ΝΠ | Κοινωνία & Πολιτική

Το τέλος της Νεωτερικότητας

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Ως λέξη η Νεωτερικότητα είναι φορτισμένη με ποικίλες, όχι πάντοτε συμβατές μεταξύ τους, έννοιες. Προσωπικά, προτιμώ τον όρο Νέοι Χρόνοι γιατί έχει το προτέρημα να μην κάνει διάκριση μεταξύ της διαφωτιστικής και της αμέσως πρότερης περιόδου. Τα περισσότερα γνωρίσματα της νεωτερικής εποχής, όπως η εκκοσμίκευση, η πρωτοκαθεδρία του Λόγου και ιδίως της επιστήμης, το ενιαίο, κεντρικά οργανωμένο κράτος, η επικράτηση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, ακόμη και η πρώτη αποκρυστάλλωση των εθνικών μορφωμάτων έχουν τις καταβολές τους στην περίοδο που προηγήθηκε του Διαφωτισμού, ανατρέχουν στον όψιμο Μεσαίωνα. Από τότε έως τις μέρες μας επικρατεί χρονικό συνεχές.

Το συνεχές αυτό έχει βεβαίως σταθμούς, και ο Διαφωτισμός είναι ένας από αυτούς. Ωστόσο, δεν θα ήταν συνετό να τον υπερτιμούμε, αποδίδοντας στη διαπάλη των κοσμοεικόνων και των ιδεών αξία μεγαλύτερη εκείνης που πράγματι διαθέτει. Για να γίνω σαφέστερος, η βιομηχανική επανάσταση υπήρξε κατά την κρίση μου ιστορικό γεγονός σημαντικότερο της Γαλλικής Επανάστασης και του διαφωτιστικού κινήματος. Στον πλανήτη υπάρχουν σήμερα πολιτικές οντότητες –κράτη, κόμματα, κινήματα– που δεν συμμερίζονται τους θεσμούς και τα οργανωτικά σχήματα που η Επανάσταση του 1789 εγκαινίασε. Όμως δεν νοείται οργανωμένος συλλογικά βίος που να μην εξαρτάται από τη βιομηχανία και την τεχνική.

Εν προκειμένω, θα περιορίσω τις παρατηρήσεις μου στην περίοδο των τριών τελευταίων αιώνων, στην νεωτερικότητα επομένως υπό την στενή της έννοια. Φτάνει να συγκρατήσουμε ότι τα φαινόμενα για τα οποία μιλάμε έχουν παρελθόν κατά πολύ απώτερο. Το σημερινό χρηματοπιστωτικό σύστημα, λ.χ., ανατρέχει στην Τοσκάνη του 13ου αιώνα, στην επινόηση της λογιστικής και την ίδρυση ενός θεσμού που το κοσμοϊστορικό του βάρος επιβεβαιώνεται στην εποχή μας καθημερινά: των τραπεζών. (περισσότερα…)

«Κεντροαριστερά» ή ανασύνθεση του λαϊκού πόλου;   

*

του ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Υπάρχουν καλοντυμένες ηλιθιότητες, όπως
υπάρχουν και ηλίθιοι ντυμένοι στην τρίχα.
ΣΑΜΦΟΡ

1.

Στο περιβάλλον της προχωρημένης μετανεωτερικότητας, όπου η ιδεολογία ζει και βασιλεύει και τους ανθρώπους κυριεύει, παρά τα όσα αντίθετα λέγονται, η πολιτική ως κυβερνητικό φαινόμενο, δηλαδή ως άσκηση της εξουσίας και «διαχείριση» της κυριαρχίας από το πολιτικό προσωπικό των ελίτ, παράλληλα με την εξάρθρωση της γνήσιας υφής της λαϊκής υποκειμενικότητας, αδυνατεί να προκαλέσει την γνήσια εκδίπλωση συγκρουσιακών καταστάσεων που αποτελούν τον πυρήνα της Δημοκρατίας.

Το πολιτικό προσωπικό των ελίτ που ηγείται σήμερα, μετριέται στην ικανότητα να «αλλάζει γήπεδο», να φαντάζεται και να εφευρίσκει νέες ευκαιρίες για σύγκρουση, μέσω όμως των οποίων επιτυγχάνεται πάντοτε η συναίνεση στα προκαθορισμένα σημεία εντός ενός δεδομένου πλαισίου. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο μεταξύ της πλειοψηφίας και της μειοψηφίας του εκλογικού σώματος, αλλά και εντός της ίδιας της πλειοψηφίας, των κομμάτων –ή τα ρεύματα– τεστάροντας συνεχώς τα αναχώματα του αντιπάλου, προσπαθώντας να συγκεντρώσει τη ροή των εξερχόμενων ψήφων.

Η πολιτική, στο αντιπροσωπευτικό κοινοβουλευτικό φιλελεύθερο καθεστώς, θεμελιώνεται στην αδιαφορία της πλειονότητας των ενδιαφερομένων, χωρίς την οποία δεν υπάρχει δυνατότητα πολιτικής. Υπ’ αυτή την έννοια θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι δομικό στοιχείο της πολιτικής σε αυτό το καθεστώς είναι η τέχνη να εμποδίζονται οι άνθρωποι από το να αναμειγνύονται σε ό,τι τους αφορά. Αποτέλεσμα το δομικό χαρακτηριστικό της πολιτικής, να λαμβάνει την εξής μορφή: να εξαναγκάζονται οι άνθρωποι να αποφασίζουν για πράγματα με τα οποία δεν συμφωνούν. Με απλά λόγια καλούνται να συμμετάσχουν σε μια διαδικασία επικύρωσης ήδη προαποφασισμένων λύσεων ή επιλεγμένων με προσεκτικά κριτήρια εναλλακτικών προτάσεων, που όμως καταλήγουν στον ίδιο παρονομαστή. Ο εγκλωβισμός είναι απόλυτος και θανατηφόρος. (περισσότερα…)

