ΝΠ | Δοκίμια

Ἁλιστέφανος Ταπροβάνη

*

του ΗΛΙΑ ΜΑΛΕΒΙΤΗ

~.~

Ταπροβάνη νῆσος μεγίστη ἐν τῇ Ἰνδικῇ θαλάσσῃ. Ἀλέξανδρος ὁ καὶ Λύχνος νῆσος τετράπλευρος͵ ἁλιστέφανος Ταπροβάνη θηρονόμος πέπληθεν ἐϋρρίνων ἐλεφάντων.

Νοτιοανατολικά λοιπόν της Ινδίας, στο πέλαγος το Ινδικό –και καταμεσής του δρόμου για την Κίνα– έχει κυλήσει ένα σμαράγδινο δάκρυ σε σχήμα νησιού, ανάμνηση μαζί κι εικόνα διάφανη του παραδείσου στα μάτια και τη φαντασία των ταξιδιωτών και των εμπόρων που έρχονταν από τη Δύση.

Αν και γεωγραφικά ανακριβείς και διογκωμένες, οι πρώτες μνείες των Ελλήνων γεωγράφων για το νησί –ταυτόχρονα με την ακριβή ονομασία του– μεταφέρουν και μιαν χωροθετική εντύπωση ως ενός από τα πιο απόμακρα και νότια σημεία της οικουμένης, στους αντίποδες, μαζί μ’ έναν υπαινικτικό θαυμασμό για τα πολύτιμα αγαθά της και τους ελέφαντες. (Ο Ερατοσθένης τη θέλει να είναι ίση με τη Βρετανία, ο δε Ονεισίκριτος την βάνει ν’ απέχει είκοσι μέρες από την Ινδία). Ο απόηχος της απόμακρης κι απόκοσμης τοποθεσίας της ακούγεται με παράπονο και στην πρώτη λατινιστί αναφορά της Ταπροβάνης από τον εξόριστο στον Πόντο Οβίδιο: «Aut ubi Taprobanen Indica cingit aqua (ή εκεί όπου το Ινδικό κύμα βάφει την Ταπροβάνη)».

Στο γύρισμα όμως των χριστιανικών χρόνων, καθώς οι πλώιμοι εμπορικοί δρόμοι της Ρώμης και του μετέπειτα Βυζαντίου έφεραν τη Δύση μπροστά στα θαύματα της Ανατολής, η γνώση για τον τόπο γίνεται πιο στέρεη αλλά φαίνεται ότι λειτουργεί και σαν αφετηρία για τη δημιουργία του μύθου που θέλει το νησί ένα γήινο απείκασμα του απωλεσθέντος παραδείσου, έναν paradiso terrestre. Γράφει ο Στράβωνας:

«ἡ δὲ Ταπροβάνη πεπίστευται σφόδρα ὅτι τῆς Ἰνδικῆς πρόκειται πελαγία μεγάλη νῆσος πρὸς νότον͵ μηκύνεται δὲ ἐπὶ τὴν Αἰθιοπίαν πλέον ἢ πεντακισχιλίους σταδίους͵ ὥς φασιν͵ ἐξ ἧς καὶ ἐλέφαντα κομίζεσθαι πολὺν εἰς τὰ τῶν Ἰνδῶν ἐμπόρια καὶ χελώνεια καὶ ἄλλον φόρτον».

Διόλου τυχαία δε, οι αποστάσεις πια υπολογίζονται από την Αιθιοπία, (απ’ το λιμάνι της Αδούλης), από όπου και ξεκινούν τα ρωμαϊκο-βυζαντινά πλοία για την Ανατολή, κι αργότερα λόγω και της στενής συμμαχίας της χριστιανικής Αξουμιτικής αυτοκρατορίας με τη βυζαντινή. Στο έκτο αιώνα πια η αφήγηση περνάει στα χέρια του Κοσμά του Ινδοκοπλεύστη:

«Αὕτη ἐστὶν  νῆσος  μεγάλη ἐν τῷ Ὠκεανῷ͵ ἐν τῷ Ἰνδικῷ πελάγει κειμένη͵ παρὰ μὲν Ἰνδοῖς καλουμένη Σιελεδίβα͵ παρὰ δὲ Ἕλλησι Ταπροβάνη (περισσότερα…)

Γκυ Ντεμπόρ: Το κρυμμένο έργο

*

του OLIVIER ASSAYAS

 Μετάφραση Γιάννης Παρασκευόπουλος

 

1

Το να μιλάς ή να γράφεις για τον Ντεμπόρ, υπό την έννοια ότι το έργο του προσφέρεται ελάχιστα για ανάλυση ή σχόλια, είναι ένα πολύ ευαίσθητο θέμα. Γι’ αυτόν τον λόγο, στην περίπτωσή μου, προέκυψε ένα είδος άμεσης ανάγκης να γράψω γι’ αυτόν τη στιγμή του θανάτου του. Ένιωθα ότι έπρεπε να πω κάτι εκείνη τη στιγμή, και είχα την αίσθηση πως μπορούσα να το πω με έναν ακριβή, σαφή, ξεκάθαρο και εμπεριστατωμένο τρόπο. Ισχυρίζομαι ότι το έργο του Ντεμπόρ είναι δύσκολο να σχολιαστεί, υπό την έννοια ότι δημιουργείται εξ ολοκλήρου πάνω στη στιγμή. Υπάρχει πάντα σε αυτόν η ιδέα να λέγονται πράγματα που έχουν να κάνουν με το παρόν και τα οποία είναι άμεσα επαληθεύσιμα και καίρια. Σίγουρα αποκαλύπτουν κάτι που έχει μια διαχρονική αξία, μια καθολικής αξίας ανάλυση της κοινωνίας στην οποία ζούμε, αλλά η στρατηγική τους αξία είναι πάντα συνδεδεμένη –και αυτό μου φαίνεται ότι είναι ο ίδιος ο πυρήνας της σκέψης του Ντεμπόρ– με την ίδια τη στιγμή. Εν συνεχεία –πέρα από αυτό ή παράλληλα με αυτό– υπάρχει και η ποίησή του, η ματιά του πάνω στο πέρασμα του χρόνου και στη ματαιότητα των πραγμάτων, σ’ αυτή την αιώνια αλήθεια τους με την οποία είναι βαθύτατα συνδεδεμένος. Αυτή είναι η ουσία του καλλιτεχνικού του έργου, με τη στενή έννοια του όρου.

