ΝΠ | Βιογραφήματα

Ανατρέχοντας στον ποιητή και την ποίηση του Χρίστου Ρουμελιωτάκη

*

του ΗΛΙΑ ΚΕΦΑΛΑ

~.~

Στο γραφείο του ποιητή Δημήτρη Δούκαρη της οδού Πανεπιστημίου, εκεί όπου ήταν και το καθημερινό εντευκτήριο του περιοδικού Τομές, γνώρισα το 1978 για πρώτη φορά τον ποιητή Χρίστο Ρουμελιωτάκη, που μου ήταν ήδη γνωστός από την αφιέρωση σ’ αυτόν του περίφημου ποιήματος του Μιχάλη Κατσαρού «Μπαλάντα στους ποιητές που πέθαναν νέοι» στο περιοδικό Αθηναϊκά Γράμματα (1958), όταν ήταν 18χρονος τότε και μόλις είχε δημοσιεύσει τα πρώτα του ποιήματα. Έμελλε να γίνουμε γρήγορα πολύ στενοί φίλοι, να περνάμε πολλά απογεύματα και βράδια μαζί με επισκέψεις στο σπίτι μου στα Άνω Πατήσια ή στο δικό του στο Νέο Ηράκλειο. «Σπίτι μου, σπίτι μου να ρθείς, έχω και κήπο» ήταν η χιουμοριστική επωδός του για κάθε προγραμματισμό που κάναμε για την επόμενη συνάντησή μας. Ζούσε από τη δικηγορία του, αλλά όμως από το μυαλό του δεν έβγαινε ποτέ η ποίηση. Επειδή το γραφείο του ήταν δίπλα από το γραφείο του Δούκαρη, όπου ως φίλος αρχικά και συνεργάτης αργότερα πήγαινα κι εγώ πολύ συχνά και τον ενοχλούσα με την γεμάτη απορίες παρουσία μου, τον συναντούσα εκεί κι έκτιζα μαζί του μια πολύ εκλεκτική σχέση φιλίας.

Γεννημένος στην Αργυρούπολη Ρεθύμνου το 1938 και μεγαλωμένος στην Νέα Ιωνία της Αθήνας, συνοικία με την οποία είχε ταυτιστεί ο βίος του και η πολιτική του συγκρότηση, ο Χρίστος ήξερε να κάνει μόνο φίλους και μάλιστα φανατικούς. Βλαστός της αριστεράς και αγωνιστής της προοδευτικής ιδεολογίας με διώξεις και εξορίες παρέμεινε πιστός στις επάλξεις της ακόμα και όταν το τελευταίο μεγάλο κοινωνικό αυτό όραμα συνέθλιψε ή απλώς έθλιψε τους οπαδούς και τους συνειδητοποιημένους πιστούς του. Ατέλειωτες συζητήσεις πάνω στα λάθη και τις τακτικές της αριστεράς, πάνω στις εκτιμήσεις των πραγμάτων από τους κομματικούς διαχειριστές και θλίψη απροσμέτρητη, καθώς η μία ήττα διαδεχόταν την άλλη. Όλοι είμαστε ηττημένοι, αριστεροί και δεξιοί και ο καθένας για τους δικούς του λόγους, επειδή όλοι ξεχνάνε τον παράγοντα άνθρωπο, μονολογούσε ο Χρίστος. Όλοι ξεχνάνε το απρόβλεπτο που έχει να κάνει με τα βαθύτερα αίτια της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο Χρίστος Ρουμελιωτάκης ανδρώθηκε ποιητικά μέσα στις απηχήσεις  των γεγονότων του εμφυλίου πολέμου. Με το να είναι σάρκα από τη σάρκα της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ακολούθησε και ο ίδιος πιστά τις συνιστώσες της γενιάς αυτής, αποσιωπώντας συνειδητά τις δυνατότητες του εαυτού του υπέρ του εν όλω σκοπού. Πρόκειται για μια σημαδιακή και ιδιόμορφη στον χαρακτήρα της γενιά, η οποία, φορτωμένη το άγχος του μετεμφυλιακού κλίματος και την πίκρα μιας παρατεταμένης ήττας, δεν θέλησε ποτέ στη συνέχεια να σηκώσει κεφάλι, δεν θέλησε ποτέ να φωνάξει και να δείξει την ταυτότητά της, δεν επιθύμησε ποτέ να ηγηθεί. Οι ενέργειες της γενιάς αυτής, ύστερα από το καταλάγιασμα  των πολιτικών πραγμάτων, χαρακτηρίζονται από μια διστακτικότητα και μια διαρκή αίσθηση του ματαίου. Η ποίησή της συμπυκνώνεται στη γενική στάση της συγκατάβασης και της αποχής από πρωτοβουλίες κάθε είδους. Η ποίησή της γίνεται το μελαγχολικό τραγούδι μιας βαθιά τραυματισμένης μνήμης. (περισσότερα…)

Ο Αλκιβιάδης του καιρού μας

*

του ΚΩΣΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗ

~.~

Δέκα χρόνια τώρα ο Ντόναλντ Τραμπ υπήρξε ένας αρτίστας της επιβίωσης. Επέζησε κάθε συνωμοσίας, κάθε πλεκτάνης εναντίον του. Χάρη στην εξωπραγματική αφοβία του αλλά και σ’ ένα εντελώς παράδοξο επικοινωνιακό χάρισμα δοκιμασμένο επί δεκαετίες στις φυλλάδες του κίτρινου τύπου και στους δέκτες της trash TV, συνάθροισε ένα γιγαντιαίο κίνημα γύρω του, αν και βέβαια χωρίς ποτέ να πείσει ολότελα ότι και ο ίδιος έπαιρνε τα αιτήματά του τοις μετρητοίς.

