Μια ποιητική ανταλλαγή ύβρεων από τον Δέκατο Aιώνα

*

Ιωάννης Γεωμέτρης εναντίον Στυλιανού

Μια ποιητική ανταλλαγή ύβρεων
από τον Δέκατο Aιώνα

Εισαγωγικά-Μετάφραση
ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΣ

Οι λόγιοι Βυζαντινοί αρέσκονταν και στις λόγιες ανταλλαγές ύβρεων. Τον 10ο αιώνα έχουμε μία τέτοια, έμμετρη μάλιστα, μεταξύ του κορυφαίου ποιητή της εποχής Ιωάννη Γεωμέτρη και κάποιου Στυλιανού. Η πρόσθετη στρατιωτική ιδιότητα του Γεωμέτρη δίνει την ευκαιρία στον αντίπαλό του να κάνει χρήση πολεμικής ορολογίας στις δικές του προσβολές (στ. 6-10, 29-33). Όσον αφορά στην απόδοση, προτίμησα την ισορροπία μεταξύ της ήπια λόγιας και της ξεκάθαρα καθημερινής φρασεολογίας. Τον κίνδυνο της υπερβολικής «απολογιοποίησης» του πρωτοτύπου τον περιορίζει αυτομάτως ο ίδιος ο έμμετρος στίχος. Επιπλέον, τι νόημα θα είχε για τον σύγχρονο αναγνώστη η προσβολή που βγήκε απευθείας από το σκονισμένο ερμάρι; Άλλωστε, μπορούμε εύκολα να φανταστούμε έναν λόγιο που χάνει την υπομονή του να ξεπέφτει στιγμιαία στο επίπεδο του απλού ανθρώπου. Χρησιμοποίησα την έκδοση: E. Van Opstall, «The pleasure of mud-slinging: An invective dialogue in verse from 10th century Byzantium», Byzantinische Zeitschrift 108 (2015), 771-796.

*
Γεωμέτρης
Πονάει το σώμα σαν φουσκώσει η κήλη,
μα αν τα μυαλά φουσκώσουν, ξεμωραίνεις.
Κι ο φθόνος πάντα τα αίματα τ’ ανάβει.
Έτσι λοιπόν, με φθόνο και μωρία
ο Στυλιανός ξερνάει μοχθηρία.

Στυλιανός
Φυσάς και το μυαλό σου ξεφουσκώνει·
τσαντίζεσαι μα οι εχθροί σου σε στραβώνουν.
Με τέτοια χάλια θα λογομαχήσεις;
Την έχεις δει, μπροστά σου όμως δεν βλέπεις
και λες τη μια βλακεία μετά την άλλη. (περισσότερα…)

Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν, «Η ποίηση είναι τηλεγραφήματα της ψυχής»

*

Συνέντευξη και αναγνώσεις στην ελβετική τηλεόραση το 1983

~.~

Μετάφραση ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΠΟΣΚΙΤΗΣ

~.~

Μια βαρκούλα στο ταξίδι της αρχαιολογίας

Ζεστή καταιγίδα μ’ αστραπές και βροντές
απόψε στο Τόκιο, νερό πολύ κι ομπρέλες
γύρω στις 10 μ.μ.
Μια μικρή λεπτομέρεια της στιγμής
ίσως όμως πολύ σημαντική
σ’ ένα εκατομμύριο χρόνια από τώρα που οι αρχαιολόγοι
θα κοσκινίζουν τα ερείπιά μας, προσπαθώντας μ’ εμάς να βγάλουν
άκρη.

Τόκιο, 5 Ιουνίου 1976

~.~

– Σε τι ωφελεί η ποίηση;

ΡΜ: Η ποίηση είναι τηλεγραφήματα της ψυχής· να ρίξει φως, να δείξουμε περισσότερη συμπόνια, να κατανοήσουμε καλύτερα την κατάστασή μας· την ανθρώπινη κατάσταση.

– Στα βιβλία σας υπάρχουν πάντοτε δύο πόλοι: η πραγματικότητα κι ένας αντεστραμμένος κόσμος, ένας, κατά μία έννοια, φανταστικός κόσμος. Ποια είναι η αντίστιξη αυτών των δύο κόσμων; Πώς σχετίζονται και ενδεχομένως διορθώνουν ο ένας τον άλλο;

ΡΜ: Εναλλάσσονται. Ο ένας είναι ο καθρέφτης κι ο άλλος το είδωλο κι ύστερα ο πρώτος είναι το είδωλο κι ο άλλος ο καθρέφτης. Θεωρώ την ενόραση μια απ’ τις απίστευτες αρετές των ανθρώπων κι αν έχουμε τη δυνατότητα με οποιονδήποτε τρόπο να διευρύνουμε, να καθορίσουμε, να επανακαθορίσουμε ή να εξερευνήσουμε την ενόραση στο μέλλον, θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε όλα τα μέσα για να το κάνουμε.

– Κύριε Μπρότιγκαν, η δουλειά σας έχει μια ποιητική τρυφερότητα και την ίδια στιγμή ενυπάρχει μια κάποια σκληρότητα. Πώς πετυχαίνετε την ισορροπία; Χρειάζεται μια τέτοια ισορροπία;

ΡΜ: Είμαι προϊόν του 20ού αιώνα. Η δουλειά μου αντικατοπτρίζει τον 20ό αιώνα και αποκρίνεται σ’ αυτόν. (περισσότερα…)

Λαλάκηδες και Κασσελάκηδες

*
Βρε, άντε παγκοσμιοποιηθείτε!

Αφήνεις πονηρό γελάκι
όταν ακούς για Κασσελάκη,
αγαπητέ μου ποιητή!
Άει αμερικανοποιήσου,
mister! Fuck off! «Άντε γαμήσου!»
για να στο πω κι ελληνιστί.

Όταν Παγκόσμιους διαλαλούσες
Διαγωνισμούς Ποίησης, ζούσες
Όνειρο Αμερικανικό:
fast food ποιήματα στο blender,
όλοι μαζί και all together –
το ξένο είναι πιο γλυκό!

Μα πιο γλυκό είναι το μουνάκι
που έγινες, στο κασελάκι
σου έχεις δυο λογιών κρασί:
το ’να ξινό – αυτό που είσαι –
τ’ άλλο γλυκό, σαν προσποιείσαι
εκείνον που δεν είσαι εσύ.

