*
Ε ξ ο ρ κ ι σ μ ο ί
[ 3 / 4 ]
Εισαγωγή-Επιμέλεια Αφιερώματος
ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ
Βλ. τo Πρώτο Μέρος και την Εισαγωγή του αφιερώματος εδώ.
Βλ. το Δεύτερο Μέρος εδώ.
~.~
*
~.~
*
*
*
*
*
*
*
*
~.~
*
***
*
~.~
Άντρες στα σαράντα
Μαθαίνουν να κλείνουν σιγά
Τις πόρτες σε δωμάτια όπου δεν θα
Επανέλθουν.
Καθώς παίρνουν μια ανάσα στο πλατύσκαλο,
Το νιώθουν
Να κινείται κάτω τους τώρα σαν κατάστρωμα πλοίου,
Αν και το κύμα είναι απαλό.
Και βαθιά μες σε καθρέφτες
Ανακαλύπτουν πάλι
Το πρόσωπο του αγοριού που προσπαθεί να δέσει
Του πατέρα τη γραβάτα στα κρυφά (περισσότερα…)
*
Μετάφραση Σωτήρης Τριβιζάς
~.~
Δόξα σ’ εσάς, Πατέρες, που Μαντόνες
αγαπημένες σε πλατωνικό μαρτύριο
υμνήσατε αναγείροντας το κτίριο
που ακουμπά σε δεκατέσσερις κολόνες.
Τίποτα δεν υπάρχει πιο γλυκό από σένα
ανταμοιβή μιας νύχτας αγρυπνίας
ούτε η κόμη κάποιας όμορφης κυρίας
ούτε τα γαλλικά καινούργια μέτρα.
Τέτοια μορφή δεν έχει ο κόσμος όλος
όταν κρυφά και με φροντίδα σ’ ετοιμάζει
σε μέθη ανείπωτη σοφός ονειροπόλος. (περισσότερα…)
*
H ήπια ειρωνεία του αιώνιου γλαυκού
ράθυμα όμορφη όπως τα άνθη πέφτει πάνω
σε ανάξιο ποιητή που βρίζει τον νωθρό του νου
περνώντας μέσα από μια άγονη έρημο Βασάνων.
Μάτια κλειστά, φυγάς, νιώθω ότι παρατηρεί
με μιαν ανήλεη της μεταμέλειας μανία,
την άδεια την ψυχή μου. Πού πάω; Ποια νύχτα ζοφερή
να ρίξω, ράκη, σε άσπλαχνη να ρίξω υπεροψία;
Σήκω, ομίχλη! Άπλωσε μονοτονία τεφρών,
κορδέλες στα ουράνια καταχνιάς να σύρεις
που θα πνίξει των φθινοπώρων το έλος το ωχρό,
μία μεγάλη σιωπηλή οροφή να ανεγείρεις!
Μάζεψε, εσύ από λίμνες αφού βγεις της λησμονιάς,
καθώς θα φτάνεις, άοκνα να βουλώσεις, φίλη Ανία,
τρύπες κυανές, με ισχνά καλάμια κι ύλη λασπουριάς,
μεγάλες, των πουλιών που έχει ανοίξει η κακία.
Aκόμη! Οι καμινάδες συνεχώς οι θλιβερές
ας καιν, και μία φυλακή καπνιάς που όλο σαλεύει
στη φρίκη μέσα ας σβήνει από τις μαύρες της ουρές
κίτρινο ήλιο που στον ορίζοντα τελεύει!
Σε σε προστρέχω, ω ύλη (περισσότερα…)
*
~.~
~.~
Τον Φοίβο αγαπάς, Κλειώ[2], σ’ αγρούς τον κυνηγάς πλατιούς
τη νύχτα αποφεύγοντας και σκοτερά λημέρια.
Δάφνες όμως ποθεί αυτός, κι είναι το έπαθλό του
γι’ αγώνες ιερούς· δεν θ’ ατιμωθείς αν λίγο[3],
τώρα που καίνε οι αγροί, στ’ ανθόκλωνα σταλιάσεις.
Τ’ άσματα τα δικά σου, στον Μόψο[4] ’γώ γλυκολαλώ,
χάιδεψε, προστάτιδα, τη λύρα της Αρεθούσης,
και τ’ άσμα με τ’ αγέρι του, ο Μόψος θα λαμπρύνει. (περισσότερα…)
*
~.~
Η Κ., με το γρήγορό της γέλιο, το μελένιο δέρμα και μαλλί,
και πάντοτε λεφτά. Ποιον ίσκιο αμμουδιάς και ποια χρονιά
έχει μυρώσει τόσο με την τρυφερότητά της,
που δε μπορώ να δω νερό να στραφταλίζει
δίχως να τη σκεφτώ; –
εκείνο το έκτακτο πρωινό, κουβάρι ξετυλίγοντας
στιχάκια του Μπεν Τζόνσον: «το χρυσό κουρέλι»
–μήλον της έριδος για δύο ερωτιδείς–
μα και «τον νάρδο στη φωτιά»
– α, ο νάρδος στη φωτιά! –
πάνω στο αλμυρό πεντάγραμμο της θάλασσας
με τη δροσάτη αύρα να μπερδεύει τις μελένιες μπούκλες –
μα ποια χρονιά ήταν η φωτιά;
Πρόσωπα κοριτσιών θολά απ’ τον χρόνο – η Αντρεϊγί χρυσωμένη από το φως
σαν Κυριακή. Το χορτάρι ξεμυτίζει μες από το γκρεμισμένο ντόκο.
Τραπέζια στις σκιές των ακακιών, σαν να μπαίνεις μέσα σ’ έναν Ρενουάρ.
Maintenant je n’ai plus ni fortune, ni pouvoir… (περισσότερα…)