Ο λόγος της ανάδειξής του ήταν προφανής, στοχαστές όπως ο Ρίτσαρντ Ρόρτυ είχαν προβλέψει την έλευση κάποιου σαν αυτόν ήδη από τη δεκαετία του 1990, και μόνο κάτι απονενοημένοι liberals καμώνονται μέχρι σήμερα ότι τον λόγο αυτόν τον αγνοούν. Πρόκειται βέβαια για την παταγώδη αποτυχία της μεταψυχροπολεμικής τάξης πραγμάτων, αυτής που επονομάστηκε ψευδώς παγκοσμιοποίηση ενώ στην πράξη ήταν η ακύρωση του κοινωνικού συμβολαίου της Δύσης προς όφελος μιας δράκας όψιμων ολιγαρχών και η επαναποικιοποίηση του πλανήτη από ένα δίκτυο χρηματοπιστωτικών και τεχνολογικών κογκλομεράτων.

Ο Τραμπ ήταν γέννημα και θρέμμα αυτής της ολιγαρχίας, αλλά η ρητορική του ερχόταν απ’ αλλού, έθιγε τις ευαίσθητες χορδές πλατιών εργατικών στρωμάτων, πρεκάριων και απόβλητων του συστήματος, μιλούσε σ’ αυτούς σε ένα ιδίωμα μεικτό, με όρους ταυτόχρονα χριστιανοσυντηρητικούς, νεοπατριωτικούς, ακόμη και κεϋνσιανίζοντες-κοινωνιστικούς. «Trump Is Making Socialism Great Again», ανέκραζε τον Ιούλιο που μας πέρασε το συστημικότατο The Atlantic. Από κοντά, το Fortune αγωνιούσε έναν μήνα αργότερα: «Is MAGA going Marxist and Maoist?» Και το The Hill διαπίστωνε με φρίκη τον Σεπτέμβριο: «‘Marxism-Trumpism?’ Trump’s try at a planned economy is still socialism».

Και δεν ήταν μόνο η ρητορική του. Ο Τραμπ κατείχε την απίστευτη ικανότητα να αψηφά επιδεικτικά τους εχθρούς του, να τους κάνει να γελοιοποιούνται από τον εκνευρισμό τους, να υστεριάζουν, να διασύρονται. Πρόσφερε έτσι στους οπαδούς του μια ανεκτίμηση ηθική ικανοποίηση: την ευκαιρία να σπάσουν πλάκα με τα φαρμακωμένα μούτρα της Χίλλαρυ, με τα φαιδρά παθήματα των τηλεαστέρων του CNN ή του MSNBC, με τις ψηλομύτικες φάτσες των εστέτ διανοουμένων και των μη μου άπτου κουλτουριάρηδων. Την ώρα που η λεγόμενη αριστερά μήδιζε ανεμίζοντας κούφια λόγια και παρδαλά σημαιάκια, εκείνος κερνούσε τους losers της παγκοσμιοποίησης, τους deplorables και τους ταπεινωμένους τη μια ταξική νίκη μετά την άλλη. Συμβολικές νίκες, θα πει κανείς, άυλες νίκες. Νίκες όμως. Πώς να μην τον λατρέψουν; (περισσότερα…)

Μια ιδιαίτερη «αυθαιρεσία»

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

~.~

Τον Ιούλιο του 1974, μπαρουτοκαπνισμένος Υποπλοίαρχος, έχοντας ήδη επιστρέψει στο Πολεμικό Ναυτικό, τοποθετήθηκα στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων. Τέτοια εποχή κάθε χρόνο πραγματοποιείται ο, συνήθως δίμηνος, ετήσιος εκπαιδευτικός πλους των Ναυτικών Δοκίμων σε διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής. Ειδικά το 1974 και με πρόσφατα τα γεγονότα της πτώσης της Χούντας, την απόβαση των Τούρκων στην Κύπρο και την αλλαγή της Ελληνικής Κυβέρνησης, το Αρχηγείο Ναυτικού αποφάσισε ο περί ου ο λόγος εκπαιδευτικός πλους να πραγματοποιηθεί εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων. Επί πλέον στο ταξίδι αυτό δεν θα συμμετείχαν οι τελειόφοιτοι της Σχολής λόγω της κρίσης που είχε ήδη δημιουργηθεί με την Τουρκία και του πιθανού ενδεχόμενου συμπληρωματικής στελέχωσης των μεγάλων μας αντιτορπιλικών. Εγώ είχα την ευθύνη παρακολούθησης της εκπαίδευσης των Δοκίμων οι οποίοι έχουν επιβιβαστεί σε δύο από τα φημισμένα αντιτορπιλικά «θηρία» του Πολεμικού Ναυτικού, τον «Ιέρακα» και τον «Αετό».

Είχαμε καταπλεύσει στην Καλαμάτα και κάπου εκεί μου προέκυψε η έμπνευση! Ζήτησα από τους δευτεροετείς Δοκίμους Υπηρεσίας να ενημερώσουν όλους τους Δοκίμους να παραταχθούν με στολές εξόδου στα πρυμναία καταστρώματα των πλοίων και στη συνέχεια όσοι απ’ αυτούς ήθελαν να αφαιρέσουν από τα πηλήκιά τους το απεχθές χουντικό εθνόσημο – το περίφημο «πουλί» με τον αναδυόμενο από τον καιγόμενο φοίνικα φαντάρο – και να το πετάξουν στη θάλασσα! Το έπραξαν όλοι, μηδενός εξαιρουμένου… Ο εκπαιδευτικός πλους συνεχίστηκε κανονικά επισκεπτόμενοι διάφορα ελληνικά λιμάνια μέχρι τον κατάπλου μας στην Κέρκυρα.

Εκεί ο εμπνεόμενος από εθνικά συναισθήματα Στρατιωτικός Διοικητής μη μπορώντας να δικαιολογήσει την απαράδεκτη και αντεθνική συμπεριφορά των έτσι κι αλλιώς άτακτων ναυταίων, με κατεπείγον σήμα του, ενημέρωσε το ΓΕΕΘΑ και τα Επιτελεία των Ενόπλων μας Δυνάμεων για την ανήκουστη πρωτοβουλία μας, ότι δηλαδή οι Ναυτικοί μας Δόκιμοι κυκλοφορούν στην πόλη του χωρίς το εθνικό μας «πουλί». Εμείς οι άτακτοι και ο κύριος υπαίτιος της αδιανόητης αταξίας, ουδέν αντελήφθημεν και συνεχίσαμε αμέριμνοι και ευτυχείς τον εκπαιδευτικόν μας πλουν καταπλέοντες αισίως, περί τα τέλη Αυγούστου, στον Πειραιά. Αποβιβαστήκαμε όλοι από τα πλοία μας και οδηγηθήκαμε με ασφάλεια στη Σχολή μας.

