράψουν διαφορετικά. Στη διάρκεια μιας ολόκληρης ζωής, περνάνε χρόνια στην αναμονή μιας ιδέας. Η μόνη πραγματική άσκηση της θέλησής τους είναι αρνητική: απέναντι σε αυτά που γράφουμε, έχουμε τη δύναμη να προβάλλουμε βέτο.

Είναι μία ζωή που διακρίνεται, νομίζω, από πόθο, που δεν ανακουφίζεται από τον αντίκτυπο των επιτευγμάτων. Στο πεδίο της δουλειάς, είναι σπουδή, είναι παροχή υπηρεσίας. Ή, για να χρησιμοποιήσω τη μεταφορά της γέννας που είναι πάντα επίκαιρη: ο συγγραφέας είναι αυτός που παρευρίσκεται, που υποβοηθά – είναι ο γιατρός, είναι η μαία, όχι η μητέρα.

Χρησιμοποιώ τη λέξη «συγγραφέας» σκόπιμα. Η λέξη «ποιητής» πρέπει να χρησιμοποιείται με επιφύλαξη. Σηματοδοτεί μία φιλοδοξία, όχι μία απασχόληση. Με άλλα λόγια, δεν είναι ουσιαστικό για διαβατήρια.

Είναι πολύ περίεργο να επιθυμείς διακαώς αυτό που δεν μπορεί να επιτευχθεί στη ζωή. Ο άλτης γνωρίζει, αμέσως μετά την εκτέλεση του άλματος, πόσο ψηλά έχει φτάσει. Το κατόρθωμά του μπορεί να υπολογιστεί άμεσα και με ακρίβεια. Αλλά για όσους από εμάς επιθυμούμε διάλογο με τους σπουδαίους αποθανόντες, δεν είναι θέμα αναμονής. Η κρίση την οποία καρτερούμε θα έρθει από τους αγέννητους. Όσο ζούμε, δεν μπορούμε να τη γνωρίσουμε.

Το βάθος της αγνοίας μας αναφορικά με την αξία αυτού που κάνουμε προκαλεί απόγνωση. Πυροδοτεί, επίσης, την ελπίδα. Ταυτόχρονα, η γνώμη των συγχρόνων βιάζεται να παρουσιαστεί ως μία ευφυής εναλλακτική στην άγνοια. Δουλειά μας είναι να μονωθούμε από την κριτική που είναι τελεσίδικη, από ετυμηγορίες και ντιρεκτίβες, αλλά την ίδια στιγμή να διατηρήσουμε σε εγρήγορση τη δεκτικότητά μας στη χρήσιμη κριτική. (περισσότερα…)

Γεώργιος Άβλιχος, Κοπέλα στο παράθυρο

*

Θα το ζωγράφιζα κι αυτό άν μπορούσα:
το μακρινό σημείο που σε κρατά
στην απουσία-του επίμονα παρούσα.

Νά ’ναι απο κεί που φύσηξε το αγέρι
κι ανέβασε στον ώμο αριστερά
την κόκκινη κορδέλα; Εκείνο ξέρει

τί θα σου αφήσει, τί θα πρωτοαρπάξει.
Μα εγώ πασχίζω κόντρα στον καιρό
τρίχα απο των μαλλιών-σου το μετάξι

να μή χαθεί… Και παίρνω στο κυνήγι
με το πινέλο-μου ενα σκόρπιο ρο-
δοπέταλο που πάει να μου ξεφύγει.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΚΡΙΔΗΣ

* (περισσότερα…)

Η ιστορική συγκυρία στη στιχουργία του Μίκη Θεοδωράκη: Λίγα λόγια και μια μικρή ανθολόγηση

 

*

2025: Έτος Μίκη Θεοδωράκη – Μύθοι και πραγματικότητες #5

γράφει ο Θάνος Γιαννούδης

Σειρά άρθρων που καλύπτουν όλη τη διάρκεια του «Αφιερωματικού έτους Μίκη Θεοδωράκη». Ερευνώνται οι διαφορετικές πτυχές της ζωής και του έργου του, οι ιδεολογικές του μεταστροφές, οι συνάφειές του με το μοντερνισμό, καθώς και με άλλους καλλιτέχνες. Τι μένει εντέλει από το πολύπλευρο έργο του πλέον μείζονος Έλληνα δημιουργού του 20ού αιώνα εκατό χρόνια μετά τη γέννησή του.