Κλεμμένη υπερηφάνεια: Από την ντροπή στην οργή

*

Μια «βαθιά ιστορία» για την άνοδο της αμερικανικής δεξιάς

του ΔΗΜΗΤΡΗ ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ

Η Arlie Russell Hochschild, ομότιμη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ της Καλιφόρνιας, είναι διακεκριμένη Αμερικανίδα κοινωνιολόγος, γνωστή για το ακαδημαϊκό έργο της στη κοινωνιολογία των συναισθημάτων, μελετήτρια του πώς τα συναισθήματα διαμορφώνονται και κατευθύνονται από κοινωνικούς κανόνες και πολιτισμικές επιρροές, καθώς επίσης της εμπορευματοποίησής τους.

Την τελευταία 12ετία, η Χοστσάιλντ έχει στραφεί στην κατανόηση του πώς τα συναισθήματα αλληλοεπιδρούν με τις κοινωνικές δομές και επηρεάζουν την πολιτική ζωή — έργο που εμπλουτίζει την πολιτική έρευνα, ανάλυση και θεωρία. Στο προηγούμενο βιβλίο της, Strangers in Their Own Land: Anger and Mourning on the American Right (2016), μελέτησε επί πέντε χρόνια κοινότητες με πολλούς υποστηρικτές του Tea Party, της πιο δεξιάς πτέρυγας τότε του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος στη Λουιζιάνα, τον Βαθύ Νότο. Ήταν περιοχές γύρω από τα πετροχημικά εργοστάσια της νότιας Λουιζιάνας. Εκεί επιχείρησε να κατανοήσει γιατί οι άνθρωποι σε αυτές τις κοινότητες, που πλήττονται άμεσα από την περιβαλλοντική καταστροφή και τις οικονομικές δυσκολίες, υποστηρίζουν ένα πολιτικό κίνημα που αντιτίθεται σε κυβερνητικές παρεμβάσεις, ρυθμίσεις και προγράμματα κοινωνικής πρόνοιας, μέτρα που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν. Εκεί ανακάλυψε ό,τι ονόμασε «βαθιά ιστορία» (deep story). Μια ιστορία που την αφηγούνται τα συναισθήματα – μια ιστορία που αφήνει έξω τα γεγονότα και τις επιμέρους αξιολογήσεις τους και μας αφηγείται πώς νιώθουν βαθύτερα οι άνθρωποι και πώς αυτό επηρεάζει την πολιτική τους τοποθέτηση.

Στο νέο βιβλίο της Stolen Pride: Loss, Shame, and the Rise of the Right, που κυκλοφόρησε στις 10 Σεπτεμβρίου 2024, η Χοστσάιλντ μελετά τις συναισθηματικές βάσεις της πολιτικής πόλωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, μέσα από το δίπολο της υπερηφάνειας και της ντροπής. Στο επίκεντρο της μελέτης της είναι το «Κεντάκυ 5», η περιοχή Pike, πέμπτη εκλογική περιφέρεια του Πολιτείας του Κεντάκυ, που είναι συνάμα η πιο «λευκή» αλλά και η δεύτερη φτωχότερη εκλογική περιφέρεια στις ΗΠΑ ανάμεσα σε 435 εκλογικές περιφέρειες. Μια περιοχή στα ανατολικά της Πολιτείας που η οικονομική της ανάπτυξη στηρίχτηκε στη βιομηχανία της εξόρυξης άνθρακα και η σημερινή της οικονομική παρακμή έχει προξενήσει αισθήματα οργής στις τοπικές κοινότητες. Οι κοινότητες αυτές, που κάποτε άνθιζαν ως κέντρα της αμερικανικής βιομηχανίας και τα μέλη της ένιωθαν προσωπικά υπερήφανα που ζούσαν «στην ενεργειακή πρωτεύουσα του κόσμου», βιώνουν τώρα μια βαθιά αίσθηση εγκατάλειψης και απόγνωσης. Στην καρδιά των Αππαλαχίων, που μαστίζεται από την απώλεια των θέσεων εργασίας στα ανθρακωρυχεία αλλά και από την παρατεταμένη φτώχεια, τον αλκοολισμό και τα ναρκωτικά.

Αν και το «Κεντάκυ 5» ψήφιζε στο παρελθόν υπέρ των Δημοκρατικών, υπέρ του Ρούσβελτ, του Κέννεντυ και του Μπιλ Κλίντον, μέσα σε μια γενιά άρχισε να αλλάζει ταχύτατα. Το 2016 και το 2020 το 80% του πληθυσμού ψήφισε τον Ντόναλντ Τραμπ και ήταν μία από τις πέντε περιφέρειες που μετατοπίστηκαν γρήγορα προς τους Ρεπουμπλικάνους. Στην πόλη Πάικβιλ του «Κεντάκυ 5» έγινε μάλιστα μια διαδήλωση ακροδεξιών τον Απρίλιο 2017, η οποία αποτέλεσε προπομπό της ακροδεξιάς διαδήλωσης «Unite the Right» στο Σάρλοτσβιλ της Βιρτζίνιας τον Αύγουστο του 2017. (περισσότερα…)

Ο Χρήστος Γιανναράς ως στοχαστής της εποχής του

*

του ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΣΚΛΗΡΗ

Το ενδιαφέρον στη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά είναι η μετάβαση από τη φιλοσοφία στη θεολογία και αντιστρόφως, αλλά και στην πολιτική θεωρία, την πολιτισμική κριτική, καθώς και στη φιλοσοφική θεματοποίηση του Νέου Ελληνισμού. Θα προσπαθήσουμε να τον εξετάσουμε ως έναν στοχαστή της εποχής του με τη διπλή έννοια, δηλαδή ως καθοριζόμενο από την εποχή του, αλλά και ως αναπτύσσοντα έναν στοχασμό ιδιάζοντα για την εποχή του, σε διάλογο με άλλους σημαντικούς φιλοσόφους και στοχαστές.