Δεν είχα προφτάσει να τακτοποιήσω τα πράγματά μου όταν ένας Υπαξιωματικός με ενημέρωσε ότι ο κύριος Διοικητής με αναμένει στο γραφείο του. Πήγα αμέσως. Εισέρχομαι, χαιρετώ στρατιωτικά και… «Διατάξτε, κύριε Διοικητά»! (περισσότερα…)

Θα μπορούσε να ’χε φορέσει τις πυτζάμες του…

Νίκος Λεβέντης (1947-2024)

~.~

Μια πραγματική εκ των προτέρων βίωση
του θανάτου ενός συγγραφέα

της ΗΡΩΣ Τ.

~.~

Αλλά και τι θα άλλαζε, αφού πήγαινε κατευθείαν κατά Εκεί!

Ρούχο (σλαβ. ruho), ένδυμα, φόρεμα, ιμάτιο… Ήξερε, είχε έρθει η ώρα να απεκδυθεί κάθε κάλυμμα του σώματός του. Τώρα πια δεν χρειαζόταν τίποτε από αυτά. Ήταν γραφτό να πάρει πάλι τη μορφή με την οποία μπήκε από την πόρτα της μάνας του στον κόσμο, νυμνός[i].

Όταν είχε τηλεφωνήσει στη Χλόη να έρθει να του κάνει παρέα, δεδομένης της σε πλήρη εξέλιξη μετακόμισής του σε νέα γειτονιά, δεν ήταν και πολύ στα καλά του. Μετά από παρακλήσεις της φίλης του υποσχέθηκε ότι την επομένη θα πήγαινε στο Νοσοκομείο να κάνει τις απαραίτητες εξετάσεις, μια που ανάσαινε με μεγάλη δυσκολία. Την είχε ωστόσο παρακαλέσει να του φέρει πυτζάμες για να έχει να φορέσει εκεί που θα πήγαινε.

Εκεί που πήγε τελικά, μα και σε Νοσοκομείο να είχε προλάβει να πάει, η Νοσοκόμα θα του έλεγε ή θα έλεγε στη συνοδό του, ότι τα ρούχα ήταν πια περιττά. Και όπως συνήθιζε, μετά από τα θέσφατα της λειτουργού του Νοσοκομείου, θα έφερνε στο μυαλό του τις συγκεκριμένες σχετικές γραμμές της επιστολής του Ρομπέρ Ντεσνός από το στρατόπεδο συγκέντρωσης de Flöha en Saxe στην αγαπημένη του Youki:

«Στείλε μου πακέτα πολλά πακέτα… γέμισέ τα με τρόφιμα, κάλτσες, σαπούνι, καπνό… Όχι ρούχα…»

και στα τελευταία του (1945), τότε που πήγαν να τον βρουν καλλιτέχνες, ποιητές, ανάμεσά τους ο Ελυάρ, συνεχίζοντας να της γράφει:

«Μόνο τροφές, ταμπάκο, σαπούνι… Όχι ενδύματα πολιτικά… Το μόνο καταφύγιο που μου μένει είναι η ποίηση».

Τον Γάλλο ποιητή τον βασάνιζαν οι ναζί, ετούτον εδώ, τα βάσανα της καθημερινότητάς του που τον έκαναν να μετακομίζει μια ζωή από σπίτι σε σπίτι και να μην βρίσκει παρηγοριά. Η μόνη του ανάσα ήταν και σ’ αυτόν τα βιβλία και η ποίηση, που συνοδευόταν πάντα και από την αγάπη της ζωγραφικής κυρίως, αλλά και της μουσικής.

Οι τελευταίες δοξαριές της ζωής του ήταν η αγκαλιά με αυτά τα σπάνια βιβλία που συντρόφευαν τα τελευταία του χρόνια, τους τελευταίους μήνες, τις τελευταίες στιγμές. Ίσως και οι γυναίκες. Αλλά δεν είχε άλλο κουράγιο, ίσως και να ήθελε να μείνει στη μία, αλλά και αυτή είχε απομακρυνθεί. (περισσότερα…)

Ἰούλιος 1973: Ἕνα ὄνειρο στὸ ΕΑΤ/ΕΣΑ

*

Στον αντιδικτατορικό αγώνα έλαβε μέρος στο περίφημο Κίνημα του Ναυτικού, όντας ο νεότερος από τους αξιωματικούς του στόλου που συνελήφθησαν και βασανίστηκαν για τη δράση τους. Μερικά χρόνια αργότερα, ίδρυσε και διηύθυνε έναν από τους σημαντικότερους εκδοτικούς οίκους της Μεταπολίτευσης, την ιστορική «γνώση». Οι αναγνώστες του Νέου Πλανόδιου είχαν την ευκαιρία τα προηγούμενα χρόνια να διαβάσουν εκτενή απόσπάσματα από την αυτοβιογραφία του Μανώλη Μπουζάκη «Ο δρόμος του Ποσειδώνη. Αναμνήσεις ενός πλάνητα οδοιπόρου». Σήμερα έχουμε τη χαρά να προδημοσιεύουμε ένα ακόμη κεφάλαιο του έτοιμου πλέον βιβλίου που θα κυκλοφορήσει τις αμέσως επόμενες ημέρες από τις Εκδόσεις Κίχλη.

~.~

Ἡ περίοδος τῶν ἀνακρίσεων ἔχει τελειώσει. Ἔξω ἀκούγονται ρυθμικὰ βήματα καὶ χορωδιακὲς ἀπαγγελίες: «Ζήτω, ζήτω ὁ Πα-πα-δό-που-λος! Ζήτω, ζήτω ἡ Ἐ-πα-νά-στα-σις!».