Με το fair play όλοι είν’ ωραίοι,
με το yes men – αλά USA –
χτίζουν καριέρα τα σκατά.
Καθείς αφήνει την κλανιά του
κι ύστερα ανοίγει τα κανιά του:
γυρνάει κώλο να πάει μπροστά.

Απανταχού ποιητές Λαλάκηδες,
άντε γινείτε Κασσελάκηδες –
τι κόμματα τι σωματεία!
Δεν είμαι εγώ που κάνω πλάκα
μα ο καπιταλισμός, μαλάκα,
που τα ’χει κάνει όλα αστεία.

Λαλάκηδες και Κασσελάκηδες
ένα και το αυτό, ρε μάγκα!
Τράβα με τους σαχλαμαράκηδες
ειδάλλως σ’ έφαγε η μαρμάγκα.

Μην πάρετε την νέα ταυτότητα
– με τσιπ ή με χωρίς τσιπάκι –
πάνω αν δεν γράφει «υπηκοότητα:
κορόιδο κι Αμερικανάκι».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ε. ΣΟΛΔΑΤΟΣ
22.9.2023

*

Θεσσαλονίκη

*

τοῦ ΓΙΩΡΓΗ ΜΑΝΟΥΣΑΚΗ

Ἐπιλογὴ καὶ ἐπιμέλεια: Ἀγγελικὴ Καραθανάση

*

Α΄ Ἡ σύγχρονη πολιτεία κι ἡ μαγικὴ πολιτεία [1]

Μὲ καρδιοχτύπι περιμένω πάντα τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πρωταντικρύσω ἕνα τοπίο, μιὰ πόλη ἢ ἕνα μνημεῖο, γνωστὰ ἀπὸ  τὰ βιβλία. Ἀνησυχῶ γιὰ τὴν πρώτη ἐντύπωση ποὺ θἀ μ’ ἀφήσει, γιὰ τοὺς ἀντίλαλους ποὺ θὰ ξυπνήσει μέσα μου. Νά ’ναι, ἄραγε, ὅπως τό ’χει δουλέψει ἡ φαντασία μου χρόνια τώρα, παίρνοντας τροφὴ ἀπὸ φωτογραφίες, σχέδια καὶ περιγραφὲς ἢ θὰ μ’ ἀπογοητέψει;

Μὲ τούτη τὴν ἀνησυχία μέσα μου πήγαινα, ἀνυπόμονος νὰ κάμω τὴν πρώτη γνωριμία μὲ τὴ Θεσσαλονίκη.

Καθὼς τὸ λεωφορεῖο ἄρχισε νὰ συναντᾶ τὰ πρῶτα σπιτάκια κι ὕστερα, ὅσο πήγαινε, τὰ σπιτάκια νὰ πληθαίνουνε καὶ νὰ φαίνεται μπροστά μας μιὰ ὁλάκερη πολιτεία ἀνεβασμένη ἀπάνω στοὺς χωματόλοφους, μήτε ὑποψιάστηκα πὼς εἴχαμε μπεῖ στὴ Θεσσαλονίκη. Ἀναρωτιόμουνα ποιά πολιτεία νά ’τανε κι ἔψαχνα νοερὰ τὸ χάρτη νὰ θυμηθῶ τὴ μαύρη μικρὴ κουκίδα ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὴ μακεδονίτικη πρωτεύουσα.  Μόνο σὰν ἐπροχωρήσαμε κάμποσο μέσα στὸ πέτρινο κορμί της κι ἄρχισε νὰ σταυρώνεται ὁ δρόμος μας μ’ ἄλλους δρόμους πολύβοους, τὴν ἀναγνώρισα.  Τὰ φτωχὰ τενεκεδόσπιτα, ξυλόσπιτα, χαμόσπιτα ἤτανε τὸ αἰώνιο θέμα ποὺ ὑπάρχει πάντα στὶς ἄκρες ὅλων τῶν ἑλληνικῶν πολιτειῶν.

Βέβαια, ἡ «Νύμφη τοῦ Θερμαϊκοῦ» ἔχει μιὰ λαμπρὴ βιτρίνα. Τὸ κέντρο της, ὅλη ἡ κάτω πόλη, ἀπὸ τὸν Ἅη Δημήτρη ὣς τὴ θάλασσα, εἶναι μιὰ μεγαλούπολη τοῦ καιροῦ μας. Δρόμοι πλατιοί, ἴσιοι, μὲ τὰ μέγαρά τους, μὲ τὰ φανταχτερά τους καταστήματα, μὲ τὸ πλῆθος τῶν τροχῶν καὶ τῶν ἀνθρώπων ποὺ κυλοῦν ἢ περπατοῦν στὴν ἄσφαλτό τους. Ἡ Ἐγνατία, ἡ ὁδὸς Τσιμισκῆ, ἡ ὁδὸς Ἑρμοῦ, ἡ ὁδὸς Βενιζέλου. Τὸ κομμάτι τοῦτο τῆς πολιτείας δὲν ἔχει νὰ ζηλέψει τίποτα ἀπὸ τὴν Ἀθήνα. Ἴσως εἶναι καὶ καλύτερό της. Ἔχει περισσότερη ἀρχιτεκτονικὴ συνέπεια ‒δὲν παρουσιάζει ἐκεῖνο  τὸ ἀνακάτωμα τῶν ρυθμῶν, άπὸ τὸν κλασικίζοντα τοῦ περασμένου αἰώνα, ὣς τοὺς περιστερώνες τῶν μοντέρνων πολυκατοικιῶν. Ἔχει ὁλόκληρο τὸ συντηρητικὸ σύγχρονο ὕφος πού ’χουνε τὰ χτίρια τῆς ἐποχῆς τοῦ μεσοπολέμου. Τοῦτο τὸ ὕφος παίρνει σὲ μερικοὺς δρόμους, ὅπως στὴν ὄμορφη ὁδὸ Ἀριστοτέλους, ἕνα ἰδιαίτερο χρῶμα, καθῶς σμίγει μὲ κάποια τυπικὰ στοιχεῖα βυζαντινοῦ ρυθμοῦ, σὰν τὶς κολόνες ποὺ βαστοῦνε μιὰ σειρὰ ἡμικυκλικὰ τόξα, σ’ ὅλο τὸ μάκρος τοῦ δρόμου καὶ τὶς πλαστικὲς διακοσμήσεις στοὺς ἐξωτερικοὺς τοίχους.