Ο Χρήστος Γιανναράς ως φαινομενολογικός θεολόγος «από τα κάτω»

Ως προς τη θεολογία μια μεγάλη δυναμική στη σκέψη του Χρήστου Γιανναρά έγκειται στο ότι κάνει θεολογία «από τα κάτω», αφορμώμενος από τη συγκεκριμένη εμπειρία. Βοήθησε σε αυτό η σπουδή του στη φαινομενολογική φιλοσοφική παράδοση, η οποία από τον Έντμουντ Χούσσερλ και μετά πρεσβεύει έναν τρόπο του φιλοσοφείν όπου η συνείδηση είναι «ριγμένη στα πράγματα». Είναι αξιοσημείωτο ότι η φαινομενολογία στον 19ο αιώνα ξεκίνησε από μία ανανεωμένη μελέτη του Αριστοτέλους από τον Φραντς Μπρεντάνο, η οποία οδήγησε τον Χούσσερλ στο να θέλει να υπερβεί το δίπολο ιδεαλισμού και υλισμού. Για τον λόγο αυτό η φαινομενολογική συνείδηση δεν είναι ούτε παμπεριεκτική και παντοδύναμη με κίνδυνο οντολογικής μοναξιάς, όπως στον ιδεαλισμό, ούτε προϊόν της ύλης, όπως στον υλισμό, αλλά είναι μία ρίψη μέσα στα πράγματα. Ο Γιανναράς θα πραγματοποιήσει με τη σειρά του μια συνάντηση της φαινομενολογίας με τον Αριστοτέλη, αλλά περισσότερο με τον Αριστοτέλη, όπως έχει ερμηνευθεί από τους χριστιανούς Πατέρες της Ανατολής. Η αφόρμηση της σκέψης στον Γιανναρά είναι πάντα η συγκεκριμένη εμπειρία, με ένα αριστοτελικό θάμβος να υπερκεράζει την υπαρξιστική ναυτία, ενώ η φαινομενολογική επ-οχή (δηλαδή θέση εντός παρενθέσεων κάθε πραγματολογικής πληροφορίας) τον κάνει να αναστέλλει τη γνώση εξ αποκαλύψεως που προσφέρουν τα χριστιανικά δόγματα «άχρις καιρού». Τη νιτσεϊκή έννοια της αυθυπερβάσεως τη συνέδεσε με τον έρωτα ως σχέση εκ των ένδον εκστατική, ως αγάπη μετ’ επιτάσεως ή ως «ἔφεσιν πλήρους ὀντότητος» κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, δηλαδή ως επιθυμία για εύρεση μιας πληρέστερης εκδοχής της ύπαρξής μας στο μέλλον. Ο Γιανναράς ήταν έτσι ένας πολύ ιδιαίτερος θεολόγος, καθώς δεν προσπαθούσε να επιβάλει εξαρχής τη δογματική ή τη γνώση εξ αποκαλύψεως ή ακόμη κάποιο εσχατολογικό όραμα, αλλά άρχιζε πάντα εξ αποριών. Βέβαια οι απορίες αυτές μπορεί να πληρούνταν από μια χριστιανική αριστοτελίζουσα μεταφυσική ίσως πιο γρήγορα από ό,τι θα επιθυμούσε ένας δυτικός φαινομενολόγος της εποχής μας, αλλά το γεγονός παρέμενε ότι η γραφή του με το ιδιάζον λογοτεχνικό ύφος της ξεκινούσε από συναρπαστικές θέσεις αποριών και αδιεξόδων. (περισσότερα…)

Ἐλευθερία ἢ λογοτεχνία

*

του ΓΙΑΝΝΗ Α. ΤΑΧΟΠΟΥΛΟΥ

Κάπου ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν γράφει ὅτι εἶναι παράδοξο τὸ γεγονὸς ὅτι στὸ Βυζάντιο εἶχαν ἀναγέννηση ἐνῶ το κράτος κατέρεε. Ὁ Τόινμπι ἀργότερα ἔδωσε τὴν ἑρμηνεία ὅτι αὐτὸ ἀποδεικνύει πὼς τὸ βυζαντινὸ κράτος ἦταν βραχνὰς γιὰ τοὺς Ἕλληνες: Μόνο ὅσο «ἀπελευθερώνονταν ἀπὸ τὸ Βυζάντιο», ἀναπτύσσονταν λογοτεχνικὰ καὶ καλλιτεχνικά. Πέρα ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ χρήση τοῦ ὅρου Ἀναγέννηση ἢ τοῦ ὅρου Οὐμανισμὸς εἶναι παρακινδυνευμένη γιὰ τὸ Βυζάντιο (παντοῦ ἀνακαλύπτουν —φιλοβυζαντινοὶ Ἕλληνες καὶ ξένοι βυζαντινολόγοι— Ἀναγεννήσεις καὶ Οὐμανισμούς, μὴν τυχὸν ξαναχαρακτηρίσουν σκοταδιστικὸ οἱ αἰώνιοι γιββωνιστὲς τὸ Βυζάντιο), οἱ ἀντιλήψεις τῶν δύο Ἄγγλων προϋποθέτουν ὅτι ἡ λογοτεχνία καὶ τὰ γράμματα εἶναι τὸ ὕψιστο κριτήριο γιὰ τὴν πολιτισμικὴ ἀκμὴ ἢ παρακμὴ μιᾶς κοινωνίας. Κι ὁ Κοραῆς ἀπέδιδε στὴν ἔλλειψη ἐπαρκοῦς παιδείας τὴν ὀθωμανικὴ προέλαση: Λὲς καὶ οἱ Ὀθωμανοὶ τοῦ 14ου καὶ 15ου αἰ. ἦταν μορφωμένοι.