***

Μιας και στις 29 Ιουλίου έκλεισαν ακριβώς 100 χρόνια από τη γέννηση του Μίκη Θεοδωράκη, κρίνουμε πως στο πέμπτο τμήμα του ετήσιου αφιερώματός μας οφείλει να τοποθετηθεί ο ίδιος σε πρώτο πλάνο και να λάβει ανοιχτά τον λόγο. Η σύνδεση με την επέτειο και τη συγκυρία που επιχειρούμε δεν είναι τυχαία, μιας και το μουσικό έργο του Θεοδωράκη, σε όλες του, μάλιστα, τις μορφές και όχι μόνο στην δημοφιλέστερη «έντεχνη – λαϊκή» που εξετάζουμε σε βάθος στην παρούσα στήλη, διαπλέκεται σχεδόν στο πλήρες μάκρος του με την ιστορική συγκυρία και την κοινωνική πραγματικότητα, τέμνοντας εγκάρσια έξι και πλέον δεκαετίες του ιστορικού, πολιτικού και πολιτισμικού ελληνικού βίου, σχολιάζοντας ενίοτε επιμέρους τομές και ρήξεις του, ασκώντας σκληρή κριτική στους τομείς που χρήζουν αλλαγών και προσδοκώντας την ανάνηψή του από τη νοσηρή πραγματικότητα που ο συνθέτης κρίνει (και, κατά την κρίση μας, απολύτως βάσιμα) πως ο τελευταίος έχει περιέλθει.

///

Το συνεκτικό όραμα του Μίκη Θεοδωράκη αποκρυσταλλώνεται, ωστόσο, συχνά και μέσω επιμέρους τραγουδιών στα οποία τόσο η μουσική όσο και οι στίχοι ανήκουν στον ίδιο, πετυχαίνοντας, έτσι, την πλήρη ταύτιση των συνθετικών και στιχουργικών στοχεύσεων που δεν είναι πάντα δεδομένη όταν ο συνθέτης και ο στιχουργός αποτελούν δύο διακριτές, διαφορετικές και αυτόνομες οντότητες (για παράδειγμα, ακόμα και στον ίδιο τον Θεοδωράκη ασκήθηκε κριτική για τις αποδόσεις του στον πιο προωθημένο νεωτερικά λόγο του Κ. Τριπολίτη). Παρόλο που η αμιγώς στιχουργική πλευρά του Μίκη προφανώς και υπολείπεται της αντίστοιχης συνθετικής, γεγονός που αποδεικνύεται και από την ψυχρή πραγματικότητα των αριθμών των πωλήσεων και από την επιβίωση ή μη του κάθε έργου στον χρόνο, εντούτοις αξίζει να σταχυολογήσουμε στο συγκεκριμένο άρθρο επιλεκτικά ορισμένες από τις χαρακτηριστικότερες στιγμές της, τοποθετώντας τις στα δεδομένα της εκάστοτε συγκυρίας, αλλά και πέρα από αυτήν και ελπίζοντας να ανοίξουμε τον δρόμο για μια ευρύτερη επιστημονική μελέτη στη συγκεκριμένη και ελαφρώς παραγνωρισμένη πλευρά του έργου του. (περισσότερα…)

Πέρασαν και πάνε

*

Το φεγγάρι «πάντα μου φαίνουνταν σαν ένα πρόσωπο θλιμμένο».
ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Αναφορά στον Γκρέκο

