Jacques Prévert, Αυτός ο έρωτας

*

Αυτός ο έρωτας
Ο τόσο βίαιος
Ο τόσο εύθραυστος
Ο τόσο τρυφερός
Τόσο απελπισμένος
Αυτός ο έρωτας
Όμορφος σαν τη μέρα
Κακός σαν τον καιρό
Όταν ο καιρός είναι κακός
Αυτός ο έρωτας ο τόσο αληθινός
Αυτός ο έρωτας, τόσο ωραίος
Τόσο ευτυχισμένος
Τόσο χαρούμενος
Τόσο γελοίος επίσης
Τρέμει απ’ τον φόβο του σαν το παιδί μες στο σκοτάδι
Και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του
Σαν άνθρωπος ήρεμος στο μέσον της νύχτας
Αυτός ο έρωτας που έκανε τους γύρω να φοβούνται
Τους έκανε να συζητούν
Να χλωμιάζουν
Αυτός ο έρωτας
Που οι γύρω τον παραμονεύουν ανυπόμονοι
Που εμείς οι ίδιοι καιροφυλακτούμε γι’ αυτόν
Κυνηγημένος, τραυματισμένος, ποδοπατημένος
Σκοτωμένος, απαρνημένος, λησμονημένος
Γιατί εμείς τον καταδιώξαμε, εμείς τον τραυματίσαμε
Τον ποδοπατήσαμε, τον σκοτώσαμε, τον αρνηθήκαμε
Τον λησμονήσαμε
Αυτός ο έρωτας ακέραιος
Ακόμα τόσο ζωντανός
Τόσο λαμπρός
Είναι δικός σου
Είναι δικός μου
Αυτός που (περισσότερα…)

Μικρή σπουδή εις γέλωτα Μείζονα

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΑΛΑΦΡΟΥ

~.~

Σ’ εκείνη τη διάσημη πρότασή του ο Έγελος γράφει πως η γλαύκα της Αθηνάς ξεκινά το πέταγμά της μόνο κατά το σούρουπο. Τώρα, ο ίδιος ο Έγελος εννοούσε κάτι είτε πολύ συγκεκριμένο είτε το εξαιρετικά ασαφές, όμως ούτως ή άλλως εμένα οπωσδήποτε μου διαφεύγει το καθαρό νόημα της σκέψης του στα ορθά της συμφραζόμενα. Υποπτεύομαι πως δεν είμαι ο μόνος. Την πρόταση του τη σκέφτομαι όλο και συχνότερα –έρχεται και μου καρφώνεται στον νου, σαν να θέλει κανείς να μου υπενθυμίσει πως την όποια σοφία διαθέτω την κατέκτησα πολύ αργά, έτσι που μόνο στην κατανόηση του παρελθόντος με ωφελεί, δίχως να με προφυλάσσει από τις κακοτοπιές που μέλλονται να φανούν εμπρός μου. Σε αυτό μου το παρελθόν ωστόσο πολύ θα μου ήταν χρήσιμη λίγη σύνεση παραπάνω, αφού τα όσα θα περιγράψω ακολούθως θα μπορούσαν ευκόλως να αποφευχθούν από κάποιον λίγο πιο πονηρό ή συνετό ή ταπεινό ή, τέλος πάντων, από εκείνον που αντί της ανέμελης υπερηφάνειας του –συνοδευόμενη συνήθως αυτή από μια ανάλαφρη αδιαφορία για τα αισθήματα των γύρω– θα πρόκρινε μια προσεκτικότερη στάση απέναντι τους. Την ελαφρομυαλιά μου την πλήρωσα εν τούτοις σε νόμισμα σκληρό, μάλιστα, έτσι που ο νους μου βάρυνε έκτοτε απότομα και κατέληξα να τον σέρνω αδρανή εδώ κι εκεί, ίδιο κουφάρι δυσκίνητο και άχθος καθαρό.

Κάποτε ζούσα δίχως φορτία: Πέρασα χρόνια παιδικά αμέριμνα, με παιχνίδι, γέλιο και ένα κορμί πάντα ζεστό, ανίδεο έστω και της πλέον ήπιας ασθενείας. Σαν κουραζόμουν απ’ τις τρεχάλες στους δρόμους και στην εξοχή, γυρνούσα πίσω κι ύστερα απ’ το δροσερό μου μπάνιο έπιανα το βιβλίο. Κανείς από τους δικούς μου δεν ήτανε άνθρωπος των γραμμάτων, μα τα βιβλία μού τα πρόσφεραν τόσο απλά όσο τους τα ζητούσα –κι ούτε ποτέ κανείς με πίεσε για να διαβάσω κάτι ή το αντίθετο. Η ελευθερία μου ήταν πλήρης –το ίδιο και η ευδαιμονία μου.

Στον κύκλο μου γίνανε όλοι μηχανικοί ή ακολούθησαν σπουδές διοίκησης και, σε κάθε περίπτωση, οι περισσότεροι κατέληξαν στη φιλόξενη αγκαλιά της μεγάλης οικογενειακής επιχείρησης ή (περισσότερα…)

Ο Καρκαβίτσας από σύγχρονη οπτική

*

του ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

~.~

Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η Λυγερή. Επιμέλεια Κειμένου – Επίμετρο – Γλωσσάρι Γεωργία Γκότση.  Φιλολογική Εποπτεία – Εισαγωγή Γιάννης Παπακώστας, Σύλλογος προς Διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων, Αθήνα 2025, σελ. 320.  Στο Επίμετρο δημοσιεύονται μελέτη της νουβέλας καθώς και το εκδοτικό σημείωμα της επιμελήτριας  (σ. 185-284).