Νέα παιδιά, φαντάροι ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδας, τὰ πιὸ πολλὰ ἀμόρφωτα, ἐκβιαζόμενα, παρασυρμένα ἀπὸ ἄγνοια ἢ κι ἀπὸ φόβο, εἶχαν μεταμορφωθεῖ σὲ σκληροὺς ἐκτελεστὲς βάρβαρων ἐντολῶν, ἀπάνθρωπων. Πόσα χρόνια ἄραγε θὰ περάσουν γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ, νὰ καθαρίσει τὸ κορμὶ τῆς πατρίδας μας ἀπὸ τὶς μολύνσεις καὶ τὴ βρόμα ποὺ ἄφησαν πάνω καὶ μέσα του οἱ βιαστές της. Ὧρες ἀτέλειωτες πηγαινοέρχομαι στὸ κελί, τρία βήματα στὴν εὐθεία, τεσσεράμισι διαγωνίως. Ὀχτακόσιες εἴκοσι ἑφτὰ φορὲς πηγαινέλα. Ἕνα βασανιστικὰ ἐπαναλαμβανόμενο γιατί, γιατί, γιατί τρυπᾶ τ’ αὐτιά, τὸ νοῦ καὶ τὴ σκέψη μου. Δὲν παίρνω καμιὰ ἀπάντηση καὶ τρελαίνομαι. γιατί εἶμαι ἐδῶ; Ποιοί μοῦ στέρησαν τὸν ἀέρα καὶ τὸ φῶς μου; Ποιοί εἶναι αὐτοὶ ποὺ ρυπαίνουν τὸν τόπο μου; Ἡ ἀνθρώπινη φύση μου ἀκρωτηριάζεται, στενεύει, ἀλλοιώνεται. καταρρέω. Σωριάζομαι μὲ λυγμοὺς στὸ τσιμεντένιο δάπεδο.

Ζοφερὲς φαντασιώσεις ἢ ὄνειρα… δὲν ξέρω. Κλείνω τὰ μάτια καὶ χάνομαι. Ὁ ἴδιος βασανιστικὸς καὶ ἀπελευθερωτικὸς ταυτόχρονα ἐφιάλτης ἐπανέρχεται καὶ σκεπάζει τὰ πάντα: Εἶμαι πεσμένος κάτω, δεμένος χειροπόδαρα. Δὲν θυμοῦμαι πότε μὲ ἔγδυσαν καὶ μὲ ἔδεσαν. Εἶμαι τυφλός.

Ἔτσι γεννήθηκα. χρώματα, φῶς καὶ σκοτάδι δὲν ὑπάρχουν γιὰ μένα. Κάποιος δήμιος, δεσμοφύλακας, φαντάρος ἢ χωροφύλακας βρίσκεται ἀπὸ πάνω μου. Οὐρλιάζει καὶ μὲ ἀπειλεῖ:

«Ἕνα ἕνα, ρὲ τσογλάνι, θὰ σοῦ βγάλουμε τὰ νύχια καὶ τὰ δόντια καὶ θὰ τὰ στείλουμε πεσκέσι στὴ μάνα σου!»

Πονῶ, ὀργίζομαι, ἀγωνιῶ, φοβοῦμαι. Οὐρλιάζω κι ἐγὼ χωρὶς νὰ ξέρω τί λέω, τινάζοντας τὸ δεμένο κορμί μου δεξιά, ἀριστερά, πάνω, κάτω. βρόμικα χνότα ἔρχονται στὴ μύτη μου καὶ μιὰ βροντερὴ φωνὴ προστάζει: (περισσότερα…)

Παναγιώτης Κονδύλης, Βιογραφικά στοιχεία και πνευματικοί προσανατολισμοί

*

Το εργοβιογραφικό «Υπόμνημα» που ακολουθεί υποβλήθηκε από τον Παναγιώτη Κονδύλη στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών τον Μάιο του 1980. Ως γνωστόν, η υποψηφιότητά του για καθηγητική έδρα απερρίφθη από τη Σχολή και ο Κονδύλης έκτοτε, παρά τις επανειλημμένες προτάσεις που δέχτηκε κατά καιρούς από Πανεπιστήμια της Ελλάδας και της Γερμανίας, απέρριψε διαρρήδην κάθε ιδέα να ακολουθήσει πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Το «Υπόμνημα» αναδημοσιεύεται εδώ με την ευκαιρία της πρόσφατης συμπλήρωσης 82 ετών από τη γέννηση του μεγάλου Έλληνα στοχαστή (Αρχ. Ολυμπία, 17 Αυγούστου 1943 – Αθήνα, 11 Ιουλίου 1998).

///

Βιογραφικά στοιχεία και πνευματικοί προσανατολισμοί

Γεννήθηκα στις 17 Αυγούστου 1943 στην Αρχαία Ολυμπία Ηλείας. Η οικογένειά μου μετοίκησε το 1949 στη Νέα Ερυθραία Αττικής, όπου άρχισα και ετελείωσα το Δημοτικό Σχολείο. Από το 1955 έως το 1961 μαθήτευσα στο Γυμνάσιο Κηφισιάς. Από τα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια προσπάθησα να συνδυάσω τις υποχρεωτικές μου μαθητικές ένασχολήσεις με την συστηματική εκμάθηση ξένων γλωσσών καθώς και με ελεύθερη μελέτη, που περιλάμβανε όχι μόνο κείμενα της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, αλλά και έργα ιστορικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Η ιδιαίτερη κλίση μου προς τα αρχαία ελληνικά με οδήγησε, μέσα από την ίδια την μελέτη της γλώσσας, σε μια πρώτη ανακάλυψη του πνευματικού κόσμου των προσωκρατικών, του Πλάτωνα και του Θουκυδίδη, η οποία άφησε ίχνη αρκετά ισχυρά, ώστε να διαγράψουν την πορεία μελλοντικών προβληματισμών μου.