Όμως το φιλοσοφικό και το καλλιτεχνικό του έργο χαρακτηρίζεται από διαύγεια, ακρίβεια και μια σύνδεση με τον κόσμο έτσι όπως του παρουσιάζεται εκείνη τη στιγμή. Διατηρώ πάντα κάπως την εντύπωση ότι ο σχολιασμός του Ντεμπόρ είναι ένας τρόπος να αποσπασθεί το έργο του από έναν συγκεκριμένο χρόνο (που είναι ένας καθορισμένος χρόνος, προσδιορισμένος από τον ίδιο), για να τοποθετηθεί σε έναν άλλο χρόνο, πολύ πιο ασαφή, όπως είναι αυτός του στοχασμού, της ανάλυσης ή της γλώσσας, ένας χρόνος που κινδυνεύει πάντα να είναι ή καθαρά πανεπιστημιακός ή πλήρως ενταγμένος σε ένα είδος λογοτεχνικής ιστορίας στην οποία δεν επιθυμούσε ποτέ να ανήκει. Είχα την αίσθηση –την εποχή που το έργο του Ντεμπόρ εκδιδόταν από τις εκδόσεις Champ Libre– ότι αυτό υπήρχε σε ένα δικό του πεδίο, με τους όρους του Ντεμπόρ, και μάλιστα ότι επρόκειτο για κάποιο είδος μεταέκδοσης. Όχι μόνο υπήρχε το έργο καθεαυτό, αλλά και μια πολύ συνεκτική επιβεβαίωση του τρόπου με τον οποίο πρέπει να διαδίδεται ένα κείμενο, για το πώς η δύναμη ή η ακρίβεια ενός κειμένου είναι εξίσου συνδεδεμένες με τις συνθήκες μέσα στις οποίες δημοσιεύεται. Αυτό είχε επίσης να κάνει με την επιλογή των εκδόσεων Champ Libre να απορρίψουν τις εκδόσεις τσέπης, να μην αποστέλλουν δελτία τύπου και με το να αποτελούν μια πολιτικοκαλλιτεχνική πράξη στο χώρο των εκδόσεων. Προφανώς, από την στιγμή που το έργο του Ντεμπόρ πέρασε από αυτή τη μοναδική κατάσταση ελέγχου και ιδιαίτερων απαιτήσεων και εισήλθε στο κλασσικό σύστημα διανομής των εκδόσεων (κατά βάθος, ο Gallimard είναι πολύ καλός οίκος για τη μεταθανάτια έκδοση του έργου του Ντεμπόρ), χάνεται κάτι από αυτό. Δεν νομίζω ότι από αυτή την άποψη αυθαιρετώ, ακόμη και από την άποψη της μνήμης του Ντεμπόρ, είμαι σίγουρος ότι και ο ίδιος θα το αντιλαμβανόταν με τον ίδιον τρόπο… (περισσότερα…)

«Αμετακίνητος μετανάστης»: Θραύσματα για τον Γιώργη Μανουσάκη

*

Μικρό αφιέρωμα στον Γιώργη Μανουσάκη [4/4]

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~ 

1.

Βιβλία του Γιώργη Μανουσάκη πρωτόπεσαν στα χέρια μου πριν από εικοσιπέντε χρόνια. Ήμουν μαθητής του Λυκείου εδώ στα Χανιά, και θυμάμαι σαν να ’ταν σήμερα τον πατέρα μου να φέρνει στο σπίτι δύο ή τρεις ολιγοσέλιδες, κομψά τυπωμένες συλλογές. Αγορασμένες από τον ίδιο, χαρισμένες από τον ποιητή (μακρινή συγγένεια τους συνέδεε), το αγνοώ. Αδυνατώ ν’ ανασύρω απ’ τη μνήμη μου την εντύπωση που τα βιβλία άσκησαν τότε στον έφηβο που υπήρξα. Ιδιαίτερα έντονη πάντως δεν πρέπει να στάθηκε.

Ήταν για μένα η εποχή της υπακοής στα κοινά πρότυπα, στους σπουδαίους Δασκάλους. Σεφέρης, Ελύτης, Καβάφης, ο Έλιοτ ήταν θεοί, έτρεφα πειθήνιο θαυμασμό εμπρός στο εκτόπισμα κάθε λογής αυθεντίας. Ποιας λογής ήταν αυτή, πόσο πρωτογενής, πόσο αυτόφωτη, λίγο μετρούσε, μια νύξη του Γιώργου Σαββίδη ή του Δημήτρη Μαρωνίτη, λ.χ., αρκούσε για να μου προκαλέσει επί εβδομάδες φιλολογικά ρίγη. Όλα αυτά, όπως είναι επόμενο, άφηναν λίγο χώρο για ονόματα ακόμη αχαρτογράφητα στη δημόσια μνήμη, σαν κι αυτό του Μανουσάκη.

Ό,τι μου εντυπώθηκε τότε ήταν πάνω απ’ όλα οι τίτλοι: Ταριχευτήριο πουλιών, Το σώμα της σιωπής. Μου φάνηκε τότε, μου φαίνεται ακόμα και σήμερα, ότι ο ένας δεν είναι παρά επεξήγηση, νοερή προέκταση του άλλου. Από τα αρχαία χρόνια ώς τις μέρες μας, η ισχυρότερη μεταφορά της ανθρώπινης φωνής, υπήρξε πάντα το πουλί που κελαηδά. Αν η σιωπή έχει πράγματι σώμα, σκεφτόμουν, σκέφτομαι ακόμη σήμερα, τότε αυτό πρέπει, δεν μπορεί παρά να είναι το σώμα ενός βαλσαμωμένου πουλιού.