Ο Κωστής Παλαμάς, εξίσου σημαντικός κριτικός, όσο και ποιητής, ακόμα και αν στο συλλογικό υποσυνείδητο έχει περάσει ιδίως με τη δεύτερή του ιδιότητα, έγραφε τρία χρόνια μετά τον θάνατο Ανδρέα Καρκαβίτσα (1865-1922), εν είδει μνημοσύνου, ότι αν τον ανάγκαζαν να διαλέξει μεταξύ του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Λεχαινίτη συγγραφέα, θα στεκόταν «ευλαβητικά ξέσκεπος μπροστά στον πρώτο», φιλώντας του το χέρι, τελικά όμως «θα ψήφιζ[ε] για το δεύτερο»[1]. Στις μέρες μας ίσως φαντάζει δύσκολο να αποδεχθούμε αυτή την κατά τα άλλα προκλητική και δελεαστική σύγκριση. Διαβάζοντας, εντούτοις, τη μελέτη της Γεωργίας Γκότση στο επίμετρο της νέας έκδοσης της κλασικής νουβέλας Ἡ Λυγερή, δεν θα μπορούσαμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι ο πεζογράφος Καρκαβίτσας αξίζει μια περίοπτη θέση στον λογοτεχνικό μας κανόνα.

Το σημαντικό γεγονός της επανεμφάνισης του Καρκαβίτσα στα γράμματά μας, το οφείλουμε στον «Σύλλογον πρὸς διάδοσιν Ὠφελίμων Βιβλίων» που ανέλαβε την πρωτοβουλία της επανέκδοσης των πεζών του Λεχαινίτη συγγραφέα (μεταξύ των οποίων πασίγνωστοι τίτλοι, όπως Ὁ Ζητιάνος και Τὰ λόγια τῆς πλώρης), συνοδευόμενων από εκτενή επίμετρα, όπου ανακεφαλαιώνεται η πρότερη σημαντική έρευνα και προτείνονται νέες προσεγγίσεις. Σε όλους τους τόμους προτάσσεται η ίδια εισαγωγή του ομότιμου καθηγητή Γιάννη Παπακώστα, φιλολογικού επόπτη της σειράς, με σκοπό τον κατατοπισμό του αναγνώστη ως προς τα ευρύτερα συμφραζόμενα της εποχής, μέσα στην οποία έζησε και έγραψε ο συγγραφέας. Στο παρόν κείμενο θα επικεντρωθώ στην ίδια τη Λυγερή και στη μελέτη της Γεωργίας Γκότση: η νέα έκδοση που ετοίμασε η επιμελήτρια (περισσότερα…)

Το φαινόμενο Σεφερλής

*

του ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ

~.~

Έχω πάει σε εκατοντάδες θέατρα. Έχω σταθεί σε αμέτρητες ουρές. Όμως αυτό που είδα τις προάλλες έξω από το Ράδιο Σίτυ στη Θεσσαλονίκη, δεν το έχω ξαναδεί. Ή μάλλον όχι, το έχω ξαναδεί, πάλι για τον ίδιο καλλιτέχνη. Κάτι σαν… διαδήλωση. Και μάλιστα ογκώδης. Εκεί, καθώς περνούσα με κατεύθυνση το κέντρο, κοντοστάθηκα και πρόλαβα να δω ανθρώπους που γνωρίζω από εντελώς διαφορετικές γειτονιές της πόλης, με εντελώς διαφορετικό μορφωτικό και οικονομικό υπόβαθρο. Είδα ένα πλήθος διαταξικό· ούτε αριστερό ούτε δεξιό. Ένα πλήθος διηλικιακό. Νέοι, μεσήλικες, ηλικιωμένοι· όλοι μαζί σχημάτιζαν μια πυκνή, απίστευτη ουρά που ξεκινούσε από την οδό Παρασκευοπούλου και έστριβε στη Λεωφόρο Όλγας, με έναν και μοναδικό στόχο: Ένα εισιτήριο για την παράσταση του Μάρκου Σεφερλή Νotis – η Επιστροφή.

Δεν πρόσεξα αν ήταν εκεί και η Τροχαία, που συνήθως εμφανίζεται όταν ο Σεφερλής επισκέπτεται την πόλη. Αυτό που πρόσεξα ήταν ο ενθουσιασμός. Ένα είδος ανυπομονησίας, σχεδόν παιδικής. Και σκέφτομαι: Τι είναι αυτό που φέρνει τόσο κόσμο στο ταμείο κάθε φορά; Τι είναι αυτό που κάνει τον ίδιο καλλιτέχνη να γεμίζει θέατρα χιλίων θέσεων ξανά και ξανά, παρά τα συχνά επικριτικά και απαξιωτικά σχόλια που δέχεται; Μήπως τελικά έχουμε να κάνουμε με ένα φαινόμενο όχι μόνο καλλιτεχνικό, αλλά και κοινωνιολογικό, ένα γεγονός που αποκαλύπτει πολλά για την ίδια την κοινωνία και τις προτιμήσεις της; Μήπως η ταύτισή του με το λεγόμενο λαϊκό θέαμα είναι αυτή που έχει συμβάλει στη συνεχιζόμενη δημοφιλία του; Και τι είναι «λαϊκό θέαμα»; Μήπως αυτό που προσεγγίζει, που συγκινεί μήπως το ευρύ κοινό, που μιλά στην καθημερινή εμπειρία των θεατών με τρόπο άμεσο και κατανοητό και γίνεται μέρος της συλλογικής κουλτούρας; Και αν όντως αυτό είναι «λαϊκό», ποιοι αλήθεια το ορίζουν; Μήπως όλα αρχίζουν από πάνω προς τα κάτω ή από κάτω προς τα πάνω;

Γιατί, όπως όλες οι μορφές τέχνης, έτσι και το θέατρο δεν υπάρχει στο κενό. Διαμορφώνεται από τους δημιουργούς του, ναι, αλλά εξίσου και από το κοινό του (και όχι μόνο). Το τι ανεβαίνει στη σκηνή, ποιο είδος επικρατεί, ποιοι καλλιτέχνες ξεχωρίζουν, δεν είναι αποτέλεσμα μόνο της «προσφοράς» (και της διακίνησής της), αλλά και της ζήτησης. Και αυτή η ζήτηση έχει πρόσωπο: (περισσότερα…)

Yποτροπίασα!