Μπορεί κανεὶς νὰ κάνει μιὰ ἀναδρομὴ στὴν ἑνετοκρατούμενη Κρήτη: Τὰ περισσότερα καὶ πιὸ σπουδαῖα ἔργα της γράφτηκαν ἀφότου ἔπαυσαν, μετὰ τὴν Ἅλωση, οἱ ἐπαναστάσεις τῶν Κρητικῶν κατὰ τῶν Βενετῶν. Ἐνδεικτικά: Ἐρωτόκριτος (17ος αἰ.), Θυσία τοῦ Ἀβραάμ (17ος αἰ.), Ἐρωφίλη (1595). Τὸ ἴδιο καὶ ἀλλοῦ.

Ἡ ἀποδοχὴ τῆς δουλείας, ἡ παραίτηση, τὸ νὰ «καταλάβεις» ὅτι εἶναι μάταιο νὰ θὲς πολιτικὴ ἐλευθερία, καὶ νὰ ἀποσυρθεῖς στὸν κόσμο τῆς φαντασίας, εἶχε ἀποτέλεσμα τὴν ἐντονότερη ἐνασχόληση τῶν Κρητικῶν μὲ τὶς τέχνες καὶ τὰ γράμματα, ἀφοῦ δὲν ἀπέμενε τίποτε ἄλλο πιά -σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ Δύση ὅπου ἡ ἐνασχόληση αὐτὴ ἐντάθηκε μὲ τὴν οἰκονομικὴ ἀνάπτυξη καὶ τὴν ἐνδυνάμωση τοῦ (ἐθνικοῦ) νεοτερικοῦ κράτους. Ἡ ἀνατρεπτικότητα τῶν ἀντισυμβατικῶν Γάλλων συγγραφέων καὶ καλλιτεχνῶν τοῦ 19ου αἰ. δὲν ροκάνιζε τὸ ἐθνικὸ μεγαλεῖο τῆς Γαλλίας, τὸν «ἐθνικισμό» της, ἀκόμη κι ἂν αὐτοὶ ποθοῦσαν αὐτὸ ἀκριβῶς, ἀντιθέτως τῆς προσέδιδε παγκοσμίως ἀκόμη μεγαλύτερη αἴγλη, ἀντιεξουσιαστική, αὐτὴ τὴ φορά, ἐπαναστατικὴ κ.λπ. Ἐνῶ στὴν Ἑλλάδα, συνέβη τὸ ἀντίθετο — ὅπως στὰ περισσότερα μικρὰ κράτη μὲ διανοούμενους ποὺ «πνίγονται». (περισσότερα…)

Αθηναϊκά μικροδράματα. Δοκίμιο για την νεοελληνική αλληλομαχία

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Καλοκαίρι, Αθήνα, είκοσι μέτρα κάτω απ’ τη γη. Σταθμός Αμπελοκήπων, ώρα αιχμής. Αλαφιασμένη κυρία φορτωμένη με κάθε λογής τσάντες αγωνίζεται να τρυπώσει στο βαγόνι. Ο αγώνας είναι άνισος, το πλήθος που στέκει εμπρός της πυκνό και απρόθυμο να την διευκολύνει. Η κυρία ιδρώνει προσπαθώντας να ισορροπήσει ακροβατικά στο κατώφλι της εισόδου, μετέωρη σχεδόν πάνω στην κόψη συρμού και αποβάθρας. Με ώμους, πλάτη, γοφούς, περιφέροντας τα ογκηρά υπάρχοντά της πιέζει την αδρανή σάρκινη μάζα πίσω της σε μια απόπειρα να κερδίζει τα ζωτικά εκατοστά που θα της επιτρέψουν να μείνει. Μάταια. Η αναδιευθέτηση, η νέα μοιρασιά των λίγων εκείνων τετραγωνικών αμέσως μετά τις πόρτες, αποδεικνύεται τελικά πολύ φιλόδοξο αίτημα. Η κυρία εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ζαλωμένη τα ψώνια της, με τη γλώσσα στο στόμα, αναζητά άλλη είσοδο, άλλο βαγόνι, ολιγάνθρωπο.

Κι όμως, λίγα μόλις εκατοστά δεξιά και αριστερά του χώρου των ορθίων, στους διαδρόμους εμπρός στα καθίσματα, στο φυσερό που συνδέει τα βαγόνια, ο κόσμος δεν είναι τόσο πολύς. Μ’ ένα απλό βήμα ενός μέτρου, ένα ήπιο γλίστρημα του στοιβαγμένου χορού προς τα έσω, ο τόπος που μπορεί να εξοικονομηθεί για τους όψιμους επιβάτες, και τους πιο φορτωμένους ακόμη, θα ήταν αρκετός. Ωστόσο, αυτό το απλό βηματάκι κανείς δεν το κάνει. Ιδίως οι ακροβολισμένοι στις πόρτες είναι διατεθειμένοι να στριμωχτούν ώς εκεί που δεν παίρνει καλύτερα, παρά να θυσιάσουν την εγγύτητά τους στην έξοδο.