2.

Σ’ αυτήν την πρώτη, την αρχέτυπη έννοια της σιωπής, έμελε να γυρίσω πολλές φορές τα μετέπειτα χρόνια. Θα την ανακάλυπτα στον Λόρδο Τσάντος, τον περίφημο ήρωα του νεαρού Χόφμανσταλ που στη περιβόητη Επιστολή του αρνείται στη γλώσσα κάθε ικανότητα να αρθρώσει τα ουσιώδη. Θα την συναντούσα στον γέροντα Πάουντ, των ύστερων Κάντος, όταν μας παρακινεί ν’ ακούσουμε τον άνεμο. Let the wind speak: όταν τα ανθρώπινα λόγια αστοχούν, μόνη πραγματική ομιλία μένει εκείνη της φύσης. Θα την έβρισκα τέλος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε πάμπολλες σελίδες της μεταπολεμικής μας ιδίως ποίησης, με διαφορετική κάθε φορά μορφή, κάποτε αδύναμη και εξασθενημένη, αλλά πάντα παρούσα. (περισσότερα…)

«Αέρας, γη, νερό, φωτιά! Στοιχεία…»

*

130 χρόνια από την πρώτη δημοσίευση των «Πατρίδων» του Κωστή Παλαμά τα Χριστούγεννα του 1895

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Θα ξεκινήσω δογματίζοντας. Οι «Πατρίδες» του Κωστή Παλαμά είναι η κορωνίδα της ελληνικής σονετογραφίας. Ως τομείς ενός άρτιου κύκλου –του αρτιότερου κύκλου του είδους που διαθέτουμε στη γλώσσα μας– τα δώδεκα αυτά ποιήματα απαρτίζουν μια σύνθεση ευρύτερη, μια σφιχτοδεμένη ενότητα που η αξία της ως όλον ξεπερνά κατά πολύ το άθροισμα των μεμονωμένων της μερών.

Έργο του 1895, όταν ο Παλαμάς είναι 36 ετών, οι «Πατρίδες» πρωτοείδαν το φως της δημοσιότητας τα Χριστούγεννα της ίδιας εκείνης χρονιάς στην Εφημερίδα, «το αρχαιότερον των εν Ελλάδι ημερησίων φύλλων», που ίδρυσε ο Δημήτριος Κορομηλάς. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1904, θα βρουν τη θέση τους στη σημαδιακότερη συλλογή του δημιουργού της, την Ασάλευτη ζωή. Σε ό,τι αφορά τη μορφή τους, τα σονέτα των Πατρίδων συμμορφώνονται προς το κλασσικό πετραρχικό υπόδειγμα, οι ρίμες στις οκτάβες τους είναι τετραπλές, ΑΒΑΒΑΒΑΒ ή σπανιότερα ΑΒΒΑΑΒΒΑ, ενώ τα τρίστιχα ομοιοκαταληκτούν ποικιλοτρόπως. Αντί του ιταλικού ενδεκασύλλαβου ωστόσο, κι αυτή είναι η κύρια απόκλισή του από το πετραρχικό σχήμα, ο Παλαμάς επιλέγει τον δεκατρισύλλαβο, στίχο που είχε καθιερώσει λίγα μόλις χρόνια πριν ο Ιάκωβος Πολυλάς με τη μετάφραση του σαιξπηρικού Αμλέτου (1889).

Ως προς το περιεχόμενό τους, τα σονέτα των «Πατρίδων» είναι διαρθρωμένα ως κλίμακα: καθένα τους αντιστοιχεί και σ’ ένα σκαλοπάτι μιας αργής μυητικής ύψωσης – του Ποιητή προς τον Κόσμο. Έτσι, τον παρακολουθούμε να ανέρχεται σταδιακά από τους τόπους της προσωπικής του βιογραφίας προς αυτούς της μείζονος ιστορίας που στην πορεία του επέχουν θέση σταθμού και συμβόλου. Στα τελευταία σονέτα του κύκλου η μυητική ανάβαση εκτείνεται ακόμη περισσότερο ώστε να περιλάβει και τους τόπους που ο ποιητής προσπελάζει όχι πλέον βιογραφικά ή ιστορικά, αλλά με όχημά του τη σκέψη, τον μύθο και την φαντασία – για να καταλήξει στα δύο νοερά άκρα της συμπαντικής κλίμακας: τον αστρικό και γαλαξιακό Μεγάκοσμο, από τη μια, και τον Μικρόκοσμο των Πρωταρχικών Στοιχείων, από την άλλη.

Ο τίτλος του κύκλου πρέπει να νοηθεί συνεπώς στην ευρύτερή του έννοια, ως ανοιχτή αενάως διερώτηση. Ποια είναι η Πατρίδα του ανθρώπου, αυτό ρωτά ο Παλαμάς: ο τόπος που γεννήθηκε, ο τόπος που έζησε ή έτυχε να ταξιδέψει, ο τόπος που ονειρεύτηκε απλώς αλλά ουδέποτε αξιώθηκε να δει, οι μεγάλοι τόποι της ιστορίας που τον καθόρισαν ή αυτοί που έπλασε με την πρώτη ύλη της σκέψης και της ποίησης; Και η απάντηση που δίνει, είναι ανάλογη: όπως το εγώ του ανθρώπου δεν είναι ποτέ ένα, έτσι και οι πατρίδες του είναι πολλαπλές, είναι συγχρόνως πλάσματα της πείρας και της επιθυμίας, τόποι απτοί και άπιαστοι. Η ανθρώπινη ψυχή είναι καταδικασμένη να παλινδρομεί ανάμεσά τους ατελεύτητα, να παλινωδεί διαρκώς από την εστία στην περιπλάνηση, και από την εξορία στον νόστο. (περισσότερα…)