*

Λογοθεσίες από τον
ΗΡΑΚΛΗ ΛΟΓΟΘΕΤΗ

~

Υποτροπίασα!

Σ’ ένα μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ διαδραματίζεται μια πολύ σπιρτόζικη σκηνή. Ένας ζωγράφος ψάχνει κάποιον συγγραφέα που του έχει υποσχεθεί ένα κειμενάκι για το έντυπο της προσεχούς του εκθέσεως. Μάταια όμως, γιατί ενώ ο καιρός περνά ο συγγραφέας είναι εξαφανισμένος και δεν ανταποκρίνεται σε κανένα από τα αγωνιώδη μηνύματα που θυμίζουν την υποχρέωσή του. Όταν τελικά ο ζωγράφος αποφασίζει να χτυπήσει την πόρτα του αντικρύζει ένα αλλόκοτο θέαμα. Ο συγγραφέας είναι, άλουστος αξύριστος με μια βρώμικη ρόμπα, εμφανώς παραμελημένος ενώ το σπίτι δεν βρίσκεται σε διόλου καλύτερη κατάσταση. Σ’ ένα τραπέζι βρίσκονται αραδιασμένα όλων των ειδών τα ζαμπονικά και μια μεγάλη ποικιλία σαλαμιών. Στο ερωτηματικό βλέμμα του επισκέπτη ο συγγραφέας απολογείται με σκυμμένο κεφάλι: Ε, ναι λοιπόν! Υποτροπίασα! Ξανάπεσα στα αλλαντικά!

Θυμήθηκα τη σκηνή γιατί αυτή τη βδομάδα υποτροπίασα με τη σειρά μου. Ξανάπεσα στα αστυνομικά! Πήρα από μια φίλη δυό σακούλες από δαύτα και ξημεροβραδιάζομαι μαζί τους. Αλλά μη φανταστείτε αστυνομική λογοτεχνία ποιότητος, Πατρίτσια Χάισμιθ, Ρέημοντ Τσάντλερ ή τίποτε ανάλογο σε καλαίσθητες εκδόσεις. Μιλάμε γι’ αυτά τα προχειρογραμμένα, μαζικής παραγωγής αστυνομικά, με την υποτυπώδη πλοκή και τους χοντροκομμένους χαρακτήρες, κακοτυπωμένα συνήθως, μεταφρασμένα στο πόδι και με τόσες περικοπές ώστε να χωρέσουν σ’ ένα βιβλιαράκι τσέπης. Παλιότερα είν’ αλήθεια με τον Δημήτρη Αρμάο συνηθίζαμε, μια-δυό φορές τον χρόνο, να κάνουμε νυχτερινές επιδρομές στην Ομόνοια. Αγοράζαμε κατόπιν προσεκτικής επιλογής ό,τι χειρότερο βρίσκαμε στον πάτο του βαρελιού: κόμικς της κακιάς ώρας, ιστορίες βλακώδους φαντασίας ή διαστημικά σκουπίδια. Ύστερα τα βάζαμε στο πάτωμα με συνοδεία ένα μπουκάλι ουίσκυ, καθόμαστε ανακούρκουδα και ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια διαβάζοντας εκ περιτροπής λίγες αράδες απ’ το καθένα. Όταν χάθηκε ο Δημήτρης έκοψα αυτή την αλγεινά διασκεδαστική συνήθεια — έλα όμως που όπως γίνεται σε κάτι θριλεράκια της συμφοράς, τα φαντάσματα κάποτε ξυπνούν και διεκδικούν τα απνευμάτιστα δικαιώματά τους!

Υ.Γ. Και μη με ρωτήσετε για τους συγγραφείς αυτών των φτηνιάρικων αστυνομικών: (περισσότερα…)

Eκδοχές της θηλυκότητας

*

της ΚΩΣΤΟΥΛΑΣ ΜΑΚΗ

~.~

Άννα Δερέκα,
Αιμάσσων,
Κέδρος, 2019
Άννα Δερέκα,
Πάντα κινδύνευα από τις λέξεις,
Κέδρος, 2023

Το έργο της ποιήτριας Άννας Δερέκα θα μπορούσε να τοποθετηθεί ευρύτερα στην ποιητική της χειραφέτησης. Από το 1977 μέχρι σήμερα αφηγείται τις εμπειρίες των γυναικών, τα πάθη και τους αγώνες τους να κινηθούν έξω από περιοριστικές κατηγοριοποιήσεις. Το έργο της Δερέκα συνδέει αυτή την εμπειρία με διαφορετικούς τόπους και ιστορικές στιγμές, προσανατολίζοντας στις συζεύξεις του προσωπικού με τις ιστορίες των γυναικών στον μύθο και το πραγματικό. Η Δερέκα «πολιτογραφείται» επίσης ως αναγνωρισμένη περίπτωση διανοούμενης και ποιήτριας που με συνέπεια ανέδειξε ποικιλοτρόπως τα ηπειρωτικά τοπία, τα παραδοσιακά ηχοχρώματα και τις λογοτεχνικές εξελικτικές διαδράσεις της ηπειρωτικής ενδοχώρας. Σε μια εποχή όπου «ποτάμια λύκους κατέβασε ο καιρός»[1] η ποιητική της κατευθύνεται σε πολλαπλές συνομιλίες με το γυναικείο φύλο μέσα σε ένα καλειδοσκόπιο διαφορετικών συμβάντων και συναισθηματικών διακυμάνσεων (σ. 103) που λειτουργούν θραυσματικά και όχι ενοποιητικά, κινητοποιώντας διαφορετικούς χρόνους, συνθήκες και στιγμές. Τα ποιήματά της δεν περιορίζονται λοιπόν σε μια γραμμική «εγχώρια» ιστορική καταγραφή που οριστικοποιείται σε συγκεκριμένη παράδοση: τοπική, αισθητική, δομική ή όποια άλλη.