Μετά την αποφοίτησή μου από το Γυμνάσιο έδωσα εξετάσεις στη Νομική Σχολή Αθηνών, επιτυγχάνοντας μεταξύ των πρώτων. Σύντομα διαπίστωσα, ότι οι νομικές σπουδές δεν ικανοποιούσαν τα βαθύτερα ενδιαφέροντά μου, και έτσι τις διέκοψα μετά ένα, μόλις, χρόνο, για να δώσω –το 1963– εισαγωγικές εξετάσεις στην Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών. Πέτυχα πρώτος μεταξύ τεσσάρων χιλιάδων υποψηφίων και παρέμεινα υπότροφος του ΙΚΥ κατά την διάρκεια των σπουδών μου. Υπήρξα τακτικός ακροατής των παραδόσεων των καθηγητών κ.κ. (κατ’ αλφαβητική σειρά) Βουρβέρη, Ζακυθηνού, Ζώρα, Θεοδωρακοπούλου, Κορρέ, Κουρμούλη, Λουϊζίδη, Μαρινάτου, Σπετσιέρη. Ο τότε καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας κ. Τωμαδάκης μου έκαμε την τιμή να με προσλάβη ως (άμισθο) βοηθό του, και η σχετικά ολιγόχρονη, αλλά έντονη επίδοσή μου στην μελέτη μεσαιωνικών κειμένων μου προσεπόρισε ένα μόνιμο πνευματικό κέρδος, και μάλιστα υπό διπλή έννοια: με βοήθησε να δω την γέφυρα, που συνδέει τον Όμηρο και τον Αισχύλο με τον Παλαμά και τον Ελύτη, και να συλλάβω, έτσι, την θεμελιώδη ενότητα της ελληνικής γλώσσας καθώς και τον έντονο δυναμισμό, ο οποίος απορρέει από την ενότητα αυτή, γεννώντας αδιάκοπα λογοτεχνία υψηλής στάθμης· και οι διαπιστώσεις αυτές μου έδειξαν, με την σειρά τους, την πνευματική στειρότητα κάθε μορφής γλωσσικής μισαλλοδοξίας. (περισσότερα…)

«Παναγούδα: θαυμάσια τοποθεσία για τη σκήτη μας»

*

του ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΩΑΝΤΩΝΙΟΥ

Στις 28 Νοεμβρίου 1914 ο Νίκος Καζαντζάκης και ο Άγγελος Σικελιανός μετρούσαν ήδη δέκα μέρες στο Άγιον Όρος. Το προσκύνημα και η αναζήτηση ενός λυτρωτικού δρόμου που από καιρό η ψυχή τους ζητούσε (αξεδίψαστη από τη δόξα που είχαν προαναγγείλει ο Όφις και το κρίνο ή ο Αλαφροΐσκιωτος), τους είχε φέρει μάλλον απροσδόκητα εδώ. Τρεις μόλις ημέρες μετά την συγκλονιστική και για τους δυο γνωριμία τους στην Αθήνα, στις 12 Νοεμβρίου 1914, όπου ευθύς αναγνωρίστηκαν ως αδελφοί, σε μιαν εποχή που ένας ολόκληρος κόσμος γκρεμιζόταν (θυμίζω πως το φθινόπωρο εκείνο η Ευρώπη βυθιζόταν στο τέλμα ενός χωρίς προηγούμενο πολέμου), ένα λεύκωμα που τυχαία τράβηξε ο Καζαντζάκης από τη βιβλιοθήκη του Σικελιανού (αν πιστέψουμε τη μυθοποιημένη εκδοχή για την απόφαση του ταξιδιού, όπως στην «Αναφορά στον Γκρέκο» διαβάζουμε), τους είχε φέρει στο περιβόλι της Παναγιάς. Από τις 18 Νοεμβρίου που πήραν το καραβάκι για το Όρος (μετά από ένα τριήμερο στη Θεσσαλονίκη) ως τις 28 οι δύο νέοι φίλοι είχαν ήδη επισκεφθεί τις μονές Ιβήρων, Σταυρονικήτα και Παντοκράτορος.

Ξεκινώντας το πρωί της 28ης Νοεμβρίου από τη μονή Παντοκράτορος για να πάνε στην παρακείμενη (ρωσική τότε) σκήτη του Προφήτη Ηλία, το μονοπάτι τούς βγάζει στην Παναγούδα, στη δασώδη ασκητική περιοχή της Καψάλας, σε ένα ρημαγμένο κάθισμα της οποίας, πολλά χρόνια αργότερα (το 1979) επρόκειτο να εγκατασταθεί ο όσιος Παΐσιος. Η καταγραφή του Νίκου Καζαντζάκη (ο τίτλος που ήδη διαβάσατε) για εκείνη τη μέρα φαίνεται πως είναι μεταγενέστερη, γράφτηκε μάλλον όταν κοίταξε μετά από δεκαετίες ξανά το ημερολόγιό του, πάντως είναι πολύ πριν η εξηρτημένη από τη μονή Κουτλουμουσίου Παναγούδα πάρει την κατοπινή της δόξα εξαιτίας της παρουσίας του Παϊσίου. Σε μια απόληξη λοφίσκου, μέσα σε πυκνή βλάστηση, στον δρόμο από τις Καρυές προς την Ιβήρων, με το παλαιό εκκλησάκι του Γενέσιου της Θεοτόκου (εξ ου Παναγούδα), στη νοτιοανατολική γωνιά της καλύβης και μια πόρτα να βγάζει στην απλωταριά και τη μαγική θέα προς τις Καρυές, ήταν όντως «θαυμάσια τοποθεσία για τη Σκήτη» τους.

Δεν είναι αυτή η πρώτη ή η μόνη αναφορά του Καζαντζάκη στη φιλοδοξία για μια σκήτη. Από την πρώτη μέρα που βρέθηκαν στο Όρος, στις 19 Νοεμβρίου, στον δρόμο από τις Καρυές για τη μονή Ιβήρων, θαυμάζοντας το περιβάλλον, συνεπαρμένοι από το τοπίο αλλά και την ενδιάθετη μεταφυσική ροπή τους (που ξεκινά από την ασκητική αφοσίωση και φτάνει ως την επιθυμία για… ίδρυση θρησκείας), οι δύο φίλοι συζητούν την ιδέα της οργάνωσης μιας σκήτης. Την ιδέα την καταγράφει ο Καζαντζάκης για πρώτη φορά στην ημερολογιακή σημείωση εκείνης της ημέρας («Σκέψεις να χτίσομε μια σκήτη»), πριν προσθέσει λίγο παρακάτω: «Πρέπει να πάρομε μίαν απόφαση ριζική στη Μοίρα μας». Όταν βρεθούν δυο μέρες μετά στη μονή Σταυρονικήτα, βλέποντας το κοιμητήρι της μονής, ο Καζαντζάκης σημειώνει και πάλι: «Θαυμάσιο υπόδειγμα για τη σκήτη μου». Το αντίκρισμα της Παναγούδας είναι λοιπόν η τρίτη αναφορά για τη σκήτη. Και η τελευταία. Στις 29 Νοεμβρίου, το βράδυ, πριν κοιμηθούν στη μονή Καρακάλλου, συζητούν πλέον για κάτι πολύ σοβαρότερο: «για την ουσία της υπέρτατης επιθυμίας μας – να δημιουργήσουμε μια θρησκεία». Μια σκήτη φαντάζει πια χαμηλός στόχος. (περισσότερα…)