Πίσω ἀπὸ τούτη τὴ βιτρίνα ἁπλώνεται μιὰ μελαγχολική, μιὰ σιωπηλὴ πολιτεία.  Οἱ παλιὲς γειτονιές, μὲ τὰ στενὰ φιδωτὰ δρομάκια τους προχωροῦν ἀνηφορίζοντας, ὥσπου νὰ συναντήσουνε τὸ κάστρο, τὸ Ἑπταπύργιο, στὴν κορυφή. Τὰ σπίτια μὲ τοὺς χαρακτηριστικοὺς μακεδονίτικους ἐξῶστες ἔχουνε τὴ γοητεία τῶν περασμένων καιρῶν. Ὅμως  πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν εἶδα τόσο ἔντονη τὴν εἰκόνα τῆς φθορᾶς τοῦ θανάτου ἑνὸς κόσμου, ὅσο ἐδῶ.  Τὰ περισσότερα παλιὰ σπίτια ἔχουνε μιὰ θλιβερὴ ὄψη ἐγκατάλειψης, ἄβαφα καθὼς εἶναι μὲ πεσμένους σοβάδες, μὲ ξεχαρβαλωμένα παράθυρα. Συχνὰ μεγάλες ραγισματιὲς  ἢ τοῖχοι ποὺ γέρνουν ἐπικίνδυνα πρὸς τὰ ἔξω, παραμορφωμένα σχήματα παραθυριῶν, φανερώνουνε τὴν ἐπιθανάτια ἀγωνία τοῦ γέρικου χτιρίου.  Κι ὅμως κάποιο κουρτινάκι πίσω ἀπὸ τὸ τζάμι λέει πὼς ἐξακολουθοῦνε νὰ κατοικοῦνε ἀκόμη ἄνθρωποι μέσα σ’ ἐκείνη τὴν παγίδα.  Κάπου κάπου  ἀνάμεσ’ ἀπὸ τοῦτα τὰ σπιτάκια τινάζει μιὰ ὁλοκαίνουργια πολυκατοικία πρὸς τὸν οὐρανὸ τὰ ὀχτώ της πατώματα, μὲ νεοπλουτίστικη  ξιπασιά.  Στὰ πόδια της τὰ ἑτοιμόρροπα σπιτάκια τὴ βλέπουνε ντροπιασμένα καὶ θαρρεῖς  πὼς μικραίνουν ἀκόμη πιὸ πολύ, θαρρεῖς πὼς  παρακαλοῦνε τὸ θάνατο νά ’ρθει νὰ τὰ σωριάσει στὴ γῆς. (περισσότερα…)

Παναγιώτης Κονδύλης, Πώς τον υποδέχθηκαν στην Ελλάδα

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Κάθε φορά που κάνουμε λόγο για την υποδοχή του έργου του Παναγιώτη Κονδύλη στη χώρα όπου γεννήθηκε, ψηλαφούμε ένα πρόβλημα. Υποδοχή θα πει σχετισμός, συνάντηση. Αυτή η συνάντηση του Κονδύλη και των βιβλίων του με τους Έλληνες μελετητές του, απλούς αναγνώστες και σχολιαστές, υπήρξε εξ αρχής προβληματική, και παραμένει τέτοια ώς σήμερα, δέκα χρόνια από τον πρόωρο θάνατό του.

Λέγοντας προβληματική, δεν εννοώ ότι η σκέψη του Κονδύλη δεν δημιούργησε σχολή, ότι δεν επηρέασε κατά το μέτρο που η βαθύτητα και το βεληνεκές της θα μας επέτρεπαν να αναμένουμε. Αυτό ισχύει, αν και εν μέρει, υπάρχουν τομείς όπως οι Διεθνείς Σπουδές όπου η επίδραση του Κονδύλη είναι κάτι παραπάνω από αξιοσημείωτη. Αλλά και εκεί όπου τα πράγματα δεν έχουν έτσι, στους κόλπους της πανεπιστημιακής φιλοσοφίας λ.χ., το φαινόμενο είναι εύλογο. Εξηγείται από την ίδια την υφή και το περιεχόμενο αυτής της σκέψης, που όπως ο δημιουργός της προέβλεπε, στις απώτατες συνέπειές της μπορεί να γίνει παραδεκτή μόνο από «επαΐοντες του περιθωρίου», και συνεπώς ούτε τώρα ούτε στο προβλεπτό μέλλον είναι πιθανό να αποκτήσει εντυπωσιακό αριθμό θιασωτών.

Εξίσου λίγο έχω κατά νου τις επικρίσεις ή τις έριδες που το έργο του Κονδύλη προκάλεσε και προκαλεί. Για έναν συγγραφέα που δηλώνει ότι ξαφνιάζεται όταν συμφωνούν μαζί του, αυτού του είδους η αρνητική ενασχόληση με τις θέσεις του είναι ακριβώς η απόδειξη της δραστικότητάς τους, η μεγαλύτερη αναγνώριση την οποία μπορεί να προσδοκά. Ας μη λησμονούμε ότι ο Κονδύλης περιφρονούσε τον «διάλογο» με τη μετανεωτερική, χυδαία έννοιά του, που νερώνει τις πεποιθήσεις και υποβιβάζει τις βαθιές υπαρξιακές συγκρούσεις σε σχολαστικές θεωρητικές αψιμαχίες. Στα μάτια του οι ιδέες σήμαιναν πρωτίστως αντιπαράθεση, πολεμική, έριδα. Με την έννοια αυτή, το έργο του υπήρξε πράγματι αμφιλεγόμενο, όμως και κανείς άλλος Έλληνας φιλόσοφος δεν σχολιάστηκε και δεν συζητήθηκε τόσο τις τελευταίες δεκαετίες.