Παρόλο που χρησιμοποιεί τον λυρισμό, η Δερέκα μπορεί να συνθέσει διαφορετικές ποιητικές παραδόσεις και φόρμες. Είτε μιλάμε για τις ζυμώσεις που επιτελέστηκαν στις συνομιλίες της με ομότεχνούς της, είτε για την εξέλιξη της ποιητικής εργογραφίας της (η οποία μετρά μέχρι σήμερα πάνω από είκοσι βιβλία) η Δερέκα παραμένει κατά τη γνώμη μου αποδημητική. Κριτικά αφομοιώνει και οικειοποιείται ως αναγνώστρια και ποιήτρια την ελληνική με την παγκόσμια ποίηση, προβαίνοντας και συνθέτοντας παράλληλα τις διάφορες σχολές και ρεύματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Οι επικλήσεις της αλλάζουν διαρκώς, το ίδιο και οι επιδράσεις της με αποτέλεσμα να κατασκευάζει δημιουργικά ένα εν εξελίξει ψηφιδωτό δημιουργών και συμβάντων το οποίο κινείται σε μια διαχρονία με διαφορετικά σημεία εκκίνησης. Τα αναδιατασσόμενα σημεία/στίγματα τής δίνουν την επιλογή να αναθεωρεί την έννοια της ασφάλειας, της οικειότητας και τελικά της μετοίκησης.

Βρήκα στέγη
όχι σπίτι.
Σαν τ’ αποδημητικά.[2] (περισσότερα…)

Charles Beaudelaire, «Θα ονειρευτώ ορίζοντες που κυανίζουν…»

*

Τοπίο

Αυθεντικά ειδύλλια θα ήθελα να πλάσω
και, σε όνειρο θαρρείς, με τα καμπαναριά κοντά μου,
ύμνους ιερούς καθώς ο αέρας φέρνει ώς τα αυτιά μου,
σαν αστρολόγος πλάι στον ουρανό να ξαποστάσω.
Τα χέρια στο πηγούνι μου, ψηλά από τη σοφίτα
θα δω το εργαστήριο όλο τραγούδι και φλυαρία,
καμπαναριά, φουγάρα, λες της πόλης τα ιστία,
και τους βαθιούς τους ουρανούς, αιώνιοι σαν να ήταν.

Είναι όμορφο, μες από τις ομίχλες να γεννιέται
το άστρο του γλαυκού, στο παραθύρι η λάμπα πλάι,
ποτάμι από κάρβουνο που στα ουράνια πάει,
και της σελήνης η αχνή σαγήνη να σκορπιέται.
Φθινόπωρα θα αντικρίσω, ανοίξεις, καλοκαίρια
κι όταν της χειμωνιάς χιόνια μονότονα απαντήσω,
παντού πόρτες, παράθυρα θα πρέπει να σφαλίσω
στη νύχτα τα παλάτια για να χτίσω τα αιθέρια.
Τότε θα ονειρευτώ ορίζοντες που κυανίζουν, (περισσότερα…)

Ένας ασήμαντος άνθρωπος

*

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

~.~

Είμαι ένας τυχαίος άνθρωπος, ένας ασήμαντος άνθρωπος, εσωτερικά εξαντλημένος, πληγωμένος από πίκρες που έχουν σημασία μόνο για μένα, μετέωρος ανάμεσα στον κυνισμό και τη συμπόνια, επιρρεπής αλλά όχι παραδομένος στη μνησικακία, κουρασμένος απ’ το παιχνίδι των προσδοκιών και της υποκρισίας, εθισμένος σε ορισμένες ιδεοληψίες: να ζήσω την προσωπική μου ιστορία χωρίς διαμαρτυρίες, χωρίς ξεφωνητά, να μην γίνω γελοίος, να κατακτήσω την διαύγεια που μου είναι απαραίτητη για να φτάσω μέχρι το τέλος χωρίς να προδώσω τον εαυτό μου, να διαχειριστώ ψύχραιμα την προοπτική του θανάτου μου, την τελική αποτυχία της επίγειας ύπαρξής μου.

Υπάρχω αυθαίρετα, ανεξήγητα. Δεν ξέρω τι είμαι και γιατί υπάρχω. Δεν ζήτησα να υπάρξω. Ξένες αποφάσεις καθόρισαν την είσοδό μου στη ζωή. Άγνωστες δυνάμεις θα καθορίσουν και την έξοδο μου. Η πορεία καθορισμένη αμετάκλητα, τα μεγάλα ερωτήματα αναπάντητα. Αιχμάλωτος στην ύπαρξη έχω να υποστώ ένα πεπρωμένο, μια σειρά από συμπτώματα και αγωνίες, μια ζωή και έναν θάνατο, χωρίς να ξέρω τι υπερασπίζομαι, αποφασισμένος ωστόσο να βρω ένα νόημα και να εξαντλήσω τα πάντα μέχρι τέλους, συλλογιζόμενος κάθε τόσο ότι όλα αυτά ίσως να μην έχουν τελικά καμιά σημασία, κανένα νόημα, καταδικασμένα όλα σε έναν αθεράπευτο παραλογισμό και σε μια ολοκληρωτική εκμηδένιση.