Μηδέν στα Θρησκευτικά

*

Όταν διάβαζες στα παιδιά το παραμύθι του Ευγένιου Τριβιζά Ποιος έκανε πιπί στον Μισισιπή;, το μικρό παπί, μετά από την έρευνα του καπετάνιου, ομολογούσε: «Eγώ είμαι ο ένοχος, εγώ έκανα πιπί στη μέση του Μισισιπή». Και τα παιδιά χαιρόντουσαν στην επανάληψη και την έμφαση της φωνής σου. Μήπως αυτή η έμφαση έκρυβε άλλες πρότερες ενοχές δικές σου;

Κοιτάς τη φωτογραφία της τάξης μας που έστειλε ο παλιός συμμαθητής, ο Αιμίλιος. Πρέπει να ήταν στην Γ΄ ή την Δ΄ Δημοτικού, στου ’70 τις εποχές. Διάλειμμα. Η κόλαση είναι συνήθως οι άλλοι. Εκείνοι, οι εξυπνότεροι συμμαθητές σε έβαλαν στα αίματα. Ή μήπως ήταν και το ορμέμφυτο του φύλου; Όπως είναι στις γάτες να κυνηγούν ό,τι τρέχει και ό,τι πετά. Έγινε «κόλαση» στο διάλειμμα με τα κορίτσια. Κι εσύ, έπρεπε κάτι στους άλλους ν’ αποδείξεις; Ή όσο εκείνες γελούσαν και χαριεντίζονταν, το πήρες για παρορμητικό παιχνίδι; Μια προεφηβεία να ζητάει το έτερον άγνωστο. Ένας ήλιος λαμπρός να τυφλώνει εκείνη την άνοιξη.

Τελειώνει το διάλειμμα, μπαίνουμε στην τάξη. Πετάγονται χωρίς να χάσουν ευκαιρία τα κορίτσια: «Κυρία, κυρία, ο Τ. στο διάλειμμα μας σήκωνε τις ποδιές». Σε καλεί η δασκάλα μας, η κυρία Κατίνα, ν’ ανεβείς στο «υπερώον», την ξύλινη υπερυψωμένη βαθμίδα για να φθάνουμε τον πίνακα. Και ζητά εξηγήσεις. Κι εσύ, κατακόκκινος και απορών για την πράξη, ομολόγησες: «Εγώ, εγώ το άθλιο, εγώ το τόλμησα, εγώ». Ο πέλεκυς της τιμωρίας ήρθε πάραυτα: «Μηδέν στα Θρησκευτικά». Ένοχος από την Δ’ Δημοτικού και μετέπειτα. Κι αν είδες κάτω ικανοποιημένες φατσούλες, σου φάνηκε ταυτόχρονα ότι διέκρινες μια κάποια αμφιβολία πίσω από ματάκια παιχνιδιάρικα. Όμως ο χρόνος κάνει τα κέφια του και η μνήμη είναι γελάστρα. Ξεκινούσε μια εποχή εσωτερικής αιμορραγίας, μ’ έναν ήλιο-μεταίχμιο, εκλειπτικό. Μια ενδέκατη εντολή σκοτείνιαζε τον ουρανό. Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. (περισσότερα…)

Κυριακή του Παραλύτου ή Κυριακή του Ασώτου; Πότε γεννήθηκε;

*

του ΤΑΚΗ ΓΕΡΑΡΔΗ

Όταν δεν υπάρχουν συγγενείς πρώτου βαθμού ή ενεργοί διαχειριστές των πνευματικών δικαιωμάτων, η διαχείριση των βιογραφικών στοιχείων καθίσταται ευάλωτη σε ανακρίβειες, λάθη και αυθαιρεσίες. Η περίπτωση της ημερομηνίας γέννησης του Μένη Κουμανταρέα θεωρώ πως εντάσσεται σε αυτό το πλαίσιο.

Ας σημειωθεί πως στο Google, αλλά και σε πλήθος διαδικτυακών πηγών –ελληνικών, αγγλικών και γαλλικών– καταγράφεται ως ημερομηνία γέννησης του Μένη Κουμανταρέα η 4η Ιανουαρίου 1931. Εγώ, όμως, και ο αδελφός μου Άρης, διατηρούμε ζωντανή τη μνήμη πως τα γενέθλια του μεγάλου συγγραφέα ήταν στις 17 Μαΐου – μια ημερομηνία που μας είχε αναφέρει ο ίδιος και που επιβεβαιώνεται, έστω σποραδικά, σε προσωπικά τεκμήρια και παραγνωρισμένες σημειώσεις καθώς και από αρχειακές αναφορές που δεν έχουν λάβει τη δέουσα προβολή. Το ζήτημα της γέννησης δεν είναι ποτέ απλώς ληξιαρχικό· ιδίως όταν προηγείται αοριστολογία.