Με την πρώτη του γνωριμία δεν χρειάστηκε να κοιτάξει το φεγγάρι. Ήταν αδιάφορο και στους δυο. Κι αυτό το θεώρησε τύχη. Έχουν να λένε πως δεν ήταν ρομαντικός, και μάλλον αληθεύει. Άλλοι το εξηγούσαν επειδή, πιτσιρικάς, είχε δει στην τηλεόραση ζωντανά την προσεδάφιση στη Σελήνη, και την ίδια στιγμή σβήστηκε μέσα του κάθε ίχνος λυρισμού. Όταν αγάπησε ξανά, η γυναίκα του, ξέροντας πως θα ήταν μάταιο να προσπαθήσει να τον αλλάξει, το αποδέχτηκε και το παράβλεψε. Παραλία και φεγγάρι δεν συνδυάζονταν για κείνον. Άλλωστε το ίδιο δεν συνέβαινε και με τ’ αστέρια; Η σελήνη είναι το μειδίαμα της νύχτας, είχε πει ο κυρ-Αλέξανδρος, αλλά τη σκέψη αυτή, μολονότι του άρεσε, την προσπερνούσε βιαστικά. Με τα χρόνια η καθημερινότητα αιχμαλώτισε κι αυτόν και τη σύντροφό του, έτσι η πανσέληνος έπαψε να τον απειλεί… Λίγο λίγο του ’φυγε κι αυτό το βάρος. Ωστόσο ποτέ δεν εξομολογήθηκε σε κανέναν πως, ρομαντικός ή όχι, όποτε σπάνια έριχνε κλεφτές ματιές στο φεγγάρι, έβλεπε μια θλιμμένη μορφή να έχει αποτυπωθεί πάνω του. Ένα πρόσωπο τρομαγμένο, σε απόγνωση. Δεν ήξερε να πει αν ήταν παιχνίδι του μυαλού του, όμως ήξερε πως η εικόνα αυτή του χάλαγε τη διάθεση. Ανέκαθεν.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Ι. ΤΖΑΝΟΣ

*

*

*

Η πολιτική διάσταση της έννοιας της ελευθερίας στην Ελληνική Νομαρχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΦΩΤΙΟΥ

Πραγματοποιώντας την πρώτη της κυκλοφορία στην Ιταλία το 1806, η Ελληνική Νομαρχία θεωρείται ένα από τα τρία πιο καταγγελτικά κείμενα της περιόδου πριν από την Ελληνική Επανάσταση. Τα άλλα δύο είναι το έργο Περί θεοκρατίας, του Χριστόδουλου Παμπλέκη, που δημοσιεύτηκε από τους μαθητές του μετά τον θάνατό του το 1793, και ο Λίβελος κατά των αρχιερέων, ενός ανώνυμου συγγραφέα, που δημοσιεύτηκε στη Σμύρνη το 1810. Κοινή συνισταμένη των τριών κειμένων είναι η σφοδρότητα με την οποία καταγγέλλεται η στάση της Εκκλησίας απέναντι στις απελευθερωτικές ιδέες του Διαφωτισμού. Διαδραματίζοντας τον ρόλο του θεματοφύλακα των πνευματικών αξιών των χριστιανικών πληθυσμών καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, η Εκκλησία θα έπρεπε να υπερθεματίζει ως προς τα προτάγματα για την απελευθέρωση του ποιμνίου της. Αντίθετα, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες συγγραφείς, η Εκκλησία στεκόταν εχθρικά διακείμενη σε οποιαδήποτε θεωρητική ή έμπρακτη προσπάθεια αμφισβήτησης της κατεστημένης τάξης στην προοπτική της ελευθερίας.[1]