Ἡ παρουσία τοῦ Ζάκ Ντερριντά καί ἡ ἀπουσία τοῦ Παναγιώτη Κονδύλη

*

τοῦ ΤΕΤΟΥ ΣΟΥΡΔΟΥ

~.~ 

Εἰσαγωγή

Ντερριντά καί Κονδύλης. Καί οἱ δύο ὑποβάλλουν σέ αὐστηρό ἔλεγχο τό κοσμοθεωρητικό σχέδιο, μοναδικό στό εἶδος του, πού τεχνούργησε ὁ ἄνθρωπος καί χάρις στό ὁποῖο διαρρύθμισε τήν ἀχανῆ ποικιλία τῶν ἀνθρώπινων ἐκδηλώσεων ὑπάγοντάς τες καθησυχαστικά σέ λίγες παραδεγμένες ἀρχές. Ὁ ἕνας, ὡς οἰονεί μεταφυσικός, ὀπισθοχωρεῖ μέχρι τή διαφωρά, ὁ ἄλλος, ἀφανής καί σκιώδης, διακοσμητικό (;) πρόσωπο σέ ὅλες τίς κεφαλαιώδεις σκηνοθετημένες σημασίες, σχεδόν ἀνώνυμος, εἰσόρμησε στόν διευθετημένο μας κόσμο διασπείροντας ἀνηλεῶς τίς κακές εἰδήσεις του. Πιάνουν τά δυό ἄκρα. Τό εὕρημα τοῦ ἑνός εἶναι γιά τόν ἄλλον ὁριστικός ἀποχαιρετισμός. Ὡστόσο καί οἱ δύο, ὁ ἕνας πρός στιγμήν καί ὁ ἄλλος μόνιμα, συμφώνησαν χωρίς νά φιλιώσουν σέ κάτι: τοῦτος ὁ κόσμος πού ζοῦμε, δέν φυλάσσεται… «Τίποτα δέν συνέβη πρίν ἀπό τό δευτερεῦον». Ἡ ἐν λόγῳ ντερρινταϊκή βραχυλογία θίγει τό οὐσιῶδες μέρος τῆς ὑποθέσεως. Δέν προηγήθηκε καμιά πληρότητα παρουσίας πρίν ἀπό τήν ἔλλειψη. Τό παρόν δέν εἶναι ποτέ πλήρως παρόν, γι’ αὐτό καί εἶναι πάντοτε ἀναγκαία ἡ ἐπανιδιοποίηση ἐκείνου πού ἡ παρουσία στέρησε. Καμιά παρουσία, ἀληθῶς καί πρωτοτύπως, δέν προηγήθηκε∙ καμιά ἐξοχότητα δέν προπορεύτηκε∙ «πάντα ὅμως τήν ὀνειρεύτηκαν καί πάντα τήν ἀναδιπλασίασαν», τήν παρήγαγαν ἐξαλείφοντας τή διαφορά. Ἄν τωόντι κάτι συνέβη πρίν τό δευτερεῦον, τότε θά μποροῦσε κανείς –λ.χ. ὁ Σάφτσμπουρυ ἤ o Χάτσεσον– νά ὑποστηρίξει τήν ἔφεση τῆς ψυχῆς πρός τήν καλοσύνη. Νά δεῖ τόν κόσμο μέ ἄλλα μάτια. Καί ἀντίστροφα: νά θεμελιώσει ἀδιεκδίκητα καί ὁμόφωνα τήν ἠθική ἀξιολόγηση στήν προσαγωγή τοῦ ζῶντος κόσμου σέ αὐτό πού ὄντως τοῦ συνέβη. Στόν Θεό, στή Φύση, στήν Τάξη, στήν Ἰδέα, στό Λόγο ἤ στήν Ἱστορία.

Οἱ πληρεξούσιοι τοῦ πρωτεύοντος κόσμου στομφάζουν ἀδιάκοπα, ἐπειδή πρέπει νά ἀσφαλίσουν τίς κινήσεις τοῦ δευτερεύοντος κόσμου. Νά κλειδώσουν τό ἀπρονόητο σέ οὐρανοκατέβατες πολιτεῖες. Ἄς πάρουμε στήν τύχη τήν «Τάξη»: Ἡ πίστη στήν ἔφεση τοῦ ἀνθρώπου πρός τό καλό προϋποθέτει τήν ὕπαρξη μιᾶς προνοιακῆς τάξης. Ἕνα καλοῆθες σκοπούμενο διοργανώνει λάθρα τόν κόσμο κατασταίνοντας τόν ἄνθρωπο ὑπηρέτη του. Ὁ Ντερριντά, ἀπολύοντας ἕνα δευτερεῦον χωρίς πρωτεῦον, θραύει the great chain of Being. Δέν συνάπτει τή σωτηρία μέ κανένα ἀξίωμα ἤ ὑπούργημα. Ὡστόσο, ὡς γνήσιος μεταφυσικός, ἐλαύνεται ἀπό θεμελιωτικές ἐπί τῆς πορείας τοῦ κόσμου φιλοδοξίες: τό δευτερεῦον, λυτό, χωρίς πρωτότυπο, ἐρημικό θνητό στόν κόσμο, δέν θά τό ἀφήσει ἐν τέλει ἔρμο καί ἀπόξενο – ἂν καί αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἀκριβῶς εἶναι. Ἐν ἀντιθέσει μέ τόν Κονδύλη θά διαφύγει τή σύλληψη, καθώς θά τοῦ ἐπιφυλάξει θερμή ἐντός τῆς φιλοσοφίας ὑποδοχή καί θά τό κατευοδώσει μέ ἕνα σωρό σπάνιας καλοσύνης λέξεις, σχεδιασμένες στό φιλοσοφικό ἐργαστήριο, παντελῶς ἀδέσμευτες ἀπό τό βάρος τῶν κοινωνικῶν φαινομένων καί χωρίς καμιά ἐμπειρική ἰσχύ. Καταλήγει νά γίνει ἕνας σωτηριώδης καί ὠφέλιμος φιλόσοφος.