Πώς όμως προέκυψε αυτή η ασυμφωνία; Πιθανότατα η πρώτη καταχώριση της λανθασμένης ημερομηνίας να έγινε από κάποια επιπόλαιη πηγή και στη συνέχεια αναπαράχθηκε μηχανικά – από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα, χωρίς να υποβληθεί σε έλεγχο. Σε έναν κόσμο όπου η πληροφορία διακινείται ταχύτατα και συχνά άκριτα και με βιαστικά copy paste, ένα μικρό λάθος μπορεί να παγιωθεί και να αλλοιώσει τη δημόσια εικόνα ενός σημαντικού προσώπου. Δεν πρόκειται για απλή φιλολογική λεπτομέρεια. Η ημερομηνία γέννησης έχει το δικό της ειδικό βάρος στο συνολικό αφήγημα της ζωής και της δημιουργίας του Κουμανταρέα. Μια τέτοια ανακρίβεια γεννά ερωτήματα για τη φύση των πηγών, την αξιοπιστία τους, αλλά και για την ευθύνη μας απέναντι στην πολιτισμική μας κληρονομιά. Συνέβαλε όμως και ο ίδιος σε αυτή την σύγχυση.

Θυμάμαι πολύ έντονα τον Μένη να αποφεύγει με βδελυγμία να αποκαλύψει την ακριβή ημερομηνία των γενεθλίων του. Αυτήν την πληροφορία την έμαθα μόνο όταν έγινε γνωστός ο θάνατός του. Όποτε τον ρωτούσα, απαντούσε με αόριστο, σιβυλλικό ύφος, κάποιες φορές με έναν αστεϊσμό, πάντα με μια δόση ναρκισσισμού, κι άλλαζε αμέσως θέμα. Σχεδόν σαράντα χρόνια που τον γνώριζα δεν θυμάμαι ούτε μία φορά να μας καλεί κάπου για να γιορτάσουμε τα γενέθλιά του. Από τότε υποπτευόμουν πως δεν ήθελε να μάθουμε πότε γεννήθηκε, γιατί δεν άντεχε την πιστοποίηση του γήρατος. Όπως και το όνομά του (Αριστομένης) δεν γιορτάζει ποτέ, έτσι κι εκείνος δεν είχε ποτέ γενέθλια και με αυτόν τον τρόπο ένιωθε πως ξεφεύγει από το χρόνο. (περισσότερα…)

Μάρκος

*

της ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

Τον περιμέναμε όλη μέρα ή μάλλον νύχτα και πάλι νύχτα. Στην ακτή έβλεπες μόνο τα κλεφτοφάναρα, να στέλνουν ξάγρυπνα φωτεινό σινιάλο προς τη θάλασσα. Μελετούσαν για λίγο τα κύματα, όπως το φως τρεμόπαιζε επάνω τους, σβήνοντας έπειτα στην άβυσσο, σαν μυστικό που δεν ειπώθηκε ποτέ. Έφευγαν πάλι και ξαναγύριζαν.

Πού να πήγαιναν;

Άλλοτε κρύβονταν μέσα στους βράχους, για να μη φαίνονται, τσάκιζε κιόλας την αυγή το κρύο. Τελικά το καΐκι έφτασε μια νύχτα σκοτεινή, σ’ ακτή που κανείς τους ως τότε δεν γνώριζε, γιατί ήτανε κατάξερη κι ως βάθος όλο βράχια. ΄Ενας τους έκανε με τα χέρια του χωνί και κάτι ψέλλισε στον άνεμο, περιμένοντας το παρασύνθημα.

Κι ως κεραυνός που σχίζει νέφαλα ακούστηκε και βρόντηξε στη γη μας τ’ όνομά του.

Τον πήραν στην αγκαλιά τους, για να μην πατήσει τα πόδια του μέσα στο νερό. Περπάτησαν για λίγο στα σκοτεινά, μα ο δρόμος ήταν ανηφορικός, κι ο ίδιος όσο που στεκότανε και τους έδινε την αίσθηση πως όπου να ’ναι θα σωριαστεί. Πιστεύοντας ακόμα πως δεν τον πρόδιδε η ώχρα του, ο άντρας έβγαλε το παγούρι του κι έδωσε και στους γύρω του, για να νιώσουν πώς είναι το νερό που ερχόταν απ’ τον τόπο του.

Όλοι το γεύτηκαν μεθυστικά, κι ας ήξεραν πως ποτέ κανείς από αυτό δεν μπορεί να ξεδιψάσει.

***

Ακουμπώντας τα πράγματα στο τραπέζι, που ήταν ήδη στρωμένο με το κεντητό τραπεζομάντηλο, τους χαιρέτησα. Ο κύρης μου με φώναξε, για να μου τους συστήσει. Όσα ονόματα μου έδωσαν δεν ήταν τα πραγματικά, μ’ όλο που εγώ δεν το ήξερα, κι ούτε που τα θυμάμαι τώρα.

Ο ένας ψηλός, γεροδεμένος άντρας, παλληκάρι. Ο δεύτερος γνωστός μας, χωριανός. Το τρίτο πρόσωπο καθόταν σιωπηλά σε μια καρέκλα, πιο πέρα απ’ το τραπέζι. (περισσότερα…)

1988: Εριβάν, Αρμενία

*

του ΜΑΝΩΛΗ ΜΠΟΥΖΑΚΗ

Μεσημέρι μιας ανοιξιάτικης Δευτέρας προσγειωθήκαμε στο Εριβάν. Αυτοκίνητο με οδηγό μάς περίμενε και οδηγηθήκαμε στο ξενοδοχείο μας. Είχα διαβάσει αρκετά για την ιστορία αυτού του πραγματικά κατατρεγμένου έθνους τους τελευταίους δυο-τρεις αιώνες. «Ψαρεύω» στο διαδίκτυο:

«Στις αρχές του 4ου αιώνα η Αρμενία έγινε το πρώτο κράτος στην ιστορία που υιοθέτησε τον χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία, ενώ χριστιανικές κοινότητες είχαν κάνει την εμφάνισή τους ήδη από το 40 μ.Χ. Υπήρχαν επίσης και παγανιστικές κοινότητες, όμως προσηλυτίστηκαν στον χριστιανισμό από τους πολυάριθμους ιεραπόστολους που έδρασαν στην Αρμενία. Ο Τιριδάτης Γ΄ έγινε ο πρώτος μονάρχης που εκχριστιάνισε επίσημα τους υπηκόους του, δέκα χρόνια πριν την παύση των διώξεων από τον Γαλέριο και τριάντα χρόνια πριν βαπτιστεί ο Μέγας Κωνσταντίνος.»