Το πιο αποθαρρυντικό στην περίπτωσή του, είναι ότι και αυτά τα επικριτικά σχόλια, οι διενέξεις που τα βιβλία του πυροδότησαν, υπήρξαν συχνά χαμηλής ποιότητας, κάποτε και εντελώς ανάξια λόγου. Οι απόψεις του όχι μόνο υπεραπλουστεύτηκαν και σχηματοποιήθηκαν για τις ανάγκες της πολεμικής –αυτό, όπως κι ο ίδιος παραδεχόταν, ήταν αναπόδραστο–, αλλά στην κυριολεξία απογυμνώθηκαν συστηματικά από ό,τι ακριβώς συνιστά την ιδιαιτερότητά τους. Το αποτέλεσμα ήταν ότι συχνά κατέληξαν αγνώριστες ή και μετέπεσαν στο διαμετρικά αντίθετό τους. Θα μνημονεύσω εν τάχει τρία τέτοια παραδείγματα.

Το πρώτο είναι η περιβόητη έννοια της αξιολογικής ουδετερότητας και η συναφής με αυτήν κονδύλεια περιγραφική θεωρία της απόφασης. Είναι γνωστό πόσο μελάνι έρευσε για τα ζητήματα αυτά. Δεν είναι παράδοξο ότι οι επικριτές του Κονδύλη πίστεψαν πως εντόπισαν εδώ ένα σημείο τρωτό και εξέθεσαν τους ενδοιασμούς τους κομίζοντας επιχειρήματα από τη διεθνή συζήτηση σχετικά. Από τον καιρό των πρώτων κοινωνικών επαναστατών το αργότερο, που διακήρυτταν σ’ όλους τους τόνους ότι σκοπός τους δεν είναι να κατανοήσουν τον κόσμο αλλά να τον αλλάξουν, ώς την περίφημη έριδα για τον θετικισμό (Positivismusstreit), πρωταγωνιστές της οποίας στάθηκαν ο Χανς Άλμπερτ και o Γιούργκεν Χάμπερμας τη δεκαετία του 1960, και από τότε ώς τις μέρες μας, το ερώτημα αν είναι δυνατή μια προσέγγιση των πραγμάτων αμιγώς περιγραφική και απαλλαγμένη από δεοντολογικές βλέψεις, δεν έχει πάψει να επανέρχεται περιοδικά στο προσκήνιο. (περισσότερα…)

Ελίζαμπεθ Σπάιρς, Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα Φθινόπωρο

*

Μετάφραση-Επιμέλεια Στήλης ΝΑΤΑΣΑ ΚΕΣΜΕΤΗ

~.~

Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα Φθινόπωρο.
JOHN DONNE

Στόν Παράδεισο εἶναι πάντα φθινόπωρο. Τά φύλλα  εἶναι πάντοτε ἑτοιμόρροπα ἐκεῖ ἀλλά ποτέ δέν πέφτουν, καί ζευγάρια ψυχῶν περπατοῦν ἔξω στά μονοπάτια τοῦ παραδείσου δίχως νά νιώθουν πιά τό βάρος τῶν χρόνων πάνω τους.

Ἀσφαλῆ στή νηνεμία τοῦ παραδείσου, κρατοῦν ὁ ἕνας τό μπράτσο τοῦ ἄλλου, λάμποντας τό φῶς τούς διαπερνᾶ, παρελθόντα ὅλα χαρά καί τρόμος.

Ἀλλά ἐμεῖς ἐδῶ εἴμαστε πολύ μακριά ἀπ’ τόν παράδεισο, σ’ ἕναν κῆπο ρημαγμένο καί παραμελημένο ὅπως θά ἦταν ἡ Ἐδέμ μέ τούς τοίχους  γκρεμισμένους, τά μονοπάτια σκεπασμένα μέ ἀσάρωτα φύλλα πολλῶν χρόνων, λαμπερά θυμητάρια γιά παιδιά τοῦ Φθινοπώρου. Τό φῶς χρυσό, καθώς ὁ ἥλιος ἀφαιρεῖ ἀπό κάθε πράγμα τή μακριά σκιά τῆς ψυχῆς, φανερώνοντας μιά κατάληξη.

Τά τελευταῖα ρόδα τῆς χρονιᾶς ταλαντεύουν τά εὔθριπτα κεφάλια τους, σάν ἀκροατές πού ἀφουγκράζονται ὅ,τι λέγεται, γιά νά ρωτήσουν:

Τί μᾶς ἔφερε ἐδῶ; Ποιός σπόρος; Ποιά βροχή; Ποιό φῶς;

Τί μᾶς ἔσπρωξε ψηλά μέσα ἀπό τήν σκοτεινή γῆ; Τί μᾶς ἔκανε ν’ ἀνθίσουμε;

Ποιός ἄνεμος γρήγορα θά μᾶς πάρει; Σαρώνοντας τόν κῆπο ὥς τή γύμνια;

Οἱ ἄφωνες φωνές τους κρέμονται ἐδῶ, ὅπως ἴσως κι οἱ δικές μας, ἄν ἤμασταν κι ἐμεῖς ρόδα. Τά παρτέρια καλυμμένα μέ φύλλα, φροντισμένα ἀπό ἕναν ἀπόντα κηπουρό πού ζεῖ κάπου ἀλλοῦ.

Εἶναι ἡ τελευταία ἀπό πολλές τελευταῖες μέρες. Ἀρκεῖ;

Νά ξεκουραστοῦμε αὐτή τή στιγμή; Νά στρέψουμε τά πρόσωπά μας στόν ἥλιο;

Νά παρατηρήσουμε τίς γάζες ἑνός παρερχόμενου κόσμου;

Νά νιώσουμε τό μέταλλο μαύρης σιδερένιας καρέκλας, κρύο καί αἰώνιο, καθώς πιέζει τό δέρμα μας; Νά κατανοήσουμε ἕνα παιδί σάν σύννεφα πού περνοῦν ψηλά, μετατρέποντάς μας σέ τρέμουσα σκίαση καί ἥσκιο;

Καί μετά νά γυρίσουμε ἀποκαταστημένοι, μικρό θαῦμα, ὁ ἥλιος νά φωτίζει λαμπερά ὅπως πρίν; Συνεχίζουμε, ἐσύ ὁδηγεῖς, μιά φιγούρα γερμένη σέ ραβδί πού ἀφήνει τό ἴχνος του στή γῆ.

Φίλε μου, μέ ἔχεις ὁδηγήσει πιό πέρα ἀπό ὅπου ἔφτασα ποτέ ἄλλοτε.