Θεωρητικά, Κονδύλης καί Ντερριντά θά μποροῦσαν νά εἶχαν συναντηθεῖ γιά μιά στιγμή, ἄν ἀποκόπταμε ἀπό τό ἔργο τοῦ Ντερριντά τά γεροντικά μεσσιανικά κείμενα (ποιός θά ἔκανε, ὅμως, κάτι τέτοιο;) καθώς καί αὐτές τίς προστάτιδες ἀπό τό κονδυλικό κακό «ἀρχι-έννοιες» (ἀρχι-ίχνος, ἀρχι-βία κτλ.), ἄν, δηλαδή, τόν στενεύαμε στό μισό κείμενο τοῦ 1967 – annus mirabilis μιᾶς ὁρισμένης, μεγαλώνυμης, γαλλικῆς διανόησης, ἡ ἐναντιωματική πρόθεση τῆς ὁποίας ἄσκησε σέ ὅσους ἐνασμενίζονταν σέ νεαρή ἡλικία τόν ἀρνητισμό ἀπαράμιλλη γοητεία. Μιά τέτοια θεωρητική στιγμή παρώθησε ἐν μέρει τίς σελίδες πού ἀκολουθοῦν. (περισσότερα…)

Για τον Μανόλη Αναγνωστάκη με την ευκαιρία της εκατονταετηρίδας από τη γέννησή του

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

Καθώς κοντεύουμε πια στο έβγα του Έτους Αναγνωστάκη και των ποικίλων τιμητικών εκδηλώσεων που το συνόδευσαν, προσωπικά συγκρατώ το παράδοξο. Ο προ της «σιωπής» ποιητής, αυτός που το έργο του κατακλείεται, όπως μας είπαν, με τον Στόχο, άντε και με το Περιθώριο ’68-’69, αυτός ο λάλος ποιητής, ο πολυδιαβασμένος και πολυμελετημένος και πολυτραγουδισμένος, επιγόνους σήμερα ποιητικούς δεν διαθέτει. Το ίχνος του στους στίχους που γράφονται στις μέρες μας είναι δυσδιάκριτο, αν υπάρχει καν. Με μία έννοια, ο τελευταίος σημαντικός μαθητής του, μεταστάς πια κι εκείνος, ήταν ο Διονύσης Σαββόπουλος.

Αντιθέτως, ο μετά τη «σιωπή» Αναγνωστάκης, ο εν πολλοίς παραγνωρισμένος σατιρογράφος «Μανούσος Φάσσης» δηλαδή, και ο προσωπικός ανθολόγος της Χαμηλής φωνής, έχει και παραέχει συνεχιστές και επιγόνους. Μαζί του συνδέονται αναπόσπαστα οι δύο σημαντικότερες συλλογικές τάσεις της μετά το 1980 ποίησής μας: αφενός μεν, η επιστροφή των έμμετρων μορφών, αφετέρου δε, η αναβίωση της σάτιρας.

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης. Η ζωή και το έργο του πρωτοεκδίδεται (σε 3.000 αντίτυπα, παρακαλώ, που εξαντλήθηκαν γρήγορα) το 1987. Η Χαμηλή φωνή. Τα λυρικά μιας περασμένης εποχής στους παλιούς ρυθμούς το 1990 (επίσης σε 3.000 αντίτυπα). Και η επιρροή που άσκησαν σε μια μεγάλη ομάδα νεώτερων ποιητών, αλλά και σε μερίδα των φιλολόγων και των μελετητών της παλαιότερης ποίησής μας, είναι προφανής. (περισσότερα…)

Der Historikerstreit / Η έριδα των ιστορικών

*

του ΗΛΙΑ ΑΛΕΒΙΖΟΥ

~.~

Tu n’ a rien vu à Hiroshima. Reste à Hiroshima avec moi.

Η όλη συζήτηση (που αναβιώνει κατά καιρούς) σχετικά με τη μαύρη τρύπα που αντιπροσωπεύει το Άουσβιτς μέσα στην ιστορία του δυτικού κόσμου (ή και στην παγκόσμια ιστορία) κινείται κατά κανόνα πάνω σε δύο άξονες: αυτόν της μοναδικότητας και αυτόν της βαρβαρότητας. Ο πρώτος άξονας, ο «ιστορικός», περιστρέφεται γύρω από δύο άκρα. Το ένα από αυτά (Α) βεβαιώνει ότι το Άουσβιτς συνιστά ένα απολύτως ιδιαίτερο ιστορικό συμβάν χωρίς προηγούμενο ενώ το άλλο (Β) το τοποθετεί εντός μιας πορείας που διέπεται από μια ενιαία λογική, εντάσσοντας σε αυτή τα γκούλαγκ και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των Βρετανών στην Αφρική. Ο «ηθικός» τώρα άξονας διαθέτει και αυτός δύο πόλους. 1) Είτε το Άουσβιτς είναι το άκρον άωτον της βαρβαρότητας, ο βαθμός μηδέν της ηθικής, 2) είτε το βλέπει κανείς σχεδόν και ως business as usual: δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία σφαγή στην ιστορία και μόνο οι αφελείς έχουν την πολυτέλεια να το βλέπουν ως το προπατορικό αμάρτημα της ανθρώπινης ιστορίας – κι εδώ ο Καρλ Σμιτ σίγουρα θα είχε πολλά να πει για την υποκρισία των φιλελευθέρων κατηγόρων του.

Με απόλυτη φυσικότητα συνταιριάζονται κατόπιν η θέση περί ιστορικής μοναδικότητας με αυτή περί απόλυτης βαρβαρότητας (Α-1): το Άουσβιτς είναι μια ανεπανάληπτη έκρηξη κτηνωδίας, χωρίς όμως ποτέ να είναι κανείς βέβαιος για το ποια είναι στη θέση αιτίου και ποια στη θέση αιτιατού: η μοναδικότητα συνεπάγεται τη βαρβαρότητα ή το ανάποδο; Στον αντίποδα τώρα, συνδυάζεται η θέση περί ιστορικής συνέχειας με αυτή της ηθικής ακηδίας (Β-2): η ιστορία ανέκαθεν ήταν βουτηγμένη στο αίμα, όπου εδώ το αδιάφορο κούνημα των ώμων θέλει να παραστήσει ότι είναι το τίναγμα της σκλαβωμένης πλάτης μετά την καμτσικιά.