Πώς ορίζεται όμως στην Ελληνική Νομαρχία η έννοια της ελευθερίας; Για τον Ανώνυμο συγγραφέα της, «η ελευθερία είναι η υπακοή εις τους νόμους».[2] Ο Κιτρομηλίδης (2009) επισημαίνει την αντιπαραβολή της έννοιας της νομαρχίας σε εκείνη της μοναρχίας. Με αυτό το έξυπνο παιχνίδι του αναγραμματισμού ανάμεσα στις λέξεις «νομαρχία» και «μοναρχία», ο Ανώνυμος συγγραφέας καθιστά ολοφάνερο τον στόχο της κριτικής του. Η μοναρχία είναι το πολίτευμα στο οποίο επιτίθεται, θέτοντας ως εναλλακτική λύση το πολίτευμα της νομαρχίας [= νόμος + άρχω] και καταδεικνύοντας, αρχής γενομένης ήδη από τον τίτλο του έργου, ότι η ελευθερία είναι η κατάσταση όπου το άτομο και το έθνος δεν τα άρχουν πάρα οι νόμοι –ο πλήρης τίτλος του έργου είναι Ελληνική Νομαρχία ήτοι Λόγος περί Ελευθερίας. Κατά τον Νούτσο (2005), ο ορισμός της έννοιας της ελευθερίας ως υπακοής στους νόμους δεν δείχνει πάρα την άμεση επιρροή του Ανώνυμου συγγραφέα της Ελληνικής Νομαρχίας από τις θέσεις του Μοντεσκιέ και του Ρουσσώ, όπως αυτές αποκρυσταλλώθηκαν στα γαλλικά συντάγματα του 1791 και ιδιαίτερα του 1793. (περισσότερα…)

Στιχάκιας, 0% (Alcohol Free)

*

Μην την αφήνεις τη ζωή να σε πηγαίνει
είναι βλαμμένη
Αν κάτι θες μην περιμένεις να σ’ το φέρει
–Πώς να το ξέρει;–

Αν κάτι θέλεις πρέπει να το κυνηγήσεις
για να την πείσεις
Και αν εκείνη να σου αρνείται επιμένει
(στο ’πα βλαμμένη)

εσύ δεν πρέπει επ’ ουδενί να πιάνεις πάτο
πας παρακάτω
Κι αν ό,τι ήθελες να πάρεις δεν το πήρες
παίρνεις δυο μπύρες (περισσότερα…)

Carlo Goldoni, Η ζωή, το έργο του και η πρόσληψή του στην Ελλάδα

*

Σάββατο 2 Αυγούστου

Παρουσίαση θεατρολογικού βιβλίου

Carlo Goldoni, Η ζωή, το έργο του
και η πρόσληψή του στην Ελλάδα

Ο Κάρλο Γκολντόνι, τρεις αιώνες τώρα παρών στις σκηνές του κόσμου, ήταν και είναι στο επίκεντρο της μελέτης, της σκηνοθετικής έρευνας και του πειραματισμού. Με αφετηρία την πρόσφατη έκδοση της μελέτης για τον Γκολντόνι της Ειρήνης Μουντράκη, αποτέλεσμα πολύχρονης ερευνητικής ενασχόλησης, η συγγραφέας και ο Μιχάλης Βιρβιδάκης συζητούν για τον μεγάλο ανανεωτή του δυτικού θεάτρου.

Είσοδος ελεύθερη
ΘΕΑΤΡΟ ΚΥΔΩΝΙΑ ΧΑΝΙΩΝ – ΝΥΧΤΕΣ ΤΟΥ ΙΟΥΛΙΟΥ 2025

*

*

*

Φαύλος κύκλος

*

ΠΕΡΑΣΤΙΚΑ & ΠΑΡΑΜΟΝΙΜΑ | 07:25
Καιρικά σχόλια από τον ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Εξακολουθούν να πιστεύουν στο αδέκαστο των θεσμών, επιμένουν να παρακολουθούν τα καθιερωμένα ΜΜΕ, ιδίως την τηλεόραση, εμπιστεύονται ακόμη το κράτος και τις ανακοινώσεις του. Και ψηφίζουν αναλόγως – χαρίζοντας θηριώδεις πλειοψηφίες είτε στον Φρήντριχ Μερτς στη Γερμανία, είτε στον Κυριάκο Μητσοτάκη εδώ σε μας, είτε σε κάποιον ομογάλακτό τους σε κάποια άλλη χώρα.

Ο λόγος είναι για τους ηλικιώμενους ψηφοφόρους, χονδρικά για τους 65άρηδες και άνω. Είτε επειδή συνεχίζουν να βλέπουν την πραγματικότητα με τα γυαλιά της, ανέφελης ακόμη, νεότητας και ωριμότητάς τους, είτε επειδή έχουν την ψευδαίσθηση ότι έτσι δεν θα διακυβεύσουν τις συντάξεις τους, είτε επειδή λόγω ηλικίας και μόνον αποστρέφονται τους «ριζοσπαστισμούς» και τις «περιπέτειες», στην πράξη πρόκειται για την τελευταία πληθυσμιακή ομάδα που στηρίζει το υφιστάμενο πολιτικό status quo.