Κάποτε (μόλις χθες) ήμουν παιδί – τα χρόνια εξαϋλώθηκαν λες και δεν υπήρξαν. Κληρονόμησα μια ορισμένη κατάσταση, αυτό που αφαιρετικά ονομάζουμε «φτώχεια», με καθόρισε, με έκανε αυτό που είμαι. (Θυμάμαι ένα παγωμένο αποχωρητήριο στην άκρη μιας αυλής, θυμάμαι ένα παγωμένο σπίτι, θυμάμαι έναν άντρα που πρέπει να ήταν ο πατέρας μου – δεν έμαθα ποιος ήταν, δεν πρόλαβα να τον γνωρίσω. Θυμάμαι την απουσία άλλων, τις σπάνιες επισκέψεις κάποιων. Κάπως έτσι μεγάλωσα. Κάπως έτσι διαμόρφωσα τη ντροπή και την περηφάνια μου).

Υπό άλλες συνθήκες θα γινόμουν κάποιος άλλος; Δεν ξέρω. Ίσως ναι, ίσως όχι. (περισσότερα…)

Συντροφεύγοντας τόν ἑαυτό: Συγκαιρινές ἱστορίες

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~

Μέρος Β΄: Συγκαιρινές ἱστορίες

1.   Δέχτηκα ξαφνικά τά ἐξ οἰκείων βέλη νικηφόρων ἐγωισμῶν. Ἔτσι κι ἐγώ, οἰκεία βουλήσει, προσῆλθα στά γραφεῖα τῶν προϊσταμένων. Δηλαδή ξεκίνησα τήν ἀγόρευση μέσα σ’ ἕνα κουτί. Ε λοιπόν, ὅλη ἡ πιατέλα ἦταν μπροστά μου καί τσίμπαγα ὅποια λέξη ἤθελα. Ὄχι μόνο δέν ὑπῆρχε ἔλλειψη, ἀλλά τέτοια πληθώρα, πού ἔκανα κι ἐπιλογή. Ἄλλες τίς ἄφηνα, ἄλλες τίς ἔπιανα, σάν καλοτηγανισμένες πατάτες. Ὅλα ἦταν σέ θαυμαστή ἁρμονία· τά ρήματα, καθώς καί ἡ κίνηση τοῦ σώματος, στίς ἄκρες τοῦ ὁποίου κουβαλήθηκε μέ θάρρος τό θιγμένο μέσα μου, ἔδεναν μεταξύ τους σέ μιά καλοστημένη παράσταση διαμαρτυρίας χωρίς νά ξεφεύγω ἀπό τήν κομψοπρέπεια. Ἀντίθετα, ὅταν εἶναι νά μιλήσω τήν ἀλήθεια μου σέ ἀγαπημένο πρόσωπο, οἱ λέξεις ξεμακραίνουν. Τό ποτήρι γεμίζει σταγόνα σταγόνα. Τά ψέματα δέν καταστρατηγούν τήν ἀλήθεια μέ σκοπό νά βλάψουν οὔτε τή φυλάσσουν, βέβαια, ὡς πολύτιμη. Ἔμπροσθεν τοῦ προϊσταμένου, τά ψέματα καί ἡ ἀλήθεια ἦταν ἕνα πρᾶγμα μέσα στό ἐπιμελημένο γαυρίαμα. Δέν ὑπῆρχε πρόβλημα, ἤμουν ἐγώ ἔξω. Ὅταν σέ στριμώξουν μέσα εἶναι τό πρόβλημα. Ὅταν σοῦ ζητᾶ τήν ἀλήθεια ἡ ἀγαπημένη, δέν εἶναι εὔκολο νά ζευγαρώσεις τή φιλοπρωτεία μέσα στό συναίσθημα μέ τήν ἐκλογή τῆς ἀλήθειας. Τί νά πεῖς; Κι αὐτά πού λές δέν εἶναι ἡ ἀλήθεια, εἶναι τά λόγια τοῦ μόχθου σου μέσα στούς ρόλους μιᾶς πολύωρης ζωῆς. Ποιός εἶπε ποτέ γιά τόν ἑαυτό του ξεμέθυστες ἀλήθειες; Ὑπάρχουν τέτοιες; Ὑπάρχουν, καί τίς λέμε κι αὐτές, σά νά σπρώχνεις τόν ἄλλο μακριά. Οἱ λέξεις δέν εἶναι καμωμένες γιά τήν ἀλήθεια, μόνο οἱ πράξεις ἀληθεύουν, ἐπειδή ξεπετάγονται ἔξω ἀποκλεισμένες ἀπό τόν δημιουργό τους και δεν ἐξουδετερώνονται. Ποτέ μου δέν φιλοξένησα ἄνθρωπο! Δόλιος, προδοτικός, τά λέω καί πρῶτος ἐγώ τά πιστεύω, τήν ὥρα πού πίσω μου σπαρταροῦν ἐθελόκακα πράξεις χθεσινές πού δεν λένε να χηρεύσουν ἀπό μένα.