Τι θα προέκυπτε όμως αν η διασταύρωση γινόταν κατά διαγώνιο τρόπο; (περισσότερα…)

Πετράρχης, Η Ομιλία της Στέψης

*

Μετάφραση-Σχόλια-Επιμέλεια στήλης
ΦΩΤΗΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

~.~

Ο Πετράρχης (1304-1374) έτρεφε από την πρώιμη νεότητά του την επιθυμία να καταξιωθεί, και μάλιστα μέσω ενός επισήμου τελετουργικού στέψης, ως δεσπόζουσα μορφή των γραμμάτων. Την επιθυμία του ερέθισε η αναπάντεχη αναβίωση του εθίμου της απόδοσης δημοσίων τιμών σε επιφανείς ποιητές στις αρχές του 14ου αιώνα. Τούτη η αναβίωση βασίστηκε σε μια μάλλον ισχνή κατανόηση των διασωθεισών μαρτυριών για τους ποιητικούς αγώνες που τελούνταν κατά τη διάρκεια των Καπιτωλίων. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη το ενδιαφέρον που προκάλεσε σε όλη την Ιταλία, το καθοριστικό έναυσμα δόθηκε με τη βράβευση του ποιητή Αλμπερτίνο Μουσάτο από τις πανεπιστημιακές και διοικητικές αρχές της Πάδοβας, το 1315. Είναι γνωστό πόσο πολύκροτη κατέστη λίγο αργότερα η ματαίωση της επιθυμίας του Δάντη να λάβει αντίστοιχη τιμή από την πόλη της Φλωρεντίας. Για τον νεαρό Πετράρχη δε, έναν πρόσθετο ενθουσιασμό στην προοπτική να στεφθεί με το δάφνινο στεφάνι, γεννούσε η ομοηχία του ποθητού τροπαίου (Laurea) με το αειθρύλητο αντικείμενο του έρωτά του, τη Laura.

Ο Πετράρχης κινήθηκε πετυχημένα ώστε να του προταθεί, το 1340, η απόδοση δημόσιας καταξίωσης. Τούτο αποτελεί από μόνο του ένα παράδοξο, αφού ο ίδιος ήταν τότε μόλις 35 ετών, και δεν είχε ακόμα δημοσιεύσει ούτε ένα έργο από αυτά που θα καθιστούσαν, πράγματι, το όνομά του αθάνατο. Την πρόσκληση την κατέστησε μάλλον εφικτή η αρχαιογνωσία του, και η ιδιότητά του ως πολλά υποσχόμενου ποιητή. Ο ίδιος αναφέρει ότι προσκλήσεις για στέψη έλαβε τόσο από την πόλη του Παρισιού, όσο και από τη Ρωμαϊκή Σύγκλητο. Με προφανή τη συμβολική διάσταση, προτίμησε η στέψη να γίνει, (περισσότερα…)

Από τον Λαφόργκ στον Έλιοτ και από τον Καρυωτάκη στον Σεφέρη

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

~.~

Στην «Εισαγωγή στον Θ. Σ. Έλιοτ» του Γιώργου Σεφέρη (1936) και με αφορμή το ζήτημα της «καθαρής ποίησης» (poesie pure) που δέσποζε στις λογοτεχνικές συζητήσεις εκείνου του καιρού, μία παράγραφος έχει ίσως επιπρόσθετη αξία. Αναφερόμενος στην ροπή να τίθεται η συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες του Κ. Καρυωτάκη ως όριο της νέας «καθαρής ποίησης» και αφού θέσει ως απαρχή της σύγχρονης ποίησης το έργο του Μπωντλαίρ (χαρακτηρίζοντας γενικότερα τον συμβολισμό ως το «πρώτο σημαντικό στάσιμο»), ο Σεφέρης αισθάνεται την ανάγκη να μιλήσει και για τις οφειλές του Τ. Σ. Έλιοτ προς τον Ζυλ Λαφόργκ, τον λιγόχρονο και ελάχιστα γνωστό στις ημέρες μας, Γάλλο συμβολιστή που υπήρξε ένας εκ των πρωτοπόρων της νεωτερικής ποίησης.

«Η αποφασιστική επίδραση πάνω στο έργο του Έλιοτ και η πιο γόνιμη, στάθηκε η επίδραση του Jules Laforgue: πικρά συναισθήματα κάτω από μια χιουμοριστική απάθεια, λεπτομέρειες κοινότοπες με μια ροπή να γίνουν συγκλονιστικές, δίψα του απολύτου που καταλήγει σε μηδενισμό, εικόνες ρεαλιστικές εναρμονισμένες με την αίσθηση μιας ψυχικής απομόνωσης, ποίηση γελωτοποιού όπου οι επιστημονικοί όροι και οι λόγιες εκφράσεις χρησιμοποιούνται για να καλύψουν μιαν αμλετική αναποφασιστικότητα, μουσική γεμάτη από παρατονισμούς, όπως και η ψυχολογία. Κάτι γνωρίσαμε κι εμείς από τη διάθεση αυτή με τον Καρυωτάκη».