Τα ενδότερα του συρμού μοιάζει για όλους να είναι πεδίο ανεπιθύμητο. Εμπρός στους καινουργιοφερμένους οι «παλιοί» αντιδρούν σαν άτυποι σύμμαχοι, στυλώνουν τα πόδια, προτάσσουν τα στήθη σαν να λένε «Ε λοιπόν όχι, δεν το κουνάω από δω!» Νo pasarán! Οι πιο πίσω κάνουν ότι δεν κοιτούν, ότι η μάχη μπροστά δεν τους αφορά. Με τον τρόπο τους όμως περνούν το μήνυμα στους ακρίτες: κράτα τη θέση σου, μείνε όπου είσαι, αν εσύ υποχωρήσεις, μη νομίζεις ότι θα κερδίσεις σε βάρος μας τις σπιθαμές που σπατάλησες αλλού. (περισσότερα…)

Νεκροί ή ένοχοι

*

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα γήπεδα της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας παίζουν μπάλα κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα κλαμπ της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας διασκεδάζουν κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα μαγαζιά της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας κάνουν τα ψώνια τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα καφέ της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας πίνουν τον καφέ τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα εστιατόρια της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας απολαμβάνουν το φαγητό τους κανονικά.

Στη Λωρίδα της Γάζας γέροντες, γυναίκες, παιδιά και μωρά σκοτώνονται από βόμβες και πυραύλους του Ισραήλ.

Στα ξενοδοχεία της Ευρώπης, της Αμερικής και της Ασίας κάνουν τις διακοπές τους κανονικά.

Κανονικά είμαστε όλοι νεκροί ή ένοχοι.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΑΡΑΣΛΙΑΣ

(ΥΓ. Πάνω από 40.000 οι νεκροί στη Λωρίδα της Γάζας, πάνω από 200.000 χιλιάδες οι τραυματίες, το 90% των κατοίκων εκτοπισμένοι, πάνω από τα 2/3 των κτιρίων ισοπεδωμένα).

*

*

«Κλιματική κρίση» είπατε;

*

του ΦΩΤΗ ΤΕΡΖΑΚΗ

Αν τα βάρη τής αναγκαίας ενεργειακής μετάβασης πέσουν στις πλάτες των πολλών, τότε […] θα επιφέρει σε πολλές κρίσιμες χώρες την άνοδο του ακροδεξιού λαϊκισμού και ακροδεξιών μορφωμάτων, αλλά και την άρνηση της κλιματικής κρίσης. Θυμάστε που είχαμε αρνητές τής πανδημίας; Τώρα θα έχουμε και αρνητές τής κλιματικής κρίσης!
ΑΛΕΞΗΣ ΤΣΙΠΡΑΣ
(Δημόσια ομιλία τής 24ης Νοεμβρίου 2022,
αναμετάδοση από την ΕΡΤ) [1]
Οι αρνητές της κλιματικής αλλαγής δεν διαφέρουν σε τίποτα από τους αντιεμβολιαστές· έχουν ψυχικές διαταραχές και χρειάζονται θεραπεία.
DONALD TRUMP

Από το 1980 περίπου, μια ανησυχία για την «υπερθέρμανση του πλανήτη» έχει αντικαταστήσει την ανησυχία για «παγκόσμια ψύξη» που επικρατούσε τις προηγούμενες δύο δεκαετίες.[2] Ανθρωπιστικές κρίσεις όπως η πείνα, οι επιδημίες στην τροπική ζώνη και οι ανελέητοι πόλεμοι αυξάνονται προκαλώντας εκατομμύρια νεκρούς κάθε χρόνο, αλλ’ απασχολούν πολύ λιγότερο τους φακούς τής δημοσιότητας απ’ όσο οι πάγοι που λιώνουν κάθε καλοκαίρι στου πόλους για να ξανασχηματιστούν ξεχασμένοι τον χειμώνα. Ειδήσεις κι επιστημονικές δημοσιεύσεις βομβαρδίζουν την κοινή γνώμη με κάθε είδους απειλές για το μέλλον, οι οποίες βασίζονται σε στατιστικά μοντέλα και προσομοιώσεις αδύνατης εγκυρότητας.[3] Το σήριαλ τής ανόδου τής στάθμης των θαλασσών κρατάει με κομμένη ανάσα το κοινό του, αλλά οι μετρήσεις που έρχονται είναι αβέβαιες και αλληλοαναιρούμενες. Οι κυβερνήσεις δικαιολογούν την ανικανότητα (ή την αδιαφορία) τους να αντιμετωπίσουν φυσικούς κινδύνους όπως δασικές πυρκαγιές, ξηρασίες, πλημμύρες, κατολισθήσεις, σεισμούς, καταιγίδες ή χιονοπτώσεις επικαλούμενες τη δήθεν πρωτόγνωρη ένταση των φαινομένων που οφείλεται στην «κλιματική αλλαγή». Δισεκατομμύρια σπαταλιούνται σε μάταιες έρευνες και δράσεις χωρίς κανένα πρακτικό αποτέλεσμα ενώ επιστημονικές σταδιοδρομίες χτίζονται με δημοσιεύσεις για την επίδραση της «κλιματικής αλλαγής» σε ό,τι μπορεί κάποιος να φανταστεί – από τις πολεμικές συγκρούσεις, την έμφυλη βία και την εγκληματικότητα μέχρι τη διανοητική υγεία και την πέτρα στο νεφρό…(!). Οι κυβερνήσεις δημιουργούν Υπουργεία Κλιματικής Κρίσης, τα πανεπιστήμια ιδρύουν σχετικά μεταπτυχιακά και η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοινώνει ότι θα διαθέσει 600 δισ. ευρώ για την «καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής», όχι βέβαια σε τεχνικά έργα που θα βοηθούσαν στην ανάσχεση πλημμυρών και ξηρασιών είτε στη διαχείριση των δασών αλλά για τη συγγραφή μελετών οι οποίες θα υποδεικνύουν πως για να σωθούμε από τις φυσικές καταστροφές πρέπει να προβούμε σε απανθρακοποίηση ή να μετατρέψουμε τις τελευταίες νησίδες άγριας ζωής σε γιγάντια τεχνολογικά πάρκα σπαρμένα ηλιακούς συσσωρευτές και ανεμογεννήτριες – και όλοι προσαρμόζονται στο αφήγημα που φέρνει τα χρήματα. Το δόγμα είναι ότι το κλίμα τού πλανήτη που είναι ιδανικό για τον άνθρωπο έχει αποσταθεροποιηθεί εξαιτίας των εκπομπών διοξειδίου τού άνθρακα (CO2), πράγμα που οφείλεται στο ότι σήμερα καλύπτουμε περίπου ένα 80% των ενεργειακών μας αναγκών από την καύση ορυκτών καυσίμων. Και η λογική αυτή, άπαξ και γίνει αποδεκτή, δεν έχει λογικό όριο: το ότι ο ίδιος ο μεταβολισμός τής ζωής παράγει CO2 καθιστά αυτήν καθαυτήν τη ζωή ένοχη – ποινικοποιήσιμη και (τουλάχιστον) φορολογήσιμη. Και από τη στιγμή που η αύξηση του πληθυσμού αυξάνει τη φυσική εκπομπή CO2, επιβάλλονται νεομαλθουσιανές λογικές για τον έλεγχο των γεννήσεων, παράλληλα με τη μεθοδευμένη καταστροφή τής γεωργίας.