Σ’ ἕναν κῆπο τό φθινόπωρο. Σ’ ἕναν παράδεισο προσωρινότητας ὅπου ἡ τελική πτώση εἶναι ἀργή, ἕνα ἀργό καί ἀκτινοβόλο συμβάν.

Τό φῶς εἶναι χρυσό. Κι ὅσο εἴμαστε ἐδῶ, θαρρῶ πώς αὐτός πρέπει νά εἶναι ὁ παράδεισος.

ELIZABETH SPIRES

Γραμμένο το 2012. Περιλαμβάνεται στήν ποιητική συλλογή Now the Green Blade Rises, Kindle Edition, 2015

 ~.~

Ἡ Elizabeth Spires γεννήθηκε τό 1952 στό Lancaster, Ohio. Εἶναι διακεκριμένη ποιήτρια καί συγγραφέας παιδικῶν βιβλίων. Ζεῖ στήν Βαλτιμόρη, Maryland, καί διδάσκει στό Goucher College. Στίς συλλογές της περιλαμβάνονται: A Memory of the Future (2018), The Wave-Maker (2008), Now the Green Blade Rises (2004), Swan’s Island (1997), and Worldling (1995).

*

Η καταστροφική κυριαρχία του οικονομισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η ιστορική ανάπτυξη της Ελλάδος χαρακτηρίζεται από πλήθος ιδιομορφιών και ιδιοτυπιών σε σχέση με την αντίστοιχη των Δυτικών αναπτυγμένων χωρών. Όμως παρά τα ιδιαίτερα αυτά χαρακτηριστικά, που οι περισσότεροι μελετητές τα θεωρούν «παρεκκλίσεις» από το δυτικό αναπτυξιακό υπόδειγμα, το ελληνικό υπόδειγμα μέχρις ενός σημείου –θα έλεγα λίγο αυθαίρετα την ένταξη της χώρας στο ευρώ– διατηρούσε την ουσιαστικά αναπτυξιακή του διάσταση.

Δηλαδή εκτός από την οικονομική μεγέθυνση, υπήρχε και μια προσπάθεια θεσμικής, κοινωνικής, πολιτιστικής, περιβαλλοντικής, περιφερειακής προόδου, σε μια κοινή πορεία που ενσωμάτωνε οργανικά όλες αυτές τις διαστάσεις, μια πορεία στο μονοπάτι της ουσιαστικής ανάπτυξης (development). Η ένταξη στο ευρώ, η ένταξη σε ένα περιβάλλον έντονου οικονομισμού άλλαξε την πορεία αυτή, ρίχνοντας ολοκληρωτικά το βάρος στη διαδικασία της μονόπλευρης μεγέθυνσης (growth) της οικονομίας. Όλες σχεδόν οι προσπάθειες κατέτειναν στη μεγέθυνση της οικονομίας, με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, αδιαφορώντας για το ουσιαστικό αναπτυξιακό της σκέλος. Το αποτέλεσμα ήταν η πτώχευση της χώρας.

Οι μνημονιακές κυβερνήσεις, με την καθοδήγηση των δανειστών, συνέχισαν να πολιτεύονται με βάση αυτή την λογική, υποσκάπτοντας περαιτέρω τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Όμως η κυβέρνηση Μητσοτάκη υπερκέρασε όλες τις προηγούμενες: η μεγέθυνση της οικονομίας, με όλα τα μέσα, κατέστη το παν. Η λογική της μεγέθυνσης κυριάρχησε παντού.

Το πρόβλημα είναι ότι η μεγεθυντική διαδικασία χωρίς την αναπτυξιακή της διάσταση είναι μια φτωχή και κουτσή διαδικασία. Αποτελεί ληστρική εκμετάλλευση των περιβαλλοντικών και πλουτοπαραγωγικών πόρων με στόχο το γρήγορο και εύκολο χρήμα και τις εύκολες εκλογικές νίκες. Είναι επιπλέον μια επικίνδυνη διαδικασία, μια διαδικασία με εξασφαλισμένο το δυσοίωνο τέλος. Διότι την πληρώνουμε ακριβά αυτή τη φτηνή μεγέθυνση, σωρευτικές είναι λ.χ. οι βλάβες που προκαλεί κάθε λίγα χρόνια με όλες αυτές τις πυρκαγιές, χιονοπτώσεις, θύελλες, πλημμύρες οι οποίες έχουν αφαιρέσει εκατοντάδες ζωές και μας έχουν κοστίσει δεκάδες δισεκατομμύρια. (περισσότερα…)

Μετανάστευση και δικαιωματισμός: Οι δύο όψεις της εκμετάλλευσης

*

Πόση σημασία έχει το γεγονός ότι 7.000 μετανάστες κατέκλυσαν ένα νησί 6.000 κατοίκων, την ιταλική Λαμπεντούζα, μέσα σε 36 ώρες;

Πελώρια. Κι αυτό επειδή δείχνει την ισχύ και το εύρος των οργανωτικών δυνατοτήτων που διαθέτουν πλέον τα δίκτυα των διακινητών. Τα έργα και τις ημέρες τους στα μεξικανομερικανικά σύνορα, περιέγραψε πρόσφατα ο Ρόμπερτ Κέννεντυ ο Νεώτερος. Οι εγκέφαλοι των δικτύων στήνουν καραβάνια που διασχίζουν ολόκληρες ηπείρους, εν προκειμένω από την υποσαχάρια Αφρική ώς τη Μεσόγειο, φτιάχνουν στολίσκους κανονικούς με εκατοντάδες βάρκες, και συντονίζονται τόσο καλά ώστε να αιφνιδιάζουν εντελώς τις λιμενικές αρχές μιας μεγάλης χώρας όπως η Ιταλία.