Ποιος ήταν όμως αυτός ο ποιητής, η «διάθεση» του οποίου επηρέασε δραστικά τον Τ. Σ. Έλιοτ μα και τον Κ. Καρυωτάκη; Ο Ζυλ Λαφόργκ γεννήθηκε το 1860 στο Μοντεβιδέο της Ουρουγουάης, απ’ όπου, μικρό παιδί, επέστρεψε στη Γαλλία για να εξελιχθεί εκεί σε αριστοτέχνη της λυρικής ειρωνείας και σ’ έναν από τους πιο προικισμένους εισηγητές του ελεύθερου στίχου, πριν πεθάνει στο Παρίσι, σε ηλικία μόλις 27 χρονών, φυματικός και πάμπτωχος. Είχε προλάβει να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές (περισσότερα…)

Ἀπὸ τί εἶναι φτιαγμένη ἡ ἱστορία;

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τὸ ἀνώτερο εἶδος ἱστοριογραφίας εἶναι ἐκεῖνο ποὺ οἱ ἐπαγγελματίες ἱστορικοὶ τοῦ καιροῦ μας τὸ βλέπουν κάπως ἀφ’ ὑψηλοῦ, ἂν δὲν τὸ περιφρονοῦν κιόλας: ἡ κλασσικοῦ τύπου ἀφήγηση, ἐκείνη ποὺ ἐκθέτει γραμμικὰ τὰ συμβάντα, ἡ ἀποκαλούμενη ὑποτιμητικὰ «γεγονοτική». Ἡ πολιτική, στρατιωτικὴ καὶ διπλωματικὴ ἱστορία κυρίως, καὶ τὰ ὑποείδη τους.

Καὶ ὑπερέχει αὐτὴ ἡ ἱστοριογραφία κατὰ πολὺ ἀπὸ τὶς τωρινὲς ἱστορικὲς σχολὲς γιὰ δύο λόγους. Ὁ πρῶτος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὰ ἐκφραστικά της μέσα. Ἱστορῶ σημαίνει ἀφηγοῦμαι, διηγοῦμαι, ἀναθιβάλλω καταπὼς ἔλεγε ὁ Κορνάρος. Ἀνακαλῶ χρονικὰ μιὰ ἁλυσίδα συμβάντων, ἀφήνω τὰ ἴδια τα συντελεσθέντα νὰ παρουσιάσουν τὸν ἑαυτό τους, νὰ αὐτοαναλυθοῦν, κρατῶ τὰ συμπεράσματα τὰ δικά μου γιὰ τὸ τέλος καὶ περιορίζω τὶς εἰδικὲς ἔννοιες στὸ ἐλάχιστο.

Οἱ μεγάλοι τῆς ἀφηγηματικῆς ἱστορίας, ἀπὸ τὸν Ἡρόδοτο καὶ δῶθε, ἦταν πρὶν ἀπ’ ὅλα σπουδαῖοι παραμυθάδες, ἦταν τεχνίτες τοῦ λόγου, ἤξεραν νὰ αἰχμαλωτίζουν τὴν προσοχὴ τοῦ ἀναγνώστη, νὰ τὸν τέρπουν μὲ τὸ πιὸ ἁπλὸ μέσο, ἐκθέτοντάς του γραμμικά τα καθέκαστα. Οἱ σημερινοὶ ἱστορικοὶ πάλι, ἀκόμη καὶ οἱ πιὸ εὐφραδεῖς ἀνάμεσά τους, ἐπειδὴ συνήθως ἀναλύουν πολὺ καὶ ἀφηγοῦνται λίγο, ἢ καὶ καθόλου, στὴν καλὴ περίπτωση εἶναι ἐξαίρετοι λόγιοι. Πάει νὰ πεῖ, χαμένοι ἀπὸ χέρι στὴ σύγκριση.

Ὁ δεύτερος λόγος ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν γνωστικὸ πλοῦτο τῆς ἀφηγηματικῆς ἱστορίας. Πλάι στὴ λογοτεχνία, ἡ ἀφηγηματικὴ ἱστορία εἶναι ἡ μόνη ποὺ μελετᾶ στὸ ὠμό, χαοτικό της ξετύλιγμα τὴν ἀνθρώπινη πράξη. Ἄρα καὶ ἡ μόνη ποὺ μπορεῖ νὰ φέρει στὸ φῶς τὴν ἀβυσσαλέα τυχαιότητα ποὺ διέπει τὴ ζωή μας, τὴν ἰλιγγιώδη ἀπροσδιοριστία ποὺ ὁρίζει τὴ μοίρα μας. Ἀλλὰ καὶ τὴν μεγαλειότητα τῶν ἀνθρώπινων παθῶν. (περισσότερα…)

Ὁ Μπιροττώ, ὁ Μπόρκμαν κι ἐμεῖς

*

τοῦ ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Τὸν homo oeconomicus, τὸν ἄνθρωπο τῆς οἰκονομίας καὶ τοὺς τρόπους του, ἡ λογοτεχνία τὸν εἶδε ἐξ ἀρχῆς κριτικά. Μοτίβα σὰν κι αὐτὰ τῆς φιλοχρηματίας, τῆς κερδοσκοπίας, τῆς πλουτοθηρίας ἐπανέρχονται διαρκῶς στὶς σελίδες της. Νὰ νουθετήσουν, νὰ διαφωτίσουν τὸν ἀναγνώστη γιὰ τὶς ὀλέθριες συνέπειές τους ζητοῦν ἀνὰ τοὺς αἰῶνες στὰ γραφτά τους ποιητὲς τόσο διαφορετικοὶ ὅσο ὁ Ὁράτιος ἢ ὁ Καισάριος Δαπόντες. Ἀπαράμιλλα περιγράφει ὁ Πετράρχης τὴν καθηλωτικὴ δύναμη τοῦ χρυσοῦ:

«Σέ μας, φίλε, εἶναι τὰ πάντα ἀπὸ χρυσό: οἱ ἀσπίδες καὶ τὰ δόρατα, οἱ ἁλυσίδες καὶ τὰ στέμματα. Ὁ χρυσὸς μᾶς συνέχει καὶ μᾶς συγκρατεῖ. Ὁ χρυσὸς μᾶς κάνει πλούσιους καὶ φτωχούς, ἐλεεινοὺς καὶ εὐδαίμονες. Ὁ χρυσὸς ἐξανδραποδίζει τοὺς ἐλεύθερους καὶ ἀπελευθερώνει τοὺς ἡττημένους. Καταδικάζει τοὺς ἀθώους καὶ ἀπαλλάσσει τοὺς ἐνόχους. Δίνει μιλιὰ στοὺς μουγγοὺς καὶ βουβαίνει τοὺς εὐφραδέστερους ρήτορες… Συμφιλιώνει θεοὺς ἤ –ὅπως μερικοὶ διατείνονται– καὶ ἀνθρώπους ἀκόμη. Τίποτα δὲν τοῦ ἀντιστέκεται. Τίποτα δὲν εἶναι γιὰ ἐκεῖνον ἀνέφικτο.»