Υπάρχει μια ιδεολογία χαρακτηριστική τού ανεπτυγμένου καπιταλισμού, αυτή που αποκαλούμε φυσικοποίηση του κοινωνικού: προβάλλοντας στην ίδια τη φύση δικές της πρακτικές (αρχετυπικό παράδειγμα είναι ο λεγόμενος κοινωνικός δαρβινισμός), η καπιταλιστική κοινωνία ενοχοποιεί τη φύση για τις συνέπειες της δράσης της – πράγμα που εν συνεχεία χρησιμεύει ως άλλοθι για να εντείνει την ίδια αυτή δράση πολλαπλασιάζοντας τις συνέπειες. Σε μία κάπως πολυπλοκότερη χρήση τού στρατηγήματος εισάγεται στην εξίσωση και η «ανθρωπογενής συμβολή», αλλά χωρίς να προσδιορίζεται ποια ακριβώς ανθρωπογενής συμβολή και ποιων ακριβώς ανθρώπων. Στρεβλώνοντας σκόπιμα τη θέση τού «ανθρώπινου παράγοντα», η ευθύνη επιρρίπτεται στους φυσικούς όρους τής ανθρώπινης ύπαρξης οι οποίοι εξ ορισμού αφορούν το σύνολο της ανθρωπότητας, ενώ οι πραγματικά ένοχες πρακτικές (που ασκούνται από συγκεκριμένες ελίτ) παρουσιάζονται ταχυδακτυλουργικά ως λύση. (περισσότερα…)

Ο αληθινός λόγος που οι άνθρωποι δεν κάνουν παιδιά

*

Τα δεδομένα της λεγόμενης κρίσης υπογεννητικότητας είναι πολύ γνωστά: οι γεννήσεις στις Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάζουν πτωτική τάση εδώ και δύο δεκαετίες και όλες σχεδόν οι άλλες εύπορες χώρες βιώνουν το ίδιο. Μεταξύ των προτάσεων για την αντιστροφή της τάσης, η συμβατική σοφία λέει ότι αν το κράτος προσέφερε περισσότερη οικονομική στήριξη στους γονείς, τα ποσοστά γεννήσεων θα άρχιζαν να αυξάνονται και πάλι.

Τι γίνεται όμως αν αυτή η σοφία σφάλλει; Το 1960, οι Αμερικανίδες έκαναν κατά μέσο όρο 3,6 παιδιά. Το 2023, ο συνολικός δείκτης γονιμότητας (ο μέσος αριθμός παιδιών που μια γυναίκα αναμένει να αποκτήσει στη διάρκεια της ζωής της) ήταν 1,62, ο χαμηλότερος που έχει καταγραφεί ποτέ και πολύ κάτω από το ποσοστό αντικατάστασης 2,1. Εν τω μεταξύ τα ποσοστά ατεκνίας αυξάνονται: το 2018, περισσότερες από μία στις επτά γυναίκες ηλικίας 40 έως 44 ετών δεν είχαν βιολογικά παιδιά, σε σύγκριση με μόλις μία στις 10 το 1976. Και σύμφωνα με νέα έκθεση του Pew Research Center, το ποσοστό των Αμερικανών ενηλίκων ηλικίας κάτω των 50 ετών που δηλώνουν ότι είναι απίθανο να αποκτήσουν ποτέ παιδιά αυξήθηκε κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2018 και 2023, στο 47%. Στον κυρίαρχο αμερικανικό λόγο, οι εξηγήσεις για αυτές τις τάσεις τείνουν να επικεντρώνονται στους οικονομικούς περιορισμούς: οι άνθρωποι αποφασίζουν να μην κάνουν παιδιά λόγω του υψηλού κόστους της παιδικής φροντίδας, λόγω των περιορισμών στις γονικές άδειες και λόγω του μισθολογικού μειονεκτήματος που αντιμετωπίζουν οι μητέρες. Ορισμένοι υπεύθυνοι (και κάποιοι ανήσυχοι πολίτες) υποστηρίζουν ότι με δαπανηρές κρατικές παρεμβάσεις αυτή η στάση των ανθρώπων είναι δυνατόν να αλλάξει.