Η ταρίφα φτάνει τα 10.000 δολλάρια το κεφάλι, ποσό εξαιρετικά υψηλό, οι άνθρωποι κάποτε πουλούν ότι έχουν και δεν έχουν για να την πληρώσουν, ολόκληρη η οικογένειά τους επενδύει σ’ αυτό με την ελπίδα να τους ακολουθήσει αργότερα στη Γη της Επαγγελίας. (Ότι μεταναστεύουν οι εντελώς απόκληροι και οι απελπισμένοι είναι μια σύγχυση από την οποία ο δυτικός ανθρωπιστικός συναισθηματισμός δεν μπορεί να απαλλαγεί. Τους Σύρους πρόσφυγες, λ.χ., θα τους βρει κανείς συνήθως καθηλωμένους στα γιγαντιαία στρατόπεδα της Τουρκίας ή του Λιβάνου – και σπανίως Ευρωπαίος δικαιωματιστής να ενδιαφερθεί γι’ αυτούς. Νέος άντρας, ηλικίας ώς 35 ετών συνήθως, από οικογένεια σε ανάγκη αλλά όχι εντελώς άπορη, με γνωστούς και συγγενείς ήδη στη χώρα υποδοχής: όποιος ξέρει την ιστορία της ελληνικής μετανάστευσης, όποιος έχει έστω διαβάσει τον Αντρέα Κορδοπάτη του Βαλτινού, αναγνωρίζει το κοινωνικό προφίλ του μέσου μετανάστη.)

Όμως υπάρχουν και ανυπολόγιστα παράπλευρα κέρδη. Στις ΗΠΑ, οι διακινητές μεταφέρουν μαζί με τους μετανάστες ναρκωτικά, η εμπορία οργάνων και λευκής σαρκός ανθεί. Όσοι κάνουν το λάθος να αποπειραθούν να ταξιδέψουν μαζί με την οικογένειά τους, κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή να τους αρπάξουν τις κόρες ή τα αγόρια τους. Οι γυναίκες καθ’ οδόν βιάζονται κατά σύστημα. Στα αμερικανικά σύνορα υπάρχει, όπως καταγγέλλει ο Κέννεντυ, ένα δέντρο «αφιερωμένο» σ’ αυτό, που το λένε το Δέντρο των Βιασμών. Οι λεγόμενοι «ασυνόδευτοι ανήλικοι», όταν δεν πρόκειται για ενηλίκους που επικαλούνται απλώς ανηλικότητα για να τύχουν καλύτερης υποδοχής, μόλις περάσουν τα σύνορα εξαφανίζονται τάχιστα από τα Κέντρα «Προστασίας» όπου κρατούνται. Τα παιδιά που πνίγονται ή πεθαίνουν στον δρόμο, όπως το πεντάχρονο προχθές στη Λαμπεντούζα, είναι για τους διακινητές photo-op: με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια, και συγκινούν την κοινή γνώμη για να εξωραΐσουν το επιτήδευμά τους, και ανεβάζουν τις ταρίφες… Συχνά είναι οι ίδιοι που βυθίζουν τις βάρκες άλλωστε, για να μην προλάβει να τους απωθήσει η ακτοφυλακή και για να αναγκαστεί να τους περιμαζέψει. (περισσότερα…)

Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ: Ένας «γλυκός» παγκόσμιος δυνάστης

*

του ΑΓΓΕΛΟΥ ΧΡΥΣΟΓΕΛΟΥ

Το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ μπορεί να θεωρηθεί το αρχαιότερο εν ενεργεία κόμμα της σύγχρονης πολιτικής εποχής. Αν και έχει ιδρυθεί επίσημα το 1828, έλκει την καταγωγή του από το κόμμα του Τόμας Τζέφφερσον (που κατά καιρούς ονομαζόταν και «Ρεπουμπλικανικό», περιπλέκοντας λίγο την ιστορία), το οποίο κυβερνούσε τις ΗΠΑ από το 1800.

Μέχρι την δημιουργία του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος του Αβραάμ Λίνκολν και τον εμφύλιο πόλεμο το 1861, το Δημοκρατικό Κόμμα ήταν το κυρίαρχο κόμμα των ΗΠΑ, ταυτισμένο με τα αιτήματα κυρίως των γεωργών και ιδιοκτητών γης σε μια αγροτική χώρα που επεκτεινόταν επιθετικά στην βορειοαμερικανική ήπειρο. Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρώτος ήρωας και ουσιαστικός ιδρυτής του ήταν ο στρατηγός και πρόεδρος Άντριου Τζάκσον, ο πρωτοτυπικός λαϊκιστής πολιτικός και σφαγέας των αυτοχθόνων κατοίκων («Ινδιάνων») της Αμερικής.

Η ιδεολογία του Δημοκρατικού Κόμματος είναι δύσκολο να αποτυπωθεί. Συμβατικά μιλάμε για ένα «κεντροαριστερό» κόμμα, liberal με την αμερικανική ορολογία, το οποίο έχει το παράδοξο παρελθόν ότι ήταν κάποτε το κόμμα του Αμερικανικού Νότου και του ρατσισμού σε βάρος των Αφροαμερικανών, μέχρι που αυτή η «ανωμαλία» διορθώθηκε την δεκαετία του ’60 όταν οι ελίτ του Δημοκρατικού Κόμματος αποφάσισαν να στοιχηθούν πίσω από τα κινήματα των μαύρων. Χωρίς να είναι λανθασμένη αυτή η αφήγηση, δεν εξηγεί πλήρως το γιατί το Δημοκρατικό Κόμμα είναι τόσο δημοφιλές εκτός των ΗΠΑ σήμερα, ιδιαίτερα στην Ευρώπη. Ειδικά από την δεκαετία του ’90 και μετά, το Δημοκρατικό Κόμμα είναι στο μυαλό μας το «ευρωπαϊκό» κόμμα των ΗΠΑ, αντιτιθέμενο στην σπηλαιώδη βαρβαρότητα των Ρεπουμπλικάνων.