Με τις αγωνίες των επιγενομένων, των μεσήλικων και των νέων, μεγάλη επαφή δεν έχουν. Ίσα ίσα, στην ελληνική κρίση κατ’ ουσίαν συνασπίστηκαν εναντίον τους: την ώρα που η νεολαία έπαιρνε μαζικά τον δρόμο της ξενιτιάς, όλα τα πολιτικά μας κόμματα ανεξαιρέτως έδιναν τον αγώνα τον καλό για να μη μειωθούν οι συντάξεις – αυτή ήταν η πρώτιστή τους προτεραιότητα. Επαφή με τα τεκταινόμενα στον κόσμο δεν έχουν ή έχουν διαταραγμένη: σε Ευρώπη και ΗΠΑ στην πλειονότητά τους στήριξαν τυφλά τα μέτρα του κορωνοϊού, ενώ σήμερα κραδαίνουν τις σημαίες της Ουκρανίας και θεωρούν ότι το Ισραήλ και ο Νετανιάχου στη Γάζα «αυτοαμύνονται» – το είπαμε άλλωστε, εμπιστεύονται τα μεγάλα ΜΜΕ και τις κυβερνητικές δηλώσεις.

Το κυριότερο; Επειδή δημογραφικά είναι η πολυπληθέστερη ομάδα και επειδή η συμμετοχή τους στις εκλογές είναι ιδιαίτερα αυξημένη σε σχέση με τα άλλα ηλικιακά στρώματα που συχνά απέχουν επιδεικτικά, η επιρροή τους στα πολιτικά πράγματα είναι άκρως δυσανάλογη. Παντού, υπεραντιπροσωπεύονται.

Γεγονός που, με τη σειρά του, ενισχύει τη συνολική δυσπιστία για την δημοκρατικότητα του πολιτικού συστήματος και εμποδίζει κάθε απόπειρα ανανέωσής του – καθιστώντας το ακόμη απωθητικότερο για τη νεολαία και φουσκώνοντας ακόμη περαιτέρω τη δική τους αφύσικη ισχύ. Φαύλος κύκλος…

///

σονέτο ’97

Ἔζησε σ᾿ ἄλλες ἐποχές. Ὡς νέος δέν τά πήγαινε καλά οὔτε μέ τόν λυρισμό οὔτε μέ τόν κυνισμό – δυστύχησε μετρίως. Ὡριμάζοντας κατάλαβε.

Τά χρόνια πέρασαν. Σκαρφάλωσε τίς δεκαετίες στίχο-στίχο. Ἔμαθε ὅλα τά τεχνάσματα τῆς ποίησης ἀλλά ἔμεινε ἔντιμος – κατά τό δυνατόν. (περισσότερα…)

Ελευθερώστε την Ευρώπη!

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ  

Εδώ και μέρες κυκλοφορεί στα κοινωνικά μέσα ένα βίντεο από το πρόσφατο φεστιβάλ του Γκλάστονμπερρυ στο οποίο ο Νιγηριανός μουσικός Σέουν Κούτι, γιος του μυθικού Φέλα Κούτι, απευθύνεται στο κοινό.

«Ξέρω ότι θέλετε να ελευθερώσετε την Παλαιστίνη, το Κονγκό, το Σουδάν, το Ιράν. Κάτι καινούργιο κάθε εβδομάδα. Ελευθερώστε την Ευρώπη! Ελευθερώστε την Ευρώπη από τον ακροδεξιό εξτρεμισμό, από τον φασισμό, από τον ρατσισμό, από τον ιμπεριαλισμό. Όταν το καταφέρετε, θα ελευθερωθεί η Γάζα, το Κονγκό, το Σουδάν και το Ιράν. Ξεχάστε μας εμάς. Μην ανησυχείτε για εμάς. Ελευθερώστε την Ευρώπη!»[1]