2.   Παίζοντας στή ρουλέτα, διαλέγοντας τά νούμερα, εἶναι στιγμές, σπάνιες εἶναι ἀλήθεια, πού ἀντιλαμβάνεσαι πόσο πρωτότυπος ἤσουν! Ἐκπλήσσεσαι ἀπό τό γεγονός ὅτι τούς ἀριθμούς πού τελικά ξεχώρισες δέν θά μποροῦσες νά τούς εἶχες σκεφτεῖ. Σάν νά σέ προτίμησαν αὐτοί. Σάν νά ξέκριναν μόνοι τους καί νά σοῦ παρουσιάστηκαν ἀκάλεστα. Δέν φανταζόσουν ποτέ ὅτι θά μποροῦσες νά διαλέξεις αὐτούς ἀκριβῶς τούς ἀριθμούς. Ἀριθμοί πού συχνά κερδίζουν. Τέτοιους βρίσκει ὁ ἀρχάριος. Ἐξ οὗ καί ἡ λεγόμενη τύχη του. Ὁ καινούργιος παίκτης εἶναι ἀνοιχτός, ἀδούλωτος σέ ὅλες τίς συλλογές ἀριθμῶν. Χαρούμενος, δηλαδή, χωρίς ἄσχημες ἀκόμα ἀναμνήσεις, καί τωρινός στή δράση, ἁπλώνεται ἰσότιμα καί ἀμερόληπτα σέ ὅλους τούς ἀριθμούς. Καί διαλέγει σωστά. Πράγματι στήν τύχη. Καί τήν τύχη τή συναντᾶ. Ὁ παλιός παίκτης ἀντίθετα ἐπιμένει. Ἐπιμένει στό ἑαυτό του. Ἡ μνήμη του εἶναι βαριά. Κολλημένος στά νούμερά του ὅπως ὁ μεσήλικας στίς ἀτάκες του. Καί ἡ τύχη νά μήν εἶναι ποτέ ἀδιάφορη ἀλλά κάθε φορά νά περνάει σύρριζα. Βλέπεις τά νούμερά σου νά κερδίζουν συνεχῶς στό διπλανό τραπέζι. Ἡ τύχη νά βηματίζει πίσω ἤ μπροστά σου. Ἀφήνεις τά νούμερά σου γιά μιά ριξιά καί αὐτά βγαίνουν. Ἐπιστρέφεις καί βγαίνουν ἐκεῖνα πού διάλεξες ὅταν ἄφησες τά δικά σου. Δέν ξέρεις ποῦ νά πᾶς καί ποῦ νά σταθείς. Κρῖμα πού δέν ἐπέμενες! Ἡ μπίλια νά χώνεται ἐπίτηδες στη μόνη τρῦπα πού σκόπιμα ἄφησες ἀπό μιά μεγάλη συλλογή ἀριθμῶν, μόνο καί μόνο γιά νά δεῖς ἄν θά μπεῖ ἐκεῖ κοροϊδευτικά. Καί μπαίνει! Στό τέλος ἀντιλαμβάνεσαι πώς δέν ὑπάρχουν ἀριθμοί πού θά μποροῦσες νά διαλέξεις. Ὅλοι οἱ ἀριθμοί χάνουν. Συνεχίζεις νά παίζεις γιά νά σιγουρευτεῖς. Γιά νά ἐπιμείνεις. Καί ἐσύ ἐπιμένεις στόν χρόνιο ἑαυτό σου, στά νούμερά σου, ἀρχίζεις νά συχνάζεις ἐκεῖ σάν φτωχοκόριτσο πού θέλει νά φτουρήσει. Τό πουλί πέταξε καί ἐσύ ἀλησμόνητη παλιά καραμπίνα πού ἐμμένει στίς ἀτάκες πού χάνουν. Ἀναθυμητική στήλη πού πίνει οὐίσκι καί καπνίζει. Στό τέλος, ἔρχεται καί ὁ Πασκάλ: «μεγάλο πρᾶγμα ἡ ποιότητα, αὐτή πού σέ κάνει ἕτοιμο στά εἴκοσί σου χρόνια. Ὅταν οἱ ἄλλοι καταφθάνουν στά πενῆντα τους, ἐσύ ἔχεις κερδίσει ἄκοπα 30 χρόνια».

(περισσότερα…)

Ἀκτινογραφία φανατικοῦ

*

«Φτερὰ κι ἀγκάθια»
γράφει ὁ
ΘΑΝΑΣΗΣ ΓΑΛΑΝΑΚΗΣ

~.~

Δὲν πάει καιρὸς ἀπ’ ὅταν ἄνοιξε στὴν ἀρένα τῶν κοινωνικῶν δικτύων μὲ ἀφορμὴ τὴ δολοφονία τοῦ Τσάρλυ Κὲρκ μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν φανατισμὸ καὶ τὰ θλιβερά του ἀποτελέσματα. Καὶ πράγματι, ἂν τὸ σκεφτεῖ κανεὶς ψύχραιμα καὶ ἐξ ἀποστάσεως δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ καταλήξει στὸ ἴδιο συμπέρασμα. Ὁ φανατικὸς δρᾶ παρωπιδικά, σὰν τὸ γαϊδούρι ποὺ ξέρει ἕνα μονοπάτι καὶ δὲν τὸ ἀλλάζει εἴτε ἔχει κατολίσθηση, εἴτε ἔχει ρίξει ἕνα μέτρο χιόνι, εἴτε ἂν προκύψει ἕνας νέος ὁμαλότερος δρόμος ποὺ θὰ διασφαλίσει τὴ σωματική του ἀκεραιότητα. Ναί, εἶναι κάπως ἔτσι. Παρὰ ταῦτα, ἡ ὀπτικὴ αὐτὴ πέρα ἀπὸ ἐξίσου θυμικὴ μὲ τὸν θυμικὸ ἀγώνα τοῦ φανατικοῦ εἶναι κάπως ἀνάλατη, γλυκερή, ἴσως εὐχετική, σὰν τὶς ἐκθέσεις ποὺ γράφαμε στὸ σχολεῖο, τῶν ὁποίων ἂν ἀκολουθούσαμε τὰ προτάγματα ποὺ ὑποστηρίζαμε γιὰ νὰ πάρουμε καλὸ βαθμὸ στὴ μετέπειτα ἐνήλικη ζωή, θὰ φτάναμε νὰ καταφέρουμε τὶς αὐτονομιστικὲς εὐτοπίες (τελικὰ δυστοπίες) τοῦ Καστοριάδη καὶ ἄλλων χαρούμενων στοχαστῶν τοῦ γραφείου.