Για να γίνει κατανοητή αυτή η γοητεία του Δημοκρατικού Κόμματος πρέπει να κατανοηθεί καλύτερα τόσο η ιδεολογία του όσο και ο ρόλος που αυτό το κόμμα παίζει στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Οι απαρχές της ιδεολογίας των Δημοκρατικών βρίσκονται στις φιλοσοφικές συζητήσεις των αμερικανικών ελίτ των τελών του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, που με την σειρά τους ήταν προέκταση των συζητήσεων και πολιτικών διαμαχών των αντιτιθέμενων αριστοκρατικών πολιτικών μερίδων στην Αγγλία του 17ου και 18ου αιώνα. (περισσότερα…)

Σουλτανιγιέ, η αυτοκρατορική κι εγκαταλειμμένη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

Δεν είναι άγνωστη στην ιστορία η συνήθεια πολλών ισχυρών να θεμελιώνουν νέες πόλεις, για τους δικούς του λόγους ο καθείς. Τουναντίον μάλιστα. Πολλοί χτίσανε νέες πόλεις, όπως ο Αλέξανδρος. Άλλοι θεμελιώσανε πόλεις για νέες πρωτεύουσες των αυτοκρατοριών τους, όπως ο Κωνσταντίνος την φερώνυμή του Πόλη, ο Μανσούρ την ολοστρόγγυλη Βαγδάτη στον Τίγρη ή ο Πέτρος την Άγια Πετρούπολή του στον Νέβα. Κι αλήθεια, κάποιες συνέχισαν για χρόνια και καιρούς να είναι πρωτεύουσες, πολυάνθρωπες και πολύβουες πολιτείες. Άλλες σύντομα απεκδύθηκαν τα παραφερνάλια της εστεμμένης κυριαρχίας τους, κράτησαν όμως τα παρελθόντα ψιμύθιά τους κι ανανεώθηκαν, συνεχίζοντας τον βίο τους ίσαμε σήμερα· εύκαιρα παραδείγματα οι πάλαι αββασιδικές (και χτυπημένες από τη βία στις μέρες μας) πρωτεύουσες Ράκκα και Σαμάρρα. Κι άλλες βυθίστηκαν στην λήθη, απολησμονημένες από το ανθρώπινο διάβα και, χωμένες στην κουφάλα του κορμιού τους, σαν την ψυχή του ‘μελβιλικού’ Αχαάβ, βυζαίνοντας το λαμπρό τους παρελθόν, αφέθηκαν να τις ρουφήξει ο τόπος· κι η εξαχνωμένη παρουσία τους μεταβλήθηκε σιγά σιγά από μνήμη σε κουκούλι-μνήμα τους, ωσότου η άπληστη τυμβωρυχία της νεωτερικής αρχαιολογίας τις αναδείξει σε μνημεία αξιοθέατα: το Ανγκόρ των Χμερ, το Καρακορούμ του Τζεγκισχάνου (ή μάλλον του γιου του Ογκετέϊ), η Βιτζαγιαναγκάρα των Ινδουϊστών βασιλέων του ινδικού νότου.

Η επιθυμία λοιπόν του Ολτζαϊτού να φτιάξει τη Σουλτανιγιέ ως νέα πρωτεύουσα του Ιλχανάτου, της αυτοκρατορίας του της κληρονομημένης απ’ τον εγγονό τού Τεμουτζίν, τον Χουλαγκού, διόλου καινούργια ή πρωτόφαντη δεν ήταν. Μάλιστα ο πατέρας του ο Αργκούν είχε ήδη διαλέξει τον τόπο αυτόν για θερινή του κατοικία. Κι ήδη τα βαφτίσια της δηλώναν και την ιδιότητά της: Σουλτανική, δηλονότι Αυτοκρατορική.

(περισσότερα…)

Σκόρπιες (και ψύχραιμες) σκέψεις για τον Διονύση Σαββόπουλο

 *

του ΘΑΝΟΥ ΓΙΑΝΝΟΥΔΗ

~.~

Είναι αλήθεια πως το έργο του Διονύση Σαββόπουλου παραμένει σε μεγάλο βαθμό ακόμα εγκλωβισμένο στα όρια της πληθωρικής περσόνας του, με τους ριζοσπάστες συνοδοιπόρους της πρώτης φάσης της δημιουργικής του πορείας να τον απορρίπτουν συλλήβδην εξαιτίας της ιδεολογικής του μεταστροφής. Παράλληλα, όμως, ακόμα κι εκείνοι που τον αποδέχονται πλέον ως εθνικό και παλλαϊκό φαίνεται πως αρνούνται συνειδητά να κοιτάξουν σε βάθος τις ριζοσπαστικές του αφετηρίες. Αν δεν φανεί ασεβής μια τέτοια σύγκριση, δέσμιοι μιας παραπλήσιας θεώρησης υπήρξαν προς το τέλος της ζωής τους και οι Σικελιανός και Καζαντζάκης, με το εκτόπισμά τους να θολώνει τους θαυμαστές και τους πολεμίους τους και μονάχα τις επόμενες γενιές μελετητών να αξιοποιούν ευεργετικά τη χρονική απόσταση και τη μη άμεση επαφή με τα πρόσωπα τη στιγμή της δράσης και της άμεσης πολιτικο-ιδεολογικής πάλης. Ωστόσο, το έργο του ηλικιωμένου τραγουδοποιού ακόμα και σήμερα χρήζει στην ολότητά του μιας ψυχραιμότερης αποτίμησης, ευρύτερης από εκείνη που οι ως τώρα μονογραφίες για εκείνον έχουν κομίσει, δίχως κραυγές για ξεπούλημα, αντιγραφές, προδοσίες, αλλά και δίχως μια ηθελημένα αποριζοσπαστικοποιημένη, άχρωμη και άγευστη ακρόασή του, προτού η ζωή κι ο χρόνος θέσουν ντε φάκτο τους δικούς τους, ανίκητους κανόνες. Σαφέστατα και τούτες οι σκόρπιες και ασχημάτιστες σκέψεις δεν επιδιώκουν να διαδραματίσουν αυτό το ρόλο, παρά λειτουργούν περισσότερο ως ένας ιδεατός οδικός χάρτης.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος εκκινεί ως ο κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος του τραγουδιού διαμαρτυρίας των Ελλήνων baby boomers της δεκαετίας του ’60. Επηρεάζεται από τον Ντύλαν και τη γενιά του δίχως να τους μιμείται άκριτα και δεν παύει στιγμή να διαλέγεται με το ελληνικό παραδοσιακό και τοπικό ηχόχρωμα, εμποτίζοντας τις ξένες καταβολές και οφειλές του διαρκώς με το ελληνικό στοιχείο, ενίοτε πολύ πετυχημένα ανοίγοντας νέα μουσικοστιχουργικά μονοπάτια, ενίοτε κι ελαφρώς άγαρμπα και αδικαίωτα στη μακροχρονία (δίχως τα δεύτερα τραγούδια, ωστόσο, δεν θα υπήρχαν ούτε τα πρώτα, μιας και αποτελούν την πίσω όψη του κόκκινου χαλιού του κάθε δημιουργού). Ως καινοτόμος δημιουργός ανοίγει στην πράξη το δρόμο για το μεταμοντερνισμό και τη μείξη των ειδών κατά την περίοδο που οι όροι αυτοί σχεδόν δεν έχουν εφευρεθεί, μένοντας αντισυστημικά τραγουδοποιός κατά την περίοδο της πλήρους κυριαρχίας της συνεκτικής αφήγησης των μεγάλων συνθετών. Εν συνεχεία επιλέγει να γίνει ο ίδιος φορέας συνεκτικής αφήγησης κι «εθνικός», κανοναρχώντας από τα πάνω μια εποχή κι ένα σημαντικό κεφάλαιο του ελληνικού τραγουδιού.