Αυτά είπε ο Νιγηριανός μουσικός. Εμείς να συμφωνήσουμε με τα λόγια του και επαυξάνοντας να συνεχίσουμε: Ελευθερώστε την Ευρώπη από τις υπόδουλες και φοβισμένες αρχηγεσίες της, από τα γκρι κοστουμάκια της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών, από τους υπηρέτες των συμφερόντων που το μόνο που έχουν ως στόχο είναι να παραγεμίζουν τις τσέπες τους, από τους δούλους των ΗΠΑ, από τους εχθρούς των λαών τους. Ελευθερώστε την Ευρώπη από τις πάσης φύσεως Ούρσουλες και τους συνοδοιπόρους τους.

Ελευθερώστε τα μάτια μας από εικόνες ντροπής όπως η παραπάνω, όπου και μόνο η στάση της Ούρσουλας δείχνει σε όλο της το μεγαλείο την υποτέλεια και την υποταγή!

[1] «Ελευθερώστε την Ευρώπη!»

*

*

*

 

Μακάρια νερά

*

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΜΕ ΛΟΓΟ ΚΑΙ ΕΙΚΟΝΑ | 30.vii.25
Κείμενα – Φωτογραφίες ΗΛΙΑΣ ΚΕΦΑΛΑΣ

*

ΜΑΚΑΡΙΑ ΝΕΡΑ

Μακάριες οι πεδιάδες που τις διασχίζουν και τις πλουτίζουν οι ευρύστερνοι ποταμοί. Μακάριοι οι ποταμοί που τους ενισχύει η ανόργανη και η οργανική ζωή μέσα στα σπλάγχνα τους, μετατρέποντάς τους σε ζωντανή ύλη. Μακάριοι οι άνθρωποι που αφουγκράζονται από τις όχθες το ψιθύρισμα και το ρέκασμα των ποτάμιων ροών. Μακάρια τα νερά που νανουρίζουν τα ψάρια κι ας είναι αμίλητα και ακοίμητα εδώ και αιώνες.

*

* (περισσότερα…)

Κάποτε στην Αίγινα

*

του ΔΗΜΗΤΡΗ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΥ

Υπάρχουν ζευγάρια
όπου ο ένας από τους δύο,
τουλάχιστον, περισσεύει.
GRÉGOIRE LACROIX

Με το άλλο ζευγάρι γνωριστήκαμε στο κατάστρωμα του καραβιού για την Αίγινα. Ο Νίκος και η Ηρώ, εγώ και η Ολυμπία.

Την Ολυμπία την γνώρισα στο Θέατρο Βράχων, σε μια συναυλία της Αλεξίου. Αυτή καθόνταν δίπλα μου και δίπλα της καθόνταν η φίλη της. Εγώ την φίλη της ήθελα να γνωρίσω κι έπιασα κουβέντα μαζί της. Μα η άλλη ήταν απόμακρη και ψυχρή –όπως ακριβώς μου άρεσε– και δεν μου έδινε σημασία. Παλιό βάσανο κι αυτό, να μην μου δίνει σημασία αυτή που μου άρεσε. Λες και γι’ αυτό δεν μου έδινε σημασία: επειδή μου άρεσε! Ή γι’ αυτό μου άρεσε, επειδή δεν μου έδινε σημασία;

Όταν τέλειωσε η συναυλία, με πήγε σπίτι μου η Ολυμπία με την μηχανή της. Μια άγρια μηχανή εντούρο που μου έκοψε τα ήπατα. Εγώ δεν είχα βάλει ρόδα στο χέρι ακόμα. Κυκλοφορούσα με λεωφορεία και τρόλεϊ. Η φίλη της έφυγε με ταξί – φοβόντανε τα μηχανάκια.

Την Παρασκευή βγήκα με την Ολυμπία, έχοντας κρυφή ελπίδα πως θα έφερνε μαζί και την φίλη της. Τζίφος! Ήρθε με την θηριώδη μηχανή της, με φόρτωσε σαν τσουβάλι και με γύριζε πέρα-δώθε στην Αθήνα.