Προφανῶς, τὰ πράγματα δὲν κινοῦνται πάντοτε στὸ ἀσπρόμαυρο δίπολο, ὡστόσο μιὰ συζήτηση γιὰ τὸν φανατισμὸ («Ποὺ θἄπρεπε νἆναι μόνο στὰ γήπεδα», ὅπως μοῦ ΄λεγε πρόσφατα νηφάλια πλὴν ἐμπύρως ὁ Πατίλης) δὲν γίνεται νὰ περιοριστεῖ σὲ εὐχολόγια καὶ δυνητικότητες· κι’ αὐτὸ ἀφ’ ἑνὸς ἐπειδὴ ἡ νηφαλιότητα εἶναι κατακτημένη κατάσταση κι’ ὄχι φυσική, βιολογικὴ προϋπόθεση, ἀφ’ ἑτέρου ἐπειδὴ τὸν ἀντιμετωπίζουμε καθημερινὰ μένοντας στὸν φαινότυπο καὶ ἀποσιωπῶντας τὸν γονότυπο.

Τὸ γονιδίωμα τοῦ φανατισμοῦ εἶναι ἑλικοειδὲς καὶ κινεῖται σὲ δύο παράλληλους ἄξονες ποὺ ἅπτονται πολλῶν ἐπικρατειῶν. Στὸν πρῶτο ἕλικα/ἄξονα ὑπάρχει ὁ ὀρθολογικοποιημένος φανατισμὸς ποὺ προκύπτει κατόπιν σκέψης, ἐπιλογῶν, συνθηκῶν καὶ ἀποκλεισμῶν ἕτερων φανατισμῶν, ἐνῶ στὸν ἄλλον βρίσκεται αὐτὸ ποὺ ὀνομάζεται κοινῶς «τυφλὸς φανατισμός», ποὺ ὅμως δὲν διαφέρει καθόλου ἀπ’ ὅ,τι καθημερινὰ ὀνομάζουμε «πίστη». Ὁ ἕνας ἕλικας εἶναι προϋπόθεση τοῦ ἄλλου· ὁ πρῶτος ὡριμάζοντας μετατρέπεται στὸν δεύτερο, καὶ κάθε νέα πληροφορία, κάθε νέο ἐρέθισμα, κάθε ἐξωγενὴς παράσταση ἐπανατροφοδοτεῖ τὸν πρῶτο. Ἡ πίστη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι πίστη, ἂν δὲν εἶναι «τυφλή». Ὅλα τὰ ὑπόλοιπα (ἔλεγχος, αἰτιολόγηση, ὀρθολογικοποίηση, ἀξιολογικὲς παράμετροι) ἐδῶ ἀπάδουν.

Ὁ φανατικὸς νιώθει παράλληλα ὅτι ἔχει ἐπιλέξει νὰ στηρίζει κάτι, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ αὐτὸ τὸ «κάτι» τοῦ φαίνεται ὡς προέκταση τοῦ ἑαυτοῦ του, κάτι ποὺ βαστᾶ ἀπὸ τὴ γέννα καὶ δὲν θὰ μποροῦσε ἐπουδενὶ λόγῳ νὰ εἶναι ἀλλιῶς. Εἶναι ὡς νὰ ὁρίστηκε ἀπὸ κάποιον ἢ κάτι στὴν ὑπηρεσία ἑνὸς σκοποῦ ποὺ ἐνῶ πρόκειται γιὰ μιὰ ἁπλὴ πίστη τείνει νὰ γίνεται ἕνα ἀπ’ ἀρχῆς ἕως τέλους συνεκτικὸ modus vivendi et operandi. Οἱ ὅποιες ἀποκλίσεις προκύπτουν περιστασιακὰ ἢ ἀναγκαστικά, γρήγορα γίνονται φύση τοῦ κυρίως κορμοῦ σὲ βαθμὸ ποὺ πλέον δὲν λογίζονται ὡς τέτοιες, παρὰ μόνον ὡς ἐξελιγμένες ἐκδοχὲς τοῦ ἀρχικοῦ πλάνου. Μὲ ἄλλα λόγια, τὰ πάντα βγάζουν νόημα στὸν κόσμο τοῦ φανατικοῦ, καθὼς ἡ βαθιὰ πεποίθηση ὕπαρξης ἑνὸς κόσμου ποὺ μπορεῖ νὰ ἰδωθεῖ μὲ ἴσιο κρέας μόνο μέσα ἀπὸ τὰ μάτια του ἢ τὰ μάτια τῶν ὁμοϊδεατῶν του, πλημμυρίζει τελικὰ τὸ πράττειν του σὲ μιὰν ὁρῶσα [γιὰ τὸν ἴδιον] τύφλωση [γιὰ τοὺς ἄλλους]. (περισσότερα…)

Οδηγός για καλύτερη ζωή υπό την σκιάν του θανάτου

*

του ΙΩΑΝΝΗ ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΟΥ ΡΩΣΣΗ

Άγγελος Καλογερόπουλος, Κήρυξις αφανείας:
Μικρή μελέτη θανάτου για μια καλύτερη ζωή,
Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών, 2025