Ακολούθησαν κατακτήσεις από Πέρσες, Βυζαντινούς, Σελτζούκους Τούρκους, Μογγόλους, και πάλι Πέρσες, Ρώσους για να καταλήξουν στο τέλος υποτελείς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Σκληρά χρόνια, διακρίσεις, καταπιέσεις που οδήγησαν στο Αρμενικό Ζήτημα και στις σφαγές 150.000 Αρμενίων από τον Σουλτάνο Αμπτούλ Χαμίτ Β΄ τη διετία 1894-1896. Ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, οι συγκρουσιακές αντιδικίες Ρώσων και Οθωμανών και ομάδες Αρμένιων εθελοντών που είχαν ενσωματωθεί με τους Ρώσους έδωσαν την αφορμή και την ευκαιρία στους Τούρκους να επιχειρήσουν νέες βάρβαρες επιδρομές οι οποίες κατέληξαν στη φρικτή γενοκτονία εκατοντάδων χιλιάδων Αρμενίων και σε έναν ακόμη μεγαλύτερο αριθμό κατατρεγμένων προσφύγων.  Στις 12 Μαρτίου 1922, η Αρμενία ενσωματώθηκε στη Σοβιετική Ένωση και μαζί με τη Γεωργία και το Αζερμπαϊτζάν συγκρότησαν την Ομοσπονδία Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών της Υπερκαυκασίας. Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης σήμανε οριστικά τη δημιουργία του νεότερου ανεξάρτητου κράτους της Αρμενίας. Η Χώρα διακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 23 Αυγούστου του 1991.

Το Εριβάν ή Γερεβάν ή Ερεβάν είναι η πρωτεύουσα της Αρμενίας. Οι παγκόσμιοι επισκέπτες της την αποκαλούν «Ροζ Πόλη». Διάφορες αποχρώσεις του ροζ κυριαρχούν σε πολλά κτίρια της πόλης προσδίδοντάς της μια πρωτότυπη και οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα εικόνα. Οι Αρμένηδες είναι χαρούμενοι, ανοιχτόκαρδοι και ιδιαίτερα φιλικοί άνθρωποι. Επηρεασμένος από την ιστορία της Αρμενίας, την πρώτη τουλάχιστον μέρα της επίσκεψής μου, έβλεπα τους πάντες σκυθρωπούς, σιωπηλούς και μια απροσδιόριστη θλίψη να χρωματίζει τα πρόσωπα κοινωνικών ομάδων, ανδρών και γυναικών που συναντούσα και παρατηρούσα στους δρόμους, στα μαγαζιά, στα γραφεία που επισκεπτόμουνα, παντού. Μόνο τα παιδιά φαινόταν να διαφοροποιούνται απ’ αυτό το γκρίζο χρώμα που κυριαρχούσε στην αρμένικη ατμόσφαιρα της πρωτεύουσας. Φωνές, τρεξίματα, πατίνια, ποδήλατα, μαμάδες να τσιρίζουν και να τα κυνηγούν, εικόνες οικείες, δικής μας επαρχιακής πόλης. (περισσότερα…)

«Οι αγαπημένοι ποιητές δεν μου μιλούν τώρα την ίδια γλώσσα»: Μια επιστολή του Παναγιώτη Κονδύλη στον Βέρνερ Κόντσε

*

Εισαγωγή-Μετάφραση Σωκράτης Βεκρής

///

Ο Werner Conze υπήρξε, με τα λόγια του ίδιου του Κονδύλη, ο άνθρωπος «που διαμόρφωσε και πλούτισε τα πρώτα μου χρόνια στην Χαϊδελβέργη όπως κανένας άλλος». Αυτή η διαπίστωση δεν ισχύει μόνο για τον Κονδύλη, καθώς ο Κόντσε υπήρξε ίσως ο επιδραστικότερος ιστορικός της μεταπολεμικής Δυτικής Γερμανίας, ο άνθρωπος που εισήγαγε καινοτόμες μεθόδους κατανόησης των ιστορικών φαινομένων και στο ερευνητικό πρόγραμμα του οποίου θήτευσαν μια πλειάδα διακεκριμένων ιστορικών. Επιλέξαμε να μεταφράσουμε την ακόλουθη επιστολή, αφ’ ενός επειδή καταδεικνύει τον βαθύ σεβασμό που έτρεφε ο Κονδύλης για τον καθηγητή του, αφ’ ετέρου επειδή αποκαλύπτει πτυχές της ανθρώπινης πλευράς του Έλληνα φιλοσόφου — μιας πλευράς που στα γραπτά του συχνά χάνεται κάτω από τη μυστηριώδη αχλύ του ασκητικού επιστήμονα.

Για την άδεια της δημοσίευσης, ευχαριστούμε θερμά την αδελφή του στοχαστή κ. Μέλπω Κονδύλη-Μπούμπουλη. Στο δεύτερο μέρος του μικρού δίπτυχου αυτού αφιερώματος στη σχέση των δύο επιφανών στοχαστών, θα αναρτηθεί αύριο η μελέτη μου «Η διαμόρφωση της ιστορικής μεθόδου του Κονδύλη: Κοινωνική ιστορία, ιστορία των εννοιών και ιστορία των προβλημάτων».

///

29.06.1980

Αξιότιμε κύριε καθηγητά,

Επιτρέψτε μου να σας απευθύνω μερικές γραμμές από την εξορία μου, ώστε να διατηρήσω τουλάχιστον ζωντανό το αίσθημα ότι οι δεσμοί μου με τους ευλογημένους σας τόπους, όπου το πνεύμα καταφέρνει ακόμη, σε κάποιο βαθμό, να ζει και να δημιουργεί, δεν έχουν διαρραγεί. Δυστυχώς, δεν έχω να σας καταθέσω σχεδόν καμία πνευματική πρόοδο από την πλευρά μου, καθώς οι λαλίστατοι και φιλοτάξιδοι εδώ φίλοι μου φροντίζουν να με αποτρέπουν από οτιδήποτε αξιοσημείωτο στον τομέα αυτό. (περισσότερα…)