Καταλήξαμε σ’ ένα ουζάδικο στον Πειραιά. Τζατζίκια και τυροκαυτερές, ξινομυζήθρες και ρεβιθοκεφτέδες, γαρίδες και μυδοπίλαφα. Γέμιζαν τα ποτήρια κι άδειαζαν. Άφριζαν οι μπύρες, τσιτσίριζαν οι σόδες, χοχλάκιζαν τ’ ανθρακούχα. Ο λογαριασμός διαρκώς μεγάλωνε κι η Ολυμπία δώσ’ του και παράγγελνε. Μπουκιά δεν κατέβαζε αν το τραπέζι δεν γέμιζε, έστω κι αν τσιμπολόγαγε σαν σπουργίτι. Μωρέ, ας ήταν και η φίλη της μαζί και θ’ άνοιγα και σαμπάνια!

Όλο «γεια μας» και «γεια μας» και πονηρά γελάκια ήταν, η θεόμουρλη!

Καταλάβαινα μια χαρά πού το πήγαινε, αλλά εμένα με χάλαγε τόση σπατάλη. Κι όλη αυτή η αλητεία σε γυναίκα δεν μ’ άρεσε. Ήταν σκούρο και το δέρμα της, τραχιά και η φωνή της και πετάγονταν οι φλέβες του λαιμού όταν μίλαγε κι ανεβοκατέβαινε το καρύδι του Αδάμ σαν αντλία. Ομορφοπλασμένη κατά τ’ άλλα, «πηδήσιμη» στην καθομιλουμένη, αλλά… δεν μ’ άρεσε! (περισσότερα…)

Εσύ που νομίζω

*

Επιλογές από τη συλλογή της Αντωνίας Γουναροπούλου,
Εσύ που νομίζω, Εκδόσεις 25°36´36˝S | 134°21´17˝Ε
που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2025.

///

Η Αντωνία Γουναροπούλου γεννήθηκε το 1977 στην Αθήνα. Σπούδασε φιλολογία και φιλοσοφία και εργάζεται ως επιμελήτρια κειμένων και μεταφράστρια. Προηγούμενα έργα της: Το Άστρο του Βορρά (ποιήματα), Αθήνα: Πανδώρα 2010, Το Άστρο του Τίποτε (ποιήματα), Αθήνα: Οροπέδιο 2013, Κυνηγοί και λύκοι (διηγήματα), Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη 2017 και Οδός Μακεδονομάχων (διηγήματα), Θεσσαλονίκη: Petites-Maisons 2022.

///

Μαζί σου

Ήταν μακριά το ποτάμι,
κι η γέφυρα να σε νιώθει.
Στις φωτιές των κλοσάρ
πέθαινε το νερό
μέσα στο ξύλο,
χωρίς ατμό πέθαινε το νερό
και το ποτάμι ήταν ακόμη
μακριά και
κυλούσε.

Η νύχτα είχε πιει
τους ίσκιους των μίσχων,
γυμνή αντιφέγγιζε
στο σκοτάδι η πέτρα –
κείμενο γραμμένο, ξαναγραμμένο
πενήντα χρόνια,
κι απόψε αργά να ξεθωριάζει,
να σβήνει.

Η γέφυρα δε νιώθει πια.
Το ποτάμι κυλάει
μαζί σου.

*

Νανούρισμα

Ξύλινη κούνια βαρκούλα στην αυλή
δεμένη με σκοινί σε δάχτυλα μικρά και στραγγισμένα.
Μη σταματάς γριά, κούνα το παιδί.

Πλοίο σιδερένιο μες στο σπίτι το κρεβάτι
κατευόδιο ψαλμοί, ψιθυρισμοί και προσευχές.
Εσύ γριά μη σταματάς, κούνα το παιδί.

Κούνα το παιδί, ήρθε στην αυλή ξύλινο σύννεφο.
Κούνα το παιδί, το πλοίο ξανάγινε κρεβάτι.

Στο σπίτι φυσούν πάλι ψαλμοί.
Μη σταματάς παιδί, στράγγιξαν μικρά τα δάχτυλά σου,
κούνα το παιδί. (περισσότερα…)