Έναυσμα να ασχοληθώ με το τελευταίο βιβλίο του Άγγελου Καλογερόπουλου μου έδωσε ο τίτλος και ο υπότιτλός του καθώς και η υπέροχη εικόνα του ζωγράφου Χρίστου Παπαδάκη («Μετουσίωσις») όπου σε μαύρο φόντο βλέπουμε μια σταγόνα φως να αιωρείται πάνω από ένα ψηλό ποτήρι μισογεμάτο με κόκκινο κρασί και πλάι του μια φραντζόλα ψωμί. Η σιωπηλή αυτή φύση (υιοθετώ τον όρο του ντε Κίρικο αντί για νεκρή φύση) όχι μόνο κοσμεί το εξώφυλλο αλλά και εικονογραφεί το νόημα του έργου.

Oμολογώ ότι η ανάγνωση με αιφνιδίασε. Επειδή η μικρή αυτή μελέτη θανάτου δεν πραγματεύεται με τρόπο αυστηρό, δογματικό το μεταφυσικό, υπαρξιακό πρόβλημα του ανθρώπου αναπαράγοντας θεολογικά στερεότυπα, όπως ενδεχομένως θα περίμενε κανείς από έναν ποιητή όπως ο Άγγελος Καλογερόπουλος τόσο κοντά στην Εκκλησία, αλλά με τρόπο ανοιχτό, συμπεριληπτικό όπου έχει θέση το χιούμορ ή η νοσταλγία για μορφές όπως ο Κροπότκιν, ο Άρης Βελουχιώτης, ο Μαγιακόφσκι, ο Καμίλο Τόρρες και ο Τσε Γκεβάρα πλάϊ σε άλλες εγγύτερες προς την πνευματική, μεταφυσική διάσταση του ανθρώπου συνειδήσεις: Παπαδιαμάντης, Ντοστογιέφσκι, Μπερντιάγιεφ, Σαραντάρης «και πιο πολύ απ’ όλους οι ψαράδες της Τιβεριάδας πού ην αυτοίς άπαντα κοινά» όπως γράφει χαρακτηριστικά ο Καλογερόπουλος.

Με αυτόν τον τρόπο η παραμυθία, η πίστη στον Θεό και τη μέλλουσα ζωή δεν επιβάλλεται αλλά επιλέγεται παρά τις ενστάσεις της λογικής. Λέει σχετικά ο Αφηγητής (ένα από τα πρόσωπα του έργου):

«Η πίκρα του για τον θάνατο ήτανε πιο βαθιά απ’ την ελπίδα του για την Ανάσταση. Αλλά δεν ήθελε καθόλου να συμφιλιωθεί με μια τέτοια παραδοχή. Διότι καταλάβαινε ότι μια τέτοια πίστη ήταν πράγματι σωτήρια. Και παραμύθι νά ’ναι, μονολογούσε, δεν έχω ακούσει καλύτερο». (περισσότερα…)

Φαντάσματα

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

~.~

Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;
Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα γραμμένα,
ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πραμάτεια∙
ποιος είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω από μας;
ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Η δημόσια συζήτηση για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα το τελευταίο χρονικό διάστημα βρίσκεται σε έξαρση και διεξάγεται σε υψηλούς τόνους κυρίως μεταξύ κυβερνήσεως και σύσσωμης της αντιπολίτευσης. Οι λόγοι είναι πολλαπλοί: πολλές και σοβαρές θεσμικές παρεκτροπές –η ευθύνη της κυβέρνησης μεγίστη–, οικονομιστική πολιτική που δυσκολεύει πολύ την πλειοψηφία του πληθυσμού να ανταποκριθεί στις ανάγκες της καθημερινότητας ενώ παράλληλα φουσκώνει τα πορτοφόλια των ολίγων και εκλεκτών της κυβέρνησης, αλλά και παντελής αδυναμία να διευρυνθεί η παραγωγική βάση της οικονομίας με προϊόντα και αγαθά που ενσωματώνουν υψηλή τεχνολογία και αυξάνουν την παραγωγικότητα και την προστιθέμενη αξία.

Στη δημόσια συζήτηση για τις τάσεις του εκλογικού σώματος εντός αυτού του πλαισίου και προφανώς και για τα μελλοντικά εκλογικά αποτελέσματα, συμπεριλαμβάνονται και ορισμένα «κόμματα» που δεν υπάρχουν στην πραγματική ζωή, δηλαδή θα μπορούσαμε να πούμε ότι πρόκειται για κόμματα-φαντάσματα. Πως γίνεται αυτό; Απλά με τη επίμονη συμβολή των εταιριών δημοσκόπησης και μέρους των ιδιωτικών ΜΜΕ των οποίων οι ιδιοκτήτες τυχαίνει να είναι και κομμάτι της ολιγαρχίας του επιχειρηματικού γίγνεσθαι στην Ελλάδα και του πλούτου γενικότερα.

Χρησιμοποίησα τη λέξη φάντασμα για να χαρακτηρίσω αυτά τα κόμματα, με σαφή αναφορά στην έννοια της hauntologie του Ζακ Ντερριντά[1] . Υπ’ αυτήν την έννοια, το φάντασμα μπορεί να συλληφθεί ως κάτι που δρα χωρίς να υπάρχει σε υλική μορφή. Έτσι μπορεί η παρουσία ενός φαντάσματος να σηματοδοτεί κάτι που δεν υπάρχει πια στην πραγματικότητα αλλά εξακολουθεί να ενεργεί ως εικονικότητα. Για παράδειγμα το Φάντασμα του Μαρξ και του κομμουνισμού. (περισσότερα…)