Ἀμίμητοι εἶναι οἱ στίχοι τοῦ Ἀχιλλέα Παράσχου μὲ τοὺς ὁποίους τὴ δεκαετία τοῦ 1870 κατακεραυνώνει τὴν παντοδυναμία τοῦ κεφαλαίου στὴν Εὐρώπη:

Κ’ ἔπεσαν, ὅλα ἔπεσαν! Τὸ πᾶν εἰς τέφραν κεῖται!
Ὑψοῦνται μόνον τράπεζαι καὶ μόνον τραπεζῖται…

Ὁ Παράσχος ἀνήκει ἀκόμη στοὺς νοσταλγούς. Θρηνεῖ τὸν χαμὸ τοῦ παλιοῦ κόσμου τοῦ πνεύματος καὶ τῆς πίστης. Σὲ τραπεζίτες καὶ τράπεζες βλέπει τοὺς ἀποστόλους τῆς νέας ὑλοφροσύνης, σατανικὲς μηχανὲς ποὺ ἐξαργυρώνουν τὶς ἀνθρώπινες σχέσεις. Μέσα στὴν ἀναπόλησή του, προανακρούονται ὅμως καὶ οἱ αὐριανοὶ ἀρνητὲς τοῦ νέου καθεστῶτος. Ἡ ἱερεμιάδα τοῦ Πάουντ κατὰ τῶν πιστωτικῶν θεσμῶν («Μὲ τὴν τοκογλυφία, / δὲν φτιάχνουν οἱ ἄνθρωποι σπίτια γερά…»), γιὰ παράδειγμα. Ἢ ἡ ὀργίλη πολεμικὴ τοῦ Μπρέχτ («Τί εἶναι ἡ ληστεία μιᾶς τράπεζας ἐμπρὸς στὴν ἵδρυσή της;»). Ὁ παλαιορομαντικός, ὁ ἀκροδεξιός, ὁ μαρξιστὴς ἐδῶ συμπλέουν, ἐπειδὴ τὸ ἀντίπαλον δέος εἶναι κοινό: ὁ καπιταλισμός. Κοινὴ εἶναι καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς ὑπέρβασής του. (περισσότερα…)

Υπαίθριες σκέψεις για την βία, την ασχήμια και την ομορφιά

*

του ΣΩΤΗΡΗ ΓΟΥΝΕΛΑ

~.~

Αχνοφαίνεται πέρα μακριά. Ένα κομμάτι βουνοκορφής. Αχνό μέσα απ’ τη ζέστη που ανεβαίνει κι απλώνεται αργά αργά μαζί με το φως της μέρας, τους ήχους από τα τζιτζίκια και ότι άλλο σκιρτά στην ύπαιθρο.

Κοιτάζεις από ένα ψηλό σημείο. Είσαι σε σπίτι εξοχής, σε ύψωμα, κι αγναντεύεις πέρα τη βουνοκορφή. Αχνοφαίνεται κι όμως ελκύει. Μπορεί να θυμίζει κάτι άλλο, μια ανεπαίσθητη μορφή, μια εικόνα που έρχεται από το παρελθόν, άσβηστη, χαμένη ποιος ξέρει σε ποιο άβρετο βάθος που κάτι υπονοεί, κάτι υποβάλλει.

Και ο όγκος; Δεν σημαίνει κάτι, δεν φανερώνει; Διακρίνεις από μακριά δέντρα και βλάστηση. Όλα αχνά, σαν πίνακας ακουαρέλας, νεροχρώματα. Από πάνω απλωμένος ουρανός, αυτό το γαλάζιο, κάπως θαμπό, σίγουρα λόγω υδρατμών ζέστης που κόρωσε αυτές τις μέρες.

Άραγε ποιος λόγος σ’ έκανε να σταματήσεις σ’ αυτό το σημείο του βουνού; Ένα τοπίο ανοιχτό, όπου το βλέμμα περιφέρεται ελεύθερο, ζητάει κάτι να βρει, σίγουρα όμορφο, διάφανο, απλό αν όχι αδρό. Γραμμές, σχήματα, όγκοι, φύλλα, φυλλωσιές, κλαδιά, κορμοί μισοκαμένοι από την σχετικά πρόσφατη πυρκαγιά, ξερά χόρτα που τα χρυσίζει ο ήλιος, κυπαρίσσια καταπράσινα υψωμένα λίγο πιο ’κει που γλύτωσαν το κάψιμο, το μικρό νεκροταφείο του χωριού που πας να το πεις κοιμητήριο –αυτό είναι το σωστό, αλλά προϋποθέτει πίστη στην Ανάσταση–, πουλιά εξαφανισμένα –δεν ακούστηκε λαλιά–, το τσιτσίρισμα των τζιτζικιών, θάμνοι ξεραμένοι αλλά και άλλοι ολοζώντανοι και βέβαια ένας ολόκληρος μικρόκοσμος, εκατοντάδες λιλιπούτια πλάσματα αφανή, που αυλακώνουν το χώμα κρυμμένα.

Τώρα κοιτάζω φοίνικες. Δεν έχουν «ανδρωθεί» ακόμη, μοιάζουν παιδικοί. Είναι φουντωτοί, πράσινοι, τα μυτερά τους φύλλα σαν σπαθιά, περιβάλλουν το σπίτι, ακοίμητοι φρουροί ανήλικες, αντικρίζουν μικρές πεταλούδες που φάνηκαν μια στιγμή και χάθηκαν. Τις στροβιλίζει κι αυτές η αύρα και πετούν ανάμεσα στις πρασινάδες, ψάχνουν να βρουν κανένα λουλούδι να χαρούν την ευωδιά του ή να χαϊδευτούν στα πέταλά του.

Υπάρχει απουσία τρυφερότητας. (περισσότερα…)