Όμως τα δεδομένα από άλλα μέρη του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων των χωρών με γενναιόδωρη οικογενειακή πολιτική, δείχνουν το αντίθετο. Σήμερα όλες οι χώρες του ΟΟΣΑ, εκτός από το Ισραήλ, έχουν ποσοστό γονιμότητας κάτω από την αναπλήρωση, και η ταχύτητα της μείωσης κατά την τελευταία δεκαετία έχει ξεπεράσει τις προβολές των δημογράφων. Το 2022, ο μέσος δείκτης γονιμότητας των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 1,46. Το 2023, ο δείκτης της Νότιας Κορέας ήταν 0,72, ο χαμηλότερος στον κόσμο.

Η Νότιος Κορέα έχει δαπανήσει περισσότερα από 200 δισεκατομμύρια δολάρια τα τελευταία 16 χρόνια σε μέτρα για την ενίσχυση της γονιμότητας, όπως σε επιδόματα τέκνων, διευρυμένες γονικές άδειες και προγεννητική φροντίδα, ωστόσο ο δείκτης γονιμότητας της χώρας μειώθηκε κατά 25% σε αυτό το διάστημα. Η Γαλλία δαπανά υψηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ της για την οικογένεια από οποιαδήποτε άλλη χώρα-μέλος του ΟΟΣΑ, αλλά πέρυσι σημείωσε τον χαμηλότερο αριθμό γεννήσεων από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ακόμη και οι σκανδιναβικές χώρες, με το εδραιωμένο από καιρό προνοιακό κράτος τους, τις εγγυήσεις για τη φροντίδα των παιδιών και τις παρατεταμένες γονικές άδειες, βιώνουν απότομη μείωση της γονιμότητας. (περισσότερα…)

Η σκοτεινή πλευρά του τουρισμού

Τοίχος στη Νέα Χώρα Χανίων, φωτογραφία ΒΓ, 2.8.24.

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΤΑΡΑΣΛΙΑ

Θυμάμαι με νοσταλγία τη Ρόδο της δεκαετίας του ογδόντα, όταν ξεκίνησα να δουλεύω σε ξενοδοχεία στα εφηβικά μου χρόνια. Στα δεκατρία μου δούλεψα για πρώτη φορά σε ξενοδοχείο σουηδικών συμφερόντων. Επάγγελμα γκρουμ: κουβαλούσα τις αποσκευές τουριστών από τις σκανδιναβικές χώρες, άνθρωποι που έρχονταν για δυο τρεις εβδομάδες για να μαζέψουν ήλιο και φως και να ξαναγυρίσουν στις ψυχρές και μουντές πατρίδες τους. Το καλοκαίρι δουλειά, το χειμώνα σχολείο. Αργότερα, στα φοιτητικά μου χρόνια, κατέβαινα τα καλοκαίρια στο νησί για να δουλέψω σε εστιατόρια και μπαρ. Παρά τις πληγές και τα οικογενειακά δράματα, εκείνα τα χρόνια το βαθύτερο κομμάτι του εαυτού μου ήταν ανέμελο και ευτυχισμένο. Έμαθα να τα βγάζω πέρα, γνώρισα όμορφες και γενναιόδωρες γυναίκες από διάφορες χώρες, γεύτηκα τον έρωτα, έζησα με ένταση και πάθος.

Σε συλλογικό επίπεδο ήταν η εποχή που το νησί είχε μπει δυναμικά στον αστερισμό του τουρισμού και οι προσδοκίες για ανάπτυξη και ευημερία κυριαρχούσαν σε κάθε ατομικό και συλλογικό σχεδιασμό. Υπήρχε ενθουσιασμός και εκείνη η ψυχολογία του χρυσοθήρα που ανακαλύπτει τη μεγάλη φλέβα χρυσού και ονειρεύεται πλούτη και μεγαλεία. Εκείνα τα χρόνια – δεκαετίες ογδόντα και ενενήντα – ήταν ήδη εμφανή τα συμπτώματα του νεοπλουτισμού και της μίμησης: ο ένας μετά τον άλλο σε όλη την έκταση του νησιού πουλούσαν χωράφια και εγκατέλειπαν τη γεωργία και την κτηνοτροφία για να γίνουν ξενοδόχοι, εστιάτορες και κάθε λογής επιχειρηματίες στο τουριστικό κύκλωμα. Στα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα, στην ευρύτερη περιοχή του χωριού στο οποίο μεγάλωσα υπήρχαν δυο ξενοδοχεία σε ένα μήκος ακτών είκοσι χιλιομέτρων. Τώρα δεν υπάρχει ούτε χιλιόμετρο άδειο από τουριστικές κατασκευές: ένα τείχος υψώνεται στα όρια στεριάς και θάλασσας και προκαλεί αμηχανία στο βλέμμα που νοσταλγεί την απλότητα και την ομορφιά της φύσης. Με βάση τα επίσημα στοιχεία στο Ρόδο λειτουργούν 550 ξενοδοχεία όλων των κατηγοριών και μαζί με τις μισθώσεις τύπου airbnb οι προσφερόμενες κλίνες ξεπερνούν τις 200.000. Σημειωτέον: με βάση την τελευταία απογραφή ο μόνιμος πληθυσμός του νησιού είναι 125.000. Με βάση τους αριθμούς είναι προφανές ότι το νησί ζει από τον τουρισμό και για τον τουρισμό – μια οικονομική μονοκαλλιέργεια που αν για οποιοδήποτε λόγο καταρρεύσει, θα καταρρεύσουν τα πάντα. (περισσότερα…)

«Ο επιστήμονας δεν υποκλίνεται δεξιά και αριστερά»: Μια ανέκδοτη επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη

Πηγή φωτογραφίας: Αιμίλιος Καλιακάτσος, facebook

*

Εισαγωγή-Μετάφραση Σωκράτης Βεκρής

Ο Stefan Breuer (1948) είναι ομότιμος καθηγητής κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου και εκ των σημαντικότερων μελετητών του βεμπεριανού έργου. Στο βιβλίο του Ανατομία της συντηρητικής επανάστασης (Anatomie der konservativen Revolution, 1993) επεξεργάστηκε με συστηματικό τρόπο ορισμένες βασικές θέσεις του Κονδύλη για τον συντηρητισμό. Στην επιστολή που ακολουθεί, την οποία παρουσιάζουμε για πρώτη φορά στη δημοσιότητα, ο Κονδύλης σχολιάζει εν συντομία μερικά βασικά πορίσματα του βιβλίου. Πέρα από ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις τεχνικής φύσεως, σημαντική είναι η διαπίστωσή του πως «κανείς δεν μπορεί να συγγράψει με επάρκεια γερμανική ιστορία, και γερμανική ιστορία ιδεών, αν δεν απαγκιστρωθεί από τα διάφορα μυθολογήματα και ιδεολογήματα περί γερμανικού ‘‘ξεχωριστού δρόμου’’». Κι αυτό διότι ο Κονδύλης υπήρξε, μεταξύ πολλών άλλων, ένας από τους δριμύτερους και συνεπέστερους πολέμιους κάθε θεωρητικού λόγου που, ρητώς ή αρρήτως, υποβαστάζεται από μια εξελικτικής υφής φιλοσοφία της ιστορίας. Θα ήταν ενδιαφέρον να εξεταστεί κάποτε πόσες διαφορετικές θεωρίες του 20ού αιώνα απέρριψε και εν συνεχεία κατέρριψε ο Κονδύλης με κύριο γνώμονα αυτό το κριτήριο.

Η επιστολή προς τον Μπρώυερ είναι η τρίτη και τελευταία ανέκδοτη επιστολή του Κονδύλη που εντοπίσαμε σε γερμανικά αρχεία και παρουσιάζουμε σε δική μας μετάφραση αυτόν τον Ιούλιο στο Νέο Πλανόδιον. Προηγήθηκε εκείνη προς τον ιστορικό Έρνστ Νόλτε και ακολούθησε μία ακόμη προς τον καθηγητή Michael Theunissen. Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά για μία ακόμη φορά την κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη.

Επιλέξαμε να συνοδεύσουμε την επιστολή με την μετάφραση μιας συνέντευξης που έδωσε ο Μπρώυερ στον Harald Dietz τον Δεκέμβριο του 2014 στo πλαίσιo πρωτοβουλίας του «Κύκλου Φίλων Παναγιώτη Κονδύλη» (Freundeskreis Panajotis Kondylis e.V.).

ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΒΕΚΡΗΣ
υποψήφιος διδάκτωρ φιλοσοφίας
των Πανεπιστημιών Βόννης και Σαιντ Άντριους

~.~ (περισσότερα…)

Το κόμμα του αυτοσυντηρητισμού

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Η σύγκρουση στο εσωτερικό μιας ομάδας, λένε ψυχολογικές έρευνες, οδηγεί σε εξισορροπημένες συνθέσεις. Το ανάποδο ισχύει στο εσωτερικό των ομάδων που δηλώνουν στα θεμελιώδη ομόγνωμες: καθώς δεν έχουν έρμα, παρασύρονται από τα κύματα, τις ορμές της συγκυρίας, και εξοκέλλουν.

Οι ψυχολόγοι και τα πορίσματά τους επιβεβαιώνουν αυτό που εμπειρικά έχουμε βιώσει όλοι μας. Στην πολιτική, λ.χ., η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης έσπρωξε τις κοινωνίες της Δύσης προς τα άκρα. Καθώς η παράταξη της σοσιαλιστικής ουτοπίας στην Ευρώπη και την Αμερική αποδυναμώθηκε απότομα, η φιλελεύθερη ουτοπία έμεινε χωρίς αντίβαρο. Το γέννημα του ιστορικού συμβιβασμού τους, ο εξημερωμένος καπιταλισμός, αποχαλινώθηκε και πάλι. Και τα πολιτικά πάθη αντί να καταλαγιάσουν, καθώς υπόσχονταν οι νικητές του Ψυχρού Πολέμου, εξάρθηκαν, όπως οι ειδήσεις διαρκώς επιβεβαιώνουν στις μέρες μας.

Στην τέχνη έχουμε το ίδιο φαινόμενο. Ο Αριστοτέλης είχε παρατηρήσει ότι ένα ποικίλο στη σύνθεσή του ακροατήριο τείνει να εκτιμά ορθότερα την αξία ενός έργου τέχνης, μιας τραγωδίας λ.χ., απ’ ό,τι ένα κοινό ομοιόμορφο. Οι μεγάλοι κριτικοί των Νέων Χρόνων, με πρώτο ανάμεσά τους τον Σάμιουελ Τζόνσον, ήταν σ’ αυτό αριστοτελικοί. Tις ποιητικές δάφνες, έλεγε ο δόκτωρ Τζόνσον, πρέπει να τις απονέμουν οι πολλοί, όχι οι ειδήμονες ή οι ίδιοι οι ποιητές που βλέπουν τα πράγματα στενά. Η επικράτηση της γνώμης των «ειδημόνων» στα πράγματα της τέχνης μετά τον συμβολισμό και τους μοντερνισμούς οδήγησε στα γνωστά γραφικά και σεκταριστικά φαινόμενα που γνωρίζουμε σήμερα, στο διαζύγιο καλλιτεχνών και κοινού και στην κοινωνική περιθωριοποίηση της τέχνης. Το κενό έσπευσε να καλύψει η μαζική τέχνη, με προϊόντα συχνά απαράδεκτης ποιότητας. (περισσότερα…)