Η ιδεολογική μεταστροφή του Διονύση Σαββόπουλου δεν εκδηλώθηκε τόσο απότομα όπως κάποιοι εσφαλμένα υποστηρίζουν, παρά υπήρξε μια αντανάκλαση των πολλαπλών και σταδιακών απογοητεύσεων και απομαγεύσεων της Μεταπολίτευσης, σε συνδυασμό με την ηλικιακή του ωρίμανση. Ούτε ξαφνικά στα Τραπεζάκια έξω και –δευτερευόντως– στο Κούρεμα ο Σαββόπουλος θέλησε να παίξει το ρόλο του τραγουδιστή «εθνικής ενότητας» δίχως να μην υπάρχουν πιο πριν σπόροι αυτού που θα ακολουθούσε ούτε από την άλλη ο καλλιτέχνης αποποιήθηκε με τη μία και διαπαντός όλα τα προκλητικά χαρακτηριστικά της πρώτης του νιότης και της αρχικής δημιουργικής περιόδου της κοινωνικής αμφισβήτησης. Για να μείνουμε σε ένα μόνο από τα πολλά παραδείγματα: δεν μπορούμε, φυσικά, σε καμία περίπτωση να υποστηρίξουμε πως ο Σαββόπουλος της δεκαετίας του ’60 θα έγραφε τραγούδι στο οποίο θα περιελάμβανε ευχές για τον καινούριο Οικουμενικό Πατριάρχη όπως κι έπραξε τριάντα χρόνια αργότερα, από την άλλη, όμως, οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί στη Γιουγκοσλαβία στα τέλη του 20ου αιώνα δεν τον εμποδίζουν να αμφισβητήσει εκ βάθρων την Αμερική ως ιδεολογική του μήτρα και ως τόπο διαμόρφωσης της ίδιας του της κουλτούρας, κάτι που θεωρητικά δεν θα ταίριαζε σε κάποιον που έχει κάνει στροφή 180 μοιρών. (περισσότερα…)

Heiner Müller, Ο Μύλλερ σε ξενοδοχείο πολυτελείας

*

Ο ΜΥΛΛΕΡ ΣΕ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΠΟΛΥΤΕΛΕΙΑΣ

Στο ρεστωράν η αθωότης των πλουσίων
Βλέμματα ανέμελα στη σιτοδεία του κόσμου
Κι εγώ εκεί μέσα διχασμένος Τ’ όνειρό μου
Στον ζαρωμένο τον λαιμό της χήρας πλάι
Να μπήξω το μαχαίρι που μ’ αυτό της κόβει
Το αρνάκι ο σερβιτόρος πριν της το προσφέρει
Δεν θα το κάνω ωστόσο όσο και να ζήσω
Δεν είμαι Ιησούς εγώ ο ξίφος φέρων
Εγώ ονειρεύομαι τα ξίφη Και γνωρίζω
Ότι η ξένη πείνα που με τρέφει θα διαρκέσει
Τόσο μα τόσο παραπάνω απ’ τη ζωή μου
Και οι ποιητές το ξέρω είναι άθλιοι ψεύτες
Μόνο ο Βιγιόν τα έσουρνε στους αφεντάδες
Και το κεφάλι του δεν είχε πού να γείρει
Ο Μπρεχτ έστειλε την Μπερλάου στη Βαλένθια
Κι έγραψε ΤΑ ΟΠΛΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ-ΚΑΡΡΑΡ στο Σβέντμποργκ
Στη Μόσχα ο Γκόρκι μ’ άμαξα κυκλοφορούσε
Αλλά τη φτώχια τη μισούσε ΔΙΟΤΙ ΕΞΕΥΤΕΛΙΖΕΙ
Και όχι μόνο τους φτωχούς Ο Μαγιακόφσκι
Με το ρεβόλβερ του είχε σωπάσει κιόλας
Τα ψέματα των ποιητών τα ξόδεψε όλα
Του αιώνα η φρίκη Στα γκισέ της Παγκοσμίου
Τραπέζης το αίμα που έχει ξεραθεί μυρίζει
Σαν κρύο κραγιόν Το ανατριχιαστικό στη βία
Είναι η τύφλα της Ο άστεγος που κοιμάται
Έξω απ’ το ESSO SNACK & SHOP διαγράφει πλήρως
Την Ποίηση της Επανάστασης Τον είδα
Απ’ το ταξί Εμένα η τσέπη μου τ’ αντέχει
Ο Μπενν θα είχε εδώ τόσα να πει Ούτε φράγκο
Δεν έβγαζε με τα ποιήματά του Θα ’χε
Χωρίς τη σύφιλη και τη βλεννόρροια κρεπάρει
Τη νύχτα στο ξενοδοχείο πια απομένω
Δίχως σκηνή δίχως ιάμβους δίχως ρίμα
Μου βγαίνει αυτό που γράφω Μ’ απαρνιέται η γλώσσα
Βλέπω τις μάσκες μου κομμάτια στον καθρέφτη
Κανείς δεν θέλει να το παίξει Εδώ το δράμα
Είμαι εγώ ΜΥΛΛΕΡ ΔΕΝ ΕΙΣΤΕ ΔΑ ΚΑΙ ΘΕΜΑ
ΓΙΑ ΠΟΙΗΜΑ ΜΕΙΝΕΤΕ ΠΙΟ ΚΑΛΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΖΑ
Το έχει ανάγκη όμως το ποίημα η ντροπή μου

Φρανκφούρτη, 3.10.1992